Legislator Case Law & Legislation
852/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against first instance judgment due to procedural error in handling supplementary claim basis.

Case Number 852/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the First Instance Court's judgment, which had accepted the plaintiff's supplementary claim based on unjust enrichment. The court found a procedural error in the lower court's handling of the specific legal basis for this claim. Consequently, the First Instance judgment was annulled regarding the supplementary claim, and the case was remanded for further adjudication.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 576, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must annul a first instance judgment if the lower court fails to properly address the legal basis of a supplementary claim, thereby violating procedural requirements.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure supplementary claim unjust enrichment procedural error annulment of judgment remand for trial legal basis

Cited Legislation

AI generated
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 52 of the Entry into Force of the Code of Civil Procedure
Article 5 of Law 1738/1987
Common Decision of the Ministers of Finance and Justice 134423/1992
Article 4 of Law 4831/2021
Article 20 of Law 4831/2021

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 852 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 852/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" (Ε.Μ.Π.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρύτανη, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Επιστήμη - Μαρία Μουστακάτου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1)…… και 37)Ι. Τ. του Α., κατοίκων απάντων Αθηνών, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 481/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 8916/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 13-11-2018 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1184/2020 απόφαση του δικαστηρίου τούτου και ανέβαλλε τη συζήτηση του μοναδικού λόγου αναίρεσης μέχρι εκδόσεως της αποφάσεως της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου επί του αναφερομένου στο σκεπτικό νομικού ζητήματος, το οποίο έχει παραπεμφθεί ενώπιον αυτής διά της με αριθμό 1387/2019 αποφάσεως του τμήματος τούτου. Κατόπιν της 5/2021 απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και την από 8-6-2022 κλήση του καλούντος, η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 8-6-2022 κλήση του καλούντος-αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ κατά των καθών η κλήση - αναιρεσιβλήτων, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 13-11-2018 και με αριθ. κατ. 107603/169/2018 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθ. 8916/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως εφετείου, μετά την έκδοση της με αριθ. 1184/2020 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση του μοναδικού λόγου αναίρεσης μέχρι την έκδοση απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου επί του αναφερομένου νομικού ζητήματος, εκδοθείσας ήδη επ' αυτού της με αριθ. 5/2021 απόφασης (της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου).

Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 80/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 177/2018).

Περαιτέρω, από το άρθρο 143 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, με έναρξη ισχύος την 1.1.2016 (σύμφωνα με την παρ.4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ιδίου νόμου), με το οποίο ορίζεται ότι ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διάδικους η αντικατάστασή του, συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια (εφόσον ασκηθεί έφεση) δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του.

Η ισχύς της εν λόγω διάταξης, ως δικονομική, καταλαμβάνει από 1.1.2016 όλες τις επιδόσεις που γίνονται στον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου, ανεξαρτήτως αν η απόφαση, στην υπόθεση για την οποία αυτός είχε παραστεί, εκδόθηκε πριν την 1.1.2016 (ΑΠ 1578/2021, ΑΠ 1034/2019). Από, δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ' αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα αυτής ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω κώδικα (ΑΠ 1578/2021, 1170/2021, ΑΠ 1305/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης αναίρεσης, που επισπεύδεται με την, ως άνω, από 8-6-2022 κλήση στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οι καθών η κλήση- αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν, ούτε υποβλήθηκε γι' αυτούς δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.

Από τις προσκομιζόμενες από το καλούν-αναιρεσείον με αριθ. 5689Γ/30-5-2019 και με αριθ. 13040/10-11-2022 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ζ. Α. και Ά. Κ., αντίστοιχα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης και της από 8-6-2022 κλήσης, αντίστοιχα, με πράξη ορισμού της δικασίμου, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας με κλήση να παραστούν κατ' αυτήν, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δικηγόρο Αθηνών Ευαγγελία Χαραλάμπους, ως πληρεξούσια δικηγόρο όλων των αναιρεσιβλήτων, η οποία κατ' άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα της αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης με αριθ. 8916/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η, ως άνω, δικηγόρος παρέστη ως πληρεξούσια δικηγόρος όλων των αναιρεσιβλήτων στη δευτεροβάθμια δίκη, ενώ δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από τους τελευταίους προς το αναιρεσείον η τυχόν αντικατάστασή της.

Επομένως, εφόσον οι καθών η κλήση-αναιρεσίβλητοι κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν κατά την παραπάνω δικάσιμο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ασκηθείσα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών από 27-12-2011 και με αριθ. κατ. 2818/2011 αγωγή, οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσίβλητοι, ισχυρίσθηκαν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο, ήδη αναιρεσείον, ΝΠΔΔ και απασχολήθηκαν σ' αυτό, ως διοικητικοί υπάλληλοι, με διαρκώς ανανεούμενες συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, οι οποίες μετατράπηκαν σε συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, από 1-1-2008 έως 30-10-2011, αν και χειρίζοντο καθόλη τη διάρκεια της εργασίας τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές κατ' εντολή του εναγομένου, προς εξυπηρέτηση των αναγκών αυτού, το τελευταίο δεν τους κατέβαλλε το προβλεπόμενο στο άρθρο 8 παρ. 11 ν. 2470/1997, καθώς και στο άρθρο 8 παρ. 8 ν. 3205/2003 επίδομα πληροφορικής, το οποίο λάμβαναν άλλοι υπάλληλοι εργαζόμενοι στο δημόσιο τομέα.

Ότι, αν και διέθεταν τα απαιτούμενα προσόντα δε νομιμοποιούντο να καταλάβουν οργανικές θέσεις πληροφορικής, ούτε υφίστανται τέτοιες θέσεις στις Διευθύνσεις, στα Τμήματα και στις Υπηρεσίες Μηχανογράφησης του εναγομένου. Ζήτησαν δε, κυρίως με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας και επικουρικώς με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει για την παραπάνω αιτία σε καθένα από αυτούς το αντίστοιχο αιτούμενο ποσό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Το Ειρηνοδικείο Αθηνών, με τη με αριθ. 481/2014 οριστική απόφαση, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, ως προς αμφότερες τις νομικές βάσεις αυτής. Κατά της εν λόγω απόφασης οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσίβλητοι, άσκησαν την από 4-12-2014 και με αριθ.

κατ. 2440/2014 έφεση. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζον ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη με αριθ. 8916/2018 απόφαση, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια, ως άνω, διαδικασία, αφού έκρινε ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη κατά την κύρια βάση αυτής, είναι όμως νόμιμη κατά την επικουρική της βάση, που θεμελιώνεται στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά το ως άνω μέρος, κράτησε, δίκασε και δέχθηκε την αγωγή, κατά την, ως άνω, επικουρική βάση αυτής και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το αντίστοιχο ποσό.

Κατά της, ως άνω, απόφασης το εναγόμενο-αναιρεσείον άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, με το μοναδικό λόγο της οποίας, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να δεχθεί ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή, κατά την επικουρική βάση αυτής που θεμελιώνεται στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 ν. 2470/1997, 8 παρ. 8 ν. 3205/2003 και 904 ΑΚ, καθόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν ανήκαν οργανικώς σε κλάδους πληροφορικής, ώστε να δικαιούνται το επίδικο επίδομα, ως διοικητικοί δε υπάλληλοι δεν εκτέλεσαν αλλότρια καθήκοντα, αλλά τα καθήκοντα των θέσεων στις οποίες είχαν τοποθετηθεί.

Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, με τη με αριθ. 1184/2020 απόφαση, έκρινε ότι η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως, περαιτέρω δε, μετά από παράθεση των νομικών διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 και 8 ν. 2470/1997, 1 παρ. 1 και 8 παρ. 8 ν. 3205/2003, 1 παρ. 1 και 2 παρ. 1α π.δ. 46/1998 και των συναφών με αυτές νομικών σκέψεων, ανέβαλε η συζήτηση αυτής μέχρι την έκδοση απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου επί του αναφερομένου νομικού ζητήματος, που είχε παραπεμφθεί σ' αυτήν με τη με αριθ. 1387/2019 απόφαση του Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου και από το οποίο εξαρτάτο η διάγνωση της ένδικης διαφοράς και ειδικότερα του ζητήματος αν ο χειρισμός από υπαλλήλους άλλων κλάδων, εκτός των ειδικών κλάδων πληροφορικής, ηλεκτρονικού υπολογιστή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, αφορών την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγράφων του αντικειμένου της εργασίας τους σε όσα Τμήματα και Διευθύνσεις δεν προβλέπονται οργανικές θέσεις προγραμματιστών και χειριστών ηλεκτρονικών υπολογιστών, συνιστά ή μη άκυρη ανάθεση αλλότριων καθηκόντων και γεννά η μη αντίστοιχα αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Το, ως άνω, νομικό ζήτημα επιλύθηκε με τη με αριθ. 5/2021 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, στην οποία διαλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 συνάγεται σαφώς ότι από την έναρξη ισχύος αυτού (1-1-1997) καταργήθηκαν μεταξύ άλλων και οι κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες είχε προβλεφθεί η χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων και ότι, έκτοτε, το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του νόμου αυτού επίδομα πληροφορικής καταβάλλεται υπό διαφορετικές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, μόνο σε ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 194/1988 (και ήδη π.δ. 50/2001), ενώ προβλέπεται ρητά ότι τούτο δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως στους υπαλλήλους που είναι απλοί χρήστες Η/Υ.

Η θέσπιση των ως άνω προϋποθέσεων για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας με διαφορετική μεταχείριση ομοίων καταστάσεων. Αντιθέτως, διακρίνει αφ' ενός μεταξύ των υπαλλήλων, οι οποίοι έχουν ειδικά τυπικά προσόντα και κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, προς τους οποίους προβλέπεται η χορήγηση του επιδόματος και αφ' ετέρου μεταξύ εκείνων, οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές αλλά απλώς, λόγω της τεχνολογικής προόδου, χρησιμοποιούν Η/Υ κατά την παροχή της εργασίας τους σε διοικητική ή οικονομική θέση, όπως παλαιότερα χρησιμοποιούσαν τη γραφομηχανή ή την αριθμομηχανή, προς τους οποίους απαγορεύεται η χορήγηση

του

επιδόματος. Ειδικότερα, η σύγχρονη τεχνολογία, εκτός των άλλων αλλαγών που έχει επιφέρει στις ανθρώπινες δραστηριότητες και σχέσεις, έχει αντικαταστήσει ή διαφοροποιήσει ή και εμπλουτίσει τα μέσα της εκτέλεσης ενός καθήκοντος ή της παροχής μιας υπηρεσίας - εργασίας. Έτσι, ο Η/Υ έχει αντικαταστήσει την γραφομηχανή, το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail) εξυπηρετεί την αλληλογραφία παράλληλα με το ταχυδρομείο, οι φωνητικές συζητήσεις μπορεί να γίνονται μέσω τηλεφωνικής γραμμής ή του διαδικτύου, οι συνεδριάσεις διοικητικών συμβουλίων με βιντεοδιάσκεψη ή τηλεδιάσκεψη κ.λ.π.

Η αλλαγή απλώς του μέσου με το οποίο εκτελείται ένα ανατεθέν και συμφωνηθέν καθήκον ή παρέχεται μία ανατεθείσα και συμφωνηθείσα υπηρεσία - εργασία δεν συνεπάγεται αλλαγή της φύσης του καθήκοντος ή της υπηρεσίας - εργασίας και σε κάθε περίπτωση δεν συνιστά άκυρη ανάθεση αλλότριων καθηκόντων και ως εκ τούτου δεν γεννά αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Η παραπάνω δε διάκριση, που αναφέρεται σε ανόμοιες περιπτώσεις, βρίσκεται μέσα στα συνταγματικά πλαίσια διαμόρφωσης της πολιτικής περί τους όρους εργασίας και αμοιβής των απασχολούμενων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και δικαιολογεί την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 και τη μη εφαρμογή των ήδη καταργημένων διατάξεων των κοινών υπουργικών αποφάσεων, που προαναφέρθηκαν.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ. α' και 908 εδ. α' ΑΚ, κατά τις οποίες, αντιστοίχως, "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια" και "Ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ' αυτό", συνάγεται ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη σύμβαση, ο εργοδότης, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, υποχρεούται στην απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψιν παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού.

Τα αυτά ισχύουν και εάν η παροχή της εργασίας γίνεται υπό άκυρη εξ οιουδήποτε λόγου σύμβαση προς το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, οπότε, εάν ανατεθεί παρανόμως σε μόνιμο τακτικό προσωπικό ή επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάλληλο, ο οποίος έχει προσληφθεί προς εκτέλεση υπηρεσίας ορισμένου κλάδου, η εκτέλεση αλλότριων καθηκόντων εμπιπτόντων σε έτερο κλάδο αμειβόμενο βάσει υψηλοτέρων αποδοχών, το Δημόσιο ή το αντίστοιχο νομικό πρόσωπο καθίσταται αδικαιολογήτως πλουσιότερο και ενέχεται σε απόδοση προς τον ως άνω υπάλληλο της ωφέλειας, την οποία αποκόμισε, ισούμενη προς την διαφορά των αποδοχών, την οποία θα κατέβαλε προς άλλον υπάλληλο, στον οποίο θα ανέθετε νομίμως τα εν λόγω καθήκοντα......Με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι : (1) οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται με το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σ' αυτό με τις ειδικότητες για τις οποίες προσλήφθηκαν, διαθέτοντας τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα γι' αυτές ως γραμματείς, βιβλιοθηκονόμοι, λοιποί διοικητικοί υπάλληλοι, τεχνικοί κ.λ.π., (2) προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι λειτουργικές ανάγκες του αναιρεσείοντος στα τμήματα και διευθύνσεις αυτού που δεν προβλέπονταν οργανικές θέσεις προγραμματιστών και χειριστών ηλεκτρονικών υπολογιστών ανατέθηκαν, κατόπιν εντολής του, στους αναιρεσίβλητους τα καθήκοντα αυτά, τα οποία άσκησαν οι τελευταίοι απασχολούμενοι κατά πλήρες ωράριο, κυρίως και αποκλειστικώς με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγράφων του αντικειμένου της εργασίας τους στον ηλεκτρονικό υπολογιστή κατά τα αναφερόμενα σ' αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) χρονικά διαστήματα, (3) από την παραπάνω εργασία των αναιρεσιβλήτων το αναιρεσείον ωφελήθηκε το επίδομα πληροφορικής, που θα όφειλε να καταβάλει κάτω από άλλες περιστάσεις, αν δηλαδή είχε συστήσει οργανικές θέσεις της ειδικότητας του χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του και (4) οι αναιρεσίβλητοι μισθωτοί ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία μισθωτών από εκείνη των μισθωτών στους οποίους χορηγήθηκε το επίδομα του άρθρου 8 αριθ. 11 Ν. 2470/1997, καθόσον πέραν του ότι ασχολούνται αποκλειστικά με την χρήση Η/Υ δεν είναι ειδικευμένοι υπάλληλοι, που να ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής και να υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής, ούτε κατέχουν τους απαιτούμενους για την υπηρεσία σε τέτοιες διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα τίτλους σπουδών.

Συνεπώς, αν το αναιρεσείον προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, άλλους υπαλλήλους, με τα προσόντα των αναιρεσιβλήτων και τις ικανότητές τους, ανέθετε δε σ' αυτούς την άσκηση των ίδιων καθηκόντων και πάλι δεν θα κατέβαλε και σ' αυτούς το επίδομα πληροφορικής, διότι και αυτοί δεν θα κατείχαν τους απαιτούμενους σε τέτοιες διευθύνσεις και τμήματα τίτλους σπουδών, ούτε θα ήταν ειδικευμένοι υπάλληλοι, ενόψει του ότι δεν αρκεί πλέον για τη χορήγησή του απλή ανάθεση καθηκόντων σχετικά με το αντικείμενο των ειδικοτήτων στις οποίες αυτό αναφέρεται, κατ' αποκλειστική ή τουλάχιστον κατά κύρια απασχόληση, αλλά απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά οι αυστηρές προϋποθέσεις, που έθεσε η παρ. 11 του άρθρου 8 του Ν. 2470/1997 και του άρθρου 8 του Ν. 3205/2003, μεταξύ των οποίων η κατοχή πτυχίου ή διπλώματος σπουδών στα αντικείμενα των ειδικοτήτων στις οποίες αναφέρεται το επίδομα πληροφορικής, όπως και η κατοχή οργανικής θέσεως του κλάδου.

Η εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων απλή και σε κάθε περίπτωση η εν τοις πράγμασι χρήση Η/Υ κατά την εκτέλεση της εργασίας τους με τις προαναφερθείσες ειδικότητες, ήτοι ως διοικητικών ή οικονομικών ή άλλης φύσεως υπαλλήλων, μη εργαζομένων σε ειδικές θέσεις πληροφορικής με την πλήρη απασχόληση σε ειδικές θέσεις πληροφορικής για τις οποίες απαιτούνται ως υπάλληλοι να έχουν ειδικά προσόντα και να έχουν προσληφθεί σε συγκεκριμένες θέσεις, είναι διαφορετική από την περίπτωση των υπαλλήλων που προσλαμβάνονται σε θέσεις πληροφορικής και συνεπώς η απλή ή σε κάθε περίπτωση εν τοις πράγμασι χρήση Η/Υ, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην νομική σκέψη της παρούσας, κατά την εκτέλεση της εργασίας τους, ενόψει μάλιστα και της τεχνολογικής εξέλιξης, που απαιτεί γενικευμένη πλέον χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών, για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη άσκηση των καθηκόντων τους, δεν συνιστά άκυρη ανάθεση αλλότριων καθηκόντων νια την οποία το αναιρεσείον θα έπρεπε να έχει συστήσει και πληρώσει πρόσθετες ειδικές θέσεις πληροφορικής, αφού σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή και τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης οι αναιρεσίβλητοι είχαν προσληφθεί και υπηρετούσαν νομίμως, σε άλλες θέσεις, οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με τις ειδικές θέσεις των προγραμματιστών και χειριστών ηλεκτρονικών υπολογιστών.

Ως εκ τούτου δεν θεμελιώνεται ο πλουτισμός του αναιρεσείοντος εις βάρος της περιουσίας των αναιρεσιβλήτων, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ, συνιστάμενος στην προκειμένη περίπτωση, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, στο επίδομα πληροφορικής, που θα κατέβαλε με βάση το άρθρο 8 παρ. 11 ν. 2470/1997 το αναιρεσείον (εργοδότης) σε πρόσωπα, τα οποία θα προσλάμβανε με έγκυρη εργασιακή σύμβαση, θα ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα και θα είχαν τις ίδιες ικανότητες και τα ίδια προσόντα με εκείνα, που παρείχαν την εργασία, δηλαδή τους αναιρεσιβλήτους".

Στην κρινόμενη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σε σχέση με τη γενόμενη δεκτή νομική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ακόλουθες παραδοχές: "Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από το εναγόμενο με συμβάσεις που μετατράπηκαν βάσει του ν. 2839/2000 και του π.δ. 164/2004 σε εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και υπηρετούν σε αυτό μέχρι σήμερα, προσφέροντας υπηρεσίες ω διοικητικό προσωπικό.

Οι 1ος έως και 6ος κατατάχθηκαν στον κλάδο ΠΕ-μηχανολόγων Μηχανικών και ασκούσαν καθήκοντα προγραμματιστών Η/Υ ο πρώτος στο Κέντρο Δικτύων του εναγομένου, ο 3ος στο Εργαστήριο Προσωπικού Υπολογιστή και οι λοιποί σε εργαστήρια διαφόρων σχολών του εναγομένου. Ο 7ος κατατάχθηκε στον κλάδο ΤΕ- Ηλεκτρονικών και ασκούσε τα καθήκοντα προγραμματιστή Η/Υ σε σχολή του εναγομένου.

Η 8η κατατάχθηκε στον κλάδο ΠΕ-Ναυπηγών Μηχανικών και ασκούσε γραμματειακά καθήκοντα σχολής του εναγομένου, χειριζόμενη Η/Υ, οι 9η έως και 17η κατατάχθηκαν στον κλάδο ΔΕ-Διοικητικού/Λογιστικού και εργάζονταν ως γραμματείς και λογιστές των οικονομικών υπηρεσιών του εναγομένου, χειριζόμενες εξειδικευμένα λογιστικά προγράμματα, οι 18ος έως και 32η κατατάχθηκαν στον κλάδο ΠΕ-Διοικητικού/Οικονομικού και εργάζονταν ως γραμματείς και οικονομολόγοι των οικονομικών διευθύνσεων του εναγομένου, ασκώντας καθήκοντα χειριστών Η/Υ κάνοντας χρήση ειδικών γραμματειακών και οικονομικών προγραμμάτων, η 33η κατατάχθηκε στον κλάδο ΠΕ-Αρχειονόμων/Βιβλιοθηκονόμων και ασκούσε καθήκοντα χειρίστριας Η/Υ ειδικών βιβλιοθηκονομικών προγραμμάτων, η 34η κατατάχθηκε στον κλάδο ΠΕ-Επικοινωνιών & ΜΜΕ και ασκούσε καθήκοντα χειρισμού Η/Υ εργαζόμενη ως γραμματέας σχολής του εναγομένου, η 35η κατατάχθηκε στον κλάδο ΔΕ - Υπαλλήλων Γραφείου, οι 36η και 37η κατατάχθηκαν στον κλάδο ΔΕ- Διοικητικού/Λογιστικού και εργάζονταν ως γραμματείς και βοηθοί λογιστών σε γραμματείες και οικονομικές υπηρεσίες του εναγομένου (πρωτόκολλο, αλληλογραφία, λογιστήριο κλπ).

Όλοι τους έκαναν χρήση εξειδικευμένων προγραμμάτων λογισμικού και λειτουργικών συστημάτων της ειδικότητάς τους για τη διεκπεραίωση των ανωτέρω καθηκόντων τους. Το εναγόμενο, παρά τη συνεχώς διογκούμενη εργασιακή ύλη, έχει παύσει από 20ετίας περίπου, να προβαίνει σε αύξηση των υφισταμένων οργανικών θέσεων πληροφορικής- μηχανικών, χειριστών και προγραμματιστών Η/Υ και σε προσλήψεις προσωπικού αυτής της ειδικότητας, δεδομένου ότι εξυπηρετεί πλήρως τις ανάγκες του, σε προσωπικό αυτής της κατηγορίας, από τους διοικητικούς υπαλλήλους, μεταξύ των οποίων και οι ίδιοι, που είτε έχουν τίτλους πληροφορικής - χειριστών ηλεκτρονικού υπολογιστή είτε το ίδιο το εναγόμενο τους έχει προσδώσει την απαιτούμενη προς τούτο εμπειρία, εκπαιδεύοντάς τους στον προγραμματισμό και χειρισμό Η/Υ, δια επιμορφωτικών σεμιναρίων, τα οποία υποχρεωτικά παρακολουθούν προκειμένου να εκτελέσουν την εργασία τους, μετά την εκάστοτε διαφοροποίηση των ηλεκτρονικών προγραμμάτων, που εγκαθίστανται στους υπολογιστές των τμημάτων, όπου υπηρετούν.

Εκτελούσαν δε, εκτελούν κατόπιν εντολής της υπηρεσίας τους, τα καθήκοντα πληροφορικής διαφόρων ειδικοτήτων, χωρίς το τελευταίο να τους χορηγεί το προβλεπόμενο από το νόμο επίδομα πληροφορικής, επικαλούμενο τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997, όπως αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 8 ν. 3205/2003.

Συνεπώς το εναγόμενο ωφελήθηκε το επίδομα πληροφορικής, που θα όφειλε να καταβάλει υπό άλλες συνθήκες, εάν δηλαδή είχε συστήσει οργανικές θέσεις της ειδικότητας του χειριστή και προγραμματιστή Η/Υ, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του.

Συνεπώς οι ενάγοντες δικαιούνται το ανωτέρω επίδομα, το οποίο αποτελεί τη μηνιαία μη νόμιμη ωφέλεια του εναγομένου σε βάρος τους......". Με βάση τις, ως άνω, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται με το αναιρεσείον Ν.Π.Δ., με σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ως διοικητικό προσωπικό και προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σ' αυτό με τις αναφερόμενες ειδικότητες, για τις οποίες προσλήφθηκαν, κάνοντας χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών, προκειμένου να εξυπηρετηθούν από αυτούς, που είναι διοικητικοί υπάλληλοι οι λειτουργικές ανάγκες του αναιρεσείοντος στα τμήματα αυτού που δεν είχαν συσταθεί οργανικές θέσεις πληροφορικής μηχανικών, χειριστών και προγραμματιστών Η/Υ.

κατ' επέκταση δε των παραπάνω παραδοχών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι το αναιρεσείον ωφελήθηκε το επίδομα πληροφορικής που δεν κατέβαλε στους αναιρεσίβλητους και που θα όφειλε να καταβάλει υπό άλλες συνθήκες, αν δηλαδή είχε συστήσει οργανικές θέσεις της ειδικότητας του χειριστή και προγραμματιστή Η/Υ, προκειμένου να καλύψει τις αντίστοιχες ανάγκες του.

Ενόψει των παραπάνω, αν το αναιρεσείον προσλάμβανε άλλους υπαλλήλους με τα προσόντα των αναιρεσιβλήτων και πάλι δεν θα κατέβαλλε το εν λόγω επίδομα στους μισθωτούς αυτούς, αφού και αυτοί, ως διοικητικό προσωπικό δεν θα κατείχαν οργανική θέση του κλάδου πληροφορικής. Σύμφωνα δε με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, η απλή ή σε κάθε περίπτωση η εν τοις πράγμασι χρήση από τους αναιρεσιβλήτους ηλεκτρονικών υπολογιστών κατά την εκτέλεση της εργασίας τους, ενόψει μάλιστα και της τεχνολογικής εξέλιξης, που απαιτεί γενικευμένη πλέον χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών, δεν συνιστά άκυρη ανάθεση αλλότριων καθηκόντων, για την οποία το αναιρεσείον θα έπρεπε να έχει συστήσει και πληρώσει πρόσθετες ειδικές θέσεις πληροφορικής, αφού σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή και τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης οι αναιρεσίβλητοι είχαν προσληφθεί και υπηρετούσαν νομίμως σε άλλες θέσεις εργασίας.

Επομένως, δεν θεμελιώνεται ο επικαλούμενος πλουτισμός του αναιρεσείοντος σε βάρος της περιουσίας των αναιρεσιβλήτων, εφόσον οι τελευταίοι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή και κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής. Κατόπιν των παραπάνω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνοντας με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η ένδικη αγωγή, κατά την, ως άνω, επικουρική βάση αυτής είναι νόμιμη (δεχόμενο αυτήν ως βάσιμη κατ' ουσίαν και επιδικάζοντας στους αναιρεσιβλήτους τα αντίστοιχα ποσά), παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε (και με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 11 ν. 2470/1997 και 8 παρ. 8 ν. 3205/2003, που προσδιορίζουν τις προϋποθέσεις καταβολής του επιδόματος πληροφορικής).

Επομένως, ο σχετικός από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραπάνω πλημμέλεια είναι βάσιμος. Κατά συνέπεια πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη με αριθ. 8916/2018 απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 4-12-2014 έφεση, εξαφανίσθηκε η με αριθ. 481/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, έγινε δεκτή η από 27-12-2011 αγωγή κατά την επικουρική, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση αυτής και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει σε καθένα από τους 1° έως και 7° των εναγόντων το ποσό των 5.520 ευρώ και σε καθένα από τους 8η έως και 37η των εναγόντων το ποσό των 4.784 ευρώ με τόκο 6% από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ να κρατηθεί και δικασθεί αυτή από το παρόν αναιρετικό τμήμα και στη συνέχεια να απορριφθεί κατ' ουσίαν η από 4-12-2014 και με αριθ. κατ. 2440/29-12-2014 έφεση των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά το μέρος που αφορά τη βάση της αγωγής που θεμελιώνεται στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις.

Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., τόσο της αναιρετικής δίκης όσο και του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όπως ορίζεται στο διατακτικό, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992, αφού το αναιρεσείον Δ.Π.Δ.Δ.

εκπροσωπήθηκε από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ. 2 και 20 παρ. 1 ν. 4831/2021 (ΑΠ 1578/2021).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Αναιρεί τη με αριθ. 8916/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, κατά το μέρος, με το οποίο έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 4-12-2014 και με αριθ. κατ. 2440/29-12-2014 έφεση των εκκαλούντων, εξαφανίσθηκε η με αριθ. 481/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, έγινε εν μέρει δεκτή η από 27-12-2011 αγωγή κατά την επικουρική βάση αυτής και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει σε καθένα από τους 1° έως και 7° των εναγόντων το ποσό των 5.520 ευρώ και σε καθένα από τους 8η έως και 37η των εναγόντων το ποσό των 4.784 ευρώ με τόκο 6% από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

-Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

-Απορρίπτει κατ' ουσίαν την από 4-12-2014 και με αριθ. κατ. 2440/2014 έφεση των εναγόντων-εκκαλούντων κατά της με αριθ. 481/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

-Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300 ευρώ για την αναιρετική δίκη και στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ