Supreme Court allows appeal against second instance decision due to failure to consider crucial documentary evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, remanding the case for retrial. The appellant argued that the lower court failed to examine three specific documentary proofs submitted during the second instance regarding income and co-ownership rights. The court found these documents critically important for establishing the appellant's claim and noted the lower court's reliance on contradictory witness testimonies without addressing the evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94, 96, 104, 105, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 11 of Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible and the lower judgment must be revoked if the appellate court fails to consider essential documentary evidence submitted by the appellant, particularly when such evidence contradicts the findings based on witness testimony.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 852 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 852/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ........, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Βαρβαρίγο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ........., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Μπαλαφούτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-1-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3849/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5589/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-10-2005 αίτησή του καθώς και με τους από 25-7-2006 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 7-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ από τον συνδυασμό των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 105 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια, περιλαμβανομένου και του Αρείου Πάγου με πληρεξούσιο δικηγόρο διοριζόμενο είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρίζεται στα πρακτικά, εάν δε εκπροσωπούνται στη συζήτηση από δικηγόρο χωρίς αυτός να αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του θεωρούνται δικονομικώς απόντες.
Σε τέτοια περίπτωση αν δικονομικώς απόντες είναι οι φερόμενοι ως ασκήσαντες την αναίρεση διάδικοι, χωρίς να αποδεικνύεται πληρεξουσιότης για την άσκησή της, αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη υπό την προϋπόθεση πως οι εν λόγω διάδικοι έχουν κλητευθεί νομίμως ώστε να είναι έγκυρη η συζήτηση της αναιρέσεως.
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και το οικείο πινάκιο του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη φέρεται ως εκπροσωπούμενη από τον παραστάντα πληρεξούσιο δικηγόρο Αθηνών Βασίλειο Μπαλαφούτη. Προς απόδειξη της πληρεξουσιότητός του ο δικηγόρος αυτός, ουδέν νομιμοποιητικό έγγραφο προσκομίζει, και επομένως δεν αποδεικνύεται πληρεξουσιότης του παραστάντος δικηγόρου ως προς την αναιρεσίβλητη, η οποία πρέπει να θεωρηθεί ως δικονομικώς απούσα.
Από τις προσκομιζόμενες νομίμως υπ΄ αριθ. ........., ........ και ........ εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών .........προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη έχει κλητευθεί εμπροθέσμως και με τις νόμιμες διατυπώσεις από τον αναιρεσείοντα που επισπεύδει την συζήτηση, με επίδοση αντιγράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την πιο πάνω σ΄ αυτό πράξη ορισμού της αρχικής δικασίμου 18-10-06 και μετά από ματαίωση αυτής, και κλήσης για παράσταση στην σημερινή δικάσιμο (21-2-07) και τέλος επίδοσης και των προσθέτων λόγων, και συνεπώς νομίμως χωρεί η προκειμένη συζήτηση παρά την δικονομική απουσία της, σαν να ήταν η διάδικος αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΕΠΕΙΔΗ από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προσβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτή.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ως αντιστοίχως αποδεικνυόμενο ή ανταποδεικνυόμενο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.
ΑΠ 42/02). Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων και "όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι".
Από τη γενική αυτή βεβαίωση σε συνδυασμό και με το όλο αιτιολογικό της απόφασης επί των προσβαλλομένων ισχυρισμών, δεν καθίσταται βέβαιο, αλλ' αντιθέτως καταλείπονται αμφιβολίες και δισταγμοί για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και τα αναφερόμενα στο 2ο λόγο αναιρέσεως του κυρίως δικογράφου αποδεικτικά έγγραφα τα οποία παραδεκτώς προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων - ενάγων κατά την δευτεροβάθμια δίκη όπως προκύπτει από τις προτάσεις του ήτοι α) την φορολογική δήλωση του ενάγοντος στην οποία εμπεριέχεται η αναλυτική κατάσταση μισθωμάτων, τα οποία έπαιρνε ως αναλογούντα στο μερίδιό του, από την εκμίσθωση του επιδίκου προς τρίτους, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα (1975 - 1996) και την οποία υπέβαλε ο ενάγων επί 22 έτη στην αρμόδια ΔΟΥ Αθηνών, β) την απόδειξη πληρωμής που υπέγραψε ο ενάγων προς τους συγκυρίους του επιδίκου .......
και .........κατά το ποσοστό των 3/4 εξ αδιαιρέτου, οι οποίοι είχαν την διαχείρηση του επιδίκου (ισόγειος οικία και ανεξάρτητο διαμέρισμα) και εισέπραττον τα μισθώματα από τρίτους και παρέδιδον στον ενάγοντα το ανάλογο μερίδιο του στα εισπραττόμενα μισθώματα την περίοδον 1975 - 1996 και γ) το ιδιόχειρο συνοδευτικό σημείωμα των άνω διαχειριστών του επιδίκου, οι οποίοι κατά την καταβολή στον ενάγοντα της αναλογίας του (1/4) επί των μισθωμάτων στα οποία εισέπρατταν, του παρέδιδον ταυτόχρονα και το εν λόγω σημείωμα στο οποίο παρέθεταν αναλυτικά τα ποσά που είχαν εισπράξει και τα ποσά που είχαν δαπανήσει για το επίδικο κατά τη διάρκεια κάθε έτους και τι ποσό επί των δαπανών καταμερίζονταν στον ενάγοντα ως συνιδιοκτήτες κατά το ποσοστό του 1/4 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου (επιδίκου)
το οποίο και αφαιρούσαν κατά την γενομένη κατ' έτος εκκαθάριση καθ' όλο το διάστημα από το 1975 έως το 1996. Αυτά προσκομίσθηκαν προς απόδειξη της αγωγής και δη για την νομή και κατοχή του ενάγοντος, επί του επιδίκου ποσοστού συγκυριότητάς του, επί συνεχή 22ετη και εντεύθεν για την απόκτηση της κυριότητας επί του εν λόγω ποσοστού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Για τα αποδεικτικά αυτά έγγραφα εις ουδεμία μνεία ή σχολιασμό προέβη το Εφετείο όπως έπραξε για άλλα αποδεικτικά μέσο, παρά την ιδιάζουσα αποδεικτική τους σπουδαιότητα δεδομένου ότι υπό το εκτιθέμενο περιεχόμενό τους μπορούν να χρησιμεύσουν στην συναγωγή τεκμηρίου για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής και δοθέντος ότι το εφετείο στήριξε το αντίθετο αποδεικτικό του πόρισμα στις καταθέσεις των μαρτύρων θυγατέρας και γαμβρού της εναγομένης κατά τη μνεία τους στην προσβαλλομένη απόφαση, οι οποίες όμως καταθέσεις βρίσκονται σε αντίφαση προς το περιεχόμενο των ανωτέρω προσκομισθέντων εγγράφων. Πρέπει επομένως ο σχετικός εκ του αρθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ 2ος λόγος αναιρέσεως του κυρίως δικογράφου, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν λήφθησαν υπόψη τα άνω έγγραφα να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ΄ αριθ. 5589/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε χίλια εξακόσια σαράντα (1.640) `.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ