Greek Supreme Court dismisses appeal against compensation order due to procedural inadmissibility and lack of appeal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the State's appeal against a First Instance Court's compensation order regarding expropriated property. The State argued the lower court erred by not rejecting a correction request filed by the individual, claiming it constituted an impermissible retrial. However, the appeal was rejected because the State failed to prove this specific argument was formally raised before the lower court, rendering it inadmissible under the Civil Procedure Code. Consequently, the appeal was dismissed without awarding costs to the State.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561 § 2 and 562 § 2 of the Civil Procedure Code; An appeal ground is inadmissible if not raised before the court of first instance, unless exceptional circumstances apply, and the validity of a correction request does not strictly require prior formal presentation if the court examines it sua sponte.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 851 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 851/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση από τη Γενική Γραμματεία Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Πάρεδρο του ΝΣΚ Σοφία Διαμαντοπούλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚπολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2010 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Εφετείο Δωδεκανήσου, για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για απαλλοτριωθέντα ακίνητα. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 232/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου επί της οποίας εκδόθηκε η 127/2012 διορθωτική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-6-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, ανέγνωσε την από 26-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της από 3-6-2013 αιτήσεως για αναίρεση της 127/2012 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί..- Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από το αναιρεσείον υπ' αριθμ. …/24.9.2013 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών …, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 § 2 Κ.Πολ.Δ.-
ΙΙ.- Από την κατ' άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει, ότι η με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 127/2012 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής :
Το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο είχε εγείρει ενώπιον του Εφετείου Δωδεκανήσου την από 20.9.2010 αίτησή του, στρεφομένη, μεταξύ άλλων, και κατά του ήδη αναιρεσίβλητου, με την οποία ζητούσε τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τα αναφερόμενα στην εν λόγω αίτηση ακίνητα, που είχαν απαλλοτριωθεί αναγκαστικά με την υπ' αριθμ. 33680/21029/8.1.2010 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου.
Μεταξύ των καθ' ων οι οποίοι παρέστησαν κατά τη συζήτηση της προαναφερόμενης αίτησης περιλαμβανόταν και ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος, με τις από 6.4.2012 προτάσεις του, άσκησε ανταίτηση ζητώντας τον καθορισμό μεγαλύτερης τιμής μονάδος από εκείνη που ζητούσε το Ελληνικό Δημόσιο για τα απαλλοτριούμενα δύο ακίνητά του, με κτηματολογικές μερίδες ...
και ... γαιών Αφάντου Ρόδου. Επί της αίτησης αυτής, των ανταιτήσεων και των παρεμβάσεων που ασκήθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 232/2011 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, στην οποία, από παραδρομή, ανεγράφη ότι η παραπάνω ανταίτηση αφορούσε μόνο το ακίνητο με κτηματολογική μερίδα ... γαιών Αφάντου, εμβαδού 70,90 τ.μ., και παραλείφθηκε η αναγραφή του ακινήτου με κτηματολογική μερίδα ...
γαιών Αφάντου, εμβαδού 215,40 τ.μ. Αποτέλεσμα ήταν να καθορισθεί ως οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για το έδαφος του ακινήτου με κτηματολογική μερίδα ... γαιών Αφάντου, για το οποίο ασκήθηκε ανταίτηση, το ποσό των 30 ευρώ ανά τ.μ., ενώ για το έδαφος του ακινήτου με κτηματολογική μερίδα ... γαιών Αφάντου, για το οποίο θεωρήθηκε ότι δεν είχε ασκηθεί ανταίτηση, το ποσό των 9,65 ευρώ ανά τ.μ.
Την κατά τούτο διόρθωση της απόφασης αυτής ζήτησε με την από 17.2.2012 αίτησή του ο ήδη αναιρεσίβλητος, η οποία έγινε δεκτή με την εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων κατ' αντιμωλία των διαδίκων προσβαλλόμενη απόφαση και έτσι διορθώθηκε η ανά τ.μ. τιμή για την απαλλοτρίωση του με κτηματολογική μερίδα ...
γαιών Αφάντου ακινήτου, από εκείνη των 9,65 ευρώ ανά τ.μ. στην τιμή των 30 ευρώ ανά τ.μ. Κατά της απόφασης αυτής εναντιώνεται το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με τον διατυπούμενο με αυτή μοναδικό λόγο, ο οποίος και ερευνάται στη συνέχεια κατά τα παρακάτω ειδικότερον εκτιθέμενα.-
ΙΙΙ.- Από την διάταξη του άρθρου 315 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι "αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του", προκύπτει ότι επιτρεπτή διόρθωση της απόφασης, που μπορεί να αφορά και το διατακτικό της, χωρίς να παραβιάζονται οι αρχές του δεδικασμένου, υφίσταται όταν τα προς διόρθωση σφάλματα της απόφασης οφείλονται σε ασυμφωνία αυτών που ήθελε το δικαστήριο και αυτών που είχαν διατυπωθεί, αρκεί η μεν παραδρομή στην οποία οφείλονται τα λάθη να προκύπτει από την όλη διάρθρωση της απόφασης και των συμβάντων κατά τη σύνταξή της, η δε διόρθωση να μην σχετίζεται με την ουσία της υπόθεσης, ούτε να αλλοιώνει την έννοια της απόφασης και να μεταβάλει ή να ανακαλεί το περιεχόμενό της (ΑΠ 682/2011, ΑΠ 609/2011).
Περαιτέρω, η παραβίαση των κανόνων του δικονομικού δικαίου, δηλαδή εκείνων που καθορίζουν τα όργανα, τον τρόπο και την μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 975/2010), μπορεί να θεμελιώσει (δηλαδή ελέγχεται) κάποιον από τους λόγους των αριθμών 2 - 18 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., η διάταξη δε του άνω άρθρου 315 Κ.Πολ.Δ. για διόρθωση ή ερμηνεία αποφάσεων είναι δικονομικού δικαίου (ΑΠ 682/2011, ΑΠ 975/2010, ΑΠ 425/2008).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ίδιου Κώδικα, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, με τον λόγο δε αυτό ελέγχεται και η αίτηση διόρθωσης απόφασης κατά τρόπο που σχετίζεται με την ουσία της υπόθεσης, αλλοιώνει την έννοιά της και μεταβάλλει ή ανακαλεί το περιεχόμενό της.
Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 562 § 2 του Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός των αναφερομένων εξαιρέσεων, προκύπτει, ότι για να είναι παραδεκτός ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που τον στηρίζει είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο ισχυρισμός αυτός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 538/2009, ΑΠ 259/2009).- Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τον μοναδικό λόγο της αναίρεσης προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., διότι παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την από 17.2.2012 και με αριθμό κατάθεσης 55/2012 αίτηση του ήδη αναιρεσίβλητου, με την οποία ζητούσε αυτός την διόρθωση της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων υπ' αριθμ. 232/2011 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, για τον λόγο ότι η διόρθωση αυτή συνιστούσε ανεπίτρεπτη μεταρρύθμιση της εν λόγω απόφασης, αφού αναφερόταν σε διαγνωστικό λάθος της διορθωθείσας απόφασης, άλλως σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, και κατά συνέπεια δεν στηριζόταν στη διάταξη του άρθρου 315 Κ.Πολ.Δ.
Ωστόσο, στο αναιρετήριο δεν εκτίθεται, ότι το απαράδεκτο τούτο, έστω και αν έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη, προτάθηκε στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με άμεση δικονομική συνέπεια ο λόγος αυτός αναίρεσης να αξιολογείται, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον δεν συντρέχει οποιαδήποτε από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Κατά την γνώμη, όμως, ενός μέλους του Δικαστηρίου και ειδικότερα του Προέδρου του Τμήματος τούτου, Αντιπροέδρου Νικολάου Λεοντή, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έπρεπε να γίνει δεκτή κρίση του την οποία στηρίζει στις ακόλουθες παραδοχές. Ειδικότερα η έλλειψη συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων 315 επ ΚΠολΔ περί διορθώσεως αποφάσεως και η αξιολόγηση από νομική άποψη της φερόμενης να θεμελιώνεται στις εν λόγω διατάξεις αιτήσεως δεν εμπίπτει στο πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 562 παρ 2 εδ 1 ΚΠολΔ.
Με την έννοια αυτή για τον παραδεκτό του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί ελεγχόμενης νομικής βασιμότητας της αιτήσεως διορθώσεως και του θεμελιωμένου επ' αυτού λόγου αναιρέσεως δεν ήταν αναγκαία η προβολή του στο δικαστήριο της ουσίας, του οποίου εντεύθεν έπρεπε να ερευνηθεί η βασιμότητά του. IV.- Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, χωρίς να επιδικασθούν δικαστικά έξοδα σε βάρος του ηττώμενου Ελληνικού Δημοσίου, διότι ο απολειπόμενος αναιρεσίβλητος, ο οποίος νικά, δεν υποβλήθηκε σε καμία δαπάνη προς απόκρουση αυτής (αναίρεσης).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3.6.2013 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 127/2012 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων.-
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ