Legislator Case Law & Legislation
853/2015 AI generated

853/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 853/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Α. Των εναγόντων-εκκαλούντων-καλούντων: 1) Ι. Α. του Χ., πρώην συζύγου Σ. Π. , 2) Δ. Α. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αλεξανδρόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Legislator headnote

AI generated

853/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στη συνέχεια η υπόθεση πρέπει κατά το ίδιο μέρος να κρατηθεί από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να δικασθεί στην ουσία (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ, όπως ήδη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013), σε νέα όμως προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, που θα οριστεί με φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων, ώστε κατ’ αυτή οι διάδικοι γνωρίζοντας επακριβώς το εύρος της αναιρετικής απόφασης, να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους. ...".

Keywords

AI generated
late payment of fees belatedly submitted evidence deferral of payment untimely reasoned statement tax compliance timeliness false unsworn testimony
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 853 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 853/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Α. Των εναγόντων-εκκαλούντων-καλούντων: 1) Ι. Α. του Χ., πρώην συζύγου Σ. Π. , 2) Δ. Α. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αλεξανδρόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Της εναγομένης-εκκαλούσας-καθ’ ης η κλήση: Γ. Λ. του Π., κατοίκου ..., με την ιδιότητά της ως καθολικής κληρονόμου του αποβιώσαντος Β. Α. η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λάλα και κατέθεσε προτάσεις.

Β. Των εναγόντων-εκκαλούντων-καλούντων: 1) Ι. Α. του Χ., πρώην συζύγου Σ. Π. , 2) Δ. Α. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αλεξανδρόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Της εναγομένης-εκκαλούσας-καθ’ ης η κλήση: Γ. Λ. του Π., κατοίκου ..., με την ιδιότητά της ως καθολικής κληρονόμου του αποβιώσαντος Β. Α. η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λάλα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/3/1993 αγωγή των υπό στοιχεία Α και Β ήδη εναγόντων-εκκαλούντων-καλούντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9800/1994, 5178/1998 προδικαστικές και 4607/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε με την 1591/2007 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου και 6507/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η υπό στοιχεία Α και Β ήδη εναγομένη-εκκαλούσα-καθ’ ης η κλήση με την από 23/2/2009 αίτησή της και τους από 11/2/2010 πρόσθετους λόγους αυτής, επί της οποίας εκδόθηκε η 890/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε το από 11/2/2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης, αναίρεσε την 6507/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το εις το σκεπτικό μέρος της και παρέπεμψε την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 3919/2011 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η υπό στοιχεία Α και Β ήδη εναγομένη-εκκαλούσα-καθ’ ης η κλήση με την 8/10/2012 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1517/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 3919/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση. Ήδη η υπόθεση επανέρχεται προς νέα συζήτηση με την από 9/10/2013 κλήση των υπό στοιχεία Α και Β ως άνω εναγόντων-εκκαλούντων-καλούντων.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω, Εισηγητής δε ορίστηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μαγγίνας.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I] Νόμιμα φέρεται με τις από 9-10-2013 δύο τον αριθμό κλήσεις των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων α) Ι. Α. και β) Δ. Α. κατά της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης Γ. Λ. σε νέα ουσιαστική συζήτηση η από 13-4-2007 έφεση της τελευταίας κατά της υπ’ αριθμό 4607/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατά το μέρος που η εκδοθείσα επί της εφέσεως αυτής και προσβληθείσα δι’ αναιρέσεων υπ’ αριθμό 3919/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε με τις υπ’ αριθμούς 1861/2013 και 1517/2013 αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου.

Συνεπώς, πρέπει να συνεκδικασθούν κατ’ άρθρο 246 ΚΠολΔ οι εισαχθείσες δια των ως άνω κλήσεων αιτήσεις. II] H κρινόμενη υπόθεση είχε την ακόλουθη διαδικαστική διαδρομή. Οι αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητοι και ήδη εφεσίβλητοι α) Ι. Α. και β) Δ. Α. στην ασκηθείσα από 5-3-1993 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εξέθεταν, ότι με βάση σύμβαση έργου, που κατάρτισαν στην Αθήνα το Δεκέμβριο του έτους 1990 με την αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη και ήδη εκκαλούσα Γ.

Λ. και τον τρίτο από τους εναγομένους (Β. Α. ήδη αποβιώσαντα, μετά την άσκηση της αγωγής και πριν την έκδοση οριστικής απόφασης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που κληρονομήθηκε από την τελευταία), ανέθεσαν σ’ αυτούς την από κοινού επίβλεψη της καλής εκτέλεσης της οικοδομής, που θα κτιζόταν σε οικόπεδο ιδιοκτησίας τους, στην Αγία Παρασκευή Αττικής, έναντι αμοιβής 12% (δηλαδή 6% για τον καθένα) επί του συνολικού κόστους ανέγερσης της οικοδομής.

Οι ίδιοι εναγόμενοι μετά από δική τους πρόταση έλαβαν την εντολή από αυτούς να ανεύρουν εργολάβο και να διαπραγματευθούν μαζί του για λογαριασμό τους τους όρους και το περιεχόμενο σύμβασης μίσθωσης έργου για την εκτέλεση των εργασιών οπλισμένου σκυροδέματος της οικοδομής. Σε εκτέλεση της άνω εντολής οι προαναφερόμενοι εναγόμενοι, το Μάρτιο του 1991, τους υπέδειξαν ως κατάλληλο εργολάβο τον πρώτο εναγόμενο, Κ.

Φ. και τους διαβεβαίωσαν, ότι διαπραγματεύθηκαν και επέτυχαν για λογαριασμό τους τις φθηνότερες από τις ισχύουσες στην αγορά εργολαβικές τιμές, ενώ τους ζήτησαν πιεστικά να αποδεχθούν τις διαπραγματεύσεις και τις προτεινόμενες από τον εργολάβο τιμές. Τον Απρίλιο του έτους 1991, πεπεισμένοι από τις άνω διαβεβαιώσεις και μόνον, αποδέχθηκαν τις αναλυτικά εκεί αναγραφόμενες εργολαβικές τιμές και υπέγραψαν τη σχετική σύμβαση μίσθωσης έργου με τον Κ.

Φ., με την οποία του ανέθεσαν την εκτέλεση των εργασιών του εκ μπετόν αρμέ σκελετού της οικοδομής. Η εκτέλεση του έργου άρχισε το Σεπτέμβριο του 1991, αλλά περί τα τέλη Φεβρουαρίου του 1992 διαπίστωσαν, ότι οι εργολαβικές τιμές, που αποδέχθηκαν κατά την κατάρτιση της σύμβασης, ήταν υψηλότερες από τις ισχύουσες στην αγορά για τις αντίστοιχες εργασίες κατά 50% έως 300%, όπως αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή τους.

Το γεγονός αυτό ήταν γνωστό στους πιο πάνω αντιπροσώπους τους, πλην όμως αυτοί το απέκρυψαν, με μοναδικό σκοπό να επιτύχουν τη θετική δήλωσή τους προς τον αντισυμβαλλόμενο εργολάβο. Στη δήλωση αυτή δεν θα προέβαιναν, αν τους είχαν παρουσιάσει την πραγματική κατάσταση και εκ του λόγου τούτου η σύμβαση είναι ακυρώσιμη.

Σύμφωνα με τις συμφωνηθείσες εργολαβικές αμοιβές και το συμφωνηθέν έργο κατέβαλαν στον άνω εργολάβο τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή ποσά ύψους 17.178.660 δραχμών, ενώ κατά τις πράγματι ισχύουσες τιμές κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης θα έπρεπε να του καταβάλουν 10.642.900 δραχμές και ως εκ τούτου υπέστησαν από την ως άνω συμπεριφορά ζημία ίση προς τη διαφορά ύψους 6.535.760 δραχμών.

Τη σύμβαση αυτή οι ενάγοντες κατήγγειλαν στις 8-4-1992, πλην όμως ο εργολάβος Κ. Φ. παράνομα κατείχε το έργο μέχρι 22-10-1992. Τούτο είχε ως συνέπεια να υποχρεωθούν οι ίδιοι να καταβάλουν α) 7.500.000 δρχ. στον εργολάβο, που θα αναλάβει να ολοκληρώσει το έργο, αφού δεν δέχεται να πληρωθεί με βάση την ισχύουσα τιμή ανά κ.μ.

και β) 13.567.800 δρχ. για την αποπεράτωση του έργου, το οποίο έχει επιφάνεια 452,26 τ.μ., αφού το κόστος ανά τ.μ. ανερχόταν τον Απρίλιο του 1992 σε 150.000 δρχ. και το Νοέμβριο του 1992, που κατέστη δυνατή η συνέχειά του σε 180.000 δρχ. Περαιτέρω, οι ενάγοντες ιστορούσαν ότι, οι δύο τελευταίοι εναγόμενοι εν γνώσει και του πρώτου εξ αυτών, με πρόθεση προέβαιναν σε αναληθείς επιμετρήσεις ως προς το έργο, που ο τελευταίος είχε εκτελέσει και ότι ο Β.

Α. συνέτασσε και υπέβαλε στο Ι.Κ.Α. εν γνώσει και σε συνεργασία με τους λοιπούς εναγομένους αναληθείς καταστάσεις ως προς τους εργαζόμενους στο έργο. Με βάση δε τις αναληθείς επιμετρήσεις κατέβαλαν: α) στον άνω εργολάβο το συνολικό ποσόν των 33.719.000 δρχ., ενώ σύμφωνα με το έργο, που έχει εκτελεσθεί, έπρεπε να του καταβάλουν το ποσόν των 17.178.660 δρχ.

και υπέστησαν έτσι ζημία αντίστοιχη με το ποσόν της διαφοράς ύψους 16.540.340 δρχ. β) στους δύο τελευταίους εναγομένους ως αμοιβή το ποσόν των 3.156.700 δρχ. αντί της πράγματι οφειλομένης ύψους 1.277.140 δρχ. και υπέστησαν ζημία ύψους 1.879.560 ευρώ και γ) στο ΙΚΑ για εισφορές απασχοληθέντος προσωπικού 8.262.589 δρχ., ενώ με βάση το έργο των 345 κ.μ., που είχε εκτελεσθεί έπρεπε να καταβάλουν 2.070.000 δρχ., υπέστησαν δε ζημία ύψους 6.192.589 δρχ.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ο καθένας εις ολόκληρον, να τους καταβάλουν, κατ’ ισομοιρία στον καθένα από αυτούς (ενάγοντες), ως αποζημίωση, λόγω της τελεσθείσας εις βάρος τους αδικοπραξίας, μεταξύ άλλων: τα υπό στοιχεία α, β, γ προαναφερόμενα ποσά, που αποτελούν τη θετική τους ζημία 31.150.249 δρχ. (16.540.340 δρχ.+ 6.1 92.589 + 1.879.560δρχ.) και κατ’ ορθό μαθηματικό υπολογισμό 24.612.489 δρχ.

με τους νόμιμους τόκους από την καταβολή κάθε ποσού καθώς και 10.000.000 δρχ. ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστησαν από την τελεσθείσα εις βάρος τους αδικοπραξία, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και ν’ απαγγελθεί κατά των εναγομένων προσωπική κράτηση διαρκείας ενός έτους ως μέσον εκτέλεσης της απόφασης λόγω της αδικοπραξίας.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 4607/2006 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία: 1) απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη η αγωγή, καθόσον στρεφόταν ατομικά κατά της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης - εκκαλούσας και 2) έγινε εν μέρει δεκτή, ως κατ’ ουσίαν βάσιμη κατά των λοιπών εναγομένων, υποχρέωσε δε αυτούς, εις ολόκληρον τον καθένα, να πληρώσουν στους ενάγοντες προς ανόρθωση της περιουσιακής τους ζημίας το ποσό των 61.093,90 ευρώ και προς αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης το ποσό των 5.000 ευρώ στον καθένα από τους ενάγοντες.

Κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η 6507/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτές απορρίφθηκαν. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από την αναιρεσείουσα Γ. Λ., με την ιδιότητα της καθολικής κληρονόμου του ήδη αποβιώσαντος συζύγου της, Β. Α., τρίτου εναγομένου, η από 23-2-2009 αίτηση αναίρεσης.

Με την αίτηση αυτή απέδιδε, μεταξύ άλλων, η άνω αναιρεσείουσα πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ όσον αφορά το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής, καθώς και για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχτηκε ως αποδειχθέντα στον προσήκοντα κανόνα δικαίου.

Ο Άρειος Πάγος, με την 890/2010 απόφασή του, σε σχέση με τις πιο πάνω αποδιδόμενες πλημμέλειες δέχτηκε τα εξής: "Από τις προαναφερθείσες επί της ουσίας παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και από την κατ’ άρθρο 561 αρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου του δικογράφου της από 5-3-1993 ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων, όπου εκτίθενται κατά νομικά ορισμένο τρόπο όλα τα πιο πάνω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, προκύπτει, ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά της σε αναφορά προς τους προαναφερθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 932, 297, 298, 330 του ΑΚ, 27 και 366 του ΠΚ, δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα, που ορίζουν οι κανόνες αυτοί για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, ούτε αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά.

Περαιτέρω, με την ίδια ως άνω υπ’ αριθμό 890/2010 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου έγινε εν μέρει δεκτός ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος και αναιρέθηκε εν μέρει η υπ’ αριθμό 6507/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών όσον αφορά την έφεση της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης Γ. Λ.. Συγκεκριμένα με την απόφαση αυτή [890/2010] έγιναν δεκτά τα εξής: "....

Με τις πιο πάνω παραδοχές του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασής του, με τις οποίες το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας με την ιδιότητα που παρίσταται κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του Β. Α. παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 330, 914 του ΑΚ, 27, 385 του ΠΚ με αιτιολογίες ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές, ώστε δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από το Δικαστήριο τούτο ως προς το εάν εφαρμόστηκαν ορθά οι πιο πάνω διατάξεις κατά την έννοια που προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ως προς την έννοια της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της διαγνωσθείσας αδικοπρακτικής - απατηλής συμπεριφοράς του αρχικού εναγομένου και δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας Β.

Α., που τελέσθηκε με την παροχή ψευδών επιμετρητικών στοιχείων του εκτελεσθέντος έργου στους αναιρεσιβλήτους εργοδότες και της προκληθείσας εντεύθεν στους αναιρεσιβλήτους θετικής ζημίας από το γεγονός, ότι, εξ αφορμής της ίδιας απατηλής συμπεριφοράς, παρασύρθηκαν και κατέβαλαν: α) στον εργολάβο Κ. Φ.

ως εργολαβικό αντάλλαγμα (αμοιβή) επί πλέον για μη εκτελεσθέν έργο το ποσό των 15.648.000 δρχ., β) στο ΙΚΑ επί πλέον το ποσό των 4.181.565 δρχ. για ασφαλιστικές εισφορές μη εκτελεσθέντος έργου και γ) στον πιο πάνω αρχικά εναγόμενο, Β. Α., επί πλέον το ποσό των 998.180 δρχ. για αμοιβή επίβλεψης μη εκτελεσθέντος έργου. Ειδικότερα, με βάση τις ίδιες παραδοχές δεν καθίσταται σαφές και αναμφίβολο, εάν χρονικά υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της διαγνωσθείσας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας μέσω της παροχής ψευδών επιμετρητικών στοιχείων, που τοποθετείται χρονικά κατά τις ίδιες παραδοχές τουλάχιστον στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του Φεβρουαρίου 1992 και των καταβολών των αναιρεσιβλήτων, από τις οποίες προέκυψαν κατά τα προαναφερθέντα οι ένδικες (στις τρεις περιπτώσεις) αδικοπρακτικές ζημιογόνες συνέπειες, που τοποθετούνται κατά τις ίδιες παραδοχές σε προγενέστερο χρονικό διάστημα σε σχέση με τις ίδιες ψευδείς και απατηλές επιμετρήσεις.

Συγκεκριμένα, κατά τις ίδιες παραδοχές: 1) Το Φεβρουάριο του 1992 οι αναιρεσίβλητοι ζητούν από τον εναγόμενο δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας Β. Α. ως επιβλέποντα μηχανικό και τον άλλο συνεναγόμενο Κ.Φ., ως εργολάβο, έγγραφες πιστοποιήσεις των εργασιών, που ήδη είχαν μέχρι τότε εκτελεσθεί, ύστερα από προτροπή του γνωστού της Πολιτικού Μηχανικού Δ.

Κ., ο οποίος τους πληροφόρησε για πρώτη φορά τότε ότι το ποσό των 43.000.000 δρχ. περίπου, που είχαν ήδη καταβάλει, δηλαδή 33.719.000 δρχ. για εργολαβικό αντάλλαγμα, 6.359.565 δρχ. για εισφορές ΙΚΑ και 31.560.790 δρχ. για αμοιβή επιβλέποντος μηχανικού ήταν υπερβολικά. 2) Ύστερα από επανειλημμένες οχλήσεις ο Κ. Φ. παρέδωσε στους ενάγοντες αναλυτικό κατάλογο με τις εργασίες, που είχε εκτελέσει και το κόστος τους, που ανερχόταν συνολικά σε 32.360.000 δρχ., ο κατάλογος δε αυτός συνοδευόταν από αντίγραφο επιμέτρησης, που είχε κάνει ο ίδιος, στον οποίο εμφανιζόταν, ότι μέχρι την 14-2-1992 συνολικά είχαν χρησιμοποιηθεί 559 μ3 οπλισμένου σκυροδέματος. 3) Ότι την επιμέτρηση αυτή επιβεβαίωσε λίγο αργότερα ο επιβλέπων του έργου Β.

Α.. 4) Ότι σε δύο διαδοχικές επιμετρήσεις του ίδιου επιβλέποντος Β. Α., που ζητήθηκαν από τον πραγματογνώμονα του Τ.Ε.Ε. Γ. Π., παρατηρείται μεγάλη απόκλιση στις μετρηθείσες ποσότητες, αφού υπήρχε διαφορά 53 μ3 επί έλαττον, δηλαδή 1η επιμέτρηση 559 μ3 και 2η επιμέτρηση 505 μ3. 5) ότι οι απόψεις του εργολάβου Κ. Φ. ως προς τις ποσότητες σκυροδεμάτων της οικοδομής συμβάδιζαν με την αναλυτική επιμέτρηση του Β.

Α., που παραδόθηκε ύστερα από εξώδικη πρόσκληση των αναιρεσιβλήτων στις 6-5-1992, 6) Ότι από την έκθεση του πραγματογνώμονα του Τ.Ε.Ε. και του δικαστικού πραγματογνώμονα Δ. Μ. προκύπτει, ότι η ποσότητα του οπλισμένου σκυροδέματος, που χρησιμοποιήθηκε στην οικοδομή των αναιρεσιβλήτων υπολείπεται από την αναφερόμενη στην επιμέτρηση του Β.

Α. και Κ. Φ.. 7) Ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο ο εργολάβος Κ. Φ. και ο επιβλέπων Β. Α.ς με πρόθεση παρουσίασαν στους αναιρεσιβλήτους ιδιοκτήτες έργο, που δεν είχε εκτελεσθεί και ειδικότερα παρουσίασαν σ’ αυτούς, ότι σύμφωνα με την επιμέτρηση, που είχαν πραγματοποιήσει μέχρι το Φεβρουάριο του 1992, είχαν χρησιμοποιηθεί στην οικοδομή συνολικά 559 μ3 οπλισμένου σκυροδέματος, ενώ στην πραγματικότητα η ποσότητα οπλισμένου σκυροδέματος ήταν πολύ μικρότερη. 8) Ότι με βάση τις επί μέρους καταβολές των αναιρεσιβλήτων, από τις οποίες η τελευταία χρονικά τοποθετείται στις 28-3-1992, οι αναιρεσίβλητοι κατέβαλαν συνολικά το ποσό των 33.719.000 δρχ.

για εκτελεσθέν έργο αξίας 18.071.000 δρχ. και ζημιώθηκαν την επιπλέον διαφορά των 15.648.000 δρχ. 9) Ότι εξ αιτίας της ψευδούς επιμέτρησης των εναγομένων οι αναιρεσίβλητοι ιδιοκτήτες κατέβαλαν τμηματικά μέχρι το Μάρτιο 1992 στο ΙΚΑ το συνολικό ποσό των 6.359.565 δρχ. δια χειρός του αρχικά εναγομένου Β. Α. αντί του ποσού των 2.178.000 δρχ., που πραγματικά όφειλαν, με αποτέλεσμα να ζημιωθούν την προκύπτουσα διαφορά των 4.181.565 δρχ.

και 10) Ότι με βάση τις ψευδείς επιμετρήσεις του Β. Α. και του Κ. Φ. οι αναιρεσίβλητοι κατέβαλαν στον πρώτο ως αμοιβή επίβλεψης μέχρι την 7-3-1992 το συνολικό ποσό των 3.156.700 δρχ. αντί του πράγματι οφειλομένου των 2.168.580 δρχ. με βάση το πράγματι εκτελεσθέν έργο και ζημιώθηκαν την προκύπτουσα διαφορά των 998.180 δρχ.

Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, από τις οποίες απουσιάζει η σαφής και αναμφίβολη παραδοχή, ότι πριν από τις προαναφερθείσες ζημιογόνες καταβολές των αναιρεσιβλήτων ιδιοκτητών μεσολάβησαν απατηλές παραστάσεις των αρχικά εναγομένων και ιδιαίτερα του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας, Β. Α., που είχαν σχέση με την παροχή προς τους αναιρεσιβλήτους ψευδών επιμετρητικών στοιχείων, που δικαιολογούσαν αιτιωδώς τις ίδιες καταβολές, η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις, γιατί δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος ως προς τη συνδρομή της έννοιας της αναγκαίας αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της διαγνωσθείσας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του Β.

Α. και της σε προγενέστερο χρόνο (κατά τις ίδιες παραδοχές) επελθούσας ζημιογόνου συνέπειας στο πρόσωπο των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, ο τρίτος λόγος, κατά το ένα μέρος του και ο τέταρτος λόγος, κατά το ένα μέρος του, του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται βάσιμοι.

Αντίθετα οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης κατά το άλλο μέρος τους, όπως και ο δεύτερος λόγος, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον ίδιο αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ως προς την ποσότητα του εκτελεσθέντος έργου, που πράγματι δέχεται η προσβαλλόμενη ως εκτελεσθέν, κρίνονται αβάσιμοι, αφού ως εκτελεσθέν έργο έχει υπολογισθεί εκείνο, που προκύπτει από την έκθεση του πραγματογνώμονα Δ.

Μ., με τις αντίστοιχες δε ποσότητες του έργου της ίδιας έκθεσης υπολογίσθηκε τελικά κατά σαφή και αναμφίβολο τρόπο και το συνολικό κόστος του εκτελεσθέντος έργου. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της μόνο που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, κατά το αναιρούμενο μέρος της, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές..".

Επομένως, με την 890/2010 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η 6507/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που απέρριψε την από 13-4-2007 έφεση της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης, Γ. Λ., ως μοναδικής εκ διαθήκης κληρονόμου του αποβιώσαντος κατά τη διάρκεια της επιδικίας τρίτου των αρχικώς εναγομένων Β.

Α., κατά της υπ’ αριθμό 4607/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τόσο για το κονδύλιο της θετικής ζημίας όσον και για το κονδύλιο της ηθικής βλάβης, αφού αυτό το τελευταίο συνέχεται αναγκαστικά με την υπαιτιότητα και αμφότερα έπρεπε να ερευνηθούν εκ νέου από το δικαστήριο της παραπομπής, ενώ διατηρήθηκε η ισχύς της ανωτέρω εφετειακής απόφασης κατά το μέρος που απέρριψε την από 19-7-2007 αντίθετη έφεση των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων Ι.

Α. και Δ. Α. κατά της ίδιας ως άνω υπ’ αριθμό 4607/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την από 19-10-2010 κλήση της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας [εκκαλούσας - δεύτερης εναγομένης] Γ. Λ. επανήλθε η υπόθεση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών κατά το αναιρεθέν με την υπ’ αριθμό 890/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου μέρος της.

Το ως άνω Εφετείο με την 3919/2011 απόφασή του δέχθηκε την από 13-7-2007 έφεση κατά το τυπικό και ουσιαστικό της μέρος, εξαφάνισε μερικώς την εκκαλούμενη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [4607/2006] - και όχι την εκ παραδρομής εκεί αναφερόμενη 6507/2008 - που δίκασε τη διαφορά των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, κατά το μέρος της που δέχθηκε την από 5-3-1993 αγωγή ως προς τον τρίτο εναγόμενο, Β.

Α., καθώς και ως προς την αφορώσα τον ίδιο εναγόμενο περί δικαστικών εξόδων διάταξη, κράτησε την αγωγή κατά το ίδιο μέρος και δίκασε επί της ουσίας, δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος και υποχρέωσε τη δεύτερη εναγομένη, Γ. Λ., με την ιδιότητα της καθολικής εκ διαθήκης κληρονόμου του τρίτου εναγομένου, Β. Α. να καταβάλει στους ενάγοντες, κατ’ ισομοιρία, το ποσό των 38.412,52 ευρώ με τους νόμιμους τόκους από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση του ποσού και τέλος επέβαλε εις βάρος της Γ.

Λ. μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας ανερχόμενο στο ποσό των 1650,00 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν αναιρέσεις αμφότερα τα διάδικα μέρη και εκδόθηκαν αντίστοιχα οι υπ’ αριθμούς 1517/2013 και 1861/2013 αποφάσεις του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η πρώτη από αυτές, που εξέτασε την από 8-10-2012 αίτηση αναίρεσης της Γ.

Λ., απέρριψε το σύνολο των υπ’ αυτής προβαλλομένων αναιρετικών λόγων πλην του ιδρυομένου από τον αριθμό 8 β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου, που έγινε δεκτός ως βάσιμος. Συγκεκριμένα, όπως εκεί αναφέρεται, "Στην προκειμένη υπόθεση, από την παραδεκτή επισκόπηση της πρωτοβάθμιας απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει, ότι ο δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας υποχρεώθηκε ως υπαίτιος της σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τελεσθείσης αδικοπραξίας σε ανόρθωση της θετικής ζημίας τους, καθώς και της ηθικής τους βλάβης.

Με την έφεση, που άσκησε η αναιρεσείουσα προσέβαλε την πρωτοβάθμια απόφαση, εκτός των άλλων και διότι εσφαλμένως δέχθηκε, ότι ο δικαιοπάροχος της ήταν υπαίτιος για την προκληθείσα στους ενάγοντες - αναιρεσιβλήτους ζημίας. Επομένως, με την έφεση αυτή μεταβιβάσθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τα κονδύλια της θετικής ζημίας καθώς και εκείνο της ηθικής βλάβης.

Το δευτεροβάθμιο, όμως δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όσον αφορά το τελευταίο τούτο κονδύλιο, κατά το ενδιαφέρον, το σχετικό λόγο αναιρέσεως, μέρος της, δέχθηκε τα εξής: "... Με τα δεδομένα αυτά η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος και να υποχρεωθεί η εκκαλούσα, Γ.

Λ. (αναιρεσείουσα), η οποία, μετά το θάνατο του Β. Α., υπεισήλθε στη δικονομική του θέση κατά τη διάρκεια της επιδικίας, ως καθολική εκ διαθήκης κληρονόμος του, να καταβάλει στους ενάγοντες, κατ’ ισομοιρία, το ποσό των 9.681.565δραχμών (4.181.565 + 900.000 + 1.100.000 + 2.000.000 + 300.000 + 700.000 + 500.000) και ήδη 28.412,52 ευρώ λόγω της τελεσθείσας σε βάρος τους αδικοπραξίας και 5.000 ευρώ στον καθένα από τους ενάγοντες ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, για το οποίο η εκκαλούμενη δεν πλήττεται με ειδικό λόγο έφεσης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Έτσι, όμως, που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν έλαβε υπόψη του "πράγμα" λόγο έφεσης, που περιείχε παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης και είχε προταθεί νομίμως και παραδεκτώς. Επομένως, τα όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον έκτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 9, που μνημονεύεται στο αναιρετήριο), είναι βάσιμα, όπως και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως.

Ενόψει αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, εν μέρει, κατά το κεφάλαιό της, που έχει σχέση με την ηθική βλάβη των αναιρεσιβλήτων, για το οποίο και είχε παραπεμφθεί, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω στις υπό στοιχείο 2 σκέψεις της παρούσης, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο". Εφόσον, λοιπόν, στην κρινόμενη υπόθεση αναιρέθηκε εν μέρει με την ως άνω 1517/2013 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η υπ’ αριθμό 3919/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε δικάσει μετά από αναίρεση προηγούμενης απόφασής του, δηλαδή της 6507/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών με την 890/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, έπρεπε η υπόθεση αυτή να διακρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν Τμήμα του Αρείου Πάγου σε νέα συζήτηση, που θα γινόταν μετά από κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.

Εξάλλου, η δεύτερη από τις ως άνω αποφάσεις του Αρείου Πάγου, υπ’ αριθμό 1861/2013, που ερεύνησε την από 13-1-2012 αίτηση αναίρεσης των Ι. Α. και Δ. Α., καθώς και τους από 13-12-2012 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αναίρεσης αυτών, κατά της Γ. Λ., αναίρεσε την υπ’ αριθμό 3919/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που απέρριψε τις σχετικές με τον τρίτο των αρχικών εναγομένων Β.

Α. αξιώσεις αποζημίωσης των αναιρεσειόντων, που αφορούν ζημίες τους από επιπλέον καταβολές τους για αμοιβές επίβλεψης και εκτέλεσης του συμφωνημένου μεταξύ τους έργου και στη συνέχεια κράτησε επί της ουσίας την υπόθεση ως προς το μέρος αυτό και ανέβαλε αντίστοιχα την έκδοση της οριστικής απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης, προκειμένου με επιμέλεια των διαδίκων να συζητηθεί η υπόθεση κατά το μέρος που αναιρέθηκε σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, κατά την οποία θα επαναφερόταν με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.

Ειδικότερα, στην ως άνω υπ’ αρ. 1861/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου σχετικά με τον αναιρετικό λόγο, που έγινε δεκτός ως βάσιμος, αναφέρονται επί λέξει τα ακόλουθα: "Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε ως προς την αναιρεσίβλητη την πρωτόδικη οριστική απόφαση, που είχε κρίνει διαφορετικά και είχε επιδικάσει συμμέτρως στους αναιρεσείοντες το ποσό των 71.093,90 ευρώ ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξ αιτίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του πρώτου και του τρίτου των αρχικών εναγομένων (Κ.

Φ. και Β. Α.) για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, δηλαδή και πριν από την από 20.2.1992 ψευδή επιμέτρηση του έργου από τον Β. Α., δέχθηκε ακολούθως την ένδικη αγωγή για το μικρότερο ποσό των 38.412,52 ευρώ, το οποίο επιδίκασε συμμέτρως στους αναιρεσείοντες σε σχέση με τις αξιώσεις τους κατά του τρίτου των αρχικά εναγομένων.

Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης, οι αναιρεσείοντες από το Μάρτιο του 1991 έως τις 7.4.1992 κατέβαλαν τμηματικά από κοινού στην αναιρεσίβλητη και στο σύζυγό της, Β. Α., το συνολικό ποσό των 3.156.700 ευρώ ως αμοιβή τους για την από μέρους τους επίβλεψη των εργασιών ανέγερσης της οικοδομής των αναιρεσειόντων στην Αγία Παρασκευή Αττικής, ενώ ως εργολαβική αμοιβή για την ανέγερση της οικοδομής αυτής οι αναιρεσείοντες κατέβαλαν τμηματικά στον Κ.

Φ. το συνολικό ποσό των 33.719.000 δραχμών, με συνέπεια να καταβάλουν έτσι συνολικό ποσό αμοιβής επίβλεψης και εργολαβικής αμοιβής κατά πολύ μεγαλύτερο απ’ αυτό που πράγματι όφειλαν. Τις σχετικές καταβολές η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση τις συνδέει αιτιωδώς με αδικοπρακτική συμπεριφορά του Β. Α. μόνον εφόσον έπονται της από 20.2.1992 ψευδούς για το έργο επιμέτρησης του, την οποία θεωρεί αντίστοιχα ως τη μόνη σε σχέση μ’ αυτές αδικοπρακτική συμπεριφορά του, που είχε ως αποτέλεσμα να εξαπατηθούν οι αναιρεσείοντες και να προβούν στις παραπάνω αυξημένες καταβολές, γι’ αυτό και απέρριψε για το προηγούμενο χρονικό διάστημα τις αντίστοιχες αξιώσεις αποζημίωσης των αναιρεσειόντων.

Ωστόσο με την προσβαλλόμενη απόφαση ναι μεν δεν γίνεται δεκτό, όπως αβάσιμα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, ότι με ψευδή πριν από κάθε καταβολή επιμετρητικά στοιχεία των Κ. Φ. και Β. Α. εξαπατήθηκαν ως προς τον όγκο του εκτελεσθέντος κάθε φορά έργου, όμως κατά τα λοιπά δεν εξηγείται στην απόφαση, γιατί δεν συνετέλεσε σε εξαπάτηση των αναιρεσειόντων και η γενικότερη συμπεριφορά του Β.

Α., αν ληφθεί υπόψη, ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποκλείσθηκε η ύπαρξη γνώσης του ως προς την αναντιστοιχία εκτελεσθέντος έργου και χρηματικών γι’ αυτό καταβολών για το πριν από την από 20.2.1992 ψευδή επιμέτρησή του χρονικό διάστημα. Με την προϋπόθεση αυτή η παράλειψή του να ενημερώσει έγκαιρα τους αναιρεσείοντες ως προς την τμηματική υπερκοστολόγηση του έργου είναι ασφαλώς αντίθετη προς τις συμβατικές του υποχρεώσεις ως επιβλέποντος το έργο, αφού απάτη τελείται όχι μόνο με την επιχείρηση πράξης, αλλά και με τη δόλια απόκρυψη ή αποσιώπηση γεγονότων, ως προς τα οποία πρέπει κατά συμβατική υποχρέωση των μερών και οπωσδήποτε κατά την καλή πίστη να υπάρχει πληροφόρηση.

Κατά την ίδια έννοια δεν εξηγείται στην προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί η ίδια ως άνω ψευδής επιμέτρηση του Β. Α. δεν συνιστά απάτη με τη μορφή της δόλιας εκ των υστέρων εμφάνισης του εκτελεσθέντος έργου ως μεγαλύτερου όγκου και συνεπώς μεγαλύτερης αξίας σε σχέση με την πραγματική του. Επομένως το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τις αξιώσεις αποζημίωσης των αναιρεσειόντων για το πριν από την ως άνω ψευδή επιμέτρηση διάστημα, κρίνοντας, ότι δεν υφίσταται χρονικά πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια με την αντίστοιχη ζημία τους, με αποτέλεσμα έτσι να παραβιάσει εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 914 ΑΚ και 386 ΠΚ, που εφάρμοσε, όπως βάσιμα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν με το τέταρτο ειδικότερα μέρος του πρώτου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης και πρέπει έτσι κατά το μέρος αυτό να γίνει δεκτός ο πρόσθετος αυτός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε διαφορετικά ως προς τις σχετικές αξιώσεις των αναιρεσειόντων, δηλαδή αυτές που αφορούν τις ζημίες τους από επιπλέον καταβολές για αμοιβές επίβλεψης και εκτέλεσης του έργου, ενώ παρέλκει πλέον η εξέταση των λοιπών αιτιάσεων, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον κύριο και τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης.

Στη συνέχεια η υπόθεση πρέπει κατά το ίδιο μέρος να κρατηθεί από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να δικασθεί στην ουσία (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ, όπως ήδη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013), σε νέα όμως προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, που θα οριστεί με φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων, ώστε κατ’ αυτή οι διάδικοι γνωρίζοντας επακριβώς το εύρος της αναιρετικής απόφασης, να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους. ...".

Ήδη, όπως προειπώθηκε, με τις προαναφερθείσες κλήσεις φέρεται νόμιμα η υπόθεση, κατά τις ως άνω διατάξεις και κατά το εύρος των προηγηθεισών αναιρετικών αποφάσεων, προς νέα κατ’ ουσίαν συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου.

ΙΙΙ] Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που περιέχονται στις με επίκληση προσαγόμενες από τους διαδίκους με αριθμούς 759/1995 και 761/1995 Εισηγητικές Εκθέσεις του Εισηγητή Δικαστή, που διορίστηκε με την προαναφερόμενη 9800/1994 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου [Πολ.

Πρωτ. Αθ.], από όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα που με επίκληση νόμιμα αυτοί προσκομίζουν, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, την 559/1995 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Δ. Μ., που διορίσθηκε με την προαναφερόμενη απόφαση και εκτιμάται ελεύθερα (άρθρ.387 ΚΠολΔ), τα έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας, που εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Περί τον Οκτώβριο του 1990, οι ενάγοντες Ι. Α. και Δ. Α. ανέθεσαν στη Γ. Λ. αρχιτέκτονα-πολιτικό μηχανικό, με την οποία συνδέονταν με στενή φιλία τη σύνταξη μελέτης για την ανέγερση διώροφης οικοδομής με πυλωτή επί ενός οικοπέδου στην Αγία Παρασκευή Αττικής, στη συμβολή των οδών ... και ..., το οποίο ανήκε σε αυτούς κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα.

Παράλληλα ανέθεσαν σ’ αυτήν και στο σύζυγό της, Β. Α., επίσης στενό φίλο τους, την από κοινού επίβλεψη της καλής εκτέλεσης του όλου έργου, έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής ανερχομένης σε ποσοστό 12%, δηλαδή 6% για τον καθένα επί του συνολικού κόστους της υπό ανέγερση οικοδομής. Συγχρόνως, οι ενάγοντες ζήτησαν από τους τελευταίους να τους συστήσουν εργολάβο - κατασκευαστή, προκειμένου να του αναθέσουν την εκτέλεση του έργου της κατασκευής σκελετού εξ οπλισμένου σκυροδέματος της επίδικης οικοδομής.

Το Μάρτιο του 1991 οι άνω εναγόμενοι συνέστησαν στους ενάγοντες τον εργολάβο οικοδομών Κ. Φ., με τον οποίο είχαν συνεργασθεί και παλαιότερα για την ανέγερση άλλων οικοδομών. Ο εργολάβος αυτός τους υπέβαλε έγγραφη προσφορά με τις τιμές για τις εργασίες οπλισμένου σκυροδέματος, που επρόκειτο να εκτελεσθούν στην οικοδομή.

Οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την προσφορά και τον Απρίλιο του 1991 υπογράφηκε η σχετική σύμβαση έργου, με την οποία συμφωνήθηκε: α) κατασκευή από τον Κ. Φ. ξυλοτύπων εν γένει, καρφοβελόνες, μεταφορά ξυλείας και σιδηρών καλουπιών, καθαρισμός αυτών μετά το ξεκαλούπωμα και μεταφορά μετά το πέρας των εργασιών, β) προμήθεια και διάστρωση του μπετόν σε οποιοδήποτε ύψος και βάθος, δόνηση του μπετόν και χρήση πρέσας για τη διάστρωση του μπετόν, γ) προμήθεια κατασκευής και τοποθέτηση σιδηρού οπλισμού και όλες τις ειδικές εργασίες π.χ.

σκάλες. Για τις παραπάνω εργασίες ο άνω εργολάβος πρότεινε στους ενάγοντες και αυτοί αποδέχθηκαν τις εξής τιμές, στις οποίες περιλαμβάνονταν η αξία των υλικών, οι αμοιβές εργατοτεχνικού προσωπικού, που αυτός θα χρησιμοποιούσε, καθώς και το εργολαβικό του κέρδος: 1) 15.000 δρχ. ανά μ3 για το μπετόν καθαριότητας (Β 120), 2) 18.000 δρχ.

ανά μ3, για το γκρο μπετόν με πλέγμα Τ92 (Β 160), 3) 38.000 δρχ. ανά μ3 για το οπλισμένο μπετόν όπως τα σχέδια της μελέτης (Β 225), 4) 3.000 δρχ. ανά τ.μ. για τις βαθμίδες (σκάλα), 5) 4.000 δρχ. ανά τ.μ. για το στηθαίο 0,50 - 1.00 δρχ. 6) δρχ. 1500 ανά τ.μ για τις φαλτσόπηχες - σκωτίες, 7) 5.000 δρχ. ανά μ2 για το εμφανές μπετόν με κόντρα πλακέ, 8) 40.000 δρχ.

τη φορά η έξτρα χρέωση της πρέσας για ποσότητα σκυροδέματος μικρότερη των 35 μ3, 9) 20.000 δρχ. ανά τ.μ. για τις ζαρντινιέρες και 10) 1500 δρχ./μ3 για τις εκσκαφές. Ακόμη, συμφωνήθηκε, ότι οι τιμές αυτές θα μπορούσαν να αυξηθούν μόνο στην περίπτωση, που θα υπήρχε ανατίμηση των υλικών και μόνο κατά το ποσοστό της ανατίμησης.

Οι ενάγοντες, προκειμένου να προλάβουν ενδεχόμενη αύξηση των τιμών στα υλικά πριν την έναρξη των εργασιών στην οικοδομή, προκατέβαλαν στον άνω εργολάβο το συνολικό ποσόν των 5.500.000 δρχ. Το Φεβρουάριο του 1992 και ενώ υπολειπόταν η κατασκευή του σκελετού από οπλισμένο σκυρόδεμα του 2ου ορόφου της οικοδομής, οι ενάγοντες ζήτησαν από τους δεύτερη και τρίτο των εναγομένων να τους προσκομίσουν εγγράφως τις πιστοποιήσεις των εργασιών, που είχαν ήδη εκτελεσθεί και γενικά λεπτομερή λογαριασμό για όλες τις δαπάνες, στις οποίες είχαν υποβληθεί μέχρι τότε.

Είχε προηγηθεί προτροπή του πολιτικού μηχανικού Δ. Κ., μάρτυρα των εναγόντων προς αυτούς, ο οποίος τους πληροφόρησε, ότι το ποσόν των 43.000.000 δρχ. περίπου (δηλαδή, για εργολαβικό αντάλλαγμα 33.719.000 δρχ., για εισφορές στο ΙΚΑ 6.359.565 δρχ. και για αμοιβή επιβλέποντος μηχανικού 3.156.700 δρχ.), που είχαν ήδη αυτοί δαπανήσει, με τμηματικές καταβολές, κατά τα παραπάνω εκτιθέμενα, ήταν υπερβολικό για τα τότε κρατούντα οικονομικά δεδομένα.

Σαφής και πειστική για όλα τα ανωτέρω είναι η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα, ο οποίος, μεταξύ άλλων, αυτολεξεί ανέφερε: "μου είπαν ότι μέχρι τότε τους είχε στοιχίσει 43.000.000 δρχ., η αντίδραση μου στο άκουσμα του ποσού αυτού ήταν, ότι έμεινα κατάπληκτος, θεώρησα το ποσόν αυτό εξωφρενικό για τα τότε κρατούντα οικονομικά δεδομένα" και επανέλαβε "το ποσόν αυτό μου φάνηκε όχι απλώς υψηλό και υπερβολικό, αλλά εξωπραγματικό με τα ισχύοντα οικονομικά δεδομένα" (βλ.

σχ. κατάθεση του άνω μάρτυρα στη σελίδα 2 φύλλο 23 της εισηγητικής έκθεσης). Εν τέλει ύστερα από επανειλημμένες οχλήσεις, ο Κ. Φ., περί τα μέσα Φεβρουαρίου 1992, παρέδωσε στους ενάγοντες αναλυτικό κατάλογο με τις εργασίες που είχε εκτελέσει και το κόστος για κάθε μία από αυτές, το οποίο κόστος ανερχόταν συνολικά στο ποσόν των 32.380.000 δραχμών.

Στο σχετικό κατάλογο επισυναπτόταν και αντίγραφο επιμέτρησης, που είχε κάνει ο ίδιος, στην οποία εμφανιζόταν, ότι στην οικοδομή είχαν χρησιμοποιηθεί μέχρι 14-2-1992 συνολικά 559 μ3 οπλισμένου σκυροδέματος. Την επιμέτρηση επιβεβαίωσε, στις 20-2-1992, ο επιβλέπων του έργου Β. Α.. Ακολούθως, οι ενάγοντες κατήγγειλαν με την 7-4-1992 εξώδικη πρόσκληση δήλωσή τους, τόσο τη σύμβαση έργου, που είχαν συνάψει με τον Κ.

Φ., όσο και τη σύμβαση ανάθεσης της επίβλεψης των εργασιών της οικοδομής στη δεύτερη εναγόμενη και το Β. Α.. Παράλληλα, καθ’ υπόδειξη πάλι του Δ. Κ., οι ενάγοντες με αίτησή τους προς το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (Τ.Ε.Ε) ζήτησαν να οριστεί πραγματογνώμονας πολιτικός μηχανικός, για να διενεργήσει επιμέτρηση των σκυροδεμάτων του σκελετού, που εκτέλεσε ο εργολάβος Κ.

Φ. στην άνω οικοδομή τους. Το Τ.Ε.Ε με το από ...14-5-1992 έγγραφο του ανέθεσε στον τοπογράφο - μηχανικό Γ. Π. τη σύνταξη της σχετικής πραγματογνωμοσύνης, ο οποίος πράγματι συνέταξε την από 24-7-1992 νομίμως προσκομιζόμενη έκθεσή του, όπου επισημαίνονται τα ακόλουθα: 1) ότι στις 19-5-1992 πραγματοποίησε αυτοψία στην οικοδομή παρουσία των ιδιοκτητών, του υπεργολάβου Κ.

Φ., του επιβλέποντα Β. Α. και του Πολ. Μηχανικού Ι. Δ., τεχνικού Συμβούλου των ιδιοκτητών. Κατόπιν ενημέρωσής του από τους ενδιαφερομένους σχετικά με το αντικείμενο της διαφωνίας τους, προχώρησε στη λήψη ορισμένων επιμετρητικών στοιχείων για την αναλυτική επιμέτρηση των σκυροδεμάτων, ενώ ζήτησε από αυτούς να προβούν σε αποκάλυψη των θεμελίων της οικοδομής σε δύο σημεία για να καταλήξει στο βάθος της θεμελίωσής της και αναλυτική επιμέτρηση από τον επιβλέποντα Β.

Α.. Ότι μετά από μερικές ημέρες έγιναν οι ενδεικτικές εκσκαφές στην οικοδομή από τους ιδιοκτήτες και τον υπεργολάβο και την 22/6/1992 διενήργησε δεύτερη αυτοψία στην οικοδομή, παρουσία μόνον των ιδιοκτητών και του Ι. Δ., αφού προηγουμένως είχε ενημερώσει και τον υπεργολάβο για την επί τόπου μετάβασή του και για το βάθος της θεμελίωσης, έλαβε δε συμπληρωματικά επιμετρητικά στοιχεία για τα εμφανή σκυροδέματα, τις σκωτίες και τις φαλτσόπηχες της οικοδομής. 2) Ότι μέχρι τη διενέργεια της αυτοψίας είχε κατασκευαστεί το υπόγειο (σε επιφάνεια - σημαντικά μεγαλύτερη σε σχέση με την εγκεκριμένη τεχνική μελέτη), η πυλωτή, ο Α όροφος εκτός από τις ζαρντινιέρες, που ήταν καλουπωμένες και από το Β’ όροφο είχαν σκυροδετηθεί τα υποστυλώματα και η σκάλα, ενώ τα υπόλοιπα τμήματα είχαν καλουπωθεί και είχε γίνει η τοποθέτηση του σιδηρού οπλισμού, 3) Ότι σε δύο διαδοχικές επιμετρήσεις του ίδιου επιβλέποντος, Β.

Α. παρετηρείτο μεγάλη απόκλιση στις μετρηθείσες ποσότητες για παράδειγμα στο σκυρόδεμα υπήρχε διαφορά περίπου 55 μ3 επί έλαττον, 1η επιμέτρηση 559 μ3, 2η επιμέτρηση 505 με και 4) ότι οι απόψεις του Κ. Φ. όσον αφορά τις ποσότητες των σκυροδεμάτων της οικοδομής, συμβάδιζαν με τις ποσότητες, που προέκυπταν από την αναλυτική επιμέτρηση του επιβλέποντος Β.

Α. και ήταν οι εξής: α) Βeton καθαρότητας Β120 = 45,00 μ3 β) Βeton Β 160 (gross Beton) = 44,00 μ3, γ) Βeton 225 (σκελετός) = 428,50μ3, δ) Εμφανές Βeton = 557,66 μ2, ε)Φαλτσόπηχες = 563,55 τ.μ., στ) Σκωτίες = 194,66 τ.μ. Ο εν λόγω πραγματογνώμονας μετά από προσεκτική μελέτη όλων των προαναφερθέντων στοιχείων και απόψεων προχώρησε στην επιμέτρηση των σκυροδεμάτων της οικοδομής καταλήγοντας στο ακόλουθο συμπέρασμα, αναφορικά δε με τις ποσότητες του σκυροδέματος της θεμελίωσης, ότι εξήχθησαν από τα σχέδια και τις μετρήσεις μετά την αποκάλυψη των θεμελίων από τις δύο ενδεικτικές τομές, που έγιναν από τους ενδιαφερομένους σε δύο σημεία του περιγράμματος της οικοδομής, με τη ρητή επισήμανση, ότι σε αυτές περιλαμβάνεται και το πρόσθετο τμήμα του υπογείου, που δεν προβλεπόταν από τη τεχνική μελέτη.

Ακόμη ανέφερε ότι η επιμέτρηση εκ μέρους του Β. Α. του παραδόθηκε ύστερα και από εξώδικη πρόσκληση (8-6-92) των ιδιοκτητών. Ειδικότερα, σύμφωνα με το πόρισμα αυτό οι ποσότητες είχαν ως εξής: 1) Σκυρόδεμα οπλισμένο Β225 = 344,97 μ3, 2) Σκυρόδεμα οπλισμένο Β160 = 26,25 μ3, 3) Σκυρόδεμα άοπλο Β120 = 20 μ3, 4) Εμφανές σκυρόδεμα = 324.00 τ.μ., 5) Σκάλες = 65 τ.μ, 6) Σκωτίες = 282,20 τ.μ., 7) Φαλτσόπηχες = 706,60 τ.μ., 8) Στηθαία = 40.00 τ.μ..Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι και ο διορισθείς με την προαναφερόμενη 9800/1994 προδικαστική απόφαση πραγματογνώμονας, Δ.

Μ., πολιτικός μηχανικός, στη νομίμως με επίκληση από τους διαδίκους προσκομιζόμενη υπ’ αριθμό ... από 13-11-1995 έκθεση πραγματογνωμοσύνης επισημαίνει ότι, ήλθε σε επαφή με τη δεύτερη εναγόμενη και τον Β. Α., οι οποίοι τον ενημέρωσαν, παρέλαβε από αυτούς στοιχεία, έγγραφα, σχέδια, διενήργησε αυτοψία και καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα αναφορικά με τις επίδικες ποσότητες σκυροδέματος, με μικρές αποκλίσεις προς τα πάνω σε σχέση με το πόρισμα του μηχανικού Ε.

Π.. Ειδικότερα σύμφωνα με την έκθεση αυτή οι ποσότητες του σκυροδέματος είχαν ως εξής: 1) Σκυρόδεμα οπλισμένο Β225 =362,84 μ3, 2)Σκυρόδεμα οπλισμένο Β160= 29,21 μ3, 3) Σκυρόδεμα άοπλο Β120 =20,00 μ3, 4) Εμφανές σκυρόδεμα = 324,00 μ2, 5) Σκάλες = 65 τεμχ., 6) Σκωτίες = 282,20τ.μ., 7) Φαλτσόπηχες = 706,00 τ.μ., 8) Στηθαία = 40,00 μ.μ. Ο ανωτέρω διορισθείς από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πραγματογνώμονας Δ.

Μ.ς, όπως αναφέρει στην έκθεσή του, για τη σύνταξή της, πέραν των μετρήσεων, που διενήργησε επί τόπου στην οικοδομή, έλαβε υπόψη του τόσο τα αρχικά σχέδια της οικοδομής, όσο και τα τροποποιημένα, το σχέδιο κατασκευής Cour anglaise και εξωτερικού κλιμακοστασίου, τα δελτία αποστολής ετοίμου σκυροδέματος της εταιρείας ΑΛΦΑ-ΜΠΕΤΟΝ, χρησιμοποίησε και στοιχεία από τις επιμετρήσεις τόσο του Γ.

Π., όσο και του επιβλέποντος Β. Α., καθώς και στοιχεία αξιολόγησης από προσωπική του εκτίμηση βάσει της εμπειρίας του και των κανόνων της επιστήμης και της τεχνικής, καθόσον, όταν του ανατέθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, η οικοδομή είχε ήδη ως επί το πλείστον αποπερατωθεί από άλλο εργολάβο (απέμεναν κάποια τελειώματα στην πυλωτή και στον περιβάλλοντα χώρο) και ως εκ τούτου ήταν αδύνατο να μετρηθούν επι¬τόπου αφανείς εργασίες και ποσότητες, όπως πέδιλα, συνδετήρες, δοκοί, βάθος θεμελίωσης, αλλά και εργασίες και ποσότητες, που έχουν επικαλυφθεί από επιχρίσματα, επενδύσεις κ.τ.λ. (βλ.

σχ. σελ.2 της 579/1995 έκθεση πραγμ/νης). Κοινός τόπος αμφοτέρων των ειδικών (πραγματογνώμονα, που ορίστηκε από Τ.Ε.Ε. και πραγματογνώμονα, που ορίστηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), αποτελεί η διαπίστωση, ότι, κατά την κατασκευή της οικοδομής των εναγόντων η ποσότητα του οπλισμένου σκυροδέματος, που χρησιμοποιήθηκε, υπολειπόταν εκείνης, που αναφερόταν στην επιμέτρηση των Β.

Α. και Κ. Φ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο εργολάβος Κ. Φ. και ο επιβλέπων Β. Α.ς με πρόθεση παρουσίασαν στους ιδιοκτήτες έργο, που δεν είχε εκτελεσθεί και ειδικότερα, παρουσίασαν σε αυτούς, ότι σύμφωνα με την επιμέτρηση, που είχαν πραγματοποιήσει μέχρι το Φεβρουάριο του 1992, είχαν χρησιμοποιηθεί στην οικοδομή συνολικά 559 μ3 οπλισμένου σκυροδέματος, ενώ στην πραγματικότητα η ποσότητα οπλισμένου σκυροδέματος ήταν πολύ μικρότερη.

Στις προαναφερόμενες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης με μικρές μεταξύ τους αποκλίσεις οι δύο πραγματογνώμονες δέχονται, ότι τα κυβικά όλων των τύπων οπλισμένου σκυροδέματος, που χρησιμοποιήθηκαν, ήταν πολύ ολιγότερα από αυτά, που ο τρίτος εναγόμενος εμφάνισε στη δική του επιμέτρηση: Ειδικότερα: α) η ποσότητα του Β225 στην επιμέτρηση του Β.

Α. είναι 428 μ3, στην επιμέτρηση του Γ. Π. είναι 344,97 μ3 και στην επιμέτρηση του Δ. Μ. είναι 362,84 μ3, β) η ποσότητα του Β160 στην επιμέτρηση του Β. Α. ανέρχεται σε 44 μ3, στην επιμέτρηση του Γ. Π. είναι 26,53 μ3 και στην επιμέτρηση του Δ. Μ. είναι 29,21 μ3, γ) η ποσότητα του Β120 στην επιμέτρηση του Β. Α. είναι 45 μ3, στην επιμέτρηση του Γ.

Π. είναι 20 μ3 και στην επιμέτρηση του Δ. Μ. είναι ομοίως 20 μ3, δ) η ποσότητα των εμφανών σκυροδεμάτων στην επιμέτρηση του Β. Α. είναι 557,66 μ3, στην επιμέτρηση του Γ. Π. είναι 324 μ3 και στην επιμέτρηση του Δ. Μ. είναι 324 μ3. Ήδη η μερικώς αναιρεθείσα υπ’ αριθμό 3919/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών είχε κρίνει ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν τον λόγο έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα, Γ.

Λ., προσήπτε στην προσβαλλόμενη υπ’ αρ. 4607/2006 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την πλημμέλεια, ότι εσφαλμένα είχε δεχθεί, ότι ο εργολάβος, Κ. Φ., σε συνεργασία με τον επιβλέποντα την εκτέλεση του έργου, Β. Α., παρουσίασαν με πρόθεση στους ενάγοντες έργο, που δεν είχε εκτελεσθεί, ως εκτελεσθέν, διατεινόμενη, ότι οι προπαρατεθείσες διαφορές στις ποσότητες του χρησιμοποιηθέντος σκυροδέματος οφείλονται σε επιπλέον εργασίες, που έγιναν στην οικοδομή καθ’ υπέρβαση της οικοδομικής αδείας, ύστερα από εντολή των εναγόντων και αφορούσαν την επέκταση του υπογείου, ενίσχυση της θεμελίωσης και αύξηση του εμβαδού των ορόφων.

Οι παραδοχές αυτές δεν εθίγησαν τόσον από την 890/2010 όσον και από επόμενες 1517 και 1861/2013 αποφάσεις του Αρείου Πάγου. Μάλιστα στην πρώτη από αυτές [890/2010] είχε κριθεί, ότι ήσαν αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδιδόταν στην πρώτη εφετειακή απόφαση [ΕφΑθ 6507/2008], στην οποία ενσωματούνταν και η προσβαλλόμενη πρωτοβάθμια 4607/2006 απόφαση, η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ως προς την ποσότητα του εκτελεσθέντος έργου, το οποίο αυτή δεχόταν, ότι πράγματι είχε εκτελεσθεί, καθόσον ως εκτελεσθέν έργο είχε υπολογισθεί το προκύπτον από την έκθεση του πραγματογνώμονα Δ.

Μ. και, όπως περαιτέρω αναγράφεται στην παραπάνω απόφαση του Αρείου Πάγου, με τις αντίστοιχες ποσότητες του έργου της ίδιας έκθεσης είχε υπολογισθεί τελικά κατά τρόπο σαφή και αναμφίβολο και το συνολικό κόστος του εκτελεσθέντος έργου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν στον Κ. Φ., ως αμοιβή για τις πιο πάνω εργασίες το συνολικό ποσόν των 33.719.000 δραχμών και δη 5.500.000 δρχ.

ως προκαταβολή, όπως αποδεικνύεται από τη συνημμένη στο ως άνω συμφωνητικό βεβαίωση του τελευταίου, όπου αναφέρεται ότι το ποσόν αυτό δίνεται για την αγορά των ως άνω υλικών, την 18/9/1991 ποσόν 4.819.000 δρχ., την 3/10/1991 ποσόν 1.000.000 δρχ., την 11/10/1991 ποσόν 2.000.000 δρχ., την 17/10/1991 ποσόν 600.000 δρχ., την 8/11/1991 ποσόν 2.000.000 δρχ., την 17/11/1991 ποσόν 2.500.000 δρχ., την 2/11/1991 ποσόν 1.500.000 δρχ., την 16/12/1991 ποσόν 1.500.000 δρχ., την 20/12/1991 ποσόν 1.200.000 δρχ., την 10/1/1992 ποσόν 600.000 δρχ., την 31/1/1992 ποσόν 700.000 δρχ., την 11/2/1992 ποσόν 1.500.000 δρχ., την 12/2/1992 ποσόν 1.500.000 δρχ., 14/2/1992 ποσόν 800.000 δρχ., την 16/2/1992 ποσόν 1.000.000 δρχ., την 27/2/1992 ποσόν 900.000 δρχ., την 28/2/1992 ποσόν 1.100.000 δρχ., την 5/3/1992 ποσόν 2.000.000 δρχ., την 20/3/1992 ποσόν 300.000 δρχ.

και την 28/3/1992 ποσόν 700.000 δρχ. (βλ. σχ. τις προσαγόμενες με επίκληση από τους ενάγοντες αποδείξεις είσπραξης και κατάθεσης σε λογαριασμούς του Κ. Φ. στην Εμπορική και Εθνική Τράπεζα). Σύμφωνα, όμως, με το έργο, που αποδείχθηκε ότι είχε εκτελεστεί μέχρι την καταγγελία της επίδικης σύμβασης (7/4/1992) και τις τιμές της μονάδας, όπως είχε συμφωνηθεί στο προαναφερόμενο τιμολόγιο - προσφοράς του Κ.

Φ., οι ενάγοντες έπρεπε να του καταβάλουν α) για - οπλισμένο σκυρόδεμα Β225 ποσόν 13.787.920 δρχ. (362,84 μ3 Χ 38.000 δρχ.,) β) για οπλισμένο σκυρόδεμα Β160 ποσόν 525.780 (29,21 μ3 Χ 18.000δρχ.), γ) για σκυρόδεμα άοπλο Β120 ποσόν 300.000 δρχ.(20 μ3 Χ 15.000 δρχ.), δ) για εμφανή σκυροδέματα το ποσόν 1.620.000 δρχ. (324 μ2 Χ 5.000 δρχ.), ε) για σκάλες 195.000 δρχ.(65 τεμ.

Χ 3.000 δρχ.), στ) για σκωτίες ποσόν 423.300 δρχ.(282,20 τ.μ. Χ 1.500 δρχ.), η) για φαλτσόπηχες ποσόν 1.059.000 δρχ. (706 τ.μ. Χ 1.500 δρχ.) και ζ) για στηθαία ποσόν 160.000 δρχ. (40 τ.μ. Χ 4.000 δρχ.) ήτοι συνολικά 18.071.000 δρχ. και συνεπώς του κατέβαλαν επιπλέον ποσόν 15.648.000 (ήτοι 33.719.000 δρχ. - 18.071.000 δρχ.). Από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχθηκε, ότι η άνω διαφορά αμοιβής οφείλεται στην αύξηση της τιμής υλικών, για την αγορά των οποίων άλλωστε ο εναγόμενος εργολάβος είχε ήδη λάβει από τους ενάγοντες πριν αρχίσουν οι εργασίες το ποσόν των 5.500.000 δραχμών και όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζονται με την έφεση είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Σημειωτέον, ότι όλα τα παραπάνω κρίθηκαν ήδη αμετακλήτως με την 1517/2013 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι οι ενάγοντες είχαν αναθέσει στο Β. Α. να συντάσσει και να υποβάλλει στο Ι.Κ.Α τις μηνιαίες καταστάσεις των απασχολουμένων στο έργο εργατοτεχνιτών. Με βάση τις καταστάσεις αυτές οι ενάγοντες κατέβαλαν στο Ι.Κ.Α από τον Οκτώβριο του 1991 έως τον Μάρτιο του 1992 συνολικά το ποσόν των 6.359.565 δρχ.

για τις από το νόμο ασφαλιστικές εισφορές. Όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες με επίκληση ανακεφαλαιωτικές καταστάσεις εντολών ασφάλισης οικοδομικών και τεχνικών εργασιών οι ενάγοντες κατέβαλαν τα ακόλουθα ποσά :1) τον Οκτώβριο του 1991 ποσό δρχ.659.529 για ΙΚΑ και δρχ.305.294 για ΕΛΔΕΟ, τα οποία αφορούσαν τις εισφορές 23 εργατών, που φέρεται, ότι εργάσθηκαν συνολικά στην επίδικη οικοδομή για 174 ημέρες, 2) τον Νοέμβριο του 1991 ποσόν 687.434 δρχ.

για Ι.Κ.Α και 311.959 δρχ. για ΕΛΔΕΟ, που αφορούσαν τις εισφορές 23 εργατών, που φέρεται, ότι εργάσθηκαν συνολικά στην οικοδομή 165 ημέρες, 3) το Δεκέμβριο του 1991 ποσόν 1.078.657 δρχ. για Ι.Κ.Α και 489.500 δρχ. για ΕΛΔΕΟ, τα οποία αφορούσαν τις εισφορές 23 εργατών, που φέρεται ότι εργάσθηκαν συνολικά 254 ημέρες, 4) τον Ιανουάριο του 1992 ποσόν 472.674 δρχ.

για ΙΚΑ και 214.000 δρχ. για ΕΛΔΕΟ, τα οποία αφορούσαν τις εισφορές 14 εργατών, που φέρεται, ότι εργάσθηκαν συνολικά 110 ημέρες, 5) το Φεβρουάριο του 1992 ποσόν 806.522 δρχ. για Ι.Κ.Α. και 366.000 δρχ. για ΕΛΔΕΟ, τα οποία αφορούσαν τις εισφορές 16 εργατών, που φέρεται, ότι εργάσθηκαν συνολικά 187 ημέρες και 6) το Μάρτιο του 1992 ποσόν 665.496 δρχ.

για Ι.Κ.Α και 302.000 δρχ. για ΕΛΔΕΟ, τα οποία αφορούσαν τις εισφορές 15 εργατών, που φέρεται, ότι εργάσθηκαν συνολικά στην επίδικη οικοδομή 154 ημέρες, ήτοι κατέβαλαν συνολικά για την πιο πάνω αιτία ποσόν 6.359.565 δρχ., που αντιστοιχεί σε 1044 ημερομίσθια. Σύμφωνα, όμως, με την προαναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος από το Τ.Ε.Ε μηχανικού Ε.

Π. για την κατασκευή κατοικιών παρόμοιας μορφής με την επίδικη, οι ασφαλιστικές εισφορές για την κατασκευή σκυροδεμάτων αναλογούν περίπου 1 ημερομίσθιο για κάθε ένα 1 μ3 σκυροδέματος. Η δραχμική δε εισφορά αντιστοιχεί στο 85% του τεκμαρτού ημερομισθίου, το οποίο κατά την επίδικη χρονική περίοδο (1991 -1992) ήταν 7.000 δρχ.

και επομένως η εισφορά, που έπρεπε να καταβληθεί στο Ι.Κ.Α και το επικουρικό ταμείο ήταν 0,85 Χ 7.000 δρχ. = 6.000 δρχ./ημερομίσθιο. Οι ενάγοντες έπρεπε να καταβάλουν στο Ι.Κ.Α, με βάση την ποσότητα οπλισμένου σκυροδέματος που χρησιμοποιήθηκε στην οικοδομή τους, (362,84 μ3 Χ 6.000 δρχ./ημερομίσθιο) ποσόν 2.178.000 δρχ. και ως εκ τούτου κατέβαλαν επιπλέον ποσόν 4.181.565 δρχ. [δηλαδή 6.359.565 δρχ. - 2.178.000 δρχ.).

Κατά το ποσόν αυτό της διαφοράς ζημιώθηκαν οι ενάγοντες, διότι στις καταστάσεις αυτές, που υπέβαλε στο Ι.Κ.Α ο Β. Α., ο τελευταίος δήλωνε με πρόθεση αναληθώς ως απασχοληθέντες στο έργο εργατοτεχνίτες, οι οποίοι όμως στην πραγματικότητα στην ίδια χρονική περίοδο απασχολούνταν στην οικοδομή του Β. Κ. στην Ροδόπολη Αττικής, εργολάβος στην οποία ήταν ο Κ.

Φ.. Για τα ανωτέρω πειστική κρίνεται η κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων Σ. Π. - Π., ο οποίος επιβεβαίωσε πως οι εισφορές στο Ι.Κ.Α ήταν υπέρογκες και ότι οι ενάγοντες προσέφυγαν στις υπηρεσίες ιδιωτικού ντεντέκτιβ, που ανακάλυψε, ότι την ίδια εποχή ο Κ. Φ. έκτιζε δική του κατοικία στη Ροδόπολη Αττικής και ότι χρησιμοποιούσε εργάτες, οι οποίοι το πρωί ήταν στην οικοδομή των εναγόντων και κατόπιν πήγαιναν στη Ροδόπολη να εργασθούν και ότι τα ένσημά τους και τα εργατικά τα πλήρωναν οι ενάγοντες (σχ.

κατάθεση του άνω μάρτυρα φύλλο 12 σελ.2 και φύλλο 13 της 759/1995 Εισηγητικής Έκθεσης). Με τα δεδομένα αυτά, μεταξύ της ως άνω παράνομης συμπεριφοράς του Β. Α., που κατά τις εκάστοτε παραπάνω χρονολογίες υποβολής των μηνιαίων καταστάσεων απασχολούμενων εργατοτεχνιτών δήλωνε προς το ΙΚΑ αναληθή αριθμό εργατικών ημερομισθίων, και της επελθούσας στους ενάγοντες ζημίας υπάρχει σαφώς αιτιώδης συνάφεια.

Τα αναφερόμενα στην κρινόμενη έφεση, ότι ο ρόλος του Β. Α. στο θέμα των εισφορών ήταν καθαρά διεκπεραιωτικός, καθόσον, χωρίς καμία υποχρέωση και αμοιβή ανέλαβε να υποβάλει καταστάσεις στο Ι.Κ.Α, ως εκπρόσωπος των ιδιοκτητών, να πληρώνει κατ’ εντολή και για λογαριασμό αυτών με βάση τις καταστάσεις του Κ.

Φ., ύστερα από προηγούμενο έλεγχο των ιδιοκτητών και του Σ. Π., πιστεύοντας, έστω και πεπλανημένα, ότι οι καταστάσεις των ημερομισθίων ήταν πραγματικές και αληθινές τυγχάνουν απορριπτέα ως αβάσιμα κατ’ ουσίαν. Και τούτο διότι λόγω της ιδιότητας του πρώτου ως επιβλέποντος μηχανικού, ο οποίος μάλιστα πρωτοδίκως παραδέχθηκε, πως τα ημερομίσθια, που δηλώθηκαν, είναι τα αληθινά, όπως τουλάχιστον δειγματοληπτικά επαλήθευσε κατά τη συμφωνία του με τους αντιδίκους του και προφανώς γνώριζε τον αριθμό των ατόμων, που απασχολούνταν πραγματικά ημερησίως στην οικοδομή για το συγκεκριμένο έργο και είχε τη δυνατότητα να διαπιστώσει, αν τα στοιχεία, που του έδινε κάθε μήνα ο άνω εργολάβος αναφορικά με τα άτομα, που δήθεν είχαν απασχοληθεί στις εργασίες οπλισμένου σκυροδέματος, ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα ή όχι.

Εξάλλου, με την 491/1993 απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α Αγίας Παρασκευής, ομόφωνα έγινε δεκτή η ένσταση των εργοδοτών Δ. Α. και Ι. Π. και ακυρώθηκαν οι πράξεις επιβολής πρόσθετων εισφορών, με τις οποίες είχαν επιβληθεί στους ενάγοντες επιπλέον εισφορές ύψους 1.903.024 δρχ. δεχόμενη στο σκεπτικό της, ότι τα 1044 ημερομίσθια, που είχαν ήδη καταβληθεί από αυτούς υπερκάλυπταν τις εργασίες, που είχαν ήδη εκτελεσθεί στην επίδικη οικοδομή (σχ.

η προσκομιζόμενη με επίκληση από τους εκκαλούντες - ενάγοντες 491/1993 απόφαση του άνω υποκαταστήματος Ι.Κ.Α). Οι ως άνω ουσιαστικές παραδοχές έγιναν αμετάκλητα δεκτές με τις προαναφερθείσες αναιρετικές αποφάσεις, οι οποίες ουδόλως έθιξαν την προσβληθείσα δεύτερη εφετειακή απόφαση [Εφ.Αθ.3919/2011] κατά το κεφάλαιο των αποζημιωτικών αξιώσεων των εναγόντων, που αφορούν ζημιές τους από καταβολές ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ.

Άλλωστε με την 1861/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου η 3919/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε κατά το μέρος, που απέρριψε τις σχετικές με τον τρίτο των αρχικών εναγομένων, Β. Α., αξιώσεις αποζημίωσης των αναιρεσειόντων, Ι. Α. και Δ. Α., που αφορούν ζημίες τους από επιπλέον καταβολές τους για αμοιβές επίβλεψης και εκτέλεσης του συμφωνημένου μεταξύ τους έργου.

Επιπλέον, αποδείχθηκε, ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν από κοινού στη δεύτερη εναγομένη και το Β. Α. ως αμοιβή για την επίβλεψη του εν λόγω έργου με βάση τις εμφανιζόμενες ψευδείς επιμετρήσεις του τελευταίου επιβλέποντος και του εργολάβου Κ. Φ. το συνολικό ποσόν των 3.156.700 δραχμών. Ειδικότερα, κατέβαλαν στις 12/4/1991 ποσόν 550.000 δρχ., στις 27/6/1991 ποσόν 250.000 δρχ., στις 10/7/1991 ποσόν 50.000 δρχ., στις 29/8/1991 ποσόν 306.700 δρχ., στις 9/12/1991 ποσόν 750.000 δρχ., στις 9/12/1991 ποσόν 750.000 δρχ.

και στις 7/3/1992 ποσόν 500.000 δρχ. Η καταβολή του ποσού αυτού (αμοιβής) έγινε με βάση το συνολικό κόστος της οικοδομής, δηλαδή 12% επί του συνολικού κόστους, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνονταν οι ασφαλιστικές εισφορές προς το Ι.Κ.Α. Ενόψει του ότι το κόστος της οικοδομής, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ανερχόταν μέχρι την καταγγελία της επίδικης σύμβασης εκ μέρους των εναγόντων στο ποσόν των 18.071.000 δρχ., η αμοιβή, που έπρεπε να καταβληθεί στους επιβλέποντες, ήταν 2.168.520 δρχ.(18.071.000 Χ 12%) δρχ.

και συνεπώς οι ενάγοντες κατέβαλαν λόγω των ψευδών επιμετρήσεων για αμοιβή επίβλεψης επιπλέον ποσόν 988.180 δρχ. Περαιτέρω, αναφορικά με το αίτημα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, το Δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα όλες τις περιστάσεις της προκείμενης περίπτωσης και λαμβάνοντας υπόψη την έκταση της προσγενόμενης στους ενάγοντες περιουσιακής ζημίας, το βαθμό του πταίσματος του τρίτου εναγομένου, για τον οποίο η αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη - εκκαλούσα - δεύτερη εναγομένη, Γ.

Λ. παρίσταται με την ιδιότητα της καθολικής κληρονόμου, καθώς και την επαγγελματική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, κρίνει, ότι καθένας από τους ενάγοντες εξαιτίας της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς του άνω αποβιώσαντος στη διάρκεια της δίκης τρίτου εναγομένου [Β. Α.] υπέστη ηθική βλάβη προς αποκατάσταση της οποίας, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, πρέπει να επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσόν των πέντε χιλιάδων [5.000,00] ευρώ στον καθένα.

Όπως προειπώθηκε η 1861/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου απέφυγε να θίξει αναιρετικά την 3919/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών όχι μόνον ως προς τις αποζημιωτικές αξιώσεις των εναγόντων για ζημιές από καταβολές, που αφορούν τις ασφαλιστικές εισφορές προς το ΙΚΑ αλλά και για καταβολές για αμοιβές επίβλεψης και εκτέλεσης του ως άνω συμφωνημένου έργου, που έπονταν της από 20-2-1992 ψευδούς για το έργο επιμέτρησής του, την οποία θεώρησε αντίστοιχα ως τη μόνη σε σχέση με αυτές αδικοπρακτική συμπεριφορά του Β.

Α., που είχε ως αποτέλεσμα να εξαπατηθούν οι εργοδότες ενάγοντες και να προβούν σ’ αυτές. Όμως, ήδη, έχει γίνει αμετακλήτως δεκτό, ότι στον τρίτο εναγόμενο, Β. Α., είχε ανατεθεί, μαζί με τη σύζυγό του, Γ. Λ., η επίβλεψη του έργου. Ως επιβλέπων ορίζεται το πρόσωπο (φυσικό ή νομικό), που συμβάλλεται με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματός του σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης (Ν. 1396/83 άρθρο 2).

Τον εργολάβο, Κ. Φ., συνέστησαν στους ενάγοντες το Μάρτιο του 1991 οι Γ. Λ. και Β. Α., οι οποίοι είχαν συνεργασθεί μαζί του παλαιότερα κατά την ανέγερση και άλλων οικοδομών. Η αμοιβή επίβλεψης καλής εκτέλεσης του έργου για τους ως άνω επιβλέποντες καθορίσθηκε σε ποσοστό 12%, δηλαδή 6% για τον καθένα, επί του συνολικού κόστους της υπό εκτέλεση οικοδομής.

Οι καταβολές των αμοιβών εκτέλεσης και επίβλεψης γίνονταν τμηματικά κατά την πορεία εκτέλεσης του έργου. Εκ των πραγμάτων, αφού οι τμηματικές αμοιβές της επίβλεψης συνδέονταν, συμπορεύονταν και συναρτώνταν με τις αμοιβές εκτέλεσης, δεν νοείται άγνοια του Β. Α. για το υπερβολικό του σταδιακώς καταβαλλόμενου εργολαβικού ανταλλάγματος, το οποίο ο μάρτυρας πολιτικός μηχανικός Δ.

Κ. χαρακτήρισε στην κατάθεσή του ως εξωφρενικό για τα τότε κρατούντα οικονομικά δεδομένα. Ο μάρτυρας Σ. Π. Π. ανέφερε στις καταθέσεις του, ότι την παραλαβή του σκυροδέματος την έκανε, μεταξύ άλλων, και ο Β. Α., ο οποίος είχε και την ευθύνη των καταστάσεων μαζί με το βάρος της παραγγελίας των υλικών, της παραλαβής τους και της πληρωμής τους.

Στις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που ακολούθησαν τις ψευδείς επιμετρήσεις επιβεβαιώνεται, ότι τα κυβικά όλων των τύπων οπλισμένου σκυροδέματος, που χρησιμοποιήθηκαν ήταν πολύ λιγότερα από αυτά που ο Β. Α. παρουσίασε στην επιμέτρησή του. Ήδη έγινε αμετακλήτως δεκτό με τις προηγηθείσες αναιρετικές αποφάσεις, ότι:

α] ο εργολάβος Κ. Φ. και ο επιβλέπων Β. Α., συνεργαζόμενοι, παρουσίασαν με πρόθεση στους ενάγοντες έργο, που δεν είχε εκτελεσθεί ως εκτελεσθέν και ότι οι διαφορές, που εμφανίσθηκαν σε σχέση με την ποσότητα του χρησιμοποιηθέντος σκυροδέματος, δεν οφείλονταν σε επιπλέον εργασίες, που έγιναν στην οικοδομή καθ’ υπέρβαση της οικοδομικής άδειας μετά από εντολή των εναγόντων, β] ότι η διαφορά αμοιβής δεν οφειλόταν στην αύξηση της τιμής των υλικών, για την αγορά των οποίων άλλωστε ο εναγόμενος εργολάβος είχε ήδη λάβει το ποσό των 5.500.000 δρχ.

πριν την έναρξη των εργασιών και γ] ότι από τον Οκτώβριο του 1991 μέχρι και τον Μάρτιο του 1992 οι ενάγοντες κατέβαλαν στο ΙΚΑ το ποσό των 6.359.565 δρχ. για τις από το νόμο ασφαλιστικές εισφορές, ότι με βάση την ποσότητα οπλισμένου σκυροδέματος που χρησιμοποιήθηκε για την οικοδομή τους έπρεπε να καταβάλουν το ποσό των 2.178.000 δρχ.

και ως εκ τούτου είχαν καταβάλει επιπλέον ποσό 4.181.565 δρχ.. Κατά το ποσό της διαφοράς ζημιώθηκαν οι ενάγοντες, διότι στις καταστάσεις αυτές που υπέβαλε στο ΙΚΑ ο Β. Α. με πρόθεση δήλωνε αναληθώς ως απασχοληθέντες στο έργο εργατοτεχνίτες, οι οποίοι όμως στην πραγματικότητα στην ίδια χρονική περίοδο απασχολούνταν στην οικοδομή που προαναφέρθηκε στη Ροδόπολη Αττικής, όπου εργολάβος ήταν ο Κ.

Φ.. Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία καθίσταται φανερό, ότι η αδικοπρακτική συμπεριφορά του Β. Α. δεν εκδηλώθηκε μόνον κατά την επιβεβαίωση των ψευδών επιμετρήσεων του εργολάβου Κ. Φ. και την παροχή ψευδών επιμετρητικών στοιχείων από τον πρώτο στους εργοδότες το Φεβρουάριο του 1992 αλλά επιδεικνυόταν πριν από καθεμία από τις παραπάνω μερικότερες καταβολές, στις οποίες προέβαιναν οι ενάγοντες, για την αποπληρωμή των αμοιβών εκτέλεσης και επίβλεψης του επιδίκου έργου.

Επομένως, οι σχετικές καταβολές συνδέονται με την αδικοπρακτική συμπεριφορά του Β. Α. όχι μόνον εφόσον έπονται της από 20-2-1992 ψευδούς για το έργο επιμέτρησής του αλλά και εφόσον προηγούνται και δεν εκτιμάται αντίστοιχα η ψευδής επιμέτρηση ως η μόνη σε σχέση με τις εν λόγω καταβολές αδικοπρακτική του συμπεριφορά, που είχε ως συνέπεια την εξαπάτηση των εναγόντων και την ενέργεια αυτών.

Ο δικαιοπάροχος της Γ. Λ., Β. Α., ήταν καθημερινώς παρών στο εργοταξιακό χώρο του εκτελούμενου έργου, επέβλεπε το τελευταίο και γνώριζε ότι είχε σχέση με αυτό και ειδικότερα τον ακριβή του όγκο και τον αριθμό των ατόμων, που απασχολούνταν εκεί ημερησίως. Έτσι γνώριζε την αναντιστοιχία μεταξύ του εκτελεσθέντος έργου και των χρηματικών γι’ αυτό καταβολών και κατά το χρονικό διάστημα πριν την 20-2-1992, αφού για τη χρονική περίοδο μετά την εν λόγω ημεροχρονολογία είχε ήδη γίνει αμετακλήτως δεκτό, ότι υφίστατο αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και του επερχομένου με τις τμηματικές καταβολές ζημιογόνου αποτελέσματος για τους ενάγοντες.

Άλλωστε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, που δεν αφίστανται της λογικής και της καθημερινής συναλλακτικής εμπειρίας, δεν θα μπορούσε να υπάρξει άγνοια των γεγονότων και απάλειψη της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς για το Β. Α., όταν η συμφωνημένη γι’ αυτόν αμοιβή επίβλεψης διαμορφωνόταν σε εκατοστιαίο ποσοστό επί του κόστους του εκτελούμενου έργου και αυτός συνέτασσε τις υποβαλλόμενες στο ΙΚΑ καταστάσεις, με βάση τις οποίες δηλώνονταν οι εργατοτεχνίτες, που απασχολούνταν στο έργο κατά την επίμαχη χρονική περίοδο και επιπροσθέτως το καταβλητέο στο ΙΚΑ χρηματικό ποσό ρυθμιζόταν σύμφωνα με την ποσότητα του χρησιμοποιηθέντος στην οικοδομή οπλισμένου σκυροδέματος.

Ο Β. Α., με την ιδιότητα του επιβλέποντος του έργου, με τη γενικότερη συμπεριφορά του και την παράλειψή του να ενημερώσει εγκαίρως τους ενάγοντες ως προς την τμηματική υπερκοστολόγηση αυτού απέκρυψε και αποσιώπησε εσκεμμένως ζημιογόνα για τους τελευταίους γεγονότα ως προς τα οποία υποχρεούνταν συμβατικά αλλά και κατά την καλή πίστη να ενεργήσει με σκοπό τη σχετική τους πληροφόρηση.

Έτσι αιτιώδης συνάφεια υφίσταται μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του Β. Α. και καθεμίας από τις επίδικες καταβολές. Η παράδοση των επιμετρητικών στοιχείων από τον τελευταίο δεν αποτελεί τη μόνη αδικοπρακτική συμπεριφορά αλλά ενέργεια συγκάλυψης πολλών άλλων όμοιων συμπεριφορών, η εκδήλωση των οποίων είχε προηγηθεί.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος και υποχρέωσε τη δεύτερη εναγομένη, Γ. Λ., που υπεισήλθε στη θέση του αποβιώσαντος τρίτου εναγομένου, Β. Α., με την ιδιότητα της καθολικής διαδόχου αυτού, δεν έσφαλε και πρέπει η τελευταία να υποχρεωθεί να καταβάλει, κατ’ ισομοιρίαν, στους ενάγοντες το χρηματικό ποσό των [15.648.000 δρχ. + 4.181.565 δρχ. + 988.180 δρχ.= 20.817.745 δραχμών ή 61.093,90 € + 5.000,00 € + 5.000,00 €] 71.093,90 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και να απορριφθεί κατ’ ουσίαν η ένδικη από 13-4-2007 [αρ.

κατ. 3362/2007] έφεση. Μετά ταύτα το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση είναι απορριπτέο κατ’ ουσίαν, ανεξαρτήτως του ότι αυτό, μη υπαρχουσών των αναγκαίων κατ’ άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ προϋποθέσεων, δεν είχε νομικό έρεισμα. Τα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων - εναγόντων θα επιβληθούν εις βάρος της ηττηθείσας εκκαλούσας καθολικής διαδόχου του εναγομένου Β.

Α., Γ. Λ. και θα καθορισθούν, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας [άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Συνεκδικάζει τα αιτήματα αμφοτέρων των από 9-10-2013 κλήσεων των εφεσιβλήτων - εναγόντων Ι. Α. και Δ. Α..

-Δέχεται τυπικά την από 13-4-2007 έφεση της Γ. Λ. υπό την ιδιότητα αυτής ως καθολικής κληρονόμου του αποβιώσαντος εναγομένου Β. Α. και απορρίπτει αυτήν κατ’ ουσίαν.

-Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων - εναγόντων εις βάρος της εκκαλούσας Γ. Λ. και καθορίζει αυτά στο ποσό των χιλίων εξακοσίων πενήντα [1.650,00] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ