Legislator Case Law & Legislation
852/2017 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against bankruptcy court ruling on debt recognition via notarized witness certificates.

Case Number 852/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Piraeus Court of First Instance's decision in a bankruptcy dispute. The appellant argued that the lower court failed to properly consider notarized witness certificates proving the debtor's acknowledgment of debts, which should have interrupted the statute of limitations. The court agreed that these specific evidentiary items were not adequately addressed in the lower court's reasoning, rendering the appeal admissible on these grounds. Consequently, the case was remitted to the same court for further examination by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The failure of a lower court to properly evaluate specific evidence submitted by the appellant regarding the interruption of the statute of limitations constitutes a ground for partial admissibility of the appeal.

Keywords

AI generated
bankruptcy proceedings statute of limitations interruption of limitation notarized witness certificates appeal admissibility remittal for retrial evidence evaluation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 260 of the Civil Code
Article 873 of the Civil Code
Article 559(11-g) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 1 of paragraph 2 of Law 4055/2012
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 852 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 852/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... A.B.E.E.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γιαννόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", τελούσας υπό εκκαθάριση, που έδρευε στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Άνθιμου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/1/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5231/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 456/2014 του Εφετείου Πειραιώς.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/9/2014 αίτησή της και τους από 9/1/2015 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού ανέγνωσε την από 6/11/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο δέκατος λόγος της αίτησης αναίρεσης και ο πρώτος των προσθέτων λόγων αυτής και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Με την από 10-9-2014 αίτηση αναίρεσης και τους από 9-1-2015 πρόσθετους αυτής λόγους προσβάλλεται η 456/2014 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία, αφού απορρίφθηκαν, η κατά της 5231/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ασκηθείσα έφεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, επικυρώθηκε η Πρωτόδικη απόφαση. Με την απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου έγινε δεκτή η αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να της καταβάλει εντόκως το αιτηθέν ποσό των 121.973,49 ευρώ. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙ) Από τη διάταξη του άρθρου 260 ΑΚ, που ορίζει, ότι "η παραγραφή διακόπτεται, όταν ο υπόχρεος αναγνωρίζει την αξίωση με οποιοδήποτε τρόπο", σαφώς συνάγεται, ότι, για την αναγνώριση αξίωσης, δεν απαιτείται δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης του οφειλέτη γενόμενη προς το σκοπό δέσμευσης και παραγωγής υποχρέωσης, ήτοι αναγνώριση κατά τους όρους του άρθρου 873 ΑΚ, αλλά αρκεί οποιαδήποτε πραγματική ενέργεια και συμπεριφορά του οφειλέτη απέναντι στον δανειστή, από την οποία προκύπτει, ότι ο πρώτος, ευρισκόμενος σε πλήρη επίγνωση της αξίωσης του τελευταίου, θεωρεί αυτήν, ότι υπάρχει (ΑΠ 794/2012, ΑΠ 1018/2011, ΑΠ 68/2001).

Ενόψει τούτων, η κατά τα άνω συμπεριφορά του υπόχρεου έναντι του δανειστή, που έχει ως αποτέλεσμα την κατά το άρθρο 260 Α.Κ. διακοπή της παραγραφής, δεν συνεπάγεται και τη σύσταση ενοχής με υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους του άρθρου 873 Α.Κ., για την οποία απαιτείται έγγραφο, ως συστατικός τύπος της εγκυρότητάς της, άνευ του οποίου είναι άκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 159 Α.Κ.

Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η έννομη σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί, τόσο θετικά, με την έννοια ότι, το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου το δικαίωμα, που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση εξ αφορμής άλλης δίκης, ανακύπτει, είτε ως κύριο, είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννομες συνέπειες.

Κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και σε εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εξαιρούνται εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή (ΑΠ 641/2015, ΑΠ 56/2014).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Στην περίπτωση αυτή, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι, αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και, σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών, ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση, απ’ όπου απορρέει το δεδικασμένο (ΑΠ 178/2013). Με τον κύριο πρώτο λόγο της αίτησής της η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης του δεδικασμένου, που απορρέει από την 790/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, υποστηρίζοντας, ότι στη δίκη εκείνη κρίθηκε τελεσιδίκως και απορρίφθηκε ως μη νόμιμος ο ισχυρισμός της ήδη αναιρεσίβλητης, που αποτελεί και την ιστορική βάση της υπό κρίση αγωγής της , περί αναγνώρισης του επίδικου χρέους από την αναιρεσείουσα, διότι τον ισχυρισμό αυτόν η ήδη αναιρεσείουσα είχε προβάλει υπό την μορφή αντένστασης προς απόκρουση ένστασης της ήδη αναιρεσείουσας περί παραγραφής της εκεί αξίωσης της αναιρεσίβλητης

ΙΙΙ) Από την παραδεκτή επισκόπηση των προσκομιζομένων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την από 10-12-2002 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών, η ήδη αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη διαδοχικές συμβάσεις πώλησης προς την ήδη αναιρεσείουσα αγροτικών προϊόντων της, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει εντόκως το ποσό των 111.144,23 ευρώ, που αποτελούσε το υπόλοιπο οφειλομένου τιμήματος.

Η ήδη αναιρεσείουσα (εκεί εναγομένη) προέβαλε, μεταξύ άλλων, την ένσταση της πενταετούς παραγραφής της αξίωσης της αναιρεσίβλητης, η δε τελευταία, προς απόκρουση αυτής, προέβαλε την αντένσταση της διακοπής της παραγραφής, ισχυριζόμενη ότι η αναιρεσείουσα με την από 3-2-2003 επιστολή της αναγνώρισε, κατ’ άρθρο 260 ΑΚ, το χρέος της προς την αναιρεσίβλητη.

Με την 166/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών απορρίφθηκε η αγωγή λόγω παραγραφής της αξίωσης της ήδη αναιρεσίβλητης, κατ’ αποδοχή της σχετικής ένστασης της ήδη αναιρεσείουσας και, μετά από απόρριψη της προβληθείσης ως άνω αντένστασης της ήδη αναιρεσίβλητης περί διακοπής της παραγραφής ως μη νόμιμης, με την αιτιολογία, ότι η αναγνώριση από την ήδη αναιρεσείουσα του χρέους της έλαβε χώρα μετά τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής.

Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη με την 790/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, απορρίπτοντας την ασκηθείσα έφεση και τον πρόσθετο αυτής λόγο. Στη συνέχεια, με την υπό κρίση από 2-1-2007 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη αναγνώριση χρέους, που προκύπτει από την με ημερομηνία 3-2-2003 ως άνω επιστολή, ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να της καταβάλει εντόκως το ποσό των 121.973,49 ευρώ.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 5231/2007 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου που έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Κατόπιν έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλομένη 456/2014 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, που απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους και επικύρωσε την Πρωτόδικη απόφαση. Υπό τα δεδομένα αυτά, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, ορθά το Εφετείο έκρινε κατ’ αποτέλεσμα, ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την προβληθείσα αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής, καθόσον η ένδικη αγωγή ερείδεται στη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, ενώ η ως άνω αντένσταση ερείδεται σε διαφορετική νομική αιτία και συγκεκριμένα στη διάταξη του άρθρου 260 ΑΚ.

Όπως δε προεκτέθηκε, για την αναγνώριση χρέους, κατά το άρθρο 260 ΑΚ, αρκεί οποιαδήποτε πραγματική ενέργεια και συμπεριφορά του οφειλέτη απέναντι στον δανειστή, σε αντίθεση με την αναγνώριση του άρθρου 873 ΑΚ, που θέτει ορισμένους όρους (όπως η πρόταση του οφειλέτη να είναι έγγραφη κλπ).

Συνεπώς ο πρώτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

IV) Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη της τρίτης περίπτωσης του άρθρου 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 και 561 παρ. 1 του ίδιου Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, περιλαμβανομένων και των ερμηνευτικών ή στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δ.

Ωστόσο, δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα, κατ’ είδος, αναφερόμενα, κατά το νόμο επιτρεπτά αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 544/2005, 190/1995). Οι ένορκες βεβαιώσεις που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ, είναι ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο διακρινόμενο από τα έγγραφα και τους μάρτυρες, και για το λόγο αυτό πρέπει, στην απόφαση του ουσιαστικού Δικαστηρίου, να γίνεται ειδική μνεία ότι έχουν ληφθεί υπόψη και ότι για τη λήψη τους τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις.

Αν όμως δεν γίνεται ειδική μνεία, ούτε προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι αυτές (ένορκες βεβαιώσεις) ελήφθησαν υπόψη, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 περ.γ’ του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 854/2012, Α.Π. 197/2013). Η επίκληση από τον διάδικο της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή ο αριθμός, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση, η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται (ΑΠ 2260/2014, Α.Π. 638/2012, Α.Π. 1136/2012, ΑΠ 188/2010, ΑΠ 1690/2010), ιδρυομένου στην αντίθετη περίπτωση του εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δ.

αναιρετικού λόγου (ΑΠ 767/11, 1253/2010). Με τον δέκατο κύριο λόγο της αίτησής της και τον πρώτο των προσθέτων λόγων αυτής, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του, δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Συγκεκριμένα, ότι δεν έλαβε υπόψη: α) τις .../4-3-2013 και .../4-3-2013 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών Μ. Π., που ελήφθησαν στα πλαίσια της δίκης στο Εφετείο μετά νόμιμη κλήτευση της αντιδίκου, τις οποίες επικαλέστηκε και προσκόμισε προς απόδειξη της ανυπαρξίας δικαιοπρακτικής βούλησης της αναιρεσείουσας εταιρείας, όπως προβεί σε οποιαδήποτε πρόταση για κατάρτιση σύμβασης και της έλλειψης του προϊσταμένου του λογιστηρίου της Δ.

Π. ικανότητας εκπροσώπησής της, όπως και προς απόδειξη της ύπαρξης της προβληθείσης σε συμψηφισμό ανταπαίτησης της αναιρεσείουσας, β) την από 3-2-2003 επιστολή της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη, που αναφέρεται σε χρεωστικό υπόλοιπο της αναιρεσίβλητης ύψους 140.865,74 ευρώ, γ) τα με αριθμούς 24 και 25 αποσπάσματα από τα επίσημα λογιστικά βιβλία (απογραφής και ισολογισμών) της αναιρεσείουσας και δ) το από 29-1-1997 εξώδικο της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη.

V) Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι έγιναν δεκτά τα εξής: "Η ενάγουσα ήδη εφεσίβλητη (αναιρεσίβλητη) είναι νόμιμα συσταθείσα από του έτους 1996 ανώνυμη εταιρία έχει ως καταστατικό σκοπό την εμπορία και διάθεση αγροτικών προϊόντων από δε του έτους 2001 έχει τεθεί σε εκκαθάριση και εκπροσωπείται από τους νόμιμα ορισθέντες εκκαθαριστές της η δε εναγομένη (αναιρεσείουσα) είναι επίσης ανώνυμη εταιρία που συστήθηκε από το έτος 1993 και έχει ως αντικείμενο δραστηριότητα τη βιομηχανοποίηση ελαιούχων σπόρων (βαμβακόσπορου, σογιόσπορου, ηλιόσπορου), την επεξεργασία σπορέλαιων και την παραγωγή ζωοτροφών, οι εταιρίες δε αυτές είχαν αναπτύξει εμπορική συνεργασία συμφυή με το αντικείμενο εμπορίας τους.

Στα πλαίσια της εμπορικής αυτής συνεργασίας τους η εκκαλούσα (αναιρεσείουσα) απέστειλε στην εφεσίβλητη (αναιρεσίβλητη) το από 3.2.2003 έγγραφό της που είχε το ακόλουθο περιεχόμενο: "Κύριοι, όπως προκύπτει από τα βιβλία και στοιχεία μας, το πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού σας την 31.12.2002 ανερχόταν στο ποσό των 121.973,49 ευρώ.

Από τον ελεγκτή της εταιρίας μας, Ορκωτό - ελεγκτή κ. Κ. Ι., ζητήθηκε να του γνωρίσετε αν συμφωνείτε με το ανωτέρω υπόλοιπο. Παρακαλούμε, λοιπόν, εφόσον συμφωνείτε να υπογράψετε στον προβλεπόμενο κατωτέρω χώρο (1). Αν, όμως, δεν συμφωνείτε παρακαλούμε να αναγράψετε στην πίσω σελίδα της παρούσας στο αντίστοιχο υπόλοιπο που προκύπτει από τα βιβλία σας και τους λόγους της διαφοράς και να υπογράψετε αυτή τη σημείωση σας.

Το ένα από τα αντίτυπα της επιστολής αυτής παρακαλούμε να το ταχυδρομήσετε απ’ ευθείας στον Ορκωτό λογιστή- Ελεγκτή κ. Κ. Ι. "Σ.Ο.Λ. Α.Ε." οδός ... ΑΘΗΝΑ. Το άλλο αντίτυπο προορίζεται για σας". Κάτω από το ανωτέρω έγγραφο έχει τεθεί η σφραγίδα της εκκαλούσας και η υπογραφή του Δ. Π.. Ο τελευταίος κατά το χρόνο υπογραφής και σύνταξης του προαναφερόμενου εγγράφου ήταν έμμισθος υπάλληλος , στέλεχος της εκκαλούσας και, ειδικότερα, ήταν ο Προϊστάμενος του Λογιστηρίου της, όπως και αναγράφεται στο έγγραφο αυτό.

Το εν λόγω έγγραφο περιέχει πρόταση της εναγομένης (αναιρεσείουσας) προς την ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) προς σύναψη σύμβασης αφηρημένης αναγνώρισης χρέους για το αιτούμενο με την προκείμενη αγωγή ποσό των 121.973,49 ευρώ, η σύμβαση δε αυτή καταρτίσθηκε με τη σιωπηρή αποδοχή της εφεσίβλητης όπως αυτή συνάγεται από την ανεπιφύλακτη παραλαβή του ανωτέρω εγγράφου και την εν συνεχεία άσκηση της κρινόμενης αγωγής και έχει, ως αποτέλεσμα, τη γένεση νέας ενοχής σε βάρος της εκκαλούσας εταιρίας προς πληρωμή της ως άνω αναγνωρισθείσας οφειλής.

Και ναι μεν η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η ως άνω επιστολή δεν αποτελεί πρόταση για κατάρτιση συμβάσεως αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, αλλ’ αναφέρεται μόνο στο πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού της ενάγουσας, κατά τα βιβλία της, ενώ ταυτόχρονα με την επιστολή αυτή, εστάλη στην ενάγουσα και δεύτερη πανομοιότυπη επιστολή, στην οποία αναγράφεται οφειλή της ενάγουσας προς την εναγομένη ύψους 140.856,74 ευρώ, ούτως, ώστε, από το συνδυασμό των ανωτέρω δύο εγγράφων να προκύπτει ότι η ίδια δεν απέβλεψε στη δημιουργία αυτοτελούς υποχρεώσεως έναντι της ενάγουσας, αφού μοναδικός σκοπός της αποστολής των εγγράφων αυτών ήταν η πιστοποίηση σύμφωνα με τον Κ.Β.Σ., της ταυτότητας των εγγράφων παραστατικών του Κ.Β.Σ.

στα Βιβλία της, πλην ο ισχυρισμός της αυτός είναι ουσιαστικά αβάσιμος καθώς από κανένα αποδεικτικό μέσο, δεν αποδείχθηκε ότι ύπαρξη τέτοιου αντίστοιχου χρέους 140.856,74 ευρώ της εφεσίβλητης προς την εκκαλούσα ούτε και αποστολή της εκ μέρους της εκκαλούσας και παραλαβή εκ μέρους της εφεσίβλητης τέτοιας επιστολής, μάλιστα δε αφ’ ενός δεν υπήρχε και λόγος σύνταξης όχι ενός ενιαίου αλλά δύο ξεχωριστών εγγράφων που να αφορούν τα υπόλοιπα από τις συναλλαγές των διαδίκων και δη και ενός πιστωτικού υπέρ της εφεσίβλητης και ενός χρεωστικού σε βάρος αυτής ενώ και ουδέποτε μέχρι την άσκηση της προκείμενης αγωγής η εκκαλούσα διεκδίκησε εξώδικα την καταβολή εκ μέρους της εφεσίβλητης του αμέσως, ως άνω, ποσού.

Είναι, συνεπώς, απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο αντίθετος λόγος της έφεσης. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της εκκαλούσας, ότι αυτή δεν δεσμεύεται έναντι της εφεσίβλητης από την ανωτέρω ενέργεια (αποστολή και υπογραφή του από 3.2.2005 εγγράφου για αναγνώριση οφειλής τού ποσού των 121.973,49 ευρώ) του Προϊσταμένου του Λογιστηρίου της, ο οποίος δεν είναι από τα πρόσωπα που αυτά μόνα, σύμφωνα με το καταστατικό της, έχουν την αρμοδιότητα να τη δεσμεύουν στις προς τα έξω σχέσεις της, ναι μεν, πράγματι, τέτοια αρμοδιότητα δεν είχε ο ως άνω Προϊστάμενος του Λογιστηρίου της, αφού σύμφωνα με το από 1.8.2002 πρακτικό του διοικητικού της συμβουλίου (που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ .../26.9.2002) στον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της εκκαλούσας Ι.

Β. παρεχόταν η εξουσία μεταξύ άλλων, να υπογράφει συμβάσεις - συμφωνητικά αγορών και πωλήσεων εμπορευμάτων κλπ, να παρέχει εγγυήσεις και ενέχυρα, να συνάπτει συμβάσεις δανείων, πιστώσεων με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, πιστώσεως πάσης μορφής και έργων με νομικά και φυσικά πρόσωπα, να κάνει χρήση αυτών και να αποδέχεται την έκδοση εγγυητικών επιστολών από Τράπεζες υπέρ φυσικών και νομικών προσώπων, να εκδίδει υποσχετικές επιστολές, εντολές πληρωμής και να αποδέχεται συναλλαγματικές, γραμμάτια και εν γένει υποχρεώσεις κάθε μορφής, και, γενικά, να εκπροσωπεί πλήρως την εταιρία, ως προς όλες αυτές τις δραστηριότητες, και να ασκεί όλες τις εξουσίες του Δ.Σ., όταν αυτό, βάσει του Καταστατικού και του Νόμου έχει αρμοδιότητα, καθώς και το δικαίωμα να αναθέτει με έγγραφη εντολή του, σε ένα μέλος ή μη μέλος του Δ.Σ.

ορισμένες ειδικά κατονομαζόμενες εξουσίες ή αρμοδιότητες, για ορισμένο χρονικό διάστημα, ενώ περαιτέρω, στον ανωτέρω Πρόεδρο ή σε περίπτωση κωλύματος ή απουσίας του, στο Χ. Β., μη από κοινού σε δύο μέλη του Δ.Σ. ή από κοινού στο Ν. Π. και Δ. Π., είχε ανατεθεί η εξουσία να εκπροσωπούν και να δεσμεύουν την εταιρία, αποκλειστικά στα θέματα που αφορούσαν:

α) στην έκδοση επιταγών και εντολών προς Τράπεζες για πληρωμές (εμβάσματα) ή κατάθεση σε τραπεζικούς λογαριασμούς τρίτων, β) στη μεταβίβαση επιταγών γραμματίων, συναλλαγματικών, φορτωτικών εγγράφων σε Τράπεζες προς είσπραξη, προεξόφληση, ενεχυρίαση, πληρωμή, κ. λ. π. γ) σε εισπράξεις εντολών, δανείων, πιστώσεων και χρήση πιστώσεων σε ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό από Τράπεζες ως και αναλήψεις από τραπεζικούς λογαριασμούς, δ) σε άνοιγμα πιστώσεων σε Τράπεζες ή υποκαταστήματα αυτών, ε) σε εξουσιοδοτήσεις προς Τράπεζες για αναλήψεις από τους τηρούμενους σε αυτές λογαριασμούς όψεως, δανειακούς, πιστώσεων με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, για διακανονισμούς φορτωτικών και πληρωμή προμηθειών, εξόδων τόκων, και πάσης μορφής υποχρεώσεων της εταιρίας, ως και μεταφορές χρηματικών ποσών σε τραπεζικούς λογαριασμούς που τηρούνται από την εταιρία σε ημεδαπές και αλλοδαπές Τράπεζες, και στ) συμφωνητικά μισθώσεων κινητών και ακινήτων, συμβάσεις παροχής ενεχύρου και αγοραπωλησιών πρώτων υλών και εμπορευμάτων και παράδοση εμπορευμάτων, για την έκδοση τίτλων αποθήκευσης και παραλαβή αυτών, όμως, περαιτέρω αποδείχθηκε ότι υπήρχε απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εκκαλούσας με την οποία παρεχόταν δικαίωμα σε ανώτερους υπαλλήλους του λογιστηρίου της, όπως ο ανωτέρω Δ.

Π., να συνάπτουν δικαιοπραξίες με τρίτους, σχετικές με την αναγνώριση, είσπραξη και πληρωμή των χρεών και όσες άλλες απαιτούνται, για τη διεξαγωγή και διεκπεραίωση της ως άνω υπηρεσίας της, στις οποίες περιλαμβάνονταν και οι συμβάσεις αφηρημένης αναγνωρίσεως χρέους. Η εν λόγω απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εκκαλούσας δεν είχε διατυπωθεί εγγράφως ή με άλλο τρόπο πανηγυρικά ούτε καταχωρήθηκε σε κάποιο πρακτικό του διοικητικού της συμβουλίου η ύπαρξη όμως αυτής προκύπτει ερμηνευτικά κατά τα άρθρα 173, 200 ΑΚ με βάση την αληθινή βούληση του Δ.Σ., όπως αυτή συνάγεται από την ερμηνεία της, εκ των πραγμάτων προκύπτουσας συμπεριφοράς του και την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, και, ειδικότερα από το ότι α) η εκκαλούσα αποτελεί επιχείρηση με μεγάλο εύρος κύκλου εργασιών και συναλλαγών, ούτως ώστε να μην είναι εκ των πραγμάτων δυνατόν να ασχολείται το διοικητικό συμβούλιο της ή τα εκπροσωπούντα αυτό σύμφωνα με το καταστατικό, μέλη του με κάθε επί μέρους καθημερινή δικαιοπραξία που θα ήταν απαραίτητη για τη διεκπεραίωση της υπηρεσίας της εναγομένης, παρά μόνο με εκείνες τις δικαιοπραξίες που είναι σχετικές με τη διαμόρφωση και χάραξη της οικονομικής πολιτικής και πορείας της επιχειρήσεως, με αποτέλεσμα οι επί μέρους δικαιοπραξίες να ανατίθενται σε ανωτέρους υπαλλήλους του κάθε τμήματος της (όπως του λογιστηρίου της), β) ο κάθε υπάλληλος που υπέγραφε την επιστολή κατείχε και είχε δικαίωμα να χρησιμοποιεί τη σφραγίδα της επιχειρήσεως, πράγμα που δεν θα συνέβαινε, αν δεν βάσιζε αυτός το σχετικό δικαίωμα του σε απόφαση και πρακτική του διοικητικού της συμβουλίου, γ) ο ως άνω υπάλληλος υπόγραψε την από 3.2.2005 επιστολή της αναγνωρίσεως χρέους και έθεσε και τη σφραγίδα της εκκαλούσας εταιρίας, πράγμα που δεν θα έπραττε, ούτε θα αναλάμβανε την ευθύνη της αναγνωρίσεως και της υπογραφής, αν δεν είχε τέτοιο δικαίωμα από απόφαση του Δ.Σ., γιατί σε αντίθετη περίπτωση θα του αναζητούσε ευθύνες η εκκαλούσα εργοδότης του.

Περαιτέρω, από τα ως άνω προαναφερόμενα με στοιχεία β’ και γ’ στοιχεία συνάγεται ότι ο ως άνω ανώτερος υπάλληλος της εκκαλούσας, που υπέγραψε την προκείμενη επιστολή και έθεσε τη σφραγίδα της εκκαλούσας ανήκε σ’ αυτούς που η προαναφερθείσα απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του είχε χορηγήσει τέτοιο δικαίωμα συνάψεως και αναγνωρίσεως χρέους, άλλωστε, δε οι εμφανιζόμενες στο κοινό και εν γνώσει του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης (ενόψει της προαναφερθείσας αποφάσεως του) εξωτερικές εκδηλώσεις της δράσης του εν λόγω υπαλλήλου, δηλαδή από το ότι αυτός, με βάση τη σχετική απόφαση του Δ.Σ.

υπέγραψε την επιστολή αναγνωρίσεως, έθεσε τη σφραγίδα της επιχειρήσεως και την απέστειλε, ως πρόταση για συμφωνία στην εφεσίβλητη, παρέχουν, σύμφωνα με τα διαμορφωνόμενα στις συναλλαγές του είδους της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγομένης, δηλαδή ενόψει της ευρύτητας και του μεγέθους του αντικειμένου της επιχειρηματικής της δραστηριότητας και του όγκου των συναλλαγών της, εξαιτίας των οποίων και συνηθίζεται η παραχώρηση ευρέων αρμοδιοτήτων σε υπαλλήλους της την εντύπωση ότι έχει ανατεθεί σε αυτόν (υπάλληλο) κύκλος εργασιών που περιλαμβάνει και τη σύναψη σύμβασης αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, Με βάση τα παραπάνω, επομένως, η εκκαλούσα δεσμεύεται από την εν λόγω σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους που συνήψε γι’ αυτήν (εκκαλούσα) ο προϊστάμενος του λογιστηρίου της με την εφεσίβλητη και είναι, συνεπώς απορριπτέος, ως αβάσιμος , ο αντίθετος λόγος της έφεσης.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό της εκκαλούσας περί παραγραφής της επίδικης αξίωσης της εφεσίβλητης, λόγω παρόδου πενταετίας από του τέλους του έτους που γεννήθηκε η επίδικη αυτή αξίωση, ο ισχυρισμός αυτός είναι νομικά αβάσιμος και απορριπτέος, αφού από την ημερομηνία σύναψης της ως άνω σύμβασης αναγνώρισης (3.2.2005) μέχρι την άσκηση της προκείμενης αγωγής, που στηρίζεται όχι στις πωλήσεις που περιλαμβάνονται στην προηγηθείσα αγωγή αλλά στην σύμβαση αναγνώρισης χρέους δεν είχε παρέλθει η πενταετία.

Είναι, συνεπώς, απορριπτέος, ως αβάσιμος, και ο σχετικός λόγος της έφεσης. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της εκκαλούσας περί συμψηφισμού της επίδικης αξίωσης της εφεσίβλητης ποσού 121.973,49 ευρώ με δική της (εκκαλούσας) αξίωση από οφειλόμενο τίμημα 140.856,74 ευρώ πωληθέντων από αυτήν (εκκαλούσα) στην εφεσίβλητη εμπορευμάτων, δηλαδή ποσό, που υπερκαλύπτει το ποσό της προκείμενης αξίωσης της εφεσίβλητης, ισχυρισμό που αρνείται ειδικώς η εναγομένη, τόσον πρωτοδίκως όσον και ως εφεσίβλητη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκαν τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά (ούτε επίκληση και προσκόμιση σχετικών εμπορικών λογιστικών βιβλίων της εκκαλούσας ή άλλων παραστατικών).

Είναι, συνεπώς, απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο αντίθετος λόγος της έφεσης".

VΙ) Από την παραπάνω βεβαίωση του Εφετείου, ότι για το σχηματισμό της κρίσης του έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τις με αριθμούς ...18.2.2005 και ...18.2.2005 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Α.

Δ. Γ. -Σ., που ελήφθησαν στα πλαίσια άλλης μεταξύ των διαδίκων δίκης, όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, προς άμεση και έμμεση απόδειξη, και από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης, καθίσταται κατ’ αρχήν βέβαιο ότι το Εφετείο, πλην άλλων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα υπό στοιχεία β και δ αποδεικτικά στοιχεία.

Τα υπό στοιχεία όμως γ’ αποδεικτικά στοιχεία ορθά το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, εφόσον, σύμφωνα με την προσβαλλομένη απόφαση, δεν προσκομίστηκαν από την αναιρεσείουσα εμπορικά λογιστικά της βιβλία προς απόδειξη του ισχυρισμού της περί οφειλών της αναιρεσίβλητης προς αυτή που υπερκάλυπταν το επίδικο χρέος.

Περαιτέρω όμως, από την μη ειδική αναφορά του Εφετείου στις παραπάνω .../4-3-2013 και .../4-3-2013 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών Μ. Π. αλλά και από τις αιτιολογίες και το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Δικαστήριο, ενόψει και της αντίθετης ουσιαστικής κρίσης στην οποία κατέληξε (κάνοντας δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης), έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις.

Τις ένορκες δε αυτές βεβαιώσεις η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε νόμιμα προς αντίκρουση του κατ’ ουσίαν βασίμου της ένδικης αγωγής, με τις προσκομιζόμενες στο Εφετείο με ημερομηνία 16-1-2014 έγγραφες προτάσεις της, όπου στις σελίδες 16 και 19 αυτών αναφέρει τους αριθμούς και την ημερομηνία λήψης των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων (.../4-3-2013 και .../4-3-2013), τα πρόσωπα που κατέθεσαν (ο Δ.

Π. και ο ορκωτός λογιστής) όπως και ότι ελήφθησαν ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών Μ. Π. μετά νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου της. Επίσης, στις παραπάνω σελίδες των προτάσεών της, η αναιρεσείουσα αναφέρει και τους αριθμούς των προσκομιζομένων σχετικών που αφορούν τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία Τις προαναφερόμενες δε προτάσεις της η αναιρεσείουσα τις υπέβαλε κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προσκομίζοντας συγχρόνως αυτές όπως και την έκθεση επίδοσης κατά τη συζήτηση (εφόσον δεν γίνεται μνεία περί του αντιθέτου στην εν λόγω απόφαση.

Ενόψει τούτων στοιχειοθετείται ο ερευνώμενος από τη διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δέκατος λόγος της αίτησης αναίρεσης όπως και ο πρώτος των προσθέτων λόγων αυτής, οι οποίοι και πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι. Κατ’ ακολουθία τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το καταβληθέν παράβολο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1 παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2-4-2012) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, που ηττάται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 456/2014 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ