Supreme Court annuls first-instance judgment regarding successive fixed-term employment contracts with public entities.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the first-instance judgment against a public sports organization regarding the employee's claim for an open-ended contract. The court found the lower court erred in applying labor laws to successive fixed-term contracts concluded under specific constitutional provisions governing public employment. Consequently, the appeal was allowed, the case remitted for retrial, and the losing party ordered to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 577 of the Code of Civil Procedure; Articles 1, 3, 8 of Law 2112/1920; Article 103 of the Constitution: Successive fixed-term employment contracts concluded by the State, local authorities, and public non-profit organizations under the provisions of Article 103 of the Constitution cannot be converted into open-ended contracts, even if they cover permanent needs.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 852 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Περίληψη: -άρθ. 144, 513, 518, 552, 553, 564, 570, 577 ΚΠολΔ: προϋποθέσεις παραδεκτής και εμπρόθεσμης άσκησης αναίρεσης κατ’ απόφασης πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.-άρθ. 648, 649, 669, 672 ΑΚ, 8 ν. 2112/1920,56,63,64,72 π.δ. 410/1988, 14 και 21 ν. 2190/1994, 103 §§ 2, 3, 7 και 8 Συντ : σύμβαση εργασίας αορίστου και ορισμένου χρόνου- διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου συναπτόμενες υπό το κράτος των διατάξεων του άρθ. 103 Συντ μετά την αναθεώρησή του και των λοιπών ως άνω διατάξεων, με (το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και) τα ΝΠΔΔ, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, μη εφαρμοζομένης στις συμβάσεις αυτές της διάταξης του άρθ. 83 § 3 ν. 2112/1920, ούτε κατ’ επιταγή της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ- άρθ. 5, 7 και 11 ΠΔ 164/2004: προϋποθέσεις μετατροπής συμβάσεων ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν πριν την έναρξη ισχύος του ως άνω ΠΔ και είναι ενεργές και μετά ταύτα, δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων παρά την προβλεπομένη διαδικασία ενώπιον του ΑΣΕΠ (αναιρεί την ΜΠρωτΗρακ 899/2113/ΕΓ76/2005).
Αριθμός 852/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Νικόλαο Τρούσα (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη) και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΟΣ ΑΘΛΗΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ", που εδρεύει στο Δήμο Χερσονήσου Ηρακλείου Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ασπετάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Σ. του Ε., κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Μηλιαράκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-5-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκε η 899/2113/ΕΓ76/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-2-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 20-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθ. 552, 553§1, 321 και 577§§1 και 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι προϋπόθεση, αυτεπάγγελτα ερευνωμένη, της παραδεκτής άσκησης αναίρεσης κατ' απόφασης πρωτοβαθμίου πολιτικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε, όπως στην προκειμένη περίπτωση, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, είναι η τελεσιδικία αυτής κατά τον χρόνο άσκησης της αναίρεσης, τελεσίδικη δε γίνεται η υποκειμένη σε έφεση πρωτόδικη απόφαση για κάποια επελθούσα αιτία και δη, εκτός των άλλων, και λόγω παραίτησης από την ασκηθείσα κατ' αυτής έφεση. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον η πρωτόδικη απόφαση έχει επιδοθεί και όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθ. 144§1, 513, 518§1, 552, 553, 564§1, 570 και 577§§1 και 2 ΚΠολΔ η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατ' αυτής, αν ο αναιρεσείων διαμένει ή, προκειμένου για νομικά πρόσωπα, έχει την έδρα του στην ημεδαπή, είναι 30 ημέρες και αρχίζει από την επομένη της παραίτησης από την ασκηθείσα έφεση, η εμπρόθεσμη δε ως άνω άσκηση αυτής, ως προϋπόθεση επίσης του παραδεκτού της, ερευνάται και αυτή αυτεπάγγελτα από τον Άρειο Πάγο, με βάση (όπως και η ετέρα ως άνω προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, τελεσιδικία) τα έγγραφα της δικογραφίας.
Στην προκειμένη περίπτωση: (1) Από την προσκομιζομένη σε φωτοτυπικό αντίγραφο με αριθ. 1617/2005 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Ηρακλείου ... αποδεικνύεται ότι με την επιμέλεια του αναιρεσίβλητου ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της προσβαλλομένης 899/2113/ΕΓ76/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθ. 663 επ.
ΚΠολΔ (εργατικών διαφορών), επιδόθηκε την 30-12-2005 στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δημοτικός Αθλητικός Οργανισμός Χερσονήσου" (ΔΑΟΧ, σημειουμένου ότι η από προφανή παραδρομή παράλειψη αναγραφής στο δικόγραφο της αναίρεσης και τις επ' αυτής προτάσεις του της λέξης "Οργανισμός" στην επωνυμία του δεν δημιουργεί αμφιβολία για την ταυτότητά του) με την παράδοση του ως άνω αντιγράφου στο νόμιμο εκπρόσωπο αυτού Γ.
Π. στην έδρα του αναιρεσείοντος στον Λιμένα Χερσονήσου Ηρακλείου, απορριπτομένου ως αβασίμου (άρθ. 122, 139, 140, 438 και 440 ΚΠολΔ) του προβληθέντος με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις του αναιρεσείοντος ισχυρισμού του περί μη νομιμότητας της επίδοσης, επειδή, όπως προβάλλει μ' αυτόν, δεν έγινε στην έδρα του, ούτε αναζητήθηκε σ' αυτήν ο νόμιμος εκπρόσωπός του, αλλά τυχόν επίδοση έγινε εκτός της έδρας του, από την επομένη δε της επίδοσης αυτής άρχισε η προθεσμία για την άσκηση έφεσης κατά της προσβαλλομένης απόφασης. (2) Κατά της αναιρεσιβαλλομένης και σε εκτέλεση της 2/2006 απόφασης του ΔΣ του αναιρεσείοντος για την άσκηση έφεσης κατ' αυτής, ασκήθηκε εμπρόθεσμα και δη την 17-1-2006 η υπό την αυτή ημερομηνία έφεση, κατά την συζήτηση της οποίας στο Εφετείο Κρήτης κατά την δικάσιμο της 16-1-2007 το αναιρεσείον και σύμφωνα με την 48/2006 απόφαση του ΔΣ αυτού, ως δεν αμφισβητείται, παραιτήθηκε νομότυπα από την ασκηθείσα ως άνω έφεση με δήλωση καταχωρισθείσα στα πρακτικά του ως άνω δικαστηρίου, από την παραίτηση δε αυτή η αναιρεσιβαλλομένη κατέστη τελεσίδικη. (3) Στην συνέχεια και σε εκτέλεση της 2/2007 απόφασης του Δοικητ.
Συμβουλίου του το αναιρεσείον άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία, όπως προκύπτει από την κάτω απ' αυτήν πράξη της γραμματέως του Πρωτοδικείου Ηρακλείου, κατατέθηκε την 14-2-2007, δηλ. μέσα στην 30νθήμερη προθεσμία από την τελεσιδικία της αναιρεσιβαλλομένης. Επομένως, η ένδικη αίτηση είναι παραδεκτή ως ασκηθείσα κατά τελεσίδικης απόφασης και μέσα στη νόμιμη προθεσμία.
ΙΙ. (Α) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ. 669§1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης, ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα μέρη, κρίνει, ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες καταρτίσθηκε η σύμβαση (ΟλΑΠ 19, 20/2007, 18/2006).
Εξάλλου, από το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), το οποίο ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων αορίστου χρόνου (άρθρ. 1, 2, 3 του ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ.
της 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, στην οποία δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία της σύμβασης και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 19/2007). Η διάταξη, όμως, αυτή δεν είναι δυνατόν να εφαρμοσθεί, όταν η σύμβαση καταρτίζεται υποχρεωτικά από το νόμο ως ορισμένης διάρκειας, διότι στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο καθορισμό της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου χρόνου, ούτε καθίσταται αορίστου χρόνου η σύμβαση του προσληφθέντος για ορισμένο χρόνο, αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για την εκτέλεση εργασίας που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη.
Ειδικότερα: (1) Κατά τα άρθ. 56 και 63 του ΠΔ 410/1988 οι συμβάσεις των μισθωτών που προσλαμβάνονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου από (το Δημόσιο, τους ΟΤΑ) και τα ΝΠΔΔ προς κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών λύονται αυτοδίκαια, μόλις αντιμετωπισθούν οι απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες ή λήξει ο χρόνος διαρκείας τους και σε κάθε περίπτωση μόλις συμπληρωθούν 8 μήνες από την εμφάνιση της ανάγκης που επέβαλε την πρόσληψη, ενώ κατά τα άρθ. 64 και 72 του ιδίου ΠΔ οι συμβάσεις των προσλαμβανομένων προς κάλυψη παροδικών απλώς αναγκών λύονται αυτοδίκαια μετά πάροδο 5 μηνών και μπορούν να παραταθούν κατά 3 μήνες και 1 έτος με τις προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθ. 65 αυτού.
Σε αμφότερες τις κατηγορίες αυτές προσωπικού οι συμβάσεις εργασίας είναι ορισμένου χρόνου και κατά το άρθ. 72 του ως άνω ΠΔ 410/1988 απαγορεύεται οποιαδήποτε παράταση της αρχικής σύμβασης ή ανανέωση με σύναψη νέας σύμβασης πέραν από τ' ανώτατα κατά περίπτωση όρια απασχόλησης, ως εκ τούτου δε στις συμβάσεις αυτές, όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι δυνατόν να εφαρμοσθεί το άρθ. 8 ν. 2112/1920, να χαρακτηρισθούν δηλ.
συμβάσεις αορίστου χρόνου, ούτε να χωρήσει σιωπηρή ανανέωση της σύμβασης κατ' άρθ. 671 ΑΚ, έστω και αν με την επίκληση των προαναφερομένων διατάξεων έγιναν προσλήψεις προσωπικού για την κάλυψη παγίων αναγκών και διαδοχικές ανανεώσεις των ορισμένου χρόνου συμβάσεων. (2) Περαιτέρω, με το άρθρο 21§§1 και 2 του ν. 2190/1994 ορίσθηκε, κατά τρόπο ουσιωδώς όμοιο ως άνω, ότι οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεων θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Σύμφωνα με την §1 του άρθρου 14 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του Δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1§6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, στους οποίους περιλαμβάνονται και τα ΝΠΔΔ, όπως είναι και το αναιρεσείον με την επωνυμία "Δημοτικός Αθλητικός Οργανισμός Χερσονήσου" (ΔΑΟΧ). (3) Οι διατάξεις του άρθρου 103 §§ 2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ν.π.δ.δ., ορίζουν τα εξής: "κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (§2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (§3). Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α 85/18-4-2001) προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής.
Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις και οι οποίες κατέστησαν ήδη, με την ως άνω συνταγματική αναθεώρηση, συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με (το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και) τα ΝΠΔΔ με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος.
Μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου, όχι απλώς εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και προς τον σκοπό αυτόν προσέθεσε την παραπάνω διάταξη του εδ.
γ' της παρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την από το νόμο ακόμα μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου. Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση κατά την οποία οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα.
Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, και δη μετά την έναρξη ισχύος (18-4-2001) του αναθεωρημένου άρθ. 103 του Συντάγματος με την προσθήκη των ως άνω παραγράφων 7 και 8 σ' αυτό, με (το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και) τα ΝΠΔΔ δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες, αφού, έστω και αν αυτό συμβαίνει, ο εργοδότης δεν έχει την ευχέρεια για την σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, συνακόλουθα δε σε κάθε περίπτωση στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 § 3 του ν. 2112/1920. (Β) Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 189 § 3 και ήδη 249 §§ 1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ.
προκύπτει, ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος -μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Γι' αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκην, όχι απ' ευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος.
Το κράτος - μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα, όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει. Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής, η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων και δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις, είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια.
Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξης του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (ΟλΑΠ 31/2009, 19, 20/2007, 23/1998). Περαιτέρω, την 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, ύστερα από τη συμφωνία - πλαίσιο, την οποία συνήψαν στις 18-3-1999 οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CΕΕΡ, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμόρφωσης προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως την 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως την 10-7-2002, της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκαμε χρήση.
Στο προοίμιο της οδηγίας αυτής αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν, ότι οι συμβάσεις αόριστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, σε ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων.
Ορίζει ειδικότερα η παραπάνω Οδηγία, μεταξύ άλλων, ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη - μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, ή/ και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/ και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) την μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.
Επίσης τα κράτη - μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/ και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (ρήτρα 5). Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη.
Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που θα λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου.
Τα κράτη μέλη, δηλαδή, διαθέτουν ευρεία ευχέρεια επιλογής μεταξύ περισσότερων λύσεων για να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλεται, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, ο χαρακτηρισμός αυτών ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, καθ' όσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό ("όταν χρειάζεται").
Συνεπώς, δεν αποκλείεται η πρόβλεψη άλλων, πρόσφορων κατά την κρίση του εθνικού νομοθέτη, κυρώσεων σε βάρος του εργοδότη για την αποτελεσματική προστασία του εργαζομένου που, ως οικονομικά ασθενέστερος, συχνά υποχρεώνεται αδικαιολόγητα στη σύναψη ασύμφορων για τον ίδιο διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αντί για την σύναψη σύμβασης αορίστου χρόνου, όπως είναι η ακυρότητα των συναπτόμενων συμβάσεων, με παράλληλη εξασφάλιση για τον εργαζόμενο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε και αποζημίωσης.
Η ευχέρεια του νομοθέτη να προβλέπει άλλες πρόσφορες κυρώσεις, πλην του χαρακτηρισμού των ανεπίτρεπτων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ως συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας αορίστου χρόνου, συνάγεται και από την παρ. 3 του προοιμίου της συμφωνίας πλαισίου, στην οποία ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία καθορίζει τις γενικές αρχές και τις ελάχιστες απαιτήσεις σχετικά με την εργασία ορισμένου χρόνου, αναγνωρίζοντας ότι για τις λεπτομέρειες της εφαρμογής της πρέπει να ληφθούν υπόψη τα πραγματικά στοιχεία των συγκεκριμένων εθνικών, τομεακών και εποχιακών καταστάσεων", καθώς και από την υπ' αριθ. 10 γενική παρατήρηση αυτής, όπου ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία παραπέμπει στα κράτη μέλη και τους κοινωνικούς εταίρους για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής των γενικών αρχών της, των ελάχιστων απαιτήσεων και διατάξεων, ώστε να ληφθεί υπόψη η κατάσταση σε κάθε κράτος μέλος και οι ιδιαίτερες συνθήκες ορισμένων τομέων και επαγγελμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων εποχικής φύσης".
Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα Π.Δ 81/2003 και 164/2004, από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.
Με το άρθρο 5 του Π.Δ. 164/2004 ορίζεται ότι (α) απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών (β) η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται, κατ` εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, αντικειμενικός δε λόγος υφίσταται όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεις συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με την μορφή ή το είδος ή την δραστηριότητα της επιχείρησης (γ) σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επομένου άρθρου.
Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του αυτού Π.Δ. η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία, που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του, ενώ θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Όμως, ενόψει του γεγονότος ότι το Π.Δ. 164/2004 άρχισε να ισχύει από την 19-7-2004, περιέλαβε αυτό στο άρθρο 11, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την ως άνω προσαρμογή στην προαναφερόμενη Οδηγία και προβλέπουν την κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ως άνω Π.Δ. ορίζεται ότι (1) διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχολήσεως 18 μηνών μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ.
α' να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός (δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση, η προϋπόθεση δε του εδ.
α' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά τον χρόνο λήξης της σύμβασης (2) για την διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγουμένη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας 2 μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία (3) οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από την διαβίβαση σ' αυτό των σχετικών κρίσεων.
Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η ως άνω διαδικασία ενώπιον των οικείων υπηρεσιακών συμβουλίων και του ΑΣΕΠ δεν αποκλείει το δικαίωμα των εργαζομένων να ζητήσουν, σύμφωνα με τα άρθ. 20, 26, 94 και 95 του Συντάγματος, με αγωγή, παρακάμπτοντας την διαδικασία αυτή, την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας τους, ότι δηλ.
συνδέονται με το Δημόσιο κ.λπ. εξαρχής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία (αγωγή) ως εισάγουσα διαφορά ιδιωτικού δικαίου υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (άρθ. 94 Συντ. 1 ν. 1406/1983, 1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω από τα παραπάνω συνάγεται, ότι, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, δεν μπορεί να γίνει μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου.
Κατά συνέπεια, ενόψει των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε., η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920 ούτε κατ’ επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το χρονικό διάστημα από 10-7-2002 μέχρι την έναρξη της ισχύος του Π.Δ. 164/2004, αλλά ούτε και μετά την έναρξη της ισχύος του, ούτε και η ως άνω Οδηγία, η ισχύς της οποίας, που δεν ήταν κατά τα προαναφερθέντα άμεσης εφαρμογής, και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών και Κράτους ολοκληρώθηκε μόνο με την έκδοση του ως άνω διατάγματος για την ενσωμάτωσή της στην ελληνική έννομη τάξη (Ολ.ΑΠ 19 και 20/2007, 31/2009), τούτο δε και μόνον ρυθμίζει από την έναρξη της ισχύος του τα σχετικά ζητήματα.
Στην προκειμένη περίπτωση: (Α) Με την ένδικη αγωγή του κατά του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δημοτικός Αθλητικός Οργανισμός Χερσονήσου" (ΔΑΟΧ) ο ήδη αναιρεσίβλητος επικαλούμενος ότι με συμβάσεις που καταρτίσθηκαν με το εναγόμενο ΝΠΔΔ και χαρακτηρίσθηκαν ως συμβάσεις "μίσθωσης έργου" ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου εργάσθηκε στο εναγόμενο ως γυμναστής κλάδου ΠΕ κατά τα χρονικά διαστήματα από 30-8-2002 έως 15-9-2003, 15-9-2003 έως 15-9-2004 και από 16-9-2004 έως και 16-9-2005, ότι οι συμβάσεις αυτές υποκρύπτουν στην πραγματικότητα σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου και η ορισμένη διάρκειά τους τέθηκε σκόπιμα από τον εργοδότη του (ΔΑΟΧ) προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του, και δη περί υποχρεωτικής καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, και ότι αυτές συνιστούν μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον η παροχή των υπηρεσιών του αφορούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ζήτησε ν' αναγνωρισθεί ότι οι ως άνω συμβάσεις συνιστούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την αρχική πρόσληψή του, συνεχιζομένη αορίστως από 17-9-2005, και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες του.
Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή εισήγαγε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ιδιωτικού δικαίου διαφορά υπαγομένη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, μη αποκλειομένη από την προβλεπομένη ως άνω διοικητική διαδικασία ένταξης στις ρυθμίσεις του ΠΔ 164/2004, όπως ορθώς έκρινε και το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλομένη απόφασή του, απορρίπτοντας σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος εναγομένου.
Επομένως, ο δεύτερος, κατά σειρά αρίθμησης, λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, καθώς και οι διάσπαρτες και συνεχόμενες μ' αυτόν σχετικές αιτιάσεις, από το άρθ. 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ περί υπέρβασης της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων επειδή η σχετική κρίση ανήκει αποκλειστικά στο ΑΣΕΠ κατά την προαναφερομένη διαδικασία, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. (Β) Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, κρίνοντας επί της αγωγής αυτής, με την προσβαλλομένη 899/2113/ΕΓ76/2005 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι το εναγόμενο ΝΠΔΔ, που συστάθηκε με την 348/2000 απόφαση του Γ.
Γραμματέα της Περιφέρειας Κρήτης (δημοσιευθείσα στο ΦΕΚ Β' 628), έχει ως σκοπούς, μεταξύ άλλων, την ανάπτυξη μαζικού λαϊκού αθλητισμού στον Δήμο Χερσονήσου με την δημιουργία ευκαιριών άθλησης για όλους τους δημότες, την δημιουργία και λειτουργία αθλητικών κέντρων, γυμναστηρίων και γηπέδων, την συντήρηση και φροντίδα των αθλητικών εγκαταστάσεων και την ανέγερση νέων, την οργάνωση αθλητικών εκδηλώσεων κ.λπ., ότι για την υλοποίηση προγραμμάτων μαζικού αθλητισμού, την εποπτεία των διεξαγομένων στους χώρους των αθλητικών εγκαταστάσεων αγώνων και την διοργάνωση πρωταθλημάτων εργασιακού αθλητισμού προσλαμβάνονταν ο ενάγων, που είναι πτυχιούχος γυμναστής (κλάδου ΠΕ 10) με ενιαύσιες συμβάσεις, ειδικότερα δε αυτός εργάσθηκε με έγγραφες συμβάσεις μίσθωσης έργου που κατάρτισε με το εναγόμενο επί 22 μήνες (τα χρονικά διαστήματα από 30-8-2002 έως 30-8-2003 και από 15-9-2003 μέχρι 15-9-2004) και τέλος από 16-9-2004 έως 16-9-2005, συνεχίζοντας να εργάζεται στο μεσοδιάστημα σε αναμονή της ανανέωσης της σύμβασής του, ότι παράλληλα, εκτός από τις παραπάνω υποχρεώσεις του, ο ενάγων ασχολούνταν και με διοικητικές εργασίες και με άλλα τρέχοντα του εναγομένου, κατά δε την εκτέλεση των εργασιών, και παρά τον διαφορετικό χαρακτήρα που είχε δοθεί στην σύμβαση, δεν ήταν ελεύθερος να επιλέξει χώρο και χρόνο εργασίας αλλά ακολουθούσε τις οδηγίες και τις επιλογές του εναγομένου που εκφράζονταν από το αρμόδιο όργανο αυτού, ότι ο ενάγων ζήτησε την μονιμοποίησή του σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ 164/2004, πλην όμως δεν πληροί τις τιθέμενες απ' αυτές προϋποθέσεις σχετικά με την συνολική 24μηνη διάρκεια της σύμβασης και η κρίση του υπηρεσιακού συμβουλίου ΟΤΑ Ν.
Ηρακλείου είναι αρνητική, ενώ ήδη έχει εγκριθεί ο εσωτερικός οργανισμός του εναγομένου που προβλέπει πλέον και μόνιμη θέση γυμναστή κλάδου ΠΕ 10, ότι λόγος σύναψης των παραπάνω συμβάσεων μίσθωσης έργου ήταν η πρόσληψη προς αντιμετώπιση δήθεν πρόσκαιρων αναγκών, αυτό όμως δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, αφού ο ενάγων κάλυπτε κενές οργανικές θέσεις που ήδη προβλέπονται από τον οργανισμό, η εργασία δε που προσέφερε ήταν για την ικανοποίηση συνεχών αναγκών του εναγομένου στον τομέα απασχόλησής του, οι οποίες μέχρι την ολοκλήρωση της πρόσληψης του μόνιμου προσωπικού δεν μπορούσαν ν' αντιμετωπισθούν από μόνιμο προσωπικό που δεν υπήρχε, κρίνεται μάλιστα ότι εάν ο ενάγων αποχωρήσει από την εργασία του θα δημιουργηθεί πρόβλημα στο εναγόμενο, ότι η ορισμένη διάρκεια των συμβάσεων του ενάγοντος δεν δικαιολογείται από την φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας που παρείχε, αλλά ούτε και κάποιο άλλο αντικειμενικό λόγο, ότι αντίθετα ο ενάγων κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και όχι έκτακτες, πρόσκαιρες ή εποχιακές και ότι το σύνολο των αλλεπαλλήλων συμβάσεων και σχέσεων εργασίας με το εναγόμενο συνιστά μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου για τον ενάγοντα, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθ. 1, 3 και 8 ν. 2112/1920, 281 ΑΚ και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ.
Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά παραδοχή της ένδικης αγωγής, αναγνώρισε ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων συνδέεται με το αναιρεσείον εναγόμενο (ΝΠΔΔ) με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την αρχική πρόσληψή του την 30-8-2002.
Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 1, 3 και 8 ν. 2112/1920 και της Οδηγίας 1999/70 που σύμφωνα με τα προαναφερθέντα δεν ήσαν εφαρμοστέες κατά πάσα περίπτωση, αφού οι ως άνω συμβάσεις έργου του ενάγοντος καταρτίσθηκαν ως ορισμένου χρόνου κατ' επιταγή των προαναφερομένων συνταγματικών ή άλλων διατάξεων και δη μετά την έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου άρθ. 103 του Συντ., στο οποίο προστέθηκαν οι ως άνω παράγραφοι 7 και 8.
Οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν, έστω εν μέρει, ως ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου ούτε κατ' εφαρμογή του άρθ. 11 ΠΔ 164/2004, ως προς τις καταρτισθείσες πριν την έναρξη ισχύος αυτού και συνεχιζόμενες και μετά ταύτα για τον μετά την έναρξη της ισχύος του και εφεξής χρόνο, διότι κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης κατά το κρίσιμο ως άνω χρονικό σημείο ο ενάγων είχε συμπληρώσει απασχόληση 22 μηνών με μία ανανέωση.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών, οι οποίοι, άλλωστε, σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέοι και ειδικότερα ο τρίτος από τον αριθμό 8 του αυτού άρθρου, για μη λήψη υπόψη "πραγμάτων" προταθέντων από το αναιρεσείον, ως απαράδεκτος, διότι κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτόν αναφέρεται σε αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς, οι δε (α) τέταρτος από τον αριθ. 10 για λήψη υπόψη πραγμάτων χωρίς απόδειξη (β) πέμπτος από τον αριθ. 13 για εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης και (γ) έκτος από τον αριθ. 20 του αυτού ως άνω άρθρου για παραμόρφωση εγγράφου, προεχόντως ως πλήρως αόριστοι, αφού, πέραν της αριθμητικής αναφοράς των ως άνω διατάξεων, ουδεμία απολύτως συγκεκριμένη αιτίαση προβάλλεται για την θεμελίωσή τους (ούτε, ειδικότερα, καθορίζεται το φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο).
Εξάλλου, στην κρινόμενη υπόθεση δεν ανακύπτει ζήτημα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου και δη της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ αλλά του εσωτερικού και επομένως δεν τίθεται θέμα υποβολής και μάλιστα υποχρεωτικά κατ' άρθ. 234 ΣυνθΕΚ προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κατά συνέπεια πρέπει ν' απορριφθεί το σχετικό αίτημα του αναιρεσιβλήτου που υποβάλλεται με την προσθήκη των ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεών του.
Σύμφωνα με όλα τα προδιαληφθέντα πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλον δικαστή (άρθ. 580§3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 899/2113/ΕΓ76/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ