Legislator Case Law & Legislation
853/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding lawyers' minimum fee claims barred by statute of limitations.

Case Number 853/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the General Bank of Greece's appeal against the First Instance Court's rejection of a lawyer's claim for minimum fees. The lawyer argued that the statute of limitations did not apply because the underlying legal proceedings continued until 2000 and 2001, while the bank contended the claims were time-barred. The court ruled that since the Code of Lawyers contains no specific limitation rules, the general provisions of the Civil Code apply, confirming the claims were valid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 251 and 261 of the Civil Code; The Code of Lawyers' specific provisions on limitation periods are supplementary to the general Civil Code rules when the latter are silent, thereby applying the standard limitation periods to lawyers' fee claims.

Keywords

AI generated
statute of limitations lawyers minimum fees Code of Lawyers Civil Code provisions supplementary application legal proceedings duration appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Articles 251 and 261 of the Civil Code
Article 190 of the Code of Lawyers
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Judgment 34/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 853 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που έχει έντονο τον χαρακτήρα δημοσίας τάξης, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημοσίας τάξης διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των δικηγόρων προς καταβολή της ελάχιστης αμοιβής τους για την παροχή των νομικών υπηρεσιών τους, που ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 1, 98, 100 επ. του ΝΔ 3026/1954 "περί κώδικος των δικηγόρων".- Παραγραφή αξιώσεων δικηγόρων.- Οι διατάξεις των άρθρων 251 και 261 ΑΚ εφαρμόζονται συμπληρωματικά στις ρυθμιζόμενες από το άρθρο 190 του Κώδικα Δικηγόρων περιπτώσεις, αφού ο Κώδικας περί Δικηγόρων δεν έχει σχετικές διατάξεις.

Αριθμός 853/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ισμήνη Δωρή. Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως επειδή είναι δικηγόρος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 89/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 158/2009 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-6-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 31-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ ΑΠ 34/2005).

Η παραπάνω διάταξη, που έχει έντονο τον χαρακτήρα δημοσίας τάξης, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημοσίας τάξης διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των δικηγόρων προς καταβολή της ελάχιστης αμοιβής τους για την παροχή των νομικών υπηρεσιών τους, που ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 1, 98, 100 επ.

του ΝΔ 3026/1954 "περί κωδικός των δικηγόρων". Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων, που είναι δικηγόρος Ρόδου, κατόπιν προφορικών εντολών της εναγομένης από το έτος 1991 αναλάμβανε υποθέσεις δικαστικές και εξώδικες για διεκπεραίωση τους, χωρίς να γίνει έγγραφη συμφωνία για τον τρόπο της αμοιβής του.

Μετά την εκτέλεση και διεκπεραίωση των υποθέσεων ο ενάγων υπέβαλλε πίνακες αμοιβών και εξόδων προς την εναγομένη, η οποία και ενέκρινε τις αμοιβές του, μετά από περικοπή ορισμένων ποσών , το οποίο αποδεχόταν ο ενάγων. Από τους με ημερομηνία 18-6-1993 πίνακες αποδεικνύεται ότι ο ενάγων ζητούσε αμοιβή για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες του με βάση τον Κώδικα Δικηγόρων και όχι με βάση άλλη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία.

Αλλά και με τους πίνακες με ημερομηνία 9-11-1996 και παρά την ύπαρξη της ... εγκυκλίου της Δ/νσης Νομικών Υπηρεσιών της εναγομένης, με την οποία κατά παρέκκλιση των προβλεπόμενων από το Ν. 3026/1954 "ότι οι δικηγόροι που συνεργάζονται μαζί της θα λαμβάνουν ως αμοιβή τα ποσά των γραμματίων προείσπραξης προσαυξημένα κατά 20% έως 40% ανάλογα με την απασχόληση και το είδος της υπόθεσης" ο ενάγων ζήτησε μεταξύ των άλλων αμοιβών και για κατάθεση προτάσεων 2% επί του αντικειμένου των δικών γεγονός που αποδεικνύει ότι μεταξύ των διαδίκων δεν υπήρξε ειδική συμφωνία και παραίτηση του ενάγοντος από τα κατώτατα όρια αμοιβής, τόσο για τις υποθέσεις πριν την έκδοση της εγκυκλίου αλλά και μετά η αμοιβή καθοριζόταν βάσει των υποβληθέντων από τον ενάγοντα πινάκων με βάση τον Κώδικα Δικηγόρων και τις γενόμενες περικοπές από την εναγομένη , παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εναγομένη, ότι δηλαδή από την αρχή της συνεργασίας τους ο ενάγων αμειβόταν με βάση την εγκύκλιο, αφού για το πριν του έτους 1994 διάστημα δεν υπήρχε εγκύκλιος και ούτε αποδείχθηκε μεταγενέστερα κάποια άλλη συμφωνία.

Στα πλαίσια της ανατεθείσας στον ενάγοντα εντολής ο τελευταίος προέβη στις παρακάτω δικαστικές και εξώδικες ενέργειες: Α. Υπόθεση ... ΜΑΡΚΕΤ ΕΠΕ. Η τελευταία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου την 34/1993 ανακοπή της κατά της εκθέσεως κατασχέσεως και κατακυρώσεως ακινήτων κατά της εναγόμενης τράπεζας.

Για απόκρουση της ο ενάγων προέβη σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης για τις οποίες η εναγομένη του κατέβαλε στις 17-10-1996 100.000 δραχμές, στις 14-5-1997 150.000 δραχμές και στις 17-10-2000 200.000 δραχμές. Β. Υπόθεση ... ΜΑΡΚΕΤ ΕΠΕ. Η τελευταία άσκησε κατά της εναγομένης την 602/1998 διεκδικητική αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.

Για την απόκρουση της ο ενάγων προέβη σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, για τις οποίες η εναγομένη του κατέβαλε στις 7-6-1999 200.000 δραχμές και στις 10-4-2001 200.000 δραχμές. Το γεγονός ότι ο ενάγων δεν γνωστοποίησε την πρόθεση του στην εναγομένη να ζητήσει τη νόμιμη αμοιβή για τις υποθέσεις που του ανέθεσε , αν και γνώριζε ότι η τελευταία από το έτος 1994 και μετά είχε καθιερώσει βάσει εγκυκλίου κατώτερες των νομίμων αμοιβές για τους συνεργαζόμενους δικηγόρους δεν μπορεί να συναχθεί καταρχήν ότι αποδεχόταν τις αμοιβές αυτές και συμφωνούσε έτσι σιωπηρά να ενταχθεί στο καθιερωμένο από την εναγομένη σύστημα αμοιβών των συνεργαζομένων με αυτήν δικηγόρων, αφού και πριν από το έτος 1994 αλλά και μετά η αμοιβή του ήταν πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που προέβλεπε η εγκύκλιος και η εναγομένη προχωρούσε στην πληρωμή αυτή λόγω της μεγάλης εμπειρίας που είχε ο ενάγων και της καλής μεταξύ τους συνεργασίας που η ίδια συνομολογεί με τις προτάσεις της.

Σε κάθε όμως περίπτωση η παράλειψη του ενάγοντος να προβεί στην ανωτέρω γνωστοποίηση και αν ακόμη δημιούργησε στην εναγομένη την πεποίθηση ότι είχε αποδεχθεί τις μη νόμιμες αμοιβές της εγκυκλίου, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος του να ζητήσει την νόμιμη αμοιβή του, αφού η ως άνω παράλειψη και οι εκτιθέμενες λοιπές περιστάσεις δεν δικαιολογούν τη δημιουργία τέτοιας πεποιθήσεως και μάλιστα σε σημείο που η μεταγενέστερη άσκηση των νόμιμων αξιώσεων του ενάγοντος και η απόκρουση των επιβαλλομένων από την εναγομένη μικρότερων των νόμιμων αμοιβών, αντικειμενικά εκτιμώμενη, να παρέχει την έντονη εντύπωση της αδικίας και να έρχεται σε προφανή αντίφαση προς τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών.

Τα όρια των αρχών αυτών εξάλλου δεν υπερβαίνει η παράλειψη αυτή, έστω και αν είχε την επικαλούμενη από την εναγομένη συνέπεια, δηλαδή ότι την απέτρεψε να προσφύγει στις υπηρεσίες άλλου δικηγόρου, που θα αμειβόταν με τις αμοιβές της εγκυκλίου ή σε δικηγόρο που θα απασχολεί με πάγια αμοιβή, αφού η δυνατότητα αυτής να καταβάλει σε άλλο δικηγόρο μικρότερη από την οριζόμενη στο νόμο αμοιβή δεν αποτελεί νόμιμο τρόπο αποφυγής της αμοιβής αυτής και μάλιστα τρόπο που όφειλε κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη να μην αποτρέψει ο ενάγων.

Εξάλλου, ότι η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα διάφορα ποσά ως αμοιβή για τις ενέργειες που έκανε και ο τελευταίος εξέδιδε αποδείξεις χωρίς τη μνεία σε αυτές για οριστική εξόφληση καθίσταται σαφής η πρόθεση του να αξιώσει την προβλεπόμενη νόμιμη αμοιβή του. Μάλιστα δε μετά το πέρας της συνεργασίας τους η οποία διακόπηκε με πρωτοβουλία του ενάγοντος το έτος 2004 υπέβαλε στην εναγομένη πίνακα εξόδων και αμοιβών με τον ίδιο τρόπο που έκανε στο παρελθόν για άλλες υποθέσεις και ζήτησε τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά.

Η εναγομένη επέστρεψε τον πίνακα και ζήτησε την επανυποβολή του χωρίς ιδιαίτερη μνεία για τη μη πληρωμή του. Και συνεχίζει το Εφετείο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του έκρινε ως ουσία βάσιμη την προβαλλόμενη από την εναγομένη ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος από τον ενάγοντα έσφαλε ως προς τη σωστή ερμηνεία του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων.

Με τη κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον από τα ανελέγκτως γενόμενα από τούτο δεκτά πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, η συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου που προηγήθηκε της ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος του, δεν μπορούσε να δημιουργήσει στην αναιρεσείουσα, που διαθέτει οργανωμένη νομική υπηρεσία με πολλούς έμπειρους δικηγόρους, εύλογη πεποίθηση για μη άσκηση των ανωτέρω αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου, έτσι ώστε η μεταγενέστερη με την ένδικη αγωγή άσκηση τους, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

II.- Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι.

Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι ως προς το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου επί ενός ουσιώδους ζητήματος λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως βεβαιώνει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη " ....την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος της εναγομένης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ( δηλ. της...) ... και την ένορκη εξέταση της μάρτυρος της εναγομένης ...ενώπιον του συμ/φου Αθηνών ... η οποία περιέχεται στην ( από προφανή παραδρομή εσφαλμένη αναφερόμενη αντί του ορθού αριθμού 25698) 25.689 78-11-2007 ένορκη βεβαίωση...." .

Επομένως έλαβε υπόψη και τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα. Δεν γεννάται, άλλωστε, ένεκα της πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως αυτής, αμφιβολία περί της εκτιμήσεως από το Εφετείο και των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων. Επομένως, ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

III.- Κατά το άρθρο 190 του Κώδικα Δικηγόρων, οι απαιτήσεις των δικηγόρων για τις αμοιβές και τις δαπάνες τους παραγράφονται μετά από μία πενταετία, η οποία αρχίζει, αν μεν πρόκειται για διοικητικές υποθέσεις ή εξώδικες πράξεις, από το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε η σχετική πράξη, αν δε πρόκειται για δίκες από το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε από αυτούς η τελευταία διαδικαστική πράξη.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 251 ΑΚ, η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, κατά δε το άρθρο 261 ίδιου Κώδικα η παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής αρχίζει και πάλι με την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Οι ανωτέρω διατάξεις του ΑΚ εφαρμόζονται συμπληρωματικά στις ρυθμιζόμενες από το άρθρο 190 του Κώδικα Δικηγόρων περιπτώσεις, αφού ο Κώδικας περί Δικηγόρων δεν έχει σχετικές διατάξεις.

Από όλες τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η αξίωση του δικηγόρου για την αμοιβή του γεννιέται και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ενήργησε την εξώδικη πράξη ή την τελευταία διαδικαστική πράξη στη δίκη ή έπαυσε από οποιοδήποτε λόγο να εκπροσωπεί τον εντολέα του, ο χρόνος δε της παραγραφής αρχίζει από το τέλος του έτους, στο οποίο εμπίπτει η κατά τα ανωτέρω γένεση της αξιώσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δικηγόρος στην ένδικη από 14-7-2005 αγωγή του εκθέτει, ότι με εντολές της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, που του δόθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από Απρίλιο του 1993 έως και τα τέλη Φεβρουαρίου 2003, προέβη, εκτός άλλων, και στις παρακάτω ενέργειες, για τις οποίες δικαιούται τα αντίστοιχα αυτών ποσά, ήτοι: 1) Για τη σύνταξη και υπογραφή της από 11-10-1996 και υπ' αριθμ.

καταθ. 404/11-10-96 αίτησης- κλήσης της εναγομένης προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου για τη συζήτηση της υπ' αριθμ. καταθ. 34/93 ανακοπής εκτέλεσης της οφειλέτριας, 9,00 ευρώ. 2)Για τη σύνταξη και υπογραφή της από 24-10-1996 παραγγελίας προς επίδοση της παραπάνω κλήσης 10,20 ευρώ. 3) Για τη σύνταξη και υπογραφή των από 17-2-1997 προτάσεων της εναγομένης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου 10.677 ευρώ και για έξοδα 4,40 ευρώ. 4)Για παράσταση κατά τη συζήτηση της ανακοπής στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου 16,50 ευρώ. 5) Για τη σύνταξη και υπογραφή της από 23-6-1998 παραγγελίας προς επίδοση της υπ' αριθμ. 19/1998 απόφασης 10,20 ευρώ. 6) Για παράσταση ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Δωδεκανήσου προς σύνταξη και υπογραφή της υπ' αριθμ. ...

εκθέσεως κατάθεσης έφεσης 10 ευρώ. 7)Για σύνταξη και υπογραφή της από 17-7-1998 παραγγελίας προς επίδοση της ... έφεσης 4,10 ευρώ και για έξοδα επίδοσης 14,60 ευρώ. 8) Για τη σύνταξη και υπογραφή των από 3-6-1999 προτάσεων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου 13.500 ευρώ κα για έξοδα 4,40 ευρώ. 9) Για παράσταση κατά την στις 3-6-1999 συζήτηση της αγωγής στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου 16,50 ευρώ.

Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τα ως άνω ποσά. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από το άρθρο 190 Κώδικα Δικηγόρων ένσταση παραγραφής που υπέβαλε η εναγομένη για τις παραπάνω αξιώσεις του ενάγοντος, δεχόμενο τα ακόλουθα: Για τις παραπάνω με αριθμούς 1 έως και 7 αξιώσεις, οι οποίες αφορούν την 34/1993 ανακοπή, η τελευταία διαδικαστική πράξη που έλαβε χώρα γι' αυτήν ήταν η κατάθεση των από 11-10-2000 προτάσεων στη δικάσιμο της 13-10-2000 ενώπιον του Εφετείου Δωδεκανήσου μετά από έφεση της αναγόμενης και ως εκ τούτου, εφόσον η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στην εναγομένη 14-11-2005 δεν υπέπεσαν στην επικαλούμενη πενταετή παραγραφή, αφού από το τέλος του έτους που γεννήθηκαν (31-12-2000) δεν παρήλθε χρόνος πέραν της πενταετίας.

Ως προς τις με αριθμούς 8 και 9 αξιώσεις που αφορούν ενέργειες για αντίκρουση της 602/1998 διεκδικητικής αγωγής, η τελευταία γι' αυτήν διαδικαστική πράξη έγινε στις 15-4-2001 με την κατάθεση προτάσεων στο Εφετείο Δωδεκανήσου μετά από έφεση της εναγομένης. Επομένως, για τις αξιώσεις αυτές δεν παρήλθε χρονικό διάστημα πέραν της πενταετίας από το τέλος του έτους που γεννήθηκαν (31-12-2001).

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 190 του Κώδικα Δικηγόρων και ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-6-2009 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Γενική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 158/2009 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ