Supreme Court dismisses appeal when prior judgments lack res judicata due to intervening legal regime changes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision, which had rejected her claims based on the principle of res judicata. The appellant argued that previous final judgments should bind the current case, but the Court found that intervening legislative changes altered the legal regime governing her salary claims. Consequently, the court held that these intervening changes invalidated the requirement for res judicata, rendering the prior judgments inapplicable to the current dispute.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580(4) and 581(1) of the Code of Civil Procedure; Res judicata does not apply when a subsequent change in the legal regime governing the legal relationship or its consequences occurs after the critical time for the later trial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 852 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 852/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ συζ. Ν, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ψυχιατρικό Νοσοκομείο ...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-8-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2024/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8395/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ήδη αναιρεσίβλητο με την από 14-2-2001 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1442/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 8395/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 8132/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-9-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 2-3-2010 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθ. 580 παρ. 4 ΚΠολΔ οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, κατά δε το άρθ. 581 παρ. 1 του ίδιου κώδικα στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθ. 321. 322, 324 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει, όμως, ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στην δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει, όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη.
Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει, αν κατά τον κρίσιμο για την μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν απ' αυτήν, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτουμένη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας.
Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσης, από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις ερειδόμενες σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού ως έννομες συνέπειες της διαρκούς αυτής έννομης σχέσης, τελεί υπό την προϋπόθεση, ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.
Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις μερικότερες αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων και θα διέπεται και στο μέλλον από παρόμοιες μελλοντικές διατάξεις, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλ.
αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζεται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη. Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι κατά το κανονιστικό μέρους τους και οι όροι των ΣΣΕ ή ΔΑ, οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθ. 9 και 16 παρ. 3 ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση αλλά και την φύση των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.
Έτσι, από της ισχύος κάθε νέας ΣΣΕ ή ΔΑ μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις, οι οποίες έκριναν τελεσίδικα αξιώσεις του μισθωτού στηριζόμενες σε προϊσχύσασες ΣΣΕ ή ΔΑ, δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενεστέρου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ (ΟλΑΠ 10/2002).
Περαιτέρω, με την 41/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιά που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 18749/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας ρυθμίσθηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του απασχολουμένου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, νοσοκομείων κλπ. του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ και με τον όρο 28 αυτής ορίσθηκε ότι οι καθαρίστριες και καθαριστές λαμβάνουν το εκάστοτε ισχύον κατώτατο όριο ημερομισθίου (ημερομίσθιο ασφαλείας) του εργατοτεχνίτη-εργατοτεχνίτριας και για εξάωρη απασχόληση, αυξομειούμενο ανάλογα, ενώ με τον όρο 12 της 74/1982 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών για τους όρους αμοιβής και εργασίας του ίδιου ως άνω προσωπικού που κηρύχθηκε εκτελεστή με την AYE 17663/1982, προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του προσωπικού αυτού δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας (απόφαση 1/1982 του ΔΔΔΔ Αθηνών).
Το νομικό καθεστώς των ανωτέρω ΔΑ μετέβαλε η από 22-12-1988 ΕΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την AYE 17853/1989 και ίσχυσε από 1-7-1988. Με την ΕΣΣΕ αυτή επεκτάθηκαν στο σύνολό τους οι διατάξεις του ν. 1505/1984 για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, όπως συμπληρώθηκαν με το ν. 1810/1985, στους εργαζομένους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της χώρας, οι οποίοι είναι μέλη σωματείων που ανήκουν στην ΠΟΕΔΗΝ.
Με το άρθρο 9 της ως άνω ΕΣΣΕ ορίσθηκε, ότι διατηρούνται τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με την συλλογική αυτή σύμβαση. Τούτο έχει την έννοια της διατήρησης του ποσού των καταβαλλομένων μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανώτερων αποδοχών και όχι της εξακολούθησης και μετά ταύτα του προϊσχύσαντος νομικού καθεστώτος (ΟλΑΠ 10/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αυτής (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα με την από 9-8-1998 αγωγή της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέθεσε ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και του αναιρεσιβλήτου Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής προσλήφθηκε την 30-10-1975 και υπηρέτησε σ' αυτό αρχικά ως καθαρίστρια και από 1-8-1979 ως πλύντρια και ζήτησε να υποχρεωθεί το τελευταίο να της καταβάλει το ποσό των 1.000.000 δρχ.
και να αναγνωρισθεί ότι της οφείλει το ποσό των 17.511.932 δρχ. ως διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1-1-1996 έως 30-6-1998 λόγω μη χορήγησης βασικού ημερομισθίου βάσει του εκάστοτε κατώτατου ημερομισθίου των Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., των επιδομάτων τριετιών και συζύγου των α' και β' γενικών όρων της 42/1981 απόφασης του ΔΔΔΔ Πειραιά και της αμοιβής των 2 ωρών ημερησίως του άρθ. 2 παρ. 3 ν. 201/1975, καθώς και της μη εφαρμογής του άρθ. 9 της από 10-10-1989 ΕΣΣΕ της ΟΝΣΙΕ, η αγωγή δε αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με την 2024/1999 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου.
Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε την από 7-9-1999 έφεση της, επ' αυτής δε εκδόθηκε η 8395/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι για τις ένδικες αξιώσεις της αναιρεσείουσας υφίσταται δεδικασμένο από τις 12737/1989 και 11790/1995 αποφάσεις του, που είχαν εκδοθεί μεταξύ των αυτών διαδίκων για προγενέστερο χρονικό διάστημα, και για τον λόγο αυτόν έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση, εξαφανίσθηκε η ως άνω πρωτόδικη απόφαση και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή.
Κατά της απόφασης αυτής του Εφετείου το αναιρεσίβλητο άσκησε την από 14-2-2001 αίτηση αναίρεσης, επ' αυτής δε εκδόθηκε η 1442/2002 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κρίθηκε αμετάκλητα ότι για τις ένδικες αξιώσεις της αναιρεσείουσας δεν έχει παραχθεί δεδικασμένο από τις προαναφερόμενες αποφάσεις, διότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ίσχυαν οι από 2-4-1996 και 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ, τις οποίες επικαλείται η αναιρεσείουσα για τον προσδιορισμό των αποδοχών της και οι οποίες μετέβαλαν το νομικό καθεστώς που ίσχυε για τις αποδοχές της αυτές κατά τα χρονικά διαστήματα που έκριναν οι ως άνω τελεσίδικες αποφάσεις, παρεκτός του ότι από 1-1-1997 επήλθε και άλλη μεταβολή του νομικού καθεστώτος με την ΚΥΑ 2026439/3480/0022 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 24 ν.2470/1997 και σύμφωνα με το άρθ. 19 παρ. 2 ν.1876/1990 και επεξέτεινε αναδρομικά από 1-1-1997 τις διατάξεις του ως άνω ν. 2470/1997 για την αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που υπηρετεί στο Δημόσιο και τους ΟΤΑ.
Για τον λόγο αυτόν αναιρέθηκε η πιο πάνω απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφαση του, συμμορ-φούμενο πλήρως με την ως άνω 1442/2002 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (αναιρετική), έκρινε ότι δεν πηγάζει δεδικασμένο από τις ως άνω προγενέστερες αποφάσεις του για τις ένδικες αξιώσεις της αναιρεσείουσας και απέρριψε την έφεση της ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Πρέπει να σημειωθεί ότι για τον ίδιο λόγο (έλλειψη της αυτής νομικής αιτίας λόγω μεταβολής του νομικού καθεστώτος) δεν παρήχθη δεδικασμένο, όπως εσφαλμένα είχε προβάλει η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου (το οποίο κατά συνέπεια δεν υπεχρεούτο ν' απαντήσει στον ισχυρισμό αυτόν, μη δημιουργούμενης, επομένως, πλημμελείας από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη ειδικά αυτού), από την (μετ' αναίρεση προηγουμένης) 9799/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία επί παρομοίας αγωγής της που αφορούσε το χρονικό διάστημα από 1-1-1991 έως 30-4-1996 είχε γίνει δεκτό ότι από τις 4465/1992 και 11790/1995 αποφάσεις του ίδιου δικαστηρίου, επί άλλων αγωγών της αναιρεσείουσας που αφορούσαν τα χρονικά διαστήματα από 1-7-1988 έως 30-11-1990 και 1-1-1990 έως 30-6-1993, είχε δημιουργηθεί δεδικασμένο για τα παραπάνω ζητήματα, και γι' αυτό (μεταβολή του νομικού καθεστώτος) με την 453/2003 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου αναιρέθηκε εν μέρει η ως άνω 9799/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθόσον μέρος της αφορούσε τις συναφείς επίδικες αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-1994 μέχρι 30-4-1996.
Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα με την ως άνω κρίση του το Εφετείο δεν υπέπεσε σε κάποια πλημμέλεια από τους αριθμούς 1, 8, 14 και 16 του άρθ. 559 ΚΠολΔ και επομένως πρέπει ν' απορριφθούν όλοι οι λόγοι αναίρεσης και η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της, μη τεθεί, όμως, διάταξη για έξοδα λόγω μη υποβολής σχετικού αιτήματος εκ μέρους του νικώντος αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-9-2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της 8132/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Μαίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ