Legislator Case Law & Legislation
853/2009 AI generated

Greek Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of claim for compensation for Nazi-era property losses.

Case Number 853/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the Thessaloniki Court of Appeal's decision dismissing a claim by the Thessaloniki Jewish Community against the German State for compensation regarding Nazi-era property losses. The Court found the lower court erred in applying the rule of state immunity, which bars states from being sued for acts committed within their own territory, as this rule does not apply to the specific circumstances of the claim. Consequently, the case was remanded to the Court of Appeal for further proceedings with a new panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(4) and 562(4) of the Code of Civil Procedure; The rule of state immunity preventing a state from being sued for acts committed within its own territory does not apply to the specific circumstances of the claim, and thus the lower court's dismissal based on this ground was erroneous.

Keywords

AI generated
State Immunity Nazi Era Claims Property Compensation Code of Civil Procedure Remand for Trial German State Liability Jewish Community

Cited Legislation

AI generated
Article 559(4) of the Code of Civil Procedure
Article 562(4) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 54(1) of the Code of Administrative Disputes

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 853 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 853/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ισραηλιτικής Κοινότητος Θεσσαλονίκης, Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους Θεοδώρα Δημητρακοπούλου και Φρατέλη Ναχμία.

Της αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: Γερμανικού Δημοσίου, που εδρεύει στο Βερολίνο Γερμανίας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Αυγούστου 1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32144/1999 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1285/2001 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15 Οκτωβρίου 2001 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 144/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση το αναιρεσείον με την από 17 Σεπτεμβρίου 2007 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 7 Οκτωβρίου 2002 έκθεση και την από 15 Οκτωβρίου 2002 συμπληρωματική έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη και στη συνέχεια Προέδρου του Αρείου Πάγου Ρωμύλου Κεδίκογλου, με τις οποίες εισηγήθηκε α) την αναίρεση της 1285/2001 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και την απόρριψη της κρινόμενης αγωγής για έλλειψη δικαιοδοσίας των Ελληνικών Δικαστηρίων προς εκδίκασή της και β)όλως επικουρικά την αναίρεση της 1285/2001 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 327/1-11-2001 αίτηση προσβάλλεται η 1285/24-4-2001 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 30129/28-8-1997 αγωγή το δι' αυτής ενάγον και ήδη αναιρεσείον ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης" διετείνετο, κατά την από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου αυτής, ότι κατόπιν ανακοινώσεως των Γερμανικών Αρχών Κατοχής δημοσιευθείσης την 8ην Ιουλίου 1942 στην εκδιδομένη στην Θεσσαλονίκη Εφημερίδα "..." συγκεντρώθηκαν στην πλατεία Ελευθερίας της Θεσ/νίκης οι άρρενες Εβραίοι της πόλεως ηλικίας από 18 έως 45 ετών.

Ακολούθησε καταγραφή των από τις Αρχές Κατοχής από την 13ην έως και την 16ην -7-1942 και ακολούθως οι κριθέντες ικανοί προς εργασίαν, ανεξαρτήτως γνώσεων και ειδικότητος, απεστάλησαν για να εργασθούν παρά την θέλησή των σε καταναγκαστικά έργα για στρατιωτικούς σκοπούς, την εκτέλεση των οποίων είχαν αναλάβει οι εταιρείες ...

και .... Έτσι απεστάλησαν και εργάσθηκαν σε βαρειές εργασίες σε οχυρωματικά και οδικά έργα, ως και σε έργα της σιδηροδρομικής γραμμής 2.000 συνολικώς Εβραίοι-μέλη της Ισραηλητικής Κοινότητος, εκ των οποίων 600 στην περιοχή Κατερίνης, 400 στο Λιτόχωρο 600 στην Λεπτοκαρυά, 200 στην Δεξαμενή και 200 στο αεροδρόμιο του Σέδες.

Οι συνθήκες εργασίας και διαβρώσεώς των στους τόπους των έργων ήσαν απάνθρωπες και εξαντλητικές, με συνέπεια να υποφέρουν από ελονοσία και τύφο και από την αιτία αυτήν πολλοί να πεθαίνουν. Κατόπιν παρεμβάσεως της εναγούσης, ο Αρχηγός του Επιτελείου του Διοικητικού Θεσ/νίκης-Αιγαίου Κ1 επέτρεψε στους παρέχοντας καταναγκαστικήν εργασίαν Εβραίους, να εξαγοράσουν την υποχρέωσή των παροχής εργασίας αντί 150 χρυσών Γαλλικών Φράγκων έκαστος.

Έτσι η ενάγουσα κατέβαλε το ποσόν των 150.000 χρυσών Γαλλικών Φράγκων για την εξαγορά της υποχρεώσεως προς εργασίαν 1000 πτωχών μελών της, μη δυναμένων να καταβάλουν το ποσόν της εξαγοράς. Παρά τις προσπάθειες όμως της εναγούσης η κατάσταση των εργαζομένων στα καταναγκαστικά έργα εχειροτέρευσε, με αποτέλεσμα η θνησιμότητα αυτών να ανέλθει σε ποσοστό 12ο/ο κατά 21/2 πρώτους μήνες εργασίας.

Έτσι, κατόπιν νέας παρεμβάσεως της εναγούσης, επήλθε συμφωνία μεταξύ αυτής και του ως άνω Κ1 να καταβληθούν εκ μέρους της σε αυτόν 2.500.000.000 δρχ. ή 50.000.000 γερμανικά μάρκα "ίνα απαλλαγούν οι απασχολούμενοι εις τα καταναγκαστικά έργα". Από το ποσό αυτό η ενάγουσα κατέβαλε, σε εκτέλεση της συμβάσεως, στις Γερμανικές Αρχές Κατοχής 1.900.000.000 δρχ.

ή γερμανικά Μάρκα 38.000.000 σε 4 δόσεις, εκ των οποίων η πρώτη από 1.000.000.000 δρχ. κατεβλήθη κατά την σύναψη της συμφωνίας, οι δε άλλες, από 300.000.000 δρχ. εκάστη, κατεβλήθησαν εντός τριμήνου. Το απομένον υπόλοιπο δεν κατεβλήθη από την ενάγουσα, "δοθέντος ότι κατά την συμπεφωνημένην ημερομηνίαν καταβολής του είχεν ήδη συντελεσθεί ο εξανδραποδισμός των Ισραηλιτών της Θεσσαλονίκης διά της μεταφοράς των εις στρατόπεδα συγκεντρώσεως της Πολωνίας και της εκείσε εξοντώσεώς των, εις τρόπον ώστε κατά τον συμπεφωνημένον χρόνον καταβολής...να έχει παύση να υφίσταται και το αντικείμενον της συμφωνίας, ήτοι οι μέλλοντες να απαλλαγούν της υποχρεώσεως παροχής καταναγκαστικής εργασίας".

Ισχυριζόμενη δε εν τέλει η ενάγουσα κατ' ορθήν εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, ότι υπέστη ζημίαν λόγω της άδικης και υπαίτιας συμπεριφοράς των Γερμανικών Αρχών Κατοχής, ήτοι λόγω απάτης ένεκα "της εγκληματικής και αδίκου συμπεριφοράς αυτών έναντι των μελών μου και την δι' απατηλών διαβεβαιώσεων περί απαλλαγής των εκ της καταναγκαστικής εργασίας είσπραξιν των ανωτέρω ποσών, ενώ οι εισπράξαντες εγνώριζαν άριστα ότι πάντες οι δήθεν απαλλαγέντες, μετά των οικογενειών των, επρόκειτο να έχουν φρικτόν τέλος εις τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, εις τρόπον ώστε η δήθεν εκ της καταναγκαστικής εργασίας απαλλαγή των να έχει ως μόνον σκοπόν τον πλουτισμόν του εναγομένου και των υπ' αυτού προστηθέντων", ζητεί, όπως νομίμως περιόρισε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου το αίτημα της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα ως αποζημίωση τα ως άνω ποσά, τα οποία κατέβαλε στα όργανα του Γερμανικού Δημοσίου, ήτοι το ισόποσο σε δραχμές κατά την ημέρα της εξοφλήσεως:

α') 150.000 χρυσών γαλλικών φράγκων και β') 38.000.000 γερμανικών μάρκων. Τέλος, η ενάγουσα ισχυρίζεται, ότι από την άδικη συμπεριφορά των οργάνων του εναγομένου και την καταβολήν σε αυτά των ως άνω ποσών υπέστη εκείνη ηθικήν βλάβην, "καθόσον εστερήθην της δυνατότητος φυσιολογικής χρήσεως των ποσών τούτων προς εκτέλεσιν των υπό του νόμου (Ν. 2456/1920) ταχθέντων εις αυτήν θρησκευτικών, εκπαιδευτικών και φιλανθρωπικών σκοπών, βοηθούσα εις την πρόοδον και ευημερίαν των μελών μου και της χώρας εν γένει" και ζητεί για τον λόγον αυτόν να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα ως χρηματικήν ικανοποίηση το ποσόν των 50.000.000 δρχ".

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, ερήμην του εναγομένου Γερμανικού Δημοσίου, η απορριπτική αυτής 32144/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, για έλλειψη της διαδικαστικής προϋποθέσεως της υπάρξεως δικαιοδοσίας του, λόγω του προνομίου ετεροδικίας του εναγομένου και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή 2032/9-6-2000 εφέσεως της ενάγουσας, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, η 1285/2001 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε αντιθέτως ότι το εναγόμενο Γερμανικό Δημόσιο δεν απολαμβάνει του προνομίου της ετεροδικίας για την φερόμενη με την αγωγή προς διάγνωση αξίωση του ενάγοντος ν.π.δ.δ.

και με την έννοια αυτή έχει δικαιοδοσία προς εκδίκαση της υποθέσεως, αξιολόγησε όμως την αγωγή ως αόριστη, λόγω παραλείψεως ιδίως προσδιορισμού των στοιχείων της ταυτότητας (α) των 1000 εβραίων μελών της, για λογαριασμό των οποίων και προς απαλλαγή τους από τα καταναγκαστικά έργα κατέβαλε στα όργανα του εναγομένου 150.000 Χρυσά γαλλικά φράγκα και εάν αυτά τα άτομα απηλλάγησαν και αφέθησαν ελεύθεροι ή όχι, μετά την καταβολή του ποσού αυτού, από τα καταναγκαστικά έργα και (β) τον αριθμό και το στοιχείο της ταυτότητας των εβραίων μελών της, χάριν των οποίων ισχυρίζεται ότι συνεβλήθη με τις Γερμανικές Αρχές Κατοχής και για την ανταλλαγή των οποίων κατέβαλε συνολικά 1.900.000.000 δρχ.

ή 38.000.000 γερμανικά μάρκα. Την εν λόγω δευτεροβάθμια απόφαση προσέβαλε το ηττηθέν εκκαλούν-ενάγον με την 327/1-11-2001 αίτηση αναιρέσεως, η επακολουθήσασα συζήτηση της οποίας κατά την προσδιορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (18-11-2002) κηρύχθηκε απαράδεκτη με την 144/2003 απόφαση του δικαστηρίου τούτου λόγω μη νόμιμης κλητεύσεως, κατά το άρθρο 5 της από 11-5-1938 μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας συμβάσεως, του απολιπομένου αναιρεσιβλήτου.

Με επίσπευση πάντοτε του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ. η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως επαναπροσδιορίσθηκε για την δικάσιμο της 7-2-2005 και μετ' αναβολή για εκείνη της 9-1-2006, κατά την οποία και ματαιώθηκε και στη συνέχεια για τη δικάσιμο της 18-9-2006, της οποίας επακολούθησε η έκδοση της 1786/2006 αποφάσεως του δικαστηρίου τούτου, με την οποία ομοίως κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως λόγω μη νόμιμης κλητεύσεως του απολιπομένου αναιρεσιβλήτου, με την αυτή αιτιολογία και την πρόσθετη παραδοχή ότι δεν προκύπτει πραγματική παραλαβή από το αρμόδιο προς τούτο Ειρηνοδικείο Mitte Γερμανίας της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως και της κλήσεως προς συζήτηση.

Επαναπροσδιορίσθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για τη δικάσιμο της 17-9-2007, κατά την οποία και ματαιώθηκε, λόγω της διενέργειας των βουλευτικών εκλογών, και ακολούθως για εκείνη της 5-5-2008, κατά την οποία αναβλήθηκε, απολειπόμενου του αναιρεσιβλήτου, για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (12-1-2009). Κατ' αυτήν όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνηση στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, το αναιρεσίβλητο δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα μα τα άρθρα 573 παρ. 1, 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Προέχει, επομένως, να ερευνηθεί αν το απολιπόμενο αναιρεσίβλητο κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με βάση τις επικαλούμενες προς τούτο από το επισπεύδον αναιρεσείον ν.π.δ.δ. ... και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...., επιδόσεις που πραγματοποιήθηκαν με βάση την προβλεπόμενη από τον ισχύοντα κατ' εκείνο τον χρόνο 1348/2000 Κανονισμό (ΕΚ) 1348/2000 του Συμβουλίου της 29ης Μαίου 2000, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, διαδικασία.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 151 αυτού "Ο παρών κανονισμός ισχύει σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις οσάκις μία δικαστική ή εξώδικη πράξη πρέπει να διαβιβασθεί από ένα κράτος μέλος σε άλλο προκειμένου να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί". Αντίστοιχου πεδίου εφαρμογής είναι και η από 11-5-1938 μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας σύμβαση "περί αμοιβαίας δικαστικής αντιλήψεως επί υποθέσεων αστικού και εμπορικού δικαίου", της οποίας υπερισχύει ο 1348/2000 Κανονισμός κατά το άρθρο 20 αυτού.

Στην έννοια "των αστικών ή εμπορικών υποθέσεων" του Κανονισμού ή "των υποθέσεων αστικού και εμπορικού δικαίου>> της Ελληνογερμανικής συμβάσεως που αξιώνουν βεβαίωση περί πραγματικής επιδόσεως σε αντιδιαστολή με την πλασματική επίδοση του άρθρου 134 ΚΠολΔ, δεν εμπίπτουν υποθέσεις που έχουν ως αντικείμενο την ευθύνη του Κράτους για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας("acta iure imperii), όπως η ένδικη.

Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι οι υποθέσεις αυτές ρητώς, εξαιρέθηκαν από το πεδίο εφαρμογής του ισχύοντος από 13-11-2008 (άρθρο 26) νέου Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 2007 (άρθρο1 παρ.1 εδ 2). Όμοια ερμηνεύθηκε η έννοια του όρου "αστικές και εμπορικές υποθέσεις" της Συμβάσεως των Βρυξελλών (άρθρο 1) για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, αποκλειομένων από το πεδίο εφαρμογής των υποθέσεων που συνδέονται με την ενάσκηση δημόσιας εξουσίας, όμοιου δε περιεχομένου είναι και το αντίστοιχο άρθρο 1 του ισχύοντος, από 1-3-2002 (άρθρο 76) 44/2001 (ΕΚ) Κανονισμού του Συμβουλίου της 22-12-2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.

Με βάση τη νομική παραδοχή ότι αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του 1348/2000 Κανονισμού και της από 11-5-1938 Ελληνογερμανικής Συμβάσεως υποθέσεις που έχουν ως αντικείμενο την ευθύνη του Κράτους για πράξεις ή παραλείψεις κατά την ενάσκηση δημόσιας εξουσίας, η κλήτευση του απολιπομένου αναιρεσίβλητου θα ελεγχθεί με βάσει το εσωτερικό δικαίο και το άρθρο 134 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, από τις παραπάνω αναφερόμενες ... και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., προκύπτει ότι με εντολή της νομίμως παρισταμένης ως πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ. Θεοδώρας Δημητρακοπούλου, το οποίο επισπεύδει την κρινόμενη 327/1-11-2001 αίτηση για αναίρεση της 1285/2001 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως και της από 17-9-2007 κλήσεως και της συνημμένης πράξεως ορισμού δικασίμου για εκείνη της 5ης-5-2008, νομίμως και εμπροθέσμως επιδόθηκε στο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για το αναιρεσίβλητο Γερμανικό Δημόσιο, με κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (5-5-2008), κατά την οποία ερήμην αυτού αναβλήθηκε για την σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (12-1-2009) της αναγραφής της υποθέσεως στην περίπτωση αυτή στο πινάκιο επεχούσης θέση κλητεύσεως του αναιρεσίβλητου (ΚΠολΔ 575 εδ 2, 226 παρ. 4 εδ.

β, γ). Κατ' αυτήν όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά από το οικείο πινάκιο, το αναιρεσίβλητο δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ.1, 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως παρά την απουσία αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερο στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα το στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, επί αδικοπραξίας, για το κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, ορισμένο της αγωγής απαιτείται να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής πραγματικά περιστατικά τα οποία καλύπτουν την υπαιτιότητα, την ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμο. Αδικοπραξία μπορεί να τελείται και με την μορφή της απάτης, για την τέλεση δε αυτής αρκεί η ζημία του παθόντος να οφείλεται σε περιουσιακή διάθεση αυτού από πλάνη, που προκλήθηκε με δόλο του δράστη.

Κατά την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής η φερόμενη δι' αυτής προς διάγνωση αξίωση του ήδη αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ. θεμελιώνεται στην αποδιδομένη στα όργανα του αναιρεσιβλήτου Γερμανικού Δημοσίου άδικη και υπαίτια, από δόλο, πράξη, με τη μορφή της απάτης, συνισταμένης στη ψευδή αυτών βεβαίωση, τελούντες σε γνώση της αναληθείας της, περί απαλλαγής από τα καταναγκαστικά μέτρα των 1000 πτωχών μελών αυτού, από την οποία πείσθηκε και προσήλθε μετ' αυτών στην επικαλούμενη συμφωνία, συμβατική τους υποχρέωση την οποία δεν εξεπλήρωσαν, με αποτέλεσμα να υποστούν ζημία ισόποση με το καταβληθέν χρηματικό ποσό, δοθέντος ότι το σύνολο των μελών αυτού, στα οποία αναφερόταν η συμφωνία τους, μεταφέρθηκαν σε τόπους καταναγκαστικών έργων.

Η επίκληση της μη εκτελέσεως στο σύνολό της της συμβατικής υποχρεώσεως του αναιρεσίβλητου αρκούσε για το ορισμένο κατά τούτο της αγωγής από απόψεως θεμελιώσεως του αιτήματος αυτής, χωρίς να απαιτείται προς τούτο ο αριθμός και τα στοιχεία των εβραίων μελών του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ., όπως αξίωσε η προσβαλλόμενη απόφαση, αξιολογώντας για τον λόγο αυτό αόριστη την αγωγή.

Προκειμένης, κατά τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ποσοτικής αοριστίας, από τις προβαλλόμενες με την ένδικη αίτηση αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1,8,14 ΚΠολΔ προσήκει η τελευταία. Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του αυτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (ΚΠολΔ 580 παρ.3).

Και τούτο ανεξάρτητα από την ισχύουσα έναντι πάντων, κατά το άρθρο 54 παρ, 1 Κώδικα ΑΕΔ, νομική παραδοχή, που διατυπώνεται στην 6/2002 απόφαση αυτού, σύμφωνα με την οποία στο παρόν στάδιο εξελίξεως του διεθνούς δικαίου εξακολουθεί να υφίσταται γενικώς παραδεδεγμένος κανόνας του δικαίου αυτού, κατά τον οποίο ένα Κράτος δεν δύναται να εναχθεί παραδεκτώς ενώπιον δικαστηρίου άλλου Κράτους για αποζημίωση από κάθε είδους αδικοπραξία, που έλαβε Χώρα στο έδαφος του forum και στην οποία εμπλέκονται με οιονδήποτε τρόπο ένοπλες δυνάμεις του εναγομένου κράτους είτε σε καιρό πολέμου είτε σε καιρό ειρήνης, στην εμβέλεια της οποίας εμπίπτει και η αξίωση του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ.

Ο ιδρυόμενος στην περίπτωση αυτή από το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να προταθεί αυτεπαγγέλτως με βάση την παρεχόμενη από την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 4 ΚΠολΔ δικονομική δυνατότητα, εφόσον η παραδοχή του λειτουργεί σε βάρος του αναιρεσείοντος. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2000 Ευρώ (ΚΠολΔ)

Για τους λόγους αυτούς

Αναιρεί την 1285/24-4-2001 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000,00) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ