Legislator Case Law & Legislation
852/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against insurance company, overturning lower court's refusal of interest and costs claim.

Case Number 852/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the insurance company, overturning the single-member court of appeal's decision. The appellant sought recognition of an obligation to pay capital, interest, and costs to a third party, which the lower court had rejected. The court ruled that the appeal was admissible and the lower court erred in its assessment of the legal time for interest accrual, thereby reversing the specific judgment on this issue.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564 para. 3, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal if the legal time for filing is established, requiring the rejection of the opposing party's appeal on the specific issue and ordering the return of the security deposit.

Keywords

AI generated
Insurance Contract Law Appeal Admissibility Interest Accrual Third Party Claim Code of Civil Procedure Legal Time Limit Costs Allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 item e of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 852 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 852/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Δ. του Α., κατοίκου Αλίμου Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δικαίο Χασανάκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσώνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-4-2011 αγωγή του Ι. Κ. του Κ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάστηκε με την από 5-11-2011 προσεπίληση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, καθώς και με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο πρόσθετη παρέμβαση της ήδη αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 101/2013 μη οριστική και 746/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 142/2017 μη οριστική και 252/2018 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-12-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 20-12-2018 αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού, υπ' αριθμό 252/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης κατά το μέρος που απέρριψε το αναγνωριστικό αγωγικό αίτημα της παρεμπίπτουσας αγωγής του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας με το οποίο ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρία οφείλει να του καταβάλλει πέραν του κεφαλαίου και τους νόμιμους τόκους και τα έξοδα που θα υποχρεωνόταν με την κύρια αγωγή να καταβάλλει αυτός στον ενάγοντα της κύριας αγωγής.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 2496/1997 με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο αντισυμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή της (ασφαλιστική περίπτωση).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 25 του ιδίου πιο πάνω νόμου, η ασφάλιση αστικής ευθύνης περιλαμβάνει τις δαπάνες που προέρχονται άμεσα από την απόκρουση και ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη της ασφάλισης, που γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλείψεις του για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη.

Δεν παρέχεται κάλυψη, αν οι πράξεις ή οι παραλείψεις προκλήθηκαν από δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 489/1976, η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπευθύνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου, κατά τη ρητή δε διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ιδίου αυτού νόμου, το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής, ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 201 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αξίωση του ασφαλισμένου ή λήπτη της ασφαλίσεως κατά του ασφαλιστή, από τη μεταξύ τους σύμβαση ασφαλίσεως, έχει ως αντικείμενο την καταβολή στον ασφαλισμένο κάθε ποσού που υποχρεούται ή θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον ζημιωθέντα τρίτο, με τους τόκους και τα δικαστικά έξοδα, μέσα στα όρια του ασφαλιστικού ποσού.

Η αξίωση αυτή γεννιέται από την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, που συμπίπτει με την επίδοση στον ασφαλισμένο από τον ζημιωθέντα τρίτο της περί αποζημιώσεως αγωγής, αφότου τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της τελεσίδικης επιδικάσεως και έχει ως αντικείμενο το ποσόν που θα επιδικασθεί με την επί της αγωγής αυτής απόφαση, πλέον τόκων από της επιδόσεώς της και δικαστικών εξόδων (ΑΠ 958/2015, ΑΠ 1884/2005, ΑΠ 277/1999, ΑΠ 402/1997).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 346 Α.Κ., ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νομίμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αν η αγωγή επιδοθεί πριν καταστεί η οφειλή ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, οφείλονται τόκοι από τη στιγμή που η οφειλή καθίσταται απαιτητή.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 εδ. δ' και ε' ΚΠολΔ, επιτρέπεται να ζητηθεί δικαστική προστασία και αν η γένεση ή η άσκηση του δικαιώματος εξαρτάται από την έκδοση της απόφασης (εδ. δ') και αν το δικαίωμα εξαρτάται από την πλήρωση αίρεσης ή την επέλευση γεγονότος (εδ. ε'), ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "στην περίπτωση του εδ.

ε' (ο εναγόμενος) καταδικάζεται στην παροχή, μόλις πληρωθεί η αίρεση ή επέλθει το γεγονός και αυτό διαπιστωθεί με τον τρόπο που ορίζει η απόφαση". Έτσι στην περίπτωση της ένωσης παρεμπίπτουσας αγωγής στην προσεπίκληση δικονομικού εγγυητή, εφόσον αυτή εξαρτάται από την ήττα του προσεπικαλούντος στην κύρια δίκη, η καταδίκη του εξ αναγωγής εναχθέντος γίνεται υπό τον όρο της προηγούμενης καταβολής του ποσού της αποζημίωσης στον ενάγοντα της κύριας αγωγής, από το χρονικό σημείο της οποίας καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή η απαίτηση του παρεμπιπτόντως ενάγοντος και αρχίζει η τοκοφορία αυτής (ΑΠ 146/2007).

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013, ΑΠ 33/2013, ΑΠ 2039/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο αναιρεσείων με την από 5-11-2011 προσεπίκληση και την ενωμένη με αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή του εναντίον της αναιρεσίβλητης, στην οποία είχε ενσωματώσει την από 29-4-2011 κύρια αγωγή του Ι. Κ., ζητούσε, για την περίπτωση που θα γινόταν δεκτή η κύρια αγωγή, να αναγνωρισθεί, όπως παραδεκτά περιόρισε το αίτημά του, ότι η εναγομένη νυν αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία υποχρεούται να του καταβάλει οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα και μάλιστα νομιμοτόκως από την καταβολή μέχρι την εξόφληση καθώς επίσης και τα δικαστικά έξοδα, και να καταδικαστεί η αντίδικός του στην εν γένει δικαστική του δαπάνη.

Με την πρωτόδικη 746/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου έγινε δεκτή στο σύνολό της η παρεμπίπτουσα αγωγή, ως ουσιαστικά βάσιμη. Το Μονομελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε την έφεση της ασφαλιστικής εταιρίας νυν αναιρεσίβλητης κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του νυν αναιρεσείοντος και αφορούσε την παρεμπίπτουσα αγωγή του κατ' αυτής, με το οποίο ζητούσε για την περίπτωση που θα γινόταν δεκτή η κύρια αγωγή, να αναγνωρισθεί, ότι η εναγομένη νυν αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία υποχρεούται να του καταβάλει οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα και μάλιστα νομιμοτόκως από την καταβολή μέχρι την εξόφληση, καθώς επίσης και τα δικαστικά έξοδα, εξαφάνισε την εκκαλούμενη παραπάνω με αριθ. 746/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορούσε την παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρίας και ειδικότερα ως προς τη διάταξη της απόφασης αυτής που αφορούσε τους τόκους και τα έξοδα.

Στη συνέχεια αφού διακράτησε και δίκασε την παραπάνω παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της παραπάνω ασφαλιστικής εταιρίας, έκανε δεκτή εν μέρει αυτή και αναγνώρισε ότι παρεμπιπτόντως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία ….", είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στον παρεμπιπτόντως ενάγοντα, μόνο το επιδικασθέν στον κυρίως ενάγοντα για κεφάλαιο ποσό των 107.553,04 ευρώ και όχι νόμιμους τόκους επί του ποσού αυτού και επιδικασθέντα σε βάρος του δικαστικά έξοδα στην κύρια αγωγή.

Από την εκτίμησή του περιεχόμενου της παρεμπίπτουσας αγωγής προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος ζήτησε να του επιδικαστεί όποιο ποσό υποχρεωθεί να καταβάλει αυτός στον κυρίως ενάγοντα (προφανώς για οποιαδήποτε αιτία) με τους νόμιμους τόκους επί του κεφαλαίου που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον τελευταίο, καθώς και τα επιδικασθησόμενα σε βάρος του δικαστικά έξοδα μέχρι του ποσού των 500.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την καταβολή προς αυτόν.

Συνεπώς το Μονομελές Εφετείο, με το να μην αναγνωρίσει ότι η αναιρεσίβλητη υποχρεούται να καταβάλει στον αναιρεσείοντα τόκους επί του κεφαλαίου που υποχρεώθηκε να καταβάλει αυτός στον κυρίως ενάγοντα από την καταβολή του ποσού αυτού προς εκείνον καθώς και τα δικαστικά έξοδα, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 201, 346 Α.Κ. και 69 Κ.Πολ.Δ., όπως βάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτει την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και που προτείνεται παραδεκτώς, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 εδ. α' και β' Κ.Πολ.Δ., διότι η ως άνω παράβαση προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση και δεν μπορούσε να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, δοθέντος ότι η αναιρεσείουσα δεν μπορούσε να προβλέψει την μη επιδίκαση από το Εφετείο (το πρώτον) τόκων και δικαστικών εξόδων κατά παράβαση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.

Από τη διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013, προκύπτει ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την αναίρεση, αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως, ως προς το ζήτημα του νόμιμου χρόνου έναρξης τοκοδοσίας, ο οποίος έχει ήδη διαπιστωθεί, κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου, δυνάμει του οποίου η αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή. Επομένως, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ο ένατος λόγος της έφεσης της αναιρεσίβλητης που έγινε δεκτός από το Μονομελές Εφετείο και με τον οποίο η αναιρεσίβλητη παραπονείται ότι εσφαλμένα με την υπ' αριθμ. 746/2014 οριστική απόφαση αναγνωρίσθηκε η υποχρέωσή της να καταβάλει στον παρεμπιπτόντως ενάγοντα και δεύτερο εφεσίβλητο ασφαλισμένο της, πέραν του ποσού του κεφαλαίου που αναγνωρίσθηκε να καταβάλει ο τελευταίος στον ενάγοντα της κύριας αγωγής και τόκους υπερημερίας επί του ποσού αυτού καθώς και τη δικαστική δαπάνη που επιδικάστηκε σε βάρος του.

Τέλος η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί στην μερική δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας και για την παρούσα διαδικασία, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας, ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ.

ε' Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 252/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, κατά το κεφάλαιό της που αφορά στην αναφερόμενη στο σκεπτικό παρεμπίπτουσα αγωγή του τότε 2ου εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος Α. Δ. κατά της τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας "….." με το οποίο, κατά παραδοχή του 9ου λόγου της με αριθμό κατάθ. 21/2016 εφέσεως της τελευταίας αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της τότε εκκαλούσας - νυν αναιρεσίβλητης να καταβάλει στον παρεμπιπτόντως ενάγοντα και τότε δεύτερο εφεσίβλητο ασφαλισμένο της, νυν αναιρεσείοντα μόνο το ποσό του κεφαλαίου, ύψους 107.553,04 ευρώ, που αναγνωρίσθηκε ότι υποχρεούται να καταβάλει ο τελευταίος στον ενάγοντα της κύριας αγωγής και όχι νόμιμους τόκους υπερημερίας επί του ποσού αυτού και τα επιδικασθέντα σε βάρος του έξοδα, καθώς και νόμιμους τόκους από την καταβολή των ποσών αυτών από τον ίδιο στον κυρίως ενάγοντα. Κρατεί και δικάζει επί της εφέσεως με αριθμό κατ. 21/2016 της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "…." κατά της με αριθμό 746/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του Α. Δ.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσία την υπ' αριθμ. 21/2016 έφεση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του Α. Δ.

Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη μερική δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας και για την παρούσα αναιρετική διαδικασία, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τετρακοσίων (2.400) ευρώ.

Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη μερική δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας και για την παρούσα αναιρετική διαδικασία, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τετρακοσίων (2.400) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ