Legislator Case Law & Legislation
851/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against administrative decision regarding equal pay for public sector employees.

Case Number 851/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a second-instance decision that had dismissed a public employee's claim for equal pay. The court found the lower court erred in applying constitutional equality principles by treating a discretionary benefit as a mandatory universal right. Consequently, the appeal was accepted, the second-instance judgment was annulled, and the case was remanded for a new trial on the merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4(1), 22(1) of the Constitution; Article 14 of Law 3016/2002; Articles 24(2), 3 of Law 3205/2003: The discretionary power of the Administration to extend specific benefits to public sector employees cannot be transformed into a mandatory constitutional obligation of universal application, thereby violating the principle of equality.

Keywords

AI generated
public sector employment equal pay principle administrative discretion constitutional equality mandatory benefit extension Supreme Court appeal remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 4(1) of the Constitution
Article 22(1) of the Constitution
Article 14 of Law 3016/2002
Article 24(2) of Law 3205/2003
Article 3 of Law 3205/2003

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 851 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 851/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Καλλιόπη Πανά, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Θεοδώρας Καραχάλιου, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Π.Μ. του Σ., κατοίκου …, που δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν η 597/2008 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 521/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-8-2011 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 474/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση απόφασης έως ότου εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για το ζήτημα αυτό.

Εκδόθηκε η 16/2015 απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και την υπόθεση επανέφερε το αναιρεσείον με την από 1-1-2019 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης Καλλιόπη Πανά, ανέγνωσε την από 27-1-2014 έκθεση του, ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία, αρεοπαγίτη Μιχαήλ Αυγουλέα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την διάταξη του άρθρου 576 παρ.2, εδ. α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπον που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση από τις υπ' αριθμ. … και …εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αγρινίου Π.Λ., που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, μετά δε την αρχική συζήτηση αυτής και την έκδοση επ' αυτής της υπ' αριθμ. 474/2014 αναβλητικής απόφασης του Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου και της από ...

κλήσης, με την οποία επαναφέρεται προς συζήτηση αυτή, με πράξη ορισμού δικασίμου για την στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (21-1-2020) επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα με την επιμέλεια αυτού (αναιρεσείοντος) στον αναιρεσίβλητο. Εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης, κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από την σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στην συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτού (άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

Με την κρινόμενη αίτηση, υπ' αριθμ. κατάθεσης 311/16-9-2011 (από 11-8-2011), του Ελληνικού Δημοσίου ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 521/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία απέρριψε την από 30-3-2009, υπ' αριθμ. κατάθ. 38/30-3-2009 έφεση του ιδίου κατά της υπ' αριθμ. 597/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πατρών. Με την τελευταία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή (από 4/4/2008) του ενάγοντος, ήδη αναιρεσιβλήτου υπαλλήλου της ΥΠΕΕ Δυτικής Ελλάδας του Υπουργείου Οικονομικών υπό την ειδικότητα οδηγού αυτοκινήτου (ΔΕ), με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και υποχρεώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλει νομιμότοκα το ποσό των 4.224 ΕΥΡΩ, το οποίο αντιστοιχεί στην ειδική παροχή των 176 ευρώ μηνιαίως, κατά το άρθρο 14 παρ. 2 ν.3016/2002 για το χρονικό διάστημα από ...

έως .... Επί της ως άνω αιτήσεως εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 474/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση απόφασης επ' αυτής, μέχρι να εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομέλειάς του, για το όμοιο ζήτημα, για το οποίο είχε παραπεμφθεί σ' αυτήν με την υπ' αριθμ. 2233/2013 απόφαση του Β1 Πολιτικού Τμήματος.

Ήδη, κατόπιν της άνω παραπομπής έχει εκδοθεί η υπ' αριθμ. 16/2015 απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας, μετά την οποία το αναιρεσείον επαναφέρει προς οριστική κρίση, με την άνω κλήση του, την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 16-9-2011, ήτοι εντός τριών ετών από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, στις 19-7-2010, σύμφωνα με τα άρθρα 552, 553, 556,558, 564 παρ.3 πριν την αντικατ.

με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο ν.4335/2015, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ (βλ. Ολ ΑΠ 10/2018), αφού δεν προκύπτει επίδοση αυτής (προσβαλλόμενης απόφασης). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων στο άνω δικόγραφο λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, διότι εάν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι'αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη Διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.

Ειδικότερα, όταν παρέχεται από τον νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατ'αρχήν, δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για τον χρόνο έκδοσης αυτής, ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της Διοίκησης.

Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει, είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.

Εξάλλου, με τις διατάξεις του Ν. 2738/1999 (Κεφάλαιο Α') εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού, η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.

Στο άρθρο 13 με τον τίτλο, "Συλλογικές συμφωνίες" προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 τα ακόλουθα: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού, κ.λ.π.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.

Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α., α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.

Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια, με το άρθρο 14 με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" του ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις", ορίσθηκαν τα εξής: "1.Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2.

Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση τους... 5. 6.

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός, δεν είχαν υποχρέωση, αλλ' απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις, εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.

Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω Υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ' εκτίμηση, επίσης, της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ.

Δηλαδή, προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και του σκοπού της ρύθμισης, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.

Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό (των 176 ευρώ), ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ (Ολ.

ΣτΕ 95/2013). Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του Ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων, για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των 176 ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων, του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της Διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής, σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.

Εάν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ' αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια, υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις, να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγησή της.

Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του Ν.3016/2002 (ΦΕΚ Α' 110) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του".

Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με τον νόμο αυτόν δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στον νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του και με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι, "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου.

Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου... Μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...".

Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, καθώς και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ. για να μη χειροτερεύσει η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων από 1-1-2004, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι την 31-12-2003 την ειδική παροχή των 176 ευρώ, με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή, ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των 176 ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημιώσεως ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης.

Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 3336/2005, με τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005" που ορίζει ότι, "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 14 του Ν.3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπική διαφοράς με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.

Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005", προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση ως προσωπικής διαφοράς, της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες που διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά ή παροχή των 176 ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των Υπηρεσιών αυτών, καθώς και η νόμιμη χορήγηση της στο προσωπικό αυτό, διότι αν το τελευταίο λαμβάνει την προσωπική διαφορά χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψη της, μεταξύ των οποίων είναι να μη λαμβάνει άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ, που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις Υπηρεσίες αυτές δεν τη δικαιούνται από 1-1-2005, με βάση την αρχή της ισότητας, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.

Πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ενόσω ίσχυε, και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου του Ελληνικού Δημοσίου των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ., χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της παροχής αυτής από τη μη καταβολή πρόσθετων μισθολογικών παροχών" (Ολ.

ΑΠ 16/2015). Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, ότι ο ενάγων αναιρεσίβλητος είναι υπάλληλος, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, του Υπουργείου Οικονομικών και Οικονομίας, με την ειδικότητα οδηγού αυτοκινήτων (ΔΕ) της ΥΠΕΕ, με βαθμό ΔΕ/Α.

Ότι στη θέση αυτή υπηρετεί από το έτος …, κατόπιν μεταφοράς του από το Υπουργείο Πολιτισμού, δυνάμει της ΥΠ/ΟΙΚ/1012180/521/0001/3-2-2000 ΚΥΑ, όπου είχε μεταφερθεί προσωρινά μετά την κατάργηση με το Ν.2273/1994 του ΝΠΔΔ με την επωνυμία Εθνικό Θέατρο, όπου εργαζόταν από το έτος …. Ότι εργάζεται με το νόμιμο πλήρες ωράριο και υπάγεται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο Δημόσιο τομέα, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ, όπως αυτός καθιερώθηκε και ισχύει από 1-1-1997 με το Ν.2470/1997 και από 1/1/2004 με το Ν.3205/2003 καθώς, σύμφωνα με το άρθρο 2 της 17/1997 ΣΣΕ προσωπικού ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και στα ΝΠΔΔ, οι διατάξεις των άρθρων 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 17, 18, 20, 22, 23, 24, 25, 26, 27 παρ. 2, 28, 29, 31 και 33 του Ν.2470/1997 επεκτάθηκαν και έχουν πλέον ανάλογη εφαρμογή στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου που υπηρετεί στο δημόσιο και στα ΝΠΔΔ.

Στην συνέχεια δέχθηκε ότι την παροχή αυτή δικαιούται και ο αναιρεσίβλητος, στον οποίο δεν καταβάλλεται. Ειδικότερα, έκρινε ότι, η κατ' εξαίρεση μη χορήγηση της ως άνω παροχής σε ορισμένες κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα συνιστά άνιση μεταχείριση αυτών έναντι των λοιπών, η δε διαταραχθείσα ισότητα αποκαθίσταται με την λήψη της επίδικης ειδικής παροχής από όλους τους υπαλλήλους του δημοσίου τομέα που δεν την έλαβαν ήδη, όπως ο ενάγων αναιρεσίβλητος.

Τούτο διότι, η ένδικη ειδική παροχή χορηγήθηκε στις διάφορες ειδικότητες και κατηγορίες υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αδιακρίτως της φύσεως, του είδους ή των συνθηκών εργασίας τους, ή του ύψους της μισθολογικής θέσης στην οποία ευρίσκονταν, λαμβάνοντας πλέον επιδοματικό χαρακτήρα. Με βάση τις παραδοχές του αυτές, απέρριψε την εκ μέρους του αναιρεσείοντος ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτοβάθμιας, υπ' αριθμ. 597/2008 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πατρών, που είχε κρίνει ομοίως και υποχρέωσε το τελευταίο να καταβάλλει στον αναιρεσίβλητο από την αιτία αυτή, κάνοντας εν μέρει δεκτή την αγωγή του, το ποσό των 4.224 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 του Συν/τος, 14 του Ν.3016/2002 και 24 παρ. 2 και 3 του Ν. 3205/2003, καθόσον η παροχή του άρθρου 14 δεν συνιστά (προβλεπόμενη από το νόμο) ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αλλά παρέχεται μόνο αν η Διοίκηση ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της χορήγησης της παροχής αυτής σε υπαλλήλους, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του Ν.3016/2002, ανεξαρτήτως αν η παροχή αυτή χορηγείται σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, διότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί στη συνταγματική αρχή της ισότητας δικαίωμα των διοικουμένων και αντίστοιχη υποχρέωση της Διοίκησης για την επέκταση της νόμιμης δράσης της Διοίκησης, αδιαφόρως αν αυτή ασκείται με ατομικές ή κανονιστικές πράξεις.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο επισημαίνονται οι πιο πάνω αναιρετικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου αναίρεσης.

Μετά ταύτα, ενόψει του ότι δεν απαιτείται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το Δικαστήριο τούτο η υπόθεση (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), να ερευνηθεί κατ' ουσία η ασκηθείσα από το αναιρεσείον έφεση, να γίνει αυτή δεκτή, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να ερευνηθεί η αγωγή και ν' απορριφθεί αυτή ως μη νόμιμη.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του πρώτου και δεύτερου βαθμού και της παρούσας δίκης πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων λόγω του δυσερμήνευτου των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής, αποτέλεσμα του οποίου ήταν η έκδοση αντιθέτων αποφάσεων από τα δικαστήρια της χώρας (άρθρο 179 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 521/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση. Δέχεται την έφεση. Εξαφανίζει την 597/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών.

Δικάζει επί της αγωγής.

Απορρίπτει αυτή. Και Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα του πρώτου και δεύτερου βαθμού, καθώς και της παρούσας δίκης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουλίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ