Supreme Court dismisses appeal on accident compensation predictability but allows partial review on additional payment amount.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal regarding the predictability of accident consequences but allowed a partial review of the additional compensation amount. The appellant argued the original court failed to consider evidence regarding the foreseeability of the injury's consequences when awarding damages. The court found the lower court's reasoning on this specific issue clear and logical, rejecting the claim of lack of legal basis.
Legislator headnote
AI generatedArticles 59(19) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the challenged decision's reasoning on evidence evaluation is clear, persuasive, and logically sequenced, as no exceptional circumstances exist to warrant appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 851 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 851/2018
TO ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ TOY ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλοϋ - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Β. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κωλέττη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" και συντετμημένα "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...) ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε και 2) Σ. Σ. του Π., κατοίκου ..., εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-7-2007 αγωγή της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 3-9-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, τις από 17-9-2008 και 19-9-2008 παρεμπίπτουσες αγωγές,του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με τις από 21-5-2009 (αρ. εκθ. καταθ. 4520/2009 και 4521/ 2009) ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγές του Ι. Β., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη.
Εκδόθηκε η 1405/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού απέρριψε τις ως άνω από 21-5-2009 ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσες αγωγές και ότι άλλο κρίθηκε απορριπτέο στο σκεπτικό της, ανέβαλλε την έκδοση οριστικής απόφασης επί των λοιπών συνεκδικαζόμενων αγωγών. Ακολούθως, οι διάδικοι επανέφεραν με κλήσεις τους ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου τις ως άνω από 13-7-2007, 3-9-2008, 17-92008 και 19-9-2008 αγωγές τους, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν με την από 1-7-2011 (νέα) αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3078/2012 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 1692/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-3-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Δημητρούλα Υφαντή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και το 1ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 576 ΚΠολΔ, όπως το β' εδάφιον της παρ. 3 προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, προκύπτει ότι εάν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι, ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Στην περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου, ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση μετά νέα κλήτευση, εκτός εάν δεν πρόκειται για περίπτωση αναγκαίας ομοδικίας, οπότε η συζήτηση χωρεί νόμιμα ως προς τους λοιπούς διαδίκους που κλήθηκαν ή εκπροσωπούνται νόμιμα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της. Από τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα δεν προκύπτει ότι η απολειπόμενη διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης ή ότι αυτή κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, να παραστεί κατ' αυτήν, από τον αναιρεσείοντα.
Επομένως η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πρέπει, να κηρυχθεί απαράδεκτη, ως προς την απολειπομένη Σ. Σ. (δεύτερη αναιρεσίβλητη), να χωρήσει δε νομίμως η συζήτηση ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που παρίστανται νόμιμα, αφού στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει ύπαρξη αναγκαίας ομοδικίας.
II. Με την κρινομένη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1692/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), με την οποία συνεκδικάσθηκαν έφεση του αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου και αντέφεση του αναιρεσείοντος.
Ι. Β., που ασκήθηκε με τις προτάσεις, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η αντέφεση του αναιρεσείοντος, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση των αναιρεσιβλήτων, κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, εξαφανίστηκε η εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως έγιναν δεκτές κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμες οι από 3-9-2008 και 1-7-2011 αντίστοιχα αγωγές του αναιρεσείοντος ως προς το πρώτο αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο, ως ειδικό διάδοχο της αρχικά εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας και στη δικονομική της θέση υπεισήλθε ως εκ του νόμου ειδικός διάδοχος το Επικουρικό Κεφάλαιο, και ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη Σ.
Σ. για επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης για την αποκατάσταση της ζημίας, την οποία υπέστη ο αναιρεσείων - ενάγων από αυτοκινητικό ατύχημα, που οφείλεται αποκλειστικά σε αμέλεια της δεύτερης αναιρεσίβλητης οδηγού και κυρίας αυτοκινήτου ασφαλισμένου για ζημιές τρίτων στην πιο πάνω ασφαλιστική εταιρεία, της οποίας ανακλήθηκε η άδεια.
III. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί νά κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 932 ΑΚ, "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του, ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος (λόγω ψυχικής οδύνης)". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 § 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της εν λόγω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 9/2015).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής, ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Περαιτέρω ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, η οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού, της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.
Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρ. 931 ΑΚ προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία, ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξ άλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Όμως η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως, που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.
Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επίδρασης αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς εννόμου αγαθού, που απολαύει συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνον στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις, χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 931 του ΑΚ, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, ενός εύλογου χρηματικού ποσού, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.
Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 ΑΚ δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφ' ενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφ' ετέρου την ηλικία, το φύλο, τα κλίσεις του παθόντος και τον βαθμό συνυπαιτιότητάς του.
Είναι πρόδηλο, ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. αξίωση για αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης είναι διαφορετική από την κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ.
αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν, είτε σωρευτικά είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (ΑΠ των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 1717/2017, 1051/2017), να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα, που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ (πρ.βλ.
ΑΠ 9/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές του το Εφετείο, συνεκτιμώντας όλα τα παραδεκτά προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτια για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών, είναι η οδηγός του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, δεύτερη αναιρεσίβλητη - ενάγουσα - εναγομένη Σ.
Σ., της οποίας η ασφαλιστική ευθύνη καλύπτεται από το πρώτο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ λόγω, ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...". Περαιτέρω, το Εφετείο με την πρόσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών κρίση του και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, Ι.
Β., αμέσως μετά το ατύχημα μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Ελευσίνας "...", όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση με αιμορραγικές θλάσεις εγκεφάλου, υποσκληρίδια αιματώματα στο σκηνίδιο και μετωποβρεγματικά αριστερά και μετατραυματική υπαραχνοειδή αιμορραγία, για την αντιμετώπιση των οποίων διασωληνώθηκε στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών και εισήχθη στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) του νοσοκομείου, όπου παρέμεινε μέχρι τις 16-11-2006, οπότε και επέστρεψε στη Νευροχειρουργική κλινική του νοσοκομείου αποσωληνωμένος και σε καλή γενική κατάσταση, τετρακινητικός με ελάττωση μυϊκής ισχύος και τόνου αριστερά, παρέμεινε για νοσηλεία μέχρι την 1-12-2006, κατά τη διάρκεια της οποίας παρουσίασε βελτίωση, κινητοποιήθηκε πλήρως και εξήλθε σε πολύ καλή κατάσταση με οδηγίες για νέα νευροχειρουργική εκτίμηση σε 15 ημέρες, αξονική τομογραφία εγκεφάλου και νευροχειρουργική εκτίμηση σε τρεις (3) μήνες, φυσικοθεραπείες - κινησιοθεραπείες και λήψη φαρμακευτικής αγωγής, ενώ του συνεστήθη αναρρωτική άδεια ενός (1) μηνός (βλ.
προσκομιζόμενες με επίκληση υπ' αριθμ. πρωτ. ...- 11-2.2006 , ...-12-2006, ..../1-12-2006 Ιατρικές βεβαιώσεις νοσηλείας• και από 1-12-200.6 ενημερωτικό Ιατρικό σημείωμα εξιτηρίου του ως άνω νοσοκομείου). Ο παραπάνω σοβαρός τραυματισμός του. ενάγοντος στο κεφάλι οφείλεται στο γεγονός ότι αυτός, κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος δεν έφερε προστατευτικό κράνος.
Έτσι, με την παράλειψη της χρήσης του προστατευτικού κράνους, η οποία σχετίζεται με το είδος και τη βαρύτητα των σωματικών κακώσεων, συνετέλεσε και ο ίδιος ο ενάγω στην επέλευση του τραυματισμού, του κατά ποσοστό 30% και όχι .20%, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κρίνοντας επί της σχετικής ένστασης των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων, κατά παραδοχή ως βάσιμου ως προς το σημείο τούτο του σχετικού λόγου της υπό κρίση έφεσης των εναγομένων.
Κατά την επανεξέταση του ενάγοντος, την 8-12-2006, στο ίδιο ως άνω νοσοκομείο, διαπιστώθηκε ότι εξαιτίας της πρόσφατης βαρειάς κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης έπασχε από υπολειμματική εγκεφαλοπάθεια και του συνεστήθη η λήψη μαγνητικής τομογραφίας εγκεφάλου. Στις 3-2-2007 υπεβλήθη σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου, κατά την οποία ευρέθησαν ευρήματα συνηγορούντα υπέρ υπολειμματικών μετατραυματικής αιτιολογίας εγκεφαλικών θλάσεων καθώς και δεξιά ανώτερη μετωποβρεγματική κρανιοανάρτηση, ενώ δεν αναγνωρίστηκαν μετατραυματικής αιτιολογίας οστική βλάβη στα απεικονιζόμενα οστά του εγκεφαλικού και σπλαχνικού κρανίου.
Έκτοτε και μέχρι την 30-11-2010 υποβαλλόταν, σε τακτά χρονικά διαστήματα, σε αξονικές τομογραφίες εγκεφάλου. Ο ενάγων, ο οποίος κατά το χρόνο πριν από τον τραυματισμό του εργαζόταν ως Μαθ. Β. Ηλεκτροτεχνίτης εξαιτίας του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα κατέστη ανίκανος προς εργασία, κατά το χρονικό διάστημα από 2-11-2006 έως 31-3-2007, κατά το οποίο επιδοτήθηκε από το ΙΚΑ, όπου ήταν ασφαλισμένος, με το ποσό των 1.910,83 ευρώ (βλ.
την προσαγόμενη με επίκληση από τον ίδιο τον ενάγοντα .../3-12-2007 απόφαση του Διοικητή του ΙΚΑ). Στις 19-10-2007 προσελήφθη από την εταιρεία "...", με σύμβαση αορίστου χρόνου, με την ειδικότητα του Μαθητ. Βοηθού Ηλεκτροτεχνίτη και ημερομίσθιο 33 έυρώ, όπου και εργάσθηκε μέχρι 5-5-2008, οπότε απεχώρησε, προκειμένου να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις και υπηρέτησε στο στρατό ξηράς.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων συνεπεία του προπεριγραφόμενου σοβαρού τραυματισμού του διαπιστώθηκε ότι παρουσιάζει, κατά το χρόνο εξέτασής του από την διορισμένη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πραγματογνώμονα Ιατρό - Νευροχειρουργό, Ό. Α. (28-11-2010) "...μετατραυματική βλάβη στο δεξιό μετωπιαίο λοβό η οποία αναγνωρίζεται σε σειρά αξονικών τομογραφιών εγκεφάλου που διενεργήθηκαν στο πλαίσιο της ιατρικής του παρακολούθησης, από το έτος 2006 έως και τον χρόνο εξέτασης και για το λόγο αυτό θεωρείται ότι η κατάσταση αυτή είναι μόνιμη.
Εξαιτίας δε της ως άνω βλάβης ενδέχεται στο μέλλον να παρουσιάσει αυτός μετατραυματική επιληψία, η οποία είναι δυνατόν να εμφανισθεί από 3-15 έτη μετά από τον τραυματισμό. Αόγω της σοβαρότητας και της μονιμότητας της βλάβης ο ενάγων είναι ανίκανος για εργασίες που απαιτούν γειτνίαση με μηχανήματα τα οποία μπορεί να προκαλέσουν βλάβες σε περίπτωση ζάλης ή απώλειας αισθήσεων.
Είναι επίσης ανίκανος για εργασίες οικοδομικές ή άλλες παρεμφερείς, οι οποίες απαιτούν ανάβαση σε ύψος, ήτοι σε εγκαταστάσεις ανελκυστήρων ή άλλες συναφείς. Το ποσοστό δε ανικανότητας του προσδιορίζεται σε 45%. Δεν δύναται να προσδιοριστεί μελλοντικά το χρονικό διάστημα της ανικανότητά.ς του προς τις ως άνω εργασίες λόγω της πιθανότητας εμφάνισης μετατραυματικής επιληψίας", ενώ η πραγματογνώμονας στη σχετική από 14-1-2011 έκθεσή της αναφέρει ότι κατά το χρόνο που εξήτασε τον ενάγοντα αυτός ήταν σε πλήρη εγρήγορση και προσανατολισμένος σε χώρο, χρόνο και πρόσωπα και η ομιλία του, ήταν φυσιολογική (βλ.
προσαγόμενη από 14-1-2011 έκθεση αυτής). Α) Επί των κονδυλίων της από 3-9-2008 πρώτης αγωγής του ενάγοντος Ι. Β.Ι. Ενόψει των συνθηκών της ένδικης σύγκρουσης, της αποκλειστικής υπαιτιότητας της εναγομένης οδηγού του προαναφερομένου ΙΧΕ αυτοκινήτου, του είδους και της βαρύτητας της σωματικής βλάβης την οποία υπέστη, ο ενάγων, της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση και την έκταση του τραυματισμού του, της στεναχώριας, του πόνου και της ταλαιπωρίας που δοκίμασε από τον τραυματισμό του, των συνεπειών αυτού, όπως παραπάνω αναλυτικά εκτέθηκαν, της διάρκειας της νοσηλείας του, της διάρκειας της ανικανότητάς του προς εργασία και αυτοεξυπηρέτηση, της ψυχικής του θλίψης και απογοήτευσης που δοκίμασε από τον τραυματισμό του, της ηλικίας του (20 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος) και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των εκ των διαδίκων φυσικών προσώπων (η ευθύνη του εναγομένου ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ είναι εγγυητική), το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να επιδικασθεί σ' αυτόν, ως χρηματική του ικανοποίηση, το ποσό των 30.000 ευρώ, το οποίο, μετά τη στάθμιση των ανωτέρω στοιχείων, κρίνεται εύλογο (άρθρο 932 ΑΚ).
Β) Επί των κονδυλίων της απρ 1-7-2011 δεύτερης αγωγής του ενάγοντος Ι. Β.: Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων για τη θεμελίωση της αξίωσης εκ του άρθρου 931 ΑΚ εκθέτει στην αγωγή του ότι ο τραυματισμός του, συνεπεία του οποίου έχει υποστεί μετατραυματική βλάβη στο δεξιό μετωπιαίο λοβό και έχει καταστεί διά βίου μερικά ανάπηρος και ανίκανος προς εργασία, επηρεάζει αποφασιστικά την μελλοντική, επαγγελματική και κοινωνική του εξέλιξη λόγω της πιθανότητας να παρουσιάσει στο μέλλον επιληπτικές κρίσεις, εξαιτίας των οποίων δεν θα δυνηθεί να βελτιώσει την οικονομική του κατάσταση και να δημιουργήσει οικογένεια, καθόσον θα είναι αναγκασμένος να βρίσκεται υπό συνεχή ιατρική παρακολούθηση, να υποβάλλεται σε πρόσθετα έξοδα και να ζει μειονεκτικά απομονωμένος από τον κοινωνικό του περίγυρο.
Από το ίδιο αποδεικτικό υλικό που προαναφέρθηκε, αποδείχθηκε ότι συνεπεία του τραυματισμού του στο ένδικο ατύχημα, καταλήφθηκε στον ενάγοντα μετατραυματική βλάβη στο δεξιό μετωπιαίο λοβό, η οποία είναι μόνιμη και τον καθιστά ανίκανο σε ποσοστό 45% για τις προαναφερόμενες εργασίες, τον επηρεάζει δε δυσμενώς στο μέλλον του τόσο στον επαγγελματικό όσο και κοινωνικό τομέα της προσωπικής του ζωής.
Η μόνιμη αυτή αναπηρία αποτελεί αρνητικό στοιχείο στην κοινωνικο-οικονομική και προσωπική εξέλιξη του ενάγοντος, χωρίς να είναι απαραίτητος ο ακριβής προσδιορισμός της επίδρασης αυτής, εφόσον προέχει το γεγονός της αναπηρίας ως βλάβης του σώματος και της υγείας του προσώπου ως ενός αυτοτελούς εννόμου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ.. 3 και 6 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις χωρίς, αναγκαίως, η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Δικαιούται επομένως ο ενάγων, λαμβανομένου υπόψη του μεγέθους της αναπηρίας του, της ηλικίας του, της αποκλειστικής υπαιτιότητας της οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΈ αυτοκινήτου στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, και του βαθμού της συνυπαιτιότητας του ιδίου του ενάγοντος στην πρόκληση του τραυματισμού του και την έκταση αυτού, πρόσθετη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ, η οποία κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ανέρχεται στο ποσό των 10.000 ευρώ, ποσό το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση επιδίκασε το ποσό των 30.000 ευρώ, για την ίδια αιτία, αντί του ορισθέντος των 10.000 ευρώ, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένου δεκτού ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού λόγου της υπό κρίση έφεσης. Δεν αποδείχθηκε όμως ότι ο ενάγων, συνεπεία των ως άνω συνεπειών του τραυματισμού του, υπέστη περαιτέρω ηθική βλάβη, ώστε να δικαιούται περαιτέρω χρηματικής ικανοποίησης, από εκείνη που του επιδικάστηκε με την πρώτη ως άνω αγωγή του, καθόσον οι συνέπειες αυτές εκ του τραυματισμού του ήταν αναμενόμενες, και ελήφθησαν υπόψη κατά την επιδίκαση της ως άνω χρηματικής ικανοποίησης, απορριπτομένου του σχετικού αγωγικού κονδυλίου της δεύτερης αγωγής ως ουσιαστικά αβασίμου".
Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, καθόρισε σε 30.000 ευρώ το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ σε σχέση με την πρώτη αγωγή του αναιρεσείοντος, συνεκτιμώντας τις συνθήκες της ένδικης σύγκρουσης, την αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης οδηγού του προαναφερομένου ΙΧΕ αυτοκινήτου, του είδους και της βαρύτητας της σωματικής βλάβης την οποίαν υπέστη ο αναιρεσείων - ενάγων, της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση και την έκταση του τραυματισμού του, της στενοχώριας, του πόνου και της ταλαιπωρίας που δοκίμασε από τον τραυματισμό του, των συνεπειών αυτού, της διάρκειας της νοσηλείας του, της διάρκειας της ανικανότητάς του προς εργασία και αυτοεξυπηρέτηση, της ψυχικής του θλίψης και απογοήτευσης που δοκίμασε από του τραυματισμού του, της ηλικίας του (20 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος), και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των εκ των διαδίκων φυσικών προσώπων.
Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, καθορίζοντας το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από τη διάταξη του άρθρου 832 του ΑΚ επί της πρώτης αγωγής του ενάγοντος, σε 30.000 ευρώ, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αλλά και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό κατά την κοινή πείρα;
τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπεται (και μάλιστα καταφανώς), του συνήθους επιδικαζομένου σε παρόμοιες περιπτώσεις ποσού. Κατ' ακολουθίαν, ό συναφής πρώτος κατά το ένα μέρος του από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 932 του ΑΚ και 6 της ΕΣΔΑ αποδίδει στη πληττομένη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, επεδίκασε σ' αυτόν για την προεκτεθείσα αιτία το ως άνω ποσό, το οποίο όμως είναι καταφανώς μικρότερο του συνήθους επιδικαζομένου για ανάλογες περιπτώσεις, κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο καθορίζοντας το ποσό της πρόσθετης εκ του άρθρου 931 του ΑΚ χρηματικής παροχής στο ποσό των 10.000 ευρώ υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αλλά και παρεβίασε την αρχή της αναλογικότητας αφού το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση υπολείπεται (και μάλιστα καταφανώς) του συνήθους επιδικαζομένου σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Κατ' ακολουθίαν, ο συναφής πρώτος κατά το άλλο μέρος του από τον αριθμό 1 και 19 λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, ο αναιρεσείων με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 931 του Α.Κ. και 6 της ΕΣΔΑ αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας το Εφετείο, επεδίκασε σ' αυτόν για την προεκτεθείσα αιτία το ως άνω ποσό, το οποίο όμως είναι καταφανώς, μικρότερο του συνήθους επιδικαζομένου για ανάλογες περιπτώσεις κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Εξ άλλου το Εφετείο, με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις του στο αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του πρώτου αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου, κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η δεύτερη αγωγή, που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων μετά τη διενέργεια της ιατρικής πραγ/νης που διατάχθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με παρεμπίπτουσα απόφασή του, για την επιδίκαση πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 932 του ΑΚ, τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παρεβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί η έλλειψη οποιασδήποτε απρόβλεπτης επιδείνωσης της υγείας του αναιρεσείοντος - ενάγοντος, μετά την άσκηση της πρώτης αγωγής του στις 3-9-2008 και την διενέργεια της πραγμ/νης περί της οποίας η από 14-1-2011 έκθεση, ώστε ο αναιρεσείων - ενάγων να δικαιούται περαιτέρω χρηματικής ικανοποίησης από εκείνης που του επιδικάστηκε με τη πρώτη αγωγή του, καθόσον οι συνέπειες αυτές από το τραυματισμό του ήταν αναμενόμενες μέχρι την άσκηση της πρώτης αγωγής, και ελήφθησαν υπόψη κατά την επιδίκαση της ως άνω χρηματικής ικανοποίησης.
Αντίθετη κρίση σε σχέση μέ αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι δυνατόν να συναχθεί ούτε από την περικοπή των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης που αναφέρονται στο περιεχόμενο της από 14-1-2011 έκθεσης πραγμ/νης, η οποία συνετάγη μετά την από 28-11-2010 εξέταση του ενάγοντος από τη διορισμένη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγμ/να ιατρό - νευροχειρουργό Ό.
Α.. Ειδικότερα κατά τον αναιρεσείοντα αντιφατική παραδοχή εντοπίζεται στην ακόλουθη αιτιολογία της προσβαλλόμενης (α' σελίδα ενδέκατου φύλλου της 1692/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών). "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων συνεπεία του προπεριγραφόμενου σοβαρού τραυματισμού του διαπιστώθηκε ότι παρουσιάζει κατά το χρόνο εξέτασής του από την πραγμ/να (28-11-2010) μετατραυματική βλάβη στο δεξιό μετωπιαίο λοβό, η οποία αναγνωρίζεται σε σειρά αξονικών τομογραφιών εγκεφάλου, που διενεργήθηκαν στο πλαίσιο της ιατρικής του παρακολούθησης από το έτος 2006 έως και το χρόνο εξέτασης και για το λόγο αυτό θεωρείται ότι η κατάσταση αυτή είναι μόνιμη.
Εξ αιτίας δε της ως άνω βλάβης ενδέχεται στο μέλλον να παρουσιάσει αυτός μετατραυματική επιληψία, η οποία είναι δυνατόν να εμφανισθεί από 3 έως 15 έτη μετά τον τραυματισμό". Από την περικοπή αυτή της έκθεσης πραγμ/νης όπως αυτούσια αποτυπώνεται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε αντίφαση σε σχέση με τις λοιπές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης, αφού σε αυτήν γίνεται ρητή μνεία ότι η μετατραυματική βλάβη στο δεξιό μετωπιαίο λοβό αναγνωρίσθηκε σε σειρά αξονικών τομογραφιών εγκεφάλου, που διενεργήθηκαν στο πλαίσιο της ιατρικής παρακολούθησής του από του χρόνου του τραυματισμού του στις 2-11-2006 και έκτοτε συνεχώς και για το λόγο αυτό η κατάσταση αυτή κρίθηκε και από την πραγ/να μόνιμη από τότε, ενώ η μετατραυματική επιληψία θεωρήθηκε μεν ως ενδεχόμενη να εμφανισθεί από 3 έως 15 έτη μετά τον τραυματισμό στην ίδια όμως έκθεση αναφέρεται ότι η πιθανότητα αυτή δεν διαπιστώνεται κατά την εξέταση, αφού ο ενάγων ήταν σε πλήρη εγρήγορση και προσανατολισμένος, χώρο και πρόσωπα και η ομιλία του ήταν φυσιολογική.
Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίξει ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Εξ άλλου ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά την εις αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 59 αρ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα περί του κατά πόσον δηλαδή οι συνέπειες εκ του τραυματισμού του δεν ήταν προβλεπτές και αναμενόμενες και δεν ελήφθησαν υπόψη κατά την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης επί της πρώτης αγωγής του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα εκτιθέμενα το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ πλήττεται πλέον μέσω των επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η, ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Συμπερασματικά κατόπιν όλων αυτών η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή ως προς το ένα μέρος του πρώτου λόγου της κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο ύψος της επιδικασθείσας πρόσθετης εκ του άρθρου 931 του ΑΚ χρηματικής παροχής, να απορριφθεί η ένδικη αίτηση κατά τα λοιπά, παραπεμφθεί δε αντιστοίχως η υπόθεση κατά το αναιρούμενο κεφάλαιο στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, εκείνου που δίκασε προηγουμένως, προκειμένου να ερευνηθεί, ως προς το προεκτεθέν κεφάλαιο εκ νέου (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Το πρώτο αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε έγγραφες προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος εκ μέρους του παραβόλου ενόψει της μερικής νίκης και ήττας του (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει κατ' άρθρ. 1, άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα), όπως και το κρινόμενο, που κατατέθηκε στις 9-3-2016.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικη αίτησης αναίρεσης ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη Σ. Σ..
Αναιρεί την 1.692/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος και κεφάλαιο της ως προς το πρώτο αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την επίδικη αίτηση αναίρεσης από 7-3-2016.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Καταδικάζει το πρώτο, αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος του οποίου καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. Και
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ