Supreme Court dismisses appeal on divorce property division, rejecting claims of vague pleadings and unproven facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's partial award of 100,000 euros for marital property division. The appellant argued the lower court's decision violated procedural rules regarding vague pleadings and considered unproven facts. The court rejected these claims, finding the lower court's reasoning clear and its application of the Civil Code provisions on marital contribution correct.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(8), 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews vague pleadings for legal insufficiency but does not re-evaluate factual assessments or admissibility of arguments not constituting independent factual claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 852 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 852/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Τσουκαλά, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Σκορδάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Απριλίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3584/2005 του ιδίου Δικαστηρίου και 3300/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 22 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ και ν' απορριφθούν οι λοιποί .
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η νομική "αοριστία" της αγωγής, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΑΚ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αντίθετα αρκέσθηκε σε ολιγότερα των αξιουμένων από το νόμο, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική "αοριστία" της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 του Κ.Πολ.Δ.
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 του ΑΚ (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του Ν. 1329/1983), η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ. 1 του Ν. 1329/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν.1649/1986, έχει εφαρμογή και επί γάμων που τελέσθηκαν, καθώς και επί περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν. 1329/1983, σε συνδυασμό με το άρθρο 216 του Κ.Πολ.Δικ., συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής συμμετοχής στα αποκτήματα είναι α) η λύση του γάμου ή κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων β) η αύξηση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου και γ) η συμβολή του ενάγοντος συζύγου στην αύξηση, με οποιοδήποτε τρόπο, της περιουσίας του υπόχρεου.
Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγομένης σε τιμές του χρόνου άσκησης της αγωγής θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.
Στη σχετική αγωγή είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υποχρέου. Η συμβολή δε του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την κατά τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών.
Έτσι είναι αναγκαία η χρηματική αποτίμηση στην αγωγή των υπηρεσιών αυτών μόνο κατά το μέρος που αυτές υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες. Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση βέβαια της επικλήσεως και αποδείξεως τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου.
Εξ άλλου ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να προβάλλει μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, εν όψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής της συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση.
Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή της εναγούσης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά την βάση της από τον τεκμαρτό υπολογισμό (1/3)της συμβολής της στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου της , η οποία και εμπεριέχεται στην στηριζόμενη στον πραγματικό υπολογισμό βάση της αγωγής η οποία και απορρίφθηκε ως αόριστη.
Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα εκθέτει σ'αυτή τα εξής: Ότι τέλεσε νόμιμο θρησκευτικό γάμο με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα στις ... στις 21-12-1991 .Η έγγαμη συμβίωσή τους διασπάστηκε στις 21-8-2000 και συνεχίστηκε από τότε, συμπληρωθείσης τριετίας στις 21-8-2003. Κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους ο εναγόμενος είχε τα αναφερόμενα σ'αυτή κατά είδος και αξία περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα) συνολικής αξίας κατά το χρόνο της συμπληρώσεως της τριετίας από την διάσπαση της εγγάμου συμβιώσεώς αλλά και της ασκήσεως της αγωγής 543.000 ευρώ .Ότι κατά την διάρκεια του γάμου τους και μέχρι τη συμπλήρωση της τριετίας από της διαστάσεώς τους αυξήθηκε η περιουσία του συζύγου της αφενός μεν δια της αποκτήσεως των εις αυτή νέων περιουσιακών στοιχείων αφετέρου δε διά των εις αυτή επίσης αναφερομένων προσθηκών και βελτιώσεων επί υφισταμένων κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου ακινήτων του, συνολικής αξίας κατά το χρόνο της συμπληρώσεως τριετίας από της διαστάσεως αλλά και κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής 695.000 ευρώ.
Έτσι η αξία του συνόλου της περιουσίας του εναγομένου κατά τον προαναφερθέντα χρόνο ανήλθε σε 1.238.000 ευρώ η δε επελθούσα αύξηση ανήλθε στο ποσό των 695.000 ευρώ (1.238.000 - 543.000) στην οποία αύξηση η τεκμαρτή συμβολή αυτής (εναγούσης) ανέρχεται σε 231.667 ευρώ(1/3) την επιδίκαση του οποίου ποσού και ζήτησε με την αγωγή της.
Η με το περιεχόμενο τούτο αγωγή η οποία βάση έχει τον τεκμαρτό υπολογισμό της συμβολής της ενάγουσας στην κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου είναι επαρκώς ορισμένη και δεν απαιτούνταν για την πληρότητα αυτής πλην των ανωτέρω και άλλα πρόσθετα στοιχεία.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.14 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παρά το νόμο δεν απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας η αγωγή είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου ,στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π.868/2008).
Στη προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά κατά την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου τα εξής: Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόµιµο θρησκευτικό γάµο στις ... στις 21-12-1991, ο οποίος ήταν ο δεύτερος για τον καθένα, χωρίς να αποκτήσουν από αυτόν τέκνα. Από 21-8-2000 δε, βρίσκονται σε διάσταση, από λόγους που δεν αποτελούν αντικείµενο της παρούσης δίκης.
Η διακοπή αυτή της εγγάµου συµβιώσεως, συνεχίσθηκε έκτοτε μέχρι του χρόνου ασκήσεως της αγωγής, για χρονικό διάστηµα μεγαλύτερο της τριετίας. Κατά το χρόνο τέλεσης του γάµου των διαδίκων, ο εναγόμενος είχε τα παρακάτω περιουσιακά στοιχεία, αξίας κατά το χρόνο συμπληρώσεως τριετίας από την διάσταση, αλλά και κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής ως ακολούθως : 1) Ένα ισόγειο κατάστημα 40μ2, με πατάρι 40 μ2,που βρίσκεται στο Δήμο...και επί της οδού ...,αξίας 40.000 ευρω, 2) Τις παρακάτω οριζόντιες ιδιοκτησίες οικοδομής κτισμένης επί οικοπέδου 183,32 μ2, που βρίσκεται στις ..., στη θέση "..." και επί της οδού ...:
α) Μία αποθήκη που βρίσκεται στο υπόγειο της ως άνω οικοδομής 118,22μ2 αξίας 30.000 ευρώ, β) ένα διαμέρισμα, που βρίσκεται στον ισόγειο όροφο 106,90 μ2, αξίας 80.000 ευρώ, γ) ένα διαμέρισμα που βρίσκεται στον πρώτο όροφο, 52,46 μ2 αξίας 45.000 ευρώ, δ) ένα διαμέρισμα που βρίσκεται στο δεύτερο όροφο, 58,37 μ2, αξίας 50.000 ευρώ και ε) ένα διαμέρισμα που βρίσκεται στο δεύτερο όροφο, 52,46 μ2, αξίας 45.000 ευρώ. 3) Ένα αγροτεμάχιο στη θέση "..." του Δήμου..., εκτάσεως ενός στρέμματος, επί του οποίου είχε ανεγείρει οικία 100 μ2 ημιτελή, αξίας 90.000 ευρώ. 4) Δύο αγροτεμάχια, στη θέση "..." του Δήμου ..., εκτάσεως 348,40 μ2 και 140,80 μ2 αξίας 20.000 και 10.000 ευρώ αντίστοιχα. 5) Ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου, επί διώροφης οικίας, συνολικής επιφάνειας 80 μ2, που βρίσκεται εντός της πόλης της ...
και επί της διασταυρώσεως των οδών ... και ..., αξίας του ποσοστού αυτού 10.000 ευρώ. 6) Ποσοστό 1/7εξ αδιαιρέτου επί ενός αγροτεμαχίου, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., εκτάσεως 262 τ.μ., αξίας του ποσού αυτού 3.000 ευρώ,7) Ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου, επί ενός αγροτεμαχίου που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., εκτάσεως 358,64 μ2, μετά του επ' αυτού κτίσματος 60 μ2, αξίας 5.000 ευρώ. 8) Ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου, επί ενός αγροτεμαχίου, που βρίσκεται στη θέση "..." της περιοχής ..., εκτάσεως 279,50μ2 μετά του επ' αυτού κτίσματος 30μ2 , αξίας 4.000ευρώ, και 9) Ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου, επί ενός διαμερίσματος ισογείου ορόφου πολυκατοικίας 40μ2, που βρίσκεται στο Δήμου ...
και επί της διασταυρώσεως των οδών ... και...αξίας 7.000ευρώ. Η συνολική δε αξία των ως άνω περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου ανερχόταν σε 439.000 ευρώ. Ο τελευταίος κατά την διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα απέκτησε: 1) Ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, εκτάσεως 260,71 μ2, που βρίσκεται στις ..., δυνάμει του με αριθμό ...
συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαργαρίτας Τσουκαλά - Βασιλάκη, που νόμιμα έχει μεταγραφεί. Επ' αυτού δε, ανήγειρε οικοδομή αποτελούμενη από τις παρακάτω οριζόντιες ιδιοκτησίες: α) Μία αποθήκη του υπογείου ορόφου 160 μ2, αξίας κατά τον ίδιο ως, άνω χρόνο 50.000 ευρώ. β) Ένα ισόγειο κατάστημα, 160 μ2 , αξίας κατά τον ίδιο χρόνο 150.000 ευρώ.
γ) Ένα διαμέρισμα του δευτέρου πάνω από το ισόγειο ορόφου, 150 μ2, αξίας κατά τον ίδιο χρόνο 140.000 ευρώ και δ) Ένα διαμέρισμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, 150 μ2, αξίας κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο 135.000 ευρώ. Επίσης ο εναγόμενος κατά το έτος 1996 απέκτησε ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο καινούργιο, μάρκας ΗΟΝΟΑ, 10 φορολ.
ίππων και ένα φορτηγό-ψυγείο, μάρκας MERCEDES, μεταχειρισμένο, αξίας κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο 10.000 ευρώ το καθένα. Συνολικά δε, η περιουσία του εναγομένου κατά την διάρκεια της εγγάμου συμβιώσεως αυξήθηκε κατά το ποσό των 495.000 ευρώ. Κατά δε τον κρίσιμο χρόνο της ασκήσεως της αγωγής, η τελική περιουσία του εναγομένου ανήρχετο σε 934.000 ευρώ (439.000 + 495.000).
Επομένως, η περιουσία αυτού αυξήθηκε κατά το ποσό των 495.000 ευρώ (934.000 - 439.000). Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η περιουσία του εναγομένου αυξήθηκε και κατά το ποσό των 100.000 ευρώ, το οποίο αυτός είχε καταθέσει στο όνομά του σε τραπεζικό λογαριασμό, σε υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας... δεν αποδείχθηκε. Eπίσης, δεν αποδείχθηκε ότι η περιουσία του εναγομένου αυξήθηκε και κατά τα ποσά των 30.000 και 15.000 ευρώ, λόγω εργασιών που έγιναν σε ημιτελή ισόγεια οικία του εναγομένου, που βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου ...
και σε ισόγειο διαμέρισμα αυτού, που βρίσκεται στις ... και επί της οδού ... αντίστοιχα. Στην παραπάνω αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, συνέβαλε και η ενάγουσα με τους παρακάτω τρόπους: 1) Με την παροχή της προσωπικής της εργασίας από το έτος 1991 μέχρι τον Ιούνιο του έτους 1995, βοηθώντας επί έξι ημέρες την εβδομάδα τον εναγόμενο στις λαϊκές αγορές όπου αυτός ασκούσε το επάγγελμα του εμπόρου ειδών μαναβικής, η οποία αποτιμάται κατά το χρόνο της παροχής της σε 600 ευρώ μηνιαίως. 2) Με την παροχή της προσωπικής της εργασίας, κατά το χρονικό διάστημα από μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1995 μέχρι το μήνα Αύγουστο του έτους 2000, στη συζυγική οικία, επί τρεις ημέρες της εβδομάδας, όπου απασχολείτο με την προετοιμασία και συσκευασία των προς πώληση προϊόντων στις λαϊκές αγορές, η οποία αποτιμάται κατά τον ίδιο χρόνο, στο ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως, γ) με την παροχή της συντάξεως που ελάμβανε από το ΙΚΑ και η οποία ανερχόταν κατά τα έτη1995 και 1996 σε 300 ευρώ περίπου μηνιαίως, κατά τα έτη 1997 και 1998 σε 370 ευρώ μηνιαίως και κατά τα έτη 1999 και 2000 σε 470 ευρώ μηνιαίως και δ) με την παροχή των υπηρεσιών της στη συζυγική οικία, αφού είχε τη φροντίδα για την καθαριότητα, την παρασκευή φαγητού και τις προμήθειες του σπιτιού.
Λαμβανομένου δε υπόψη ότι ο εναγόμενος σύζυγος ήταν απασχολημένος καθημερινά επί πολλές ώρες με την παραπάνω εργασία του και καμία φροντίδα του συζυγικού οίκου δεν τον απασχολούσε, οι υπό της ενάγουσας προσφερόμενες υπηρεσίες, αποτιμητές σε χρήμα και συγκεκριμένα σε 100.000 δραχμές ή 294 ευρώ κατά μήνα, υπερέβαιναν το μέτρο της υποχρεώσεώς της, για συνεισφορά στις οικογενειακές ανάγκες κατά το ποσό των 50.000 δραχμών ή 147 ευρώ το μήνα για το σκοπό αυτό .Με τον τρόπο αυτό, η ενάγουσα συνέβαλε στην απόκτηση των περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου κατά το ποσό των 15.288 ευρώ (104 μήνες χ147 ευρώ).
Με βάση όλα τα ανωτέρω εκτεθέντα, αποδεικνύεται ότι στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, από του χρόνου τελέσεως του γάμου τους και μέχρι της συμπληρώσεως τριετίας από της διασπάσεως της συμβιώσεώς τους και του χρόνου ασκήσεως της αγωγής, ανερχομένης κατά το τελευταίο αυτό χρονικό σημείο στο ποσό των 495.000 ευρώ όπως παραπάνω αναφέρθηκε, συνέβαλε και η ενάγουσα με τους τρόπους που προαναφέρθηκαν, ανερχομένης της συμβολής της αυτής κατά το ίδιο χρονικό σημείο στο ποσό των 120.000 ευρώ αφού ο εναγόμενος ανταπέδειξε τη στηριζόμενη στο άρθρο 1400 παρ.1 εδ.
τελευταίο Α.Κ. καταλυτική ένστασή του, ότι η αντίδικός του είχε μικρότερη του 1/3 συμβολή και όχι μηδενική. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου δέχθηκε κατά ένα μέρος την έφεση της ενάγουσας εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση η οποία είχε δεχθεί ότι η συμβολή της ενάγουσας ανερχόταν στο μικρότερο ποσό των 93.280 ευρώ και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 100.000 ευρώ και αναγνώρισε ότι ο ίδιος οφείλει να της καταβάλλει το υπόλοιπο ποσό των 20.000 ευρώ.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1400, 1389 και 1390 ΑΚ και διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων που εφάρμοσε.
Συνεπώς ο πρώτος και ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ο τελευταίος (τρίτος) λόγος κατά το λοιπό μέρος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι οι αιτιάσεις που προβάλλονται ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Δικαστήριο της ουσίας που όμως δεν ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο.
Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 περ.α` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση .
Πάντως δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, ούτε η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων, αλλ` ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα, που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.8 του Κ.Πολ.Δ.
προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς να έχουν προταθεί από την ενάγουσα με το δικόγραφο της αγωγής και συγκεκριμένα ότι "...οι υπό της ενάγουσας προσφερόμενες υπηρεσίες αποτιμητές σε χρήμα και συγκεκριμένα σε 100.000 δραχμές ή 294 ευρώ κατά μήνα υπερέβαιναν το μέτρο της υποχρεώσεώς της για συνεισφορά στις οικογενειακές ανάγκες κατά το ποσό των 50.000 δρχ.ή ευρώ 147 κατά μήνα..." Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί καθόσον δεν πρόκειται για πράγματα κατά την προεκτεθείσα έννοια του όρου και πιο συγκεκριμένα δεν πρόκειται για πραγματικούς αυτοτελείς ισχυρισμούς θεμελιωτικούς της αγωγής λαμβανομένου υπόψη ότι σύμφωνα και με αυτά που εκτέθηκαν στη πρώτη σκέψη για τη θεμελίωση της προκειμένης αγωγής που η απαίτηση στηρίζεται στον τεκμαρτό υπολογισμό (1/3) δεν απαιτείται η επίκληση και απόδειξη από την ενάγουσα οποιασδήποτε συμβολής στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 3300/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ