Supreme Court partially allows appeal on payment order validity and good faith claim rejection.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's dismissal of his claims. The appellant argued that the First Instance Court erred in rejecting his claim of abusive exercise of rights regarding loan repayment terms. The court found the appeal admissible on specific grounds but remanded the case for further examination by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 630 (g), (d) of the Code of Civil Procedure; Article 281 of the Civil Code: A payment order need not contain full reasoning but must clearly identify the claim's origin and amount to function as an enforceable title, and a creditor's reduction of installments despite income loss does not constitute abuse of rights if the total burden remains comparable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 852 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 852/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Γ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πασπαλά.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Τ. Τ. Ε. Α.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2014 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 970/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 2693/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-7-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 630 (γ), (δ) ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ορίζει ότι η διαταγή πληρωμής πρέπει να περιέχει, πλην άλλων στοιχείων, την αιτία της πληρωμής και το ποσό των χρημάτων ή χρεογράφων που πρέπει να καταβληθεί, προκύπτει ότι η διαταγή πληρωμής, που δεν είναι δικαστική απόφαση, αλλά μόνον τίτλος εκτελεστός (άρθρ. 631 και 904 παρ. 1ε ΚΠολΔ), δεν απαιτείται να περιλαμβάνει πλήρεις και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες, αλλά αρκεί ο συνοπτικός σ' αυτή προσδιορισμός του γενεσιουργού λόγου της απαίτησης, κατά τρόπο που αυτή απλώς να εξατομικεύεται και να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά της, δηλαδή δεν απαιτείται πλήρης περιγραφή όλων των περιστατικών που την συγκροτούν (ΑΠ 1006/2022, ΑΠ 168/2021, ΑΠ 330/2012).
Η αναφορά, ειδικότερα, στη διαταγή πληρωμής του καταβλητέου ποσού χρημάτων απαιτείται προκειμένου η σχετική απαίτηση να είναι εκκαθαρισμένη κατά την έννοια του άρθρου 916 ΚΠολΔ και να μπορεί έτσι η διαταγή πληρωμής να λειτουργήσει πράγματι ως εκτελεστός τίτλος, είναι δε εκκαθαρισμένη η απαίτηση, όταν από τον τίτλο προκύπτει αυτή κατά ποσό και ποιόν (ΑΠ 1369/2022, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1202/2018, ΑΠ 1349/2013).
Εκκαθαρισμένη είναι επίσης η χρηματική απαίτηση και όταν το ποσό αυτής δεν είναι ακριβώς καθορισμένο, αλλά μπορεί να εξευρεθεί με την διενέργεια μαθηματικών πράξεων (ΑΠ 1048/2022, ΑΠ 1016/2018, 1543/2014). Το επιτόκιο υπολογισμού των τόκων, συμβατικών και υπερημερίας, δεν αποτελεί αναγκαίο περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής, αλλά μπορεί να εξαχθεί και από τα επισυναπτόμενα για την έκδοσή της έγγραφα (ΑΠ 1006/2022, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 1202/2018).Επίσης, ούτε και το ακριβές ποσό των οποιωνδήποτε τόκων είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται (ΑΠ 674/2020, ΑΠ 1071/2017 ΑΠ 330/2012), αλλά αρκεί στο ποσό να προστίθενται, αν υπάρχει σχετικό αίτημα, και οι τόκοι, όχι όμως με συνυπολογισμό του ορισμένου ποσού αυτών, αλλά με την προσθήκη της λέξεως "νομιμότοκα" και προσδιορισμό του είδους του επιτοκίου, δηλαδή αν πρόκειται για συμβατικό ή νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας,καθώς και του χρόνου έναρξης της τοκοφορίας (ΑΠ 1048/2022).Η παραβίαση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 630 ΚΠολΔ ιδρύει τον από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (AΠ 1369/2022, 1006/2022, ΑΠ 196/2020).
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 623, 624 ΚΠολΔ και 806, 807 και 361 ΑΚ, προκύπτει ότι διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί εις βάρος του οφειλέτη και για το υπόλοιπο δανείου, που καταγγέλθηκε από το δανειστή, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση δανείου, η καταγγελία της σύμβασης, η κίνηση και το κλείσιμο του τηρηθέντος σχετικού λογαριασμού καθώς και το χρεωστικό υπόλοιπο αυτού, στην πληρωμή του οποίου, με τις νόμιμες επιβαρύνσεις, υποχρεούται ο δανεισθείς οφειλέτης.
Η περιλαμβανομένη στη σύμβαση δανείου ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του δανεισθέντος οφειλέτη προς την δανείστρια τράπεζα, που θα προκύψει από την καταγγελία της σύμβασης δανείου, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τελευταίας, είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση, διότι δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη και μπορεί να αποτελέσει Γενικό Όρο Συναλλαγών (ΓΟΣ), κατά την έννοια του άρθρου 2 Ν. 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών, όπως ο νόμος αυτός ισχύει, δηλαδή όρο που έχει διατυπωθεί εκ των προτέρων από την δανείστρια Τράπεζα για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, αφού δεν αποκλείει ή περιορίζει υπέρμετρα τη δυνατότητα του πιστούχου καταναλωτή να αμφισβητήσει τα επί μέρους κονδύλια του λογαριασμού.
Επομένως, σε περίπτωση διαταγής πληρωμής για το υπόλοιπο καταγγελθείσας σύμβασης δανείου, η οποία εκδόθηκε με βάση έγκυρη ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του δανειολήπτη προς την πιστώτρια τράπεζα θα αποδεικνύεται από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της, ο δανειολήπτης έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει τα ειδικότερα κονδύλια που περιέχονται στα αποσπάσματα αυτά με την ανακοπή, κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ, στην περίπτωση δε αυτή φέρει και το βάρος των σχετικών αντιθέτων ισχυρισμών του, οι οποίοι πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να καταστούν αντικείμενο αποδείξεως (πρβλ.
ΑΠ 313/2021, ΑΠ 387/2020, ΑΠ 368/2019). Επομένως, για το ορισμένο του λόγου ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής δεν αρκεί η γενική άρνηση της ορθότητας του τηρηθέντος για τη σύμβαση λογαριασμού, αλλά θα πρέπει να προσδιορίζονται τα κατ' ιδίαν αμφισβητούμενα κονδύλια ώστε αν κριθεί βάσιμος ο σχετικός λόγος της ανακοπής να ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής κατά το αντίστοιχο ποσό (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 999/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε κατ' αρχάς τα ακόλουθα: "Μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε την 9-4-2008 σύμβαση χορήγησης δανείου τοκοχρεωλυτικού ποσού 114.000 ευρώ, προς τον σκοπό εξόφλησης δανείου άλλης Τράπεζας, με διάρκεια 14 ετών, εντός των οποίων θα γινόταν η εξόφληση, σε 168 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις.
Το επιτόκιο του δανείου σύμφωνα με το άρθρο 15 της σύμβασης ορίστηκε κυμαινόμενο και ότι θα ισούται με το επιτόκιο προσφοράς Euribor προσαυξημένο κατά 1% καθώς και με την εισφορά του Ν. 128/75, στην περίπτωση δε που θα είναι μικρότερο από το παρεμβατικό επιτόκιο της Ε.Κ.Τ., τότε θα ισχύει το επιτόκιο της Ε.Κ.Τ. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 16 της ιδίας σύμβασης, για το χρονικό διάστημα των δύο πρώτων ετών ορίστηκε ότι θα επιβαρύνεται ο οφειλέτης ανακόπτων με επιτόκιο 3,82% και κάθε επιπλέον ποσό τόκων με βάση τον προαναφερόμενο υπολογισμό, θα το επιβαρύνεται η Τράπεζα (καθ' ης).
Ο ανακόπτων την 6-5-2008 έλαβε το άνω ποσό του δανείου (114.000) ευρώ. Επειδή όμως ο τελευταίος καθυστέρησε την εμπρόθεσμη εξόφληση των άνω δόσεων, (τελευταία καταβολή την 08-10-2012), την 3-2-2014 η καθ' ης κατήγγειλε την άνω σύμβαση δανείου, όπως είχε δικαίωμα με βάση το άρθρο 9 της επίδικης σύμβασης (βλ. από 18-10-2013 εξώδικη δήλωση προς τον ανακόπτοντα) και έκλεισε τον λογαριασμό (υπ' αριθ. 01474210708739) που τηρείτο στα πλαίσια της άνω συμφωνίας.
Έτσι, κατέστη απαιτητό και ληξιπρόθεσμο το υπόλοιπο ποσό του δανείου, το οποίο σύμφωνα με τα εμπορικά βιβλία της καθ' ης Τράπεζας αναλύεται ως εξής: ποσό 83.569,15 ευρώ για κεφάλαιο, ποσό 2.750 ευρώ για τόκους κεφαλαίου, ποσό 1.273, 22 ευρώ για τόκους υπερημερίας και ποσό 250,08 ευρώ για έξοδα, ήτοι συνολικά ποσό 87.851 ευρώ, του οποίου ζήτησε την καταβολή η καθ' ης.
Επειδή δε ο ανακόπτων δεν κατέβαλε το άνω ποσό, η καθ' ης εξέδωσε σε βάρος του την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, με τον οποίο υποχρεώθηκε να καταβάλει το άνω ποσό των 87.851 ευρώ εντόκως από 4-2-2014. Για την έκδοση της άνω διαταγής πληρωμής προσκομίσθηκαν ενώπιον του Δικαστή όλα τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση της καθ' ης, ήτοι η εξώδικη καταγγελία της σύμβασης δανείου, τα μηνιαία αποσπάσματα λογαριασμών από τα εμπορικά βιβλία της Τράπεζας και η επίδικη σύμβαση".
Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής του ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής είναι άκυρη, καθόσον ο εκδώσας αυτήν δικαστής εμφανίζεται ως διάδικος, αφού από το περιεχόμενό της, στο οποίο, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι "Επειδή ο καθού παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις μας δεν προσήλθε προς εξόφληση του παραπάνω ποσού πίστωσης...
Κατόπιν αυτού καταγγείλαμε.... Όπως είχαμε δικαίωμα και κλείσαμε τον οικείο λογαριασμό, γνωστοποιώντας την καταγγελία στον καθού...", σαφώς προκύπτει ότι υπογράφηκε απλώς το κείμενο της αίτησης της αναιρεσίβλητης, χωρίς να μελετηθεί η δικογραφία, με αποτέλεσμα την αοριστία της διαταγής πληρωμής ως εκτελεστού τίτλου.
Επίσης, με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής του ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε, ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής είναι άκυρη, διότι, ενώ αρχικώς αναγράφεται σ' αυτήν ότι "το επιτόκιο του παρόντος δανείου, συμπεριλαμβανομένης της νόμιμης κατά περίπτωση εισφοράς του ν. 128/1975, συνομολογείται κυμαινόμενο..., στη συνέχεια αναγράφεται, κατά τρόπο αντιφατικό, ότι οι τόκοι "υπολογίστηκαν σύμφωνα με τις αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος", και ως εκ τούτου προκαλείται ασάφεια και αοριστία αναφορικά με "την βάση με την οποία υπολογίστηκαν οι τόκοι καθ' όλη τη διάρκεια της ένδικης σύμβασης, επί πλέον δε ουδείς είναι δυνατόν να κατατονοήσει τη διακύμανσή τους", με αποτέλεσμα να μην προκύπτει σαφώς η απαίτηση της αναιρεσίβλητης, η οποία έτσι καθίσταται αβέβαιη και ανεκκαθάριστη.
Το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τους παραπάνω δύο λόγους της ανακοπής, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, περιέχει την αιτία της πληρωμής (σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου), το ποσό που οφείλεται κατά κεφάλαιο (83.569,15 ευρώ), τόκους κεφαλαίου (2.750 ευρώ) και τόκους υπερημερίας (1.273,23 ευρώ), δηλαδή όλα τα αναγκαία στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για την έκδοσή της,....
Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι ανακοπής, τους οποίους επαναφέρει ο ανακόπτων με λόγους της έφεσής του περί αοριστίας της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής είναι απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα, αφού, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, η διαταγή πληρωμής περιέχει την αιτία της πληρωμής και το ποσό των χρημάτων που ο αναιρεσείων πρέπει να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη (κεφάλαιο και τόκους), ενώ δεν ήταν αναγκαίος, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, ο προσδιορισμός του επιτοκίου που εφαρμόστηκε από την αναιρεσίβλητη, για τον υπολογισμό του επιδικασθέντος με τη διαταγή πληρωμής ποσού και δη των τόκων, αφού τα σχετικά κονδύλια, σύμφωνα με το παραδεκτώς επισκοπούμενο (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής, προέκυπταν από τα προσκομισθέντα με την αίτηση της αναιρεσίβλητης αποσπάσματα του τηρηθέντος για τη σύμβαση λογαριασμού, τα οποία (αποσπάσματα) κατά τον ρητό όρο 10 της εν λόγω σύμβασης αποτελούν πλήρη απόδειξη της οφειλής της αναιρεσίβλητης (βλ.
ΑΠ 1268/2022). Κατά συνέπεια, η ένδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητης τυγχάνει εκκαθαρισμένη και, ως εκ τούτου, οι πρώτος, κατά το τρίτο και τέταρτο σκέλος, από τον αρ. 14 και δεύτερος, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος, ομοίως από τον αρ. 14 (κατ' εκτίμηση και όχι από τους αρ. 1 και 19) λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, επικαλούμενος παραβίαση των άρθρων 216 και 630 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Εξάλλου, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος αυτού, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι εσφαλμένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής του περί ακυρότητας της διαταγής πληρωμής, αφού, λόγω της εμφάνισης σ' αυτή ως διαδίκου του δικαστή που την εξέδωσε και της προκαλούμενης εξ αυτού του λόγου αοριστίας δεν αποτελεί εκτελεστό τίτλο, είναι αβάσιμος, καθόσον κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της απόφασης, τα αναφερόμενα στην ανακοπτόμενη διαταγή σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο "....καταγγείλαμε τη σύμβαση....κλείσαμε το λογαριασμό....", οφείλονται σε προφανή παραδρομή, το δε ποσό της πληρωμής (κεφάλαιο και τόκοι) αναφέρεται σαφώς.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω μέρος, είναι αβάσιμος, αφού η πιστή αντιγραφή στη διαταγή πληρωμής του περιεχομένου των εγγράφων, τα οποία η αναιρεσίβλητη προσκόμισε προς απόδειξη της απαίτησής της και από τα οποία αποδεικνύεται η ένδικη αυτή απαίτηση, δεν καθιστά άκυρη τη διαταγή πληρωμής, εφόσον, κατά τα λοιπά, από τον συγκεκριμένο τίτλο προκύπτει σαφώς η απαίτηση κατά ποσόν και ποιόν, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα θεωρούνται οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έτσι, "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, πράγματα αποτελούν και οι λόγοι ανακοπής (ενστάσεις) κατά διαταγής πληρωμής (ΑΠ 531/2022, ΑΠ 387/2020, ΑΠ 631/2020, ΑΠ 368/2019).
Όμως, δεν αποτελούν πράγμα με την ανωτέρω έννοια οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 1583/2022). Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 747/2019, ΑΠ 118/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος, της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής και επαναφερθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό του περί ακυρότητας της διαταγής πληρωμής, καθόσον, ενώ σ' αυτή αναγράφεται αρχικώς ότι το επιτόκιο συνομολογείται κυμαινόμενο, στη συνέχεια αναφέρεται, κατά τρόπο αντιφατικό, ότι οι τόκοι υπολογίστηκαν σύμφωνα με τις αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος έως την 3-2-2014.Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το εφετείο έλαβε υπόψη τον συγκεκριμένο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αλλά τον απέρριψε διαλαμβάνοντας αντίθετες προς αυτόν παραδοχές και, ειδικότερα, δεχόμενο ότι η διαταγή πληρωμής περιέχει τα οριζόμενα στο άρθρο 630 (γ) και (δ) ΚΠολΔ στοιχεία, ήτοι "την αιτία της πληρωμής (σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου), το ποσό που οφείλεται κατά κεφάλαιο (83.569,15 ευρώ), τόκους κεφαλαίου (2.750 ευρώ) και τόκους υπερημερίας (1.273,23 ευρώ)", κρίνοντας ότι η απαίτηση ήταν εκκαθαρισμένη και δεν ήταν αναγκαίος ο προσδιορισμός στη διαταγή πληρωμής του επιτοκίου που εφαρμόστηκε από την αναιρεσίβλητη, για τον υπολογισμό των τόκων (κεφαλαίου και υπερημερίας).
Επίσης, με τον τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην ίδια ως άνω από τον αρ. 8β πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον επαναφερθέντα ενώπιόν του τρίτο λόγο της ανακοπής του, με τον οποίο ισχυρίστηκε ότι, ενώ στον όρο 15 της σύμβασης γίνεται αναφορά σε επιτόκιο προσφοράς Euribor διατραπεζικών καταθέσεων σε ευρώ διάρκειας ενός (1) μηνός και προσαυξημένο κατά το περιθώριο 1% και επίσης προβλέπεται περίπτωση κατά την οποία το επιτόκιο θα υπολογίζεται με βάση παρεμβατικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, παρ' όλα αυτά στη διαταγή πληρωμής αναφέρεται ότι το επιτόκιο συνομολογείται κυμαινόμενο και στη συνέχεια, κατά τρόπο αντιφατικό, ότι οι τόκοι υπολογίστηκαν σύμφωνα με τις αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, χωρίς να γίνεται μνεία σε επιτόκιο προσφοράς Euribor ή σε παρεμβατικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, με αποτέλεσμα τα δεκτά γενόμενα στη διαταγή πληρωμής ως προς το επιτόκιο να μην έχουν καμιά σχέση με τα συμβατικώς συμφωνηθέντα και δη με τον όρο 15 της ένδικης σύμβασης και για τον λόγο αυτόν η όλη απαίτηση της αναιρεσίβλητης είναι ανεκκαθάριστη, αφού δεν προκύπτει με ποίο τρόπο η αναιρεσίβλητη προσδιόριζε το ποσό των τόκων κατά τη διάρκεια της σύμβασης.
Όμως, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το εφετείο έλαβε υπόψη τον παραπάνω λόγο της ανακοπής, τον οποίο απέρριψε ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία ότι "δεν απαιτείται η αναφορά στην ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, του ύψους του επιτοκίου που εφαρμόσθηκε για τον υπολογισμό των τόκων.
Άλλωστε, αυτό προκύπτει από το προαναφερόμενο άρθρο 15 της σύμβασης δανείου που προσκομίσθηκε κατά την έκδοσή της". Επομένως, το Εφετείο δεν παρέλειψε, παρά τον νόμο, να λάβει υπόψη πράγματα παραδεκτώς προταθέντα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, ως εκ τούτου, ο ανωτέρω τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος ως άνω, τρίτος, λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι απαράδεκτος, αφού ο συγκεκριμένος λόγος της ανακοπής απορρίφθηκε ως μη νόμιμος και συνεπώς ελλείπει η, αναγκαία της στοιχειοθετήσεώς του, προϋπόθεση της καταρτίσεως ελάσσονος προτάσεως εκτιμήσεως των αποδείξεων.
Περαιτέρω, το Εφετείο, με την ανωτέρω κρίση του, ότι δηλαδή δεν απαιτείται η αναφορά στην ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, του ύψους του επιτοκίου που εφαρμόσθηκε για τον υπολογισμό των τόκων, αφού αυτό προκύπτει από το άρθρο 15 της σύμβασης δανείου που προσκομίσθηκε κατά την έκδοσή της, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 216 και 630 ΚΠολΔ, αφού, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, το επιτόκιο υπολογισμού των τόκων, συμβατικών και υπερημερίας, δεν αποτελεί αναγκαίο περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής, αλλά μπορεί να εξαχθεί και από τα επισυναπτόμενα για την έκδοσή της έγγραφα (ΑΠ 1006/2022, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 1202/2018).
Κατά συνέπεια, δεν παρέλειψε, παρά τον νόμο, να κηρύξει ακυρότητα της διαταγής πληρωμής και συνεπώς ο έβδομος, κατά το δεύτερο σκέλος, από τον αρ. 14 (και όχι από τον αρ. 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του Ν.2251/1994, που έχει τίτλο "προστασία καταναλωτών", όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το Ν. 3587/2007 και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα ενός Γενικού Όρου Συναλλαγών (ΓΟΣ) κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά τον χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού (ΟλΑΠ 15/2007, ΑΠ 387/2020, ΑΠ 368/2019), οι όροι που έχουν διαμορφωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών) απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, ο δε καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως από την οποία αυτή εξαρτάται (ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 368/2019).
Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ., συνεπεία διαταράξεως της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του ιδίου ως άνω άρθρου 2, παρατίθεται ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών Γ.Ο.Σ., θεωρουμένων κατ' αμάχητο τεκμήριο ως καταχρηστικών (ΑΠ 1138/2020 ΑΠ 368/2019, 1463/2017). Εξάλλου, με το άρθρο 1 του ν. 1266/1982 καταργήθηκαν η Νομισματική Επιτροπή και οι υποεπιτροπές της και παράλληλα ορίστηκε ότι οι αρμοδιότητές της, με εξαίρεση τις αναφερόμενες περιπτώσεις των άρθρων 2 και 3, μεταβιβάστηκαν αυτοδικαίως στην Τράπεζα της Ελλάδος και ασκούνται με πράξεις του Διοικητή της ή οργάνων της εξουσιοδοτημένων από τον διοικητή, στο πλαίσιο της κυβερνητικής πολιτικής.
Σε εκτέλεση των διατάξεων αυτών εκδόθηκε η 336/29.2.1984 απόφαση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ 28/τ. α'/14.4.1984), με την οποία συστήθηκε η Επιτροπή Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων (ΕΝΠΘ/ΤΕ), που με την 2435/26.6.1998 πράξη του (ΦΕΚ 142/τ. α'/29.6.1998) μετονομάστηκε σε Επιτροπή Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων (ΕΤΠΗ/ΤΕ), στις αρμοδιότητες της οποίας περιλαμβάνονται, πλην άλλων, και η έκδοση αποφάσεων που αφορούν τους όρους λειτουργίας των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων.
Οι εκδιδόμενες από την εν λόγω Επιτροπή αποφάσεις, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ν. 1266/1982, έχουν κανονιστικό χαρακτήρα και αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Έτσι, στο πλαίσιο αυτό, με τις περιπτώσεις i) και iv) της παραγράφου 2 εδ. α' του κεφαλαίου Β' της ΠΔ/ΤΕ/2501/2002 (ΦΕΚ Α' 277/18.11.2002) ορίστηκε ότι τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν κατ' ελάχιστο να παρέχουν πληροφορίες σχετικές με "το ύψος των βασικών επιτοκίων χορηγήσεων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται όλες οι τυχόν χρηματοοικονομικές επιβαρύνσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων και το ύψος του περιθωρίου επιτοκίου (spread), όπου αυτό εφαρμόζεται.
Επιπλέον, αναφέρονται χωριστά οι ειδικές εισφορές, οι φόροι και τα τέλη που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία (είδος και ποσό ή ποσοστό"), καθώς και "σε περιπτώσεις δανειακών συμβάσεων με κυμαινόμενο επιτόκιο, το γενικό επιτόκιο αναφοράς, σαφώς προσδιορισμένο με βάση τα ισχύοντα επιτόκια των χρηματαγορών, τις περιόδους ισχύος του, καθώς και πληροφόρηση σχετικά με βασικούς παράγοντες, η ενδεχόμενη μεταβολή των οποίων θα επηρεάσει το συνολικό κόστος του αντίστοιχου δανείου (όπως π.χ.
παρεμβατικά επιτόκια Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας)". Περαιτέρω, με τα εδάφια α) και β) της παραγράφου 2 της απόφασης 178/2004 της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων (ΦΕΚ Α' 152/9.8.2004), ορίζεται ότι: "α) Η παρ. 2 εδ. α' (iv) του Κεφαλαίου Β' της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 περί κυμαινόμενου επιτοκίου είναι σύμφωνη με την ως άνω αρχή και αποβλέπει στην εξασφάλιση πλήρους διαφάνειας και αποτελεσματικής ενημέρωσης των συναλλασσόμενων σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μεταβάλλεται το αρχικά καθορισμένο επιτόκιο της δανειακής σύμβασης.
β) Η μεταβολή του κυμαινόμενου επιτοκίου συνδέεται αποκλειστικά με δείκτες γενικού και ευρέως προσβάσιμου επιτοκιακού χαρακτήρα όπως παρεμβατικά επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, euribor, απόδοση ομολόγων, βραχυπρόθεσμων τίτλων κ.λ.π., οι οποίοι πρέπει να αναφέρονται ρητά στη σύμβαση. Στη σύμβαση προσδιορίζεται επίσης ρητά ο τρόπος προσαρμογής του συμβατικού επιτοκίου ως εξής: i) ως το ανώτατο πολλαπλάσιο της εκάστοτε μεταβολής του επιτοκιακού δείκτη ή ii) ως το εκάστοτε προκύπτον άθροισμα του ύψους του επιτοκιακού δείκτη πλέον ενός περιθωρίου καθοριζομένου μέχρι ενός ανώτατου ορίου.
Σε περίπτωση που επιλεγούν περισσότεροι του ενός από τους ως άνω δείκτες πρέπει επίσης να σταθμίζεται στη σύμβαση η συμμετοχή του κάθε δείκτη στη συνολική διαμόρφωση της μεταβολής του κυμαινόμενου επιτοκίου". Με βάση τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ως άνω ν. 2251/1994, που εφαρμόζονται και επί δανείων, που χορηγούνται από Τράπεζα, με προμηθευτή την τελευταία και καταναλωτή τον δανειολήπτη (ΑΠ 1196/2010, ΑΠ 2123/2009, ΑΠ 430/2005), καθώς και τις πιο πάνω αποφάσεις της ΠΔ/ΤΕ και της ΕΤΠΘ/ΤΕ, γίνεται δεκτό ότι δεν είναι καταχρηστικός ο όρος, με τον οποίο προβλέπεται, σε σύμβαση δανείου, η δυνατότητα μεταβολής του συνομολογηθέντος κυμαινόμενου επιτοκίου σε περίπτωση μεταβολής του βασικού παρεμβατικού επιτοκίου για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, οικονομικού μεγέθους που δικαιολογεί τη συμβατική αυτή ρύθμιση, με ανώτατο πολλαπλάσιο αυτής το 200/00 της διαφοράς μεταξύ του προηγούμενου και του νέου παρεμβατικού επιτοκίου, αφού το πολλαπλάσιο αυτό, δεν αποτελεί σημαντική απόκλιση και ουσιαστική διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας [με την έννοια της "απόκλισης" από τις καθοδηγητικού και μόνο χαρακτήρα διατάξεις του ενδοτικού δικαίου, στο πλαίσιο των οποίων και εμπίπτει], δοθέντος ότι το διπλάσιο της μεταβολής κατ' ανώτατο όριο δικαιολογημένα μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμβατικής ρύθμισης (ΑΠ 919/2021, ΑΠ 354/2020, ΑΠ 994/2018, ΑΠ 652/2010).
Εξάλλου, συμφωνίες τραπεζικών επιτοκίων, που καταρτίσθηκαν μετά την απελευθέρωσή τους και με τις οποίες συνομολογείται επιτόκιο, που τυχόν, κατά περίπτωση, υπερβαίνει το εκάστοτε οριζόμενο για τα δικαιοπρακτικά (εξωτραπεζικά) επιτόκια ανώτατο όριο, δεν είναι εκ μόνου του λόγου αυτού αθέμιτες (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 994/2018, ΑΠ 370/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της ανακοπής, κατά το δεύτερο σκέλος, ο ανακόπτων ισχυρίστηκε α) ότι με τον όρο 15 της ένδικης σύμβασης δανείου ορίστηκε ότι "Το επιτόκιο του παρόντος δανείου είναι κυμαινόμενο και ορίζεται ότι θα ισούται με το επιτόκιο προσφοράς euribor διατραπεζικών καταθέσεων σε ευρώ διαρκείας ενός (1) μηνός (επιτοκιακός δείκτης αναφοράς) στρογγυλοποιούμενο στα τρία (3) δεκαδικά ψηφία και προσαυξημένο κατά περιθώριο 1%... (το οποίο περιθώριο θα παραμείνει σταθερό για όλη τη διάρκεια του δανείου), καθώς και με την νόμιμη, κατά περίπτωση, εισφορά του ν. 128/1975.
Το επιτόκιο του δανείου θα μεταβάλλεται κάθε μήνα με βάση τη μεταβολή του παραπάνω επιτοκιακού δείκτη αναφοράς όπως αυτός θα διαμορφώνεται δύο εργάσιμες ημέρες πριν από την ημερομηνία έναρξης της περιόδου εκτοκισμού εκάστης δόσης. Εάν ο ανωτέρω επιτοκιακός δείκτης αναφοράς, που προκύπτει από τον περιγραφόμενο στο παρόν άρθρο τρόπο προσδιορισμού, είναι μικρότερος του ισχύοντος, κατά την ημέρα προσδιορισμού, παρεμβατικού επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Ε.Κ.Τ.) για πράξεις κύριας χρηματοδότησης του Ευρωσυστήματος, τότε ως επιτοκιακός δείκτης αναφοράς για τον υπολογισμό του παραπάνω επιτοκίου ορίζεται το ισχύον τη συγκεκριμένη ημέρα παρεμβατικό επιτόκιο της Ε.Κ.Τ." και β) ότι με τον όρο αυτό επέρχεται υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ των συμβαλλομένων και ως εκ τούτου καταχρηστικός, αφού παρεχόταν η δυνατότητα στην αναιρεσίβλητη να καθορίζει μονομερώς το ύψος του επιτοκίου ανάλογα με τα συμφέροντά της χωρίς να τον έχει ενημερώσει, επιλέγοντας δηλαδή ως επιτοκιακό δείκτη αναφοράς άλλοτε τον δείκτη euribor και άλλοτε τον δείκτη ΕΚΤ, ανάλογα με το ποιος ήταν εκάστοτε υψηλότερος, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθεί με το ποσό των 5.530 ευρώ.
Το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον παραπάνω λόγο ανακοπής ως αβάσιμο, με την εξής αιτιολογία: "Περαιτέρω, ο όρος για τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου (άρθρο 15 της σύμβασης) που αναφέρεται ανωτέρω, ο οποίος είναι προδιατυπωμένος στη σύμβαση, δεν είναι καταχρηστικός όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο ανακόπτων, διότι ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου είναι σαφώς διατυπωμένος και προσδιορισμένος και ο ανακόπτων (καταναλωτής) μπορούσε να αντιληφθεί με πλήρη σαφήνεια την υποχρέωση που αναλαμβάνει, ως προς το ύψος του επιτοκίου του δανείου του.
Οι οικονομικές συνέπειες και οι επιβαρύνσεις από τον όρο αυτόν ήταν ευκρινείς για τον ανακόπτοντα καθόσον μπορούσαν να γίνουν άμεσα κατανοητές από το μέσο καταναλωτή, ο οποίος δεν διαθέτει εξειδικευμένες γνώσεις νομικές και οικονομικές, όπως ο ανακόπτων..... Εξάλλου, δεν επικαλείται, ούτε βεβαίως αποδείχτηκε ότι η ύπαρξη του όρου αυτού, συντέλεσε στην έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής περιάγοντάς τον σε δυσμενή θέση, ενώ την καθ' ης σε προνομιακή θέση.
Επομένως ο τέταρτος λόγος της ανακοπής ως προς το σκέλος του που αφορά την καταχρηστικότητα του άνω όρου, τον οποίο... επαναφέρει με λόγο της έφεσης ο ανακόπτων είναι ουσία αβάσιμος". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994, 178 και 281 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να παραβιάσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των διατάξεων αυτών και κατά την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, δεδομένου ότι το ύψος το ύψος του επιτοκίου απαρτίζεται από στοιχεία που είτε είναι σταθερά (το περιθώριο), είτε καθορίζονται από τον νόμο (εισφορά Ν. 128/1975) και περαιτέρω προσδιορίζεται με βάση αντικειμενικά και μη ελεγχόμενα από την αναιρεσίβλητη τράπεζα κριτήρια, ήτοι είτε το επιτόκιο Euribor (το οποίο αποτελεί τον μέσο όρο των επιτοκίων του διατραπεζικού δανεισμού στον χώρο της Ευρωζώνης, ο οποίος διαπιστώνεται ημερησίως από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) επί τη βάσει των ανακοινώσεων επιλεγμένων τραπεζών) είτε το παρεμβατικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ο ανωτέρω δε τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου είναι σαφώς διατυπωμένος και, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, ο αναιρεσείων μπορούσε να αντιληφθεί με πλήρη σαφήνεια την υποχρέωση που αναλαμβάνει ως προς το ύψος του επιτοκίου του δανείου του, ενώ, εξάλλου, το δικαίωμα της αναιρεσίβλητης τράπεζας να καθορίζει το ύψος του επιτοκίου με βάση το παρεμβατικό επιτόκιο της Ε.Κ.Τ., στην περίπτωση που το επιτόκιο euribor ήταν μικρότερο αυτού, δεν επιφέρει, ενόψει του ανωτέρω τρόπου προσδιορισμού και του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων, διατάραξη της ισορροπίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών, αφού η εξέλιξη του όρου ήταν προβλέψιμη και οι από αυτόν οικονομικές συνέπειες και επιβαρύνσεις του αναιρεσείοντος ευκρινείς και μπορούσαν να γίνουν άμεσα κατανοητές από τον μέσο καταναλωτή, ο οποίος δεν διαθέτει εξειδικευμένες γνώσεις νομικές και οικονομικές, όπως εν προκειμένω ήταν, κατά τις ίδιες παραδοχές, ο αναιρεσείων, τούτο δε ήταν εκ των προτέρων εναργές και σαφές και προσδιοριζόταν εξ αρχής, χωρίς απόκρυψη άλλων κριτηρίων, που θα διέψευδαν τις τυπικές και δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη ως προς την εξέλιξη της συναλλακτικής του σχέσης με την Τράπεζα (πρβλ.
ΑΠ 994/2018). Επομένως, συνολικά εξεταζόμενοι, οι τέταρτος και έκτος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 (και όχι από τον αρ. 14) πλημμέλεια, ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994, 178 και 281 ΑΚ δέχθηκε ως σαφή και μη καταχρηστικό τον όρο 15 της σύμβασης δανείου, με τον οποίο εδίδετο στην αναιρεσίβλητη το δικαίωμα να καθορίζει το ύψος του επιτοκίου κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, ανάλογα με τα συμφέροντά της, διαταράσσοντας έτσι υπέρμετρα την ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων, καθώς και ο πέμπτος λόγος,με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή στις πιο πάνω διατάξεις των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως, κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα και, ως εκ τούτου, οι ίδιοι ως άνω τέταρτος, κατά το οικείο μέρος, έκτος, κατά το πέμπτο σκέλος, και έβδομος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγοι αναιρέσεως, καθό μέρος με αυτούς προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι.
Αβάσιμος, επίσης, είναι ο έκτος λόγος αναίρεσης, καθό μέρος προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τους αρ. 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε τον προβληθέντα με τον τρίτο λόγο ανακοπής ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί υπέρμετρης διατάραξης της ισορροπίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων με τον όρο 15 της σύμβασης, εξ αιτίας του οποίου επιβαρύνθηκε με επί πλέον τόκους 5.530 ευρώ, και περί ακυρότητας για τον λόγο αυτόν του παραπάνω όρου, στη σχετική δε κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικών μέσων (εξετασθέντος μάρτυρος και όλων των νομίμως προσκομισθέντων με επίκληση εγγράφων) δηλαδή όχι χωρίς απόδειξη, και ως εκ τούτου το δικαστήριο της ουσίας δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ούτε και δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη.
Επομένως, ο έκτος, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος, από τους αρ. 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Τέλος, ο ίδιος ως άνω έκτος λόγος, κατά το τέταρτο σκέλος, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού δεν αναφέρονται σαφώς στο αναιρετήριο τα έγγραφα που δεν ελήφθησαν υπόψη και δεν εκτίθεται και το περιεχόμενο αυτών, ώστε να καθίσταται εφικτή η κρίση, για το αν αυτά θα μπορούσα να επηρεάσουν, αποφασιστικά, το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλομένης, αν είχαν ληφθεί υπόψη και, συνακόλουθα, τη βασιμότητα της προβαλλομένης αναιρετικής πλημμέλειας.
Αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες (κύριες και επικουρικές) αιτιολογίες, εφ' όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικώς με ειδικό λόγο αναιρέσεως, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ' άρθρ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον απευθύνεται κατά μίας εκ των δύο αιτιολογιών, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη αποτελεσματικώς αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως.
Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την αναίρεση της τελευταίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1451/2019, ΑΠ 1207/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο, κατά το έκτο σκέλος, από τους αρ. 1 και 19 (και όχι από τον αρ. 14) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας τον τρίτο λόγο ανακοπής, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διαλαμβάνοντας αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον, ενώ αρχικώς απέρριψε τον ισχυρισμό του περί ακυρότητας του όρου 15 της συμβάσεως, δεχόμενο ότι ήσαν ευκρινείς οι εξ αυτού οικονομικές συνέπειες και επιβαρύνσεις, στη συνέχεια, απέρριψε τον ίδιο ισχυρισμό, ως προς το σκέλος του, που αφορά τον παράνομο υπολογισμό τόκων ποσού 5.530 ευρώ, ως αόριστο με την αιτιολογία, ότι "ο ανακόπτων αν και δεν αμφισβητεί ότι έλαβε το επίδικο δάνειο, το οποίο δεν έχει αποπληρώσει, δεν προσδιορίζει ποια ήταν η επιβάρυνση που προέκυψε από τις κατ' αυτόν, παράνομες χρεώσεις και ειδικότερα δεν προσδιορίζει το νόμιμο ύψος της οφειλής του, αν δηλαδή δεν είχαν συμπεριληφθεί, κεφαλαιοποιηθεί και ανατοκισθεί οι ως άνω παράνομες χρεώσεις, ώστε να είναι εφικτός από το Δικαστήριο ο έλεγχος του ύψους, του ποσού που πράγματι οφείλει".
Όπως όμως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, η παραπάνω αιτιολογία είναι επικουρική, με την έννοια ότι το Εφετείο έκρινε, ότι ακόμη και αν ο παραπάνω όρος ήταν άκυρος ως καταχρηστικός, ο συγκεκριμένος λόγος ανακοπής ήταν απορριπτέος ως αόριστος. Επομένως, εφόσον το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς, σε περισσότερες από μία επάλληλες αιτιολογίες και με την αναίρεση δεν πλήττεται, κατά τα ανωτέρω, αποτελεσματικά η πρώτη απ' αυτές, ο έκτος λόγος αναίρεσης, κατά το έκτο σκέλος του, καθώς και ο συναφής όγδοος λόγος, που προσβάλουν τη δεύτερη αιτιολογία, είναι αβάσιμοι ως αλυσιτελείς.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Όμως, μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει ως καταχρηστική την άσκησή του, αλλά πρέπει να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν ο δανειστής δεν έχει στην πραγματικότητα συμφέρον από την άσκηση του δικαιώματός του.
Στο πλαίσιο αυτό ο δανειστής, ο οποίος ασκώντας συμβατικό δικαίωμά του επιδιώκει την είσπραξη της απαίτησής του, ενεργεί ασφαλώς προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντός του, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός ελεύθερα κατ' αρχήν αποφασίζει, εκτός και πάλι αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και μάλιστα προφανής των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1472/2004).
Αυτό συμβαίνει και όταν η συμπεριφορά του δανειστή που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματός του, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι ο δανειστής δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του, με αποτέλεσμα η άσκησή του να προκαλεί επαχθείς συνέπειες στον οφειλέτη και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη και καταχρηστική.
Ειδικότερα, οι τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί που ασκούν αποφασιστική επίδραση στην ανάπτυξη και στη λειτουργία των χρηματοδοτούμενων απ' αυτές επιχειρήσεων, έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των επιχειρήσεων που χρηματοδοτούν, αφού από τη φύση της η πιστωτική σχέση, ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά των τραπεζών των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι' αυτούς συνέπειες.
Συνεπώς, και για τον λόγο αυτό η άσκηση των δικαιωμάτων τους θα πρέπει να κυριαρχείται από τις αρχές της καλόπιστης και σύμφωνης με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των οφειλόμενων παροχών (άρθρα 178, 200, 288 ΑΚ) και να αποφεύγεται αντίστοιχα κάθε κατάχρηση στη συμπεριφορά τους (ΑΠ 1188/2021, ΑΠ 1185/2019, ΑΠ 565/2017).Για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, απαιτείται να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του.
Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής του ο ανακόπτων ισχυρίστηκε ότι η αναιρεσίβλητη με τον 16ο όρο της σύμβασης δανείου παρείχε προς αυτόν οικονομικό κίνητρο υπό μορφή έκπτωσης τόκων (των ενήμερων) για τα δύο έτη αποπληρωμής, οπότε το επιτόκιο διαμορφώθηκε σε ποσοστό 3,82%.
Ότι η αναιρεσίβλητη ενώ γνώριζε ότι το επιτόκιο προσφοράς Euribor διατραπεζικών καταθέσεων και το παρεμβατικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θα έχουν ραγδαία πτώση, τον παραπλάνησε και, κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, συνέχισε να τον χρεώνει με το επιτόκιο του οικονομικού κινήτρου, ήτοι κατά ποσοστό 1,65% μεγαλύτερο από το ισχύον τότε επιτόκιο προσφοράς Euribor, με συνέπεια να καταβάλει για τόκους το ποσό των 8.245 ευρώ, ενώ έπρεπε να χρεωθεί μόνο με το ποσό των 2.650 ευρώ, άλλως 4.350 ευρώ, ήτοι κατέβαλε για τόκους επί πλέον το ποσό των 5.595 ευρώ και σε κάθε περίπτωση 3.895 ευρώ.
Το Εφετείο απέρριψε τον παραπάνω λόγο ανακοπής ως μη νόμιμο, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Ο όρος που συμφωνήθηκε με το άρθρο 16 της επίδικης σύμβασης και αναφέρεται ανωτέρω περί οικονομικού κινήτρου για τα δύο πρώτα έτη, κατά τα οποία ο ανακόπτων θα βαρύνεται με επιτόκιο 3,82%, δεδομένου ότι κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης το επιτόκιο, όπως ο ίδιος αναφέρει, με βάση τον συμφωνηθέντα τρόπο υπολογισμού (άρθρο 15 της σύμβασης), ανήρχετο σε 5,477%, δεν τέθηκε προς παραπλάνηση και εξαπάτησή του, όπως αβασίμως ισχυρίζεται.
Το γεγονός ότι δύο μήνες μετά τη λειτουργία της σύμβασης το Εuribor σημείωσε πτώση, δεν αναιρεί τα ανωτέρω, καθόσον δεν μπορούσε να το προβλέψει η καθ' ης, η οποία εξακολούθησε να λαμβάνει το συμφωνημένο επιτόκιο (3,82%). Η άνω συμπεριφορά της καθ' ης δεν είναι αντίθετη στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο ανακόπτων, καθόσον τήρησε τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της ανακοπής περί κατάχρησης δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ) εκ μέρους της καθ' ης, καθόσον η τελευταία δεν έπρεπε, όπως ισχυρίζεται, να λαμβάνει το άνω συμφωνηθέν επιτόκιο του οικονομικού κινήτρου για τα δύο πρώτα έτη, επειδή αυτό ήταν υψηλότερο του επιτοκίου του άρθρου 15 της επίδικης σύμβασης, αλλά το τελευταίο, το οποίο επαναφέρει με λόγο της έφεσής του, είναι μη νόμιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον τα ανωτέρω εκτιθέμενα περιστατικά, δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, αφού δεν εκθέτει ότι του είχε δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι δεν θα τηρούσε την συμφωνία στην περίπτωση αυτή".Έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε την προπαρατεθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού, υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα στην ανακοπή πραγματικά περιστατικά, η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να επιβαρύνει τον αναιρεσείοντα, κατά τα δύο πρώτα έτη αποπληρωμής του δανείου, με το επιτόκιο του οικονομικού κινήτρου, σύμφωνα με τον όρο 16, παρά την πτώση του επιτοκίου Euribor και του παρεμβατικού επιτοκίου της Ε.Κ.Τ.,και όχι με το χαμηλότερο επιτόκιο του όρου 15, δεν υπερβαίνει πράγματι προφανώς τα οριζόμενα από τη διάταξη αυτή όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Και τούτο, διότι η συγκεκριμένη συμφωνία περί καθορισμού του εν λόγω σταθερού τραπεζικού επιτοκίου ως οικονομικού κινήτρου στηρίζεται στις επικρατούσες, κατά τον χρόνο συνομολόγησής της, συνθήκες, και ιδίως των χρηματοπιστωτικών αγορών και των εν γένει υποχρεώσεων των τραπεζών που απορρέουν από τις διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία τους, οι οποίες (συνθήκες) σε περίπτωση μεταβολής τους θα μπορούσαν ενδεχομένως να προκαλέσουν αύξηση του επιτοκίου πέραν του ισχύοντος κατά την κατάρτιση της συμβάσεως.
Επομένως, ο ένατος, κατά το πρώτο σκέλος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, καθό μέρος προβάλλεται με αυτόν η, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε ως νομικά αβάσιμο τον παραπάνω λόγο της ανακοπής, με ασαφή και αντιφατική αιτιολογία είναι απαράδεκτος, αφού, όπως αναφέρθηκε, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης.
Με τον δέκατο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας τους τρίτο και τέταρτο λόγους της ανακοπής διέλαβε αντιφατική αιτιολογία, καθόσον, ενώ για την απόρριψη του τρίτου λόγου, με τον οποίο ισχυρίστηκε ότι ο όρος 15 είναι άκυρος ως καταχρηστικός, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων είχε τη δυνατότητα ως μέσος καταναλωτής να αντιληφθεί τις οικονομικές συνέπειες και επιβαρύνσεις αναφορικά με το ύψος του επιτοκίου, στη συνέχεια, κατά τρόπο αντιφατικό, απέρριψε ως μη νόμιμο τον τέταρτο λόγο της ανακοπής, με τον οποίο προέβαλε ότι η αναιρεσίβλητη κατά κατάχρηση δικαιώματος, κατά τα δύο πρώτα έτη της σύμβασης ελάμβανε το επιτόκιο κινήτρου αντί του συμφωνηθέντος, αφού το τελευταίο ήταν μικρότερο, με την αιτιολογία ότι η αναιρεσίβλητη δεν μπορούσε να προβλέψει ότι δύο μήνες μετά τη λειτουργία της σύμβασης το επιτόκιο Euribor θα σημείωνε πτώση.
Ο λόγος αυτός είναι, επίσης, απαράδεκτος, αφού, πέραν του ότι πρόκειται για την αιτιολογία δύο διαφορετικών όρων, ο τέταρτος λόγος ανακοπής απορρίφθηκε ως μη νόμιμος και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται ο προβαλλόμενος ως άνω αναιρετικός λόγος. Περαιτέρω, με τον ένατο αναιρετικό λόγο, κατά το τρίτο σκέλος, από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα, ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε προς θεμελίωση της ένστασής του περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, ήτοι ότι η παροχή αυτή ήταν το δέλεαρ για να λάβει το δάνειο από την αναιρεσίβλητη, αφού ακούοντας περί οικονομικού κινήτρου θεώρησε ότι είναι προς το συμφέρον του η κατάρτιση της ένδικης σύμβασης και πράγματι ήταν η αιτία που την υπέγραψε, μεταφέροντας το δάνειό του στην αναιρεσίβλητη, ενόψει δε αυτού όφειλε η αναιρεσίβλητη, όταν το οικονομικό αυτό κίνητρο υπερέβαινε το επιτόκιο του όρου 15, να του χορηγήσει ανάλογο οικονομικό κίνητρο.
Ωστόσο, η επικαλούμενη ως άνω παράλειψη του Εφετείου δεν ιδρύει, τον παραπάνω αναιρετικό λόγο, καθόσον, τα εκτιθέμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση, και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος, ως μη πληρούντα τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη προϋποθέσεις ουσιαστικής ευδοκίμησης της προτεινομένης ένστασης.
Επομένως, ο ένατος, κατά το τρίτο σκέλος, από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο, περιλαμβάνονται, όπως προαναφέρεται, και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, οι κανόνες δε αυτοί εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.
Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ υφίσταται: α) είτε όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαπιστώνει ρητώς ή εμμέσως, κατά τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ως προς την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει στις γενικές ερμηνευτικές αρχές αυτών των άρθρων προς διακρίβωση του νοήματος της δηλώσεως βουλήσεως ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών, β) είτε όταν προσφεύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010), γ) είτε όταν προβαίνει σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στους ως άνω κανόνες και ιδίως στα αξιολογικά κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και το πόρισμά του δεν είναι σύμφωνο με τις ως άνω αρχές (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 341/2021, ΑΠ 603/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, κενό ή αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο των όρων 15 και 16 της σύμβασης και συνεπώς ο παραπάνω ένατος αναιρετικός λόγος, κατά το τέταρτο σκέλος, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παραβίασε τις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθόσον, διαπιστώνοντας σχετικό κενό ή αμφιβολία, προέβη σε συλλογισμούς και συμπεράσματα για να διαγνώσει την αληθή έννοια των πιο πάνω όρων, είναι αβάσιμος.
Με τον πέμπτο λόγο της ανακοπής του, ο ανακόπτων ισχυρίστηκε ότι παρανόμως υπολογίστηκε στο ποσό της οφειλής του που διατάχθηκε να πληρώσει με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και το ποσό των 2.750,55 ευρώ για τόκους κεφαλαίου από 6-10-2012 που σταμάτησε να καταβάλει τις δόσεις έως την 19-10-2013 που έγινε η καταγγελία της σύμβασης, διότι το ποσό αυτό αναγράφεται στη στήλη "επιδότηση" στα βιβλία της καθ' ης.
Το εφετείο απέρριψε τον ανωτέρω λόγο ανακοπής ως αβάσιμο, δεχόμενο τα εξής: Όμως το ποσό αυτό, στην πραγματικότητα αναγράφεται κάτω από τη στήλη "τόκοι ενήμεροι" ή άλλως τόκοι κεφαλαίου από 6-10-2012 έως 19-10-2013, όπως άλλωστε καταγράφεται και στο απόσπασμα του λογαριασμού και συγκεκριμένα στην πρώτη σελίδα αυτού".
Με τον ενδέκατο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη για την εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες έκρινε ως προς το ουσιώδες ζήτημα σε ποια στήλη αναγράφονταν το ποσό των 2.750 ευρώ, που συνίστατο σε τόκους, ήτοι δέχθηκε ότι είχε αναγραφεί στη στήλη ενήμεροι τόκοι, ενώ κατά τους ισχυρισμούς του είχε αναγραφεί στη στήλη "επιδότηση".Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού οι αιτιάσεις αυτές συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, και υπό την επίφαση της επίκλησης έλλειψης νόμιμης βάσης πλήττεται η ορθότητα της εκτίμησης των αποδείξεων και η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του Εφετείου.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, με τον έβδομο λόγο της ανακοπής του ισχυρίστηκε ότι η αναιρεσίβλητη προσδιορίζει τους τόκους κεφαλαίου στο ποσό των 2.750,55 ευρώ και τους τόκους υπερημερίας στο ποσό των 1.273,22 ευρώ, χωρίς ωστόσο να προκύπτει "με ποιο τρόπο τελικά υπολογίστηκαν οι τόκοι του κεφαλαίου και με ποιο τρόπο υπολογίστηκαν οι τόκοι υπερημερίας", με αποτέλεσμα, εξ αιτίας του ασαφούς αυτού τρόπου υπολογισμού των τόκων, η απαίτηση της αναιρεσίβλητης είναι ανεκκαθάριστη και, συνακόλουθα, η διαταγή πληρωμής ακυρωτέρα.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής, η απαίτηση της αναιρεσίβλητης προσδιορίζεται αναλυτικά κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρεται και ο τρόπος υπολογισμού των τόκων, αφού, όπως αναφέρθηκε, τα σχετικά κονδύλια, σύμφωνα με το παραδεκτώς επισκοπούμενο (ΚΠολΔ 561 § 2) περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής, προέκυπταν από τα προσκομισθέντα με την αίτηση της αναιρεσίβλητης αποσπάσματα του τηρηθέντος για τη σύμβαση λογαριασμού, τα οποία (αποσπάσματα) κατά τον ρητό όρο 10 της εν λόγω σύμβασης αποτελούν πλήρη απόδειξη της οφειλής της αναιρεσίβλητης (βλ.
ΑΠ 1268/2022) και, συνεπώς, η ένδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητης τυγχάνει εκκαθαρισμένη. Ενόψει αυτού, ο ανακόπτων όφειλε στον ανωτέρω λόγο της ανακοπής του, να προσδιορίζει το νόμιμο ποσό των οφειλόμενων από αυτόν τόκων καθώς και το υπερβάλλον ποσό, με το οποίο αυτός επιβαρύνθηκε παρανόμως, πλην, όμως, περιορίστηκε σε γενική αμφισβήτηση του ποσού των τόκων και συνεπώς ο πιο πάνω λόγος ανακοπής είναι αόριστος.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο κρίνοντας ομοίως, απέρριψε ως αόριστο τον ανωτέρω λόγο ανακοπής, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και, ως εκ τούτου, ο δέκατος τρίτος, από τον αρ. 14 (μόνον, και όχι και από τον αρ. 1) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια ότι εξαιτίας του ασαφούς τρόπου υπολογισμού από την αναιρεσίβλητη των τόκων, η απαίτηση καθίσταται ανεκκαθάριστη, και, ως εκ τούτου, έπρεπε να ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής, καθώς και ο συναφής δέκατος πέμπτος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 2601/1998, που άρχισε να ισχύει από 15.04.1998, "από την ισχύ του παρόντος νόμου, οι οφειλόμενοι στα πιστωτικά ιδρύματα σε καθυστέρηση τόκοι ανατοκίζονται, εφόσον τούτο συμφωνηθεί, από την πρώτη ημέρα της καθυστέρησης. Οι τόκοι που προκύπτουν προστίθενται στο ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο ανά εξάμηνο κατ' ελάχιστο όριο, είτε πρόκειται για συμβάσεις δανείων είτε για συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού.
Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 112 του ΕισΝΑΚ. Εάν δεν υπάρχει συμφωνία ανατοκισμού, ισχύουν οι σχετικές διατάξεις του ΑΚ και του εισαγωγικού νόμου αυτού...". Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι από τη δημοσίευση του άνω νόμου και εφεξής οι οφειλόμενοι στα πιστωτικά ιδρύματα συμβατικοί τόκοι ανατοκίζονται από την πρώτη ημέρα της καθυστέρησης κατά τη διάρκεια λειτουργίας του δανείου ή του αλληλόχρεου λογαριασμού, μόνον εφόσον αυτό συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλόμενων και μόνον εφόσον εγγράφονται και προστίθενται ως κονδύλια στον λογαριασμό κάθε εξάμηνο, κατ' ελάχιστο όριο.
Συνεπώς, συμφωνία που καταρτίστηκε μετά την έναρξη ισχύος του νόμου και προβλέπει τον ανατοκισμό για χρονικό διάστημα μικρότερο του εξαμήνου, αντίκειται στην αναγκαστικού δικαίου προαναφερόμενη διάταξη και ισχύει για τον προβλεπόμενο στον νόμο ανατοκισμό ανά εξάμηνο. Αν δεν υπάρχει δε καθόλου συμφωνία ανατοκισμού, αυτός διέπεται από τις διατάξεις του ΑΚ και του ΕισΝΑΚ.
Επομένως, η συμβαλλόμενη τράπεζα δικαιούται να απαιτήσει τόκους τόκων και για το χρόνο μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης ή διαταγής πληρωμής, γιατί το οφειλόμενο ποσό που αποτελεί απαίτηση της τράπεζας, δεν χάνει, μετά την καταγγελία της σύμβασης, αλλά ούτε και μετά την έκδοση της απόφασης ή της διαταγής πληρωμής, τον χαρακτήρα της τραπεζικής απαίτησης, αφού ο ως άνω ν.2061/1998 προβλέπει τον εκτοκισμό των οφειλόμενων στις τράπεζες τόκων, χωρίς διάκριση μεταξύ ενεργού συμβάσεως και συμβάσεως που για οποιονδήποτε λόγο έληξε και χωρίς να εξαιρεί τον εκτοκισμό, όταν έχει εκδοθεί για την οφειλή δικαστική απόφαση ή εκτελεστός τίτλος.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της ανακοπής του ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε, ότι, ενώ κατά τον χρόνο της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης πίστωσης (18-10-2013) η οφειλή του ανερχόταν στο ποσό των 83.569,15 ευρώ και ενώ στη σύμβαση αυτή οριζόταν ότι οι τόκοι υπερημερίας προστίθενται στο ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο ανά εξάμηνο, με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής διατάχθηκε να καταβάλει το συνολικό ποσό των 87.851 ευρώ "έντοκο από 4-2-2014, ήτοι την επομένη ημέρα της τελευταίας ημερομηνίας υπολογισμού των τόκων μέχρι την ολοσχερή εξόφληση", και συγκεκριμένα 83.569,15 ευρώ για κεφάλαιο, 2.750,55 ευρώ για τόκους κεφαλαίου, 1.273,22 ευρώ για τόκους υπερημερίας και 258,08 ευρώ για έξοδα, με συνέπεια "το ποσό των τόκων, που αναφέρονται στο χρονικό διάστημα 19-10-2013 μέχρι την 4-2-2014" να κεφαλαιοποιηθεί πριν την πάροδο των έξι μηνών, αφού διατάσσεται να καταβάλει τόκους και για το ανωτέρω ποσό των τόκων.
Με αυτό το περιεχόμενο ο ανωτέρω λόγος ανακοπής είναι πλήρως ορισμένος, αφού, υπό τα εκτιθέμενα, ο αναιρεσείων διατάχθηκε με τη διαταγή πληρωμής να καταβάλει το ποσό των εξαχθέντων κατά το ανωτέρω αναφερόμενο χρονικό διάστημα τόκων, νομιμοτόκως από 4-2-2014, ήτοι πριν τη συμπλήρωση εξαμήνου από τον χρόνο της καταγγελίας.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε τον ανωτέρω λόγο ανακοπής ως αόριστο, με την αιτιολογία ότι "ο ανακόπτων δεν προσδιορίζει επακριβώς ποιο είναι το υπερβάλλον ποσό κατά το οποίο είναι άκυρη η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής και το νόμιμο κατ' αυτόν ύψος της οφειλής του, αλλά αρκείται σε γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του τηρηθέντος λογαριασμού που λειτούργησε μεταξύ των και προς εξυπηρέτησή των, ώστε να δύναται να τύχουν δικαστικής εκτίμησης", υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ και συνεπώς ο δωδέκατος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος.
Με τον όγδοο λόγο της ανακοπής, σε συνέχεια του εβδόμου λόγου ανακοπής, ο αναιρεσείων ζήτησε την ακύρωση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής, διότι, ενώ σύμφωνα με τον όρο 7 της σύμβασης ορίστηκε ότι οι τόκοι υπερημερίας θα υπολογίζονται με το επιτόκιο του δανείου προσαυξημένο κατά 2,5 εκατοστιαίες μονάδες, επιτάσσεται με αυτή να πληρώσει το επιδικασθέν ποσό των 87.851 ευρώ, "έντοκο από 4-2-2014", χωρίς να εξειδικεύεται αν πρόκειται για νόμιμο ή συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας και, στην τελευταία περίπτωση, το ποσοστό αυτού, με συνέπεια ο υπολογισμός της απαίτησης για τόκους να μην προκύπτει με βάση τον ίδιο τον εκτελεστό τίτλο.
Το εφετείο απέρριψε τον ανωτέρω λόγο ανακοπής ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, με την αιτιολογία ότι "σαφώς συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής, ότι πρόκειται για το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας, όπως προκύπτει από το από 3-2-2014 απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της καθ' ης (α' σελίδα) που προσκομίσθηκε κατά την έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής".Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 916 ΚΠολΔ και παρά τον νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, όσον αφορά την επιδίκαση τόκων επί του οφειλόμενου ποσού, αφού, με βάση τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η απαίτηση που ενσωματώνει η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής δεν είναι, κατά το ως άνω μέρος, εκκαθαρισμένη, καθόσον δεν προσδιορίζεται αν ο υπολογισμός των τόκων γίνεται με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας, ώστε ακολούθως, με απλό μαθηματικό υπολογισμό, με βάση το επιδικασθέν ποσό και το χρονικό διάστημα μέχρι την εξόφληση, να προκύπτει το οφειλόμενο ποσό τόκων, η συμπλήρωση δε του ανωτέρω στοιχείου με εκτός του τίτλου έγγραφα δεν είναι επιτρεπτή.
Επομένως, ο δέκατος τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, την αναιρετική πλημμέλεια από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος, παρέλκει δε η έρευνα του ίδιου λόγου, καθό μέρος προβάλλεται η από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού καταλαμβάνεται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου που έγινε δεκτός.
Με τον ένατο λόγο της ανακοπής, ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι η αναιρεσίβλητη παρανόμως τον χρέωσε, με τον τηρηθέντα για την πίστωση λογαριασμό και κατά τους αναφερόμενους στην ανακοπή χρόνους, με έξοδα συνολικού ποσού 998,13 ευρώ, και επίσης, με την αίτησή της, με επί πλέον έξοδα 258,08 ευρώ, τα οποία και επιδικάστηκαν με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.
Ο λόγος αυτός είναι πλήρως ορισμένος, δεδομένου μάλιστα ότι από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της διαταγής πληρωμής δεν προκύπτει και συμφωνία (όρος) στην επίδικη δανειακή σύμβαση, για επιβάρυνση του αναιρεσείοντος με διαχειριστικά και λειτουργικά έξοδα, περιλαμβανόμενα στο συνολικό κόστος του δανείου, και συνεπώς το Εφετείο, το οποίο τον απέρριψε με την αιτιολογία, ότι ο αναιρεσείων δεν εξέθετε στην ανακοπή του "γιατί δεν έπρεπε να υπολογισθούν τα ποσά αυτά και με ποια τυχόν έξοδα έπρεπε να χρεωθεί, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος αυτού από το Δικαστήριο", παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο, υποπίπτοντας στην από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Επομένως, ο δέκατος έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατά το άρθρο 416 ΑΚ η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής, ότι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με τον νόμο ή τη σύμβαση.
Από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 422 ΑΚ προκύπτει ότι ο οφειλέτης, για την πληρωμή ορισμένου χρέους, εάν ισχυρισθεί ότι αυτό έχει αποσβεσθεί με καταβολή, αρκεί να αποδείξει αυτήν την καταβολή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού σ' αυτό αναφέρεται η δίκη.
Μόνο αν ο δανειστής - αποδεχόμενος την καταβολή - αντιλέγει με αντένσταση, ισχυριζόμενος ότι η προβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή αφορά όχι το επίδικο, αλλά το χρέος του οφειλέτη προς αυτόν από άλλη αιτία, τότε ο δανειστής επί τη αρνήσει του οφειλέτη υποχρεούται ν' αποδείξει την ύπαρξη του άλλου χρέους, οπότε στον οφειλέτη απόκειται περαιτέρω με επαντένσταση να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι η καταβολή έγινε προς εξόφληση του επίδικου χρέους με μονομερή από αυτόν καθορισμό του εξοφλητέου από τα περισσότερα χρέη βάσει του άρθρου 422 του ΑΚ.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δέκατο λόγο της ανακοπής του, ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι, σύμφωνα με το απόσπασμα - βεβαίωση οφειλής, που η αναιρεσίβλητη προσκόμισε για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, το οφειλόμενο ποσό στις 6-10-2013 ανερχόταν σε 83.596,15 ευρώ, πλην, όμως, την ανωτέρω ημερομηνία είχε καταβάλει το ποσό των 700 ευρώ και, ως εκ τούτου, το χρεολύσιο ανερχόταν στο ποσό των 82.911,32 ευρώ, ζήτησε δε για τον λόγο αυτόν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής.
Με αυτό το περιεχόμενο ο ως άνω λόγος ανακοπής είναι, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, ορισμένος, καθόσον περιλαμβάνει όλα τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 416 ΑΚ στοιχεία. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε τον ανωτέρω λόγο της ανακοπής ως αόριστο με την αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων "δεν προσδιορίζει ως όφειλε το νόμιμο ύψος της οφειλής του αν δεν είχε συμπεριληφθεί η ως άνω παράνομη χρέωση, ώστε να είναι εφικτός από το Δικαστήριο ο έλεγχος του νόμιμου ύψους του αξιούμενου ποσού", αφενός απαίτησε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που η διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ απαιτεί για την εφαρμογή της, αφετέρου δε παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο λόγω αοριστίας.
Συνεπώς, ο δέκατος έβδομος, από τους αρ. 1 (και όχι από το 8) και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.
Περαιτέρω, με τον ενδέκατο λόγο της ανακοπής του, ο αναιρεσείων προέβαλε τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης άσκησης του δικαιώματός της, καθόσον όταν μειώθηκαν τα εισοδήματά του κατά 70%, ζήτησε από την τράπεζα να μειωθεί η καταβαλλόμενη δόση του δανείου, πλην όμως αυτή ασκώντας τα σχετικά δικαιώματά της ενάντια στην καλή πίστη, μείωσε μεν τη δόση στο ποσό των 530 ευρώ, αλλά με μεγαλύτερο επιτόκιο και με μεγαλύτερη επιβάρυνση τόκων.
Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση και κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της, απέρριψε τον παραπάνω λόγο της ανακοπής ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία ότι τα πραγματικά περιστατικά που εξέθετε για τη θεμελίωση της έντασής του ο αναιρεσείων δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων από τον αναιρεσείοντα περιστατικών δεν συγκροτείται η νομική έννοια της καταχρηστικότητας του ασκούμενου από την αναιρεσίβλητη ως άνω δικαιώματος.
Επομένως, ο δέκατος όγδοος, από τον αρ. 1 (και όχι από τον αρ. 14) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμος, ενώ, καθό μέρος ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία ως προς την απόρριψη της πιο πάνω ένστασής του, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, γιατί ελλείπει η, αναγκαία της στοιχειοθετήσεώς του, προϋπόθεση της καταρτίσεως ελάσσονος προτάσεως εκτιμήσεως των αποδείξεων, αφού, όπως, αναφέρθηκε, ο λόγος ανακοπής απορρίφθηκε ως μη νόμιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή των δωδεκάτου, δεκάτου τετάρτου, δεκάτου έκτου και δεκάτου εβδόμου λόγων της αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα καθόσον αφορά την απόρριψη, αντίστοιχα, των έκτου, ογδόου, ενάτου και δεκάτου λόγων της ανακοπής και των αντίστοιχων λόγων εφέσεως.
Στη συνέχεια δε, πρέπει κατά το μέρος αυτό να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος από αυτόν για το παραδεκτό της αίτησης παραβόλου.
Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 2693/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το προαναφερόμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος από αυτόν παραβόλου.
Και ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αναιρεσίβλητη τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα , στις 6 Ιουνίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ