Legislator Case Law & Legislation
851/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on consumer liability and evidence evaluation grounds regarding defective car damage.

Case Number 851/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding damage to a vehicle. The appellant argued the lower court failed to consider witness testimonies and technical reports, while the defendants contended the vehicle was not defective and the appeal lacked merit. The court ruled that the First Instance Court had duly examined all evidence and the appellant's claims were baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 6 §§ 1, 5, 6 of Law 2251/1994; Articles 335, 338-341 of the Code of Civil Procedure: A producer is liable for damage caused by a product defect, and the court of first instance must consider all evidence presented without requiring separate evaluation of each item, unless a specific omission affects the outcome.

Keywords

AI generated
consumer liability product defect evidence evaluation appeal dismissal civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Law 2251/1994, Articles 6 §§ 1, 5, 6
Code of Civil Procedure, Articles 335, 338-341
Code of Civil Procedure, Article 559, paragraph 11, sub-paragraph g

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1072/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 851 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 851/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Παπαγεωργίου, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΟΣΜΟCAR Α.Ε" που εδρεύει στην ...και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Φλάμπουρα και 2. ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΞΕΝΑΚΗΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ Ανώνυμη Εμπορική Βιομηχανική Εταιρία" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Καβουριου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 28 Φεβρουαρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 142/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 10/2007 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2 Μαρτίου 2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός , ανέγνωσε την από 5 Μαρτίου 2009 έκθεσή του , με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και τέταρτου κατά το μέρος λόγων της αίτησης αναίρεσης την απόρριψη των λοιπών λόγων και την αναίρεση της υπ' αριθ. 10/2007 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, κατά το μέρος της που απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης και εκείνο που παρέλειψε να ερευνήσει τους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος που είχαν σχέση με την επικουρική βάση της αγωγής του αναιρεσείντος κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης από την αδικοπρακτική ευθύνη.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με τις διατάξεις των άρθρων 6 §§ 1, 5 και ο και 7 §§ 1 και 2 του ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών" ορίζεται με το πρώτο (6) ότι: "1. Ο παραγωγός ευθύνεται για κάθε ζημία που οφείλεται σε ελάττωμα του προϊόντος του. 5. Ελαττωματικό κατά την έννοια αυτού του άρθρου είναι το προϊόν, αν δεν παρέχει την εύλογα αναμενόμενη ασφάλεια εν όψει όλων των ειδικών συνθηκών, και ιδίως της εξωτερικής εμφάνισής του, της εύλογα αναμενόμενης χρησιμοποίησής του και του χρόνου κατά τον οποίο τέθηκε σε κυκλοφορία.

Δεν είναι ελαττωματικό ένα προϊόν για μόνο το λόγο ότι μεταγενέστερα τέθηκε σε κυκλοφορία άλλο τελειότερο. 6. Στη ζημία της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου περιλαμβάνεται η ζημία λόγω θανάτου ή σωματικής βλάβης, καθώς και η βλάβη ή καταστροφή, εξαιτίας του ελαττωματικού προϊόντος, κάθε περιουσιακού στοιχείου του καταναλωτή, εκτός από το ίδιο το ελαττωματικό προϊόν, εφόσον κατά τη φύση που προοριζόταν και πραγματικά χρησιμοποιήθηκε από τον ζημιωθέντα για προσωπική του χρήση ή κατανάλωση" και με το δεύτερο (7) ότι: "1.

Οι προμηθευτές υποχρεούνται να διαθέτουν στην αγορά μόνον ασφαλή προϊόντα. 2. Ασφαλές θεωρείται ένα προϊόν όταν υπό συνήθεις ή ευλόγως προβλεπόμενες συνθήκες χρήσης, συμπεριλαμβανομένης της διάρκειας χρήσης, δεν παρουσιάζει κανένα κίνδυνο χαμηλού επιπέδου που συνδέονται με τη χρήση του προϊόντος και θεωρούνται ως αποδεκτοί στα πλαίσια ενός υψηλού βαθμού προστασίας της υγείας και ασφάλειας των προσώπων ...".

Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι ο νόμος περί προστασίας των καταναλωτών δεν σκοπεί να υποκαταστήσει το πλέγμα των νομικών διατάξεων που ρυθμίζει τις συνέπειες από την πώληση ελαττωματικού πράγματος, αλλά θεσμοθετεί την ευθύνη του παραγωγού που διέθεσε στην αγορά προϊόντα μη ασφαλή, από τη χρήση των οποίων προέκυψε ζημία στον καταναλωτή.

Ελαττωματικό είναι όχι το προϊόν που έχει ελαττώματα ή στερείται των συμφωνημένων ιδιοτήτων κατά την έννοια του άρθρου 534 ΑΚ, αλλά εκείνο που δεν παρέχει την ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, εν όψει όλων των ειδικών συνθηκών, υπό τις οποίες αυτό τίθεται σε κυκλοφορία και του χρόνου κατά τον οποίο κυκλοφόρησε.

Τέλος, η ζημία, που κατά το νόμο αυτό πρέπει να αποκατασταθεί, περιορίζεται στο θάνατο και τη σωματική βλάβη προσώπων, καθώς επίσης και στη βλάβη ή καταστροφή κάθε περιουσιακού στοιχείου του καταναλωτή, που οφείλεται στο ελάττωμα του προϊόντος εφόσον τούτο προοριζόταν κατά τη φύση του και πράγματι χρησιμοποιήθηκε από τον ζημιωθέντα για προσωπική του χρήση ή κατανάλωση.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 § 4 περ. α και 6 § 1 και 7 του ίδιου νόμου (2251/1994), με την τελευταία από τις οποίες ορίζεται ότι, η ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του καταναλωτή από ελάττωμα του προϊόντος του παραγωγού διέπεται από τις διατάξεις που ισχύουν για τις αδικοπραξίες, το ίδιο δε ισχύει και για την ψυχική οδύνη λόγω θανάτου, προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνεται στο προστατευτικό πεδίο του εν λόγω νόμου και η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης του καταναλωτή, λόγω ηθικής του βλάβης, κατά του παραγωγού ελαττωματικού προϊόντος, η οποία μπορεί να θεμελιωθεί μόνο επί των κοινών διατάξεων του Α.Κ.

για τις αδικοπραξίες (άρθρα 914, 932 αυτού), εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής αυτών. Εξ άλλου κατά το άρθρο 1 § 2 του π.δ. 219/1991 "εμπορικών αντιπροσώπων" που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, για την εφαρμογή των διατάξεων του π.δ.

αυτού, εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται "αντιπροσωπευόμενος", την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ' ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.

Με τη σχετική σύμβαση ο παραγωγός ή χονδρέμπορος αναθέτει, σε μόνιμη βάση, στον εμπορικό του αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), τη, συνήθως για ορισμένη περιοχή, μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση είτε στη σύναψη σύμβασης πώλησης ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.

Περαιτέρω, κατά την απορρέουσα από τις διατάξεις των άρθρων 5 § 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, τα μέρη είναι ελεύθερα να διαπλάσσουν τις έννομες σχέσεις τους σε μεγάλο μέτρο και δεν είναι υποχρεωμένοι να ακολουθούν τα πρότυπα που θέτει ο νόμος. Έτσι, δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας και μόρφωμα, που εξυπηρετεί τις συναλλακτικές ανάγκες της διεπιχειρησιακής συνεργασίας, ως απόρροια της άνω αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους, αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, δηλαδή η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία, στη συνέχεια, ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.

Και ενώ, κατ' αρχήν, σε αντίθεση με τον αποκλειστικό διανομέα, που συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρησιακό κίνδυνο, ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητική εργασία διαμεσολάβησης στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, τελικά δεν αποκλείεται μία συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διάθεσης (διανομής) να προσομοιάζει, κατά περιεχόμενο, με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη μέρη.

Επί της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, εφόσον ελλείπουν ειδικές διατάξεις στο νόμο που να τη ρυθμίζουν και εν προκειμένω υφίσταται ακούσιο (γνήσιο) νομοθετικό κενό, εφαρμόζονται, αναλογικά οι διατάξεις περί εντολής του ΑΚ (Εμπ. Ν. 91 Εισ. Ν.ΑΚ 3) σε συνδυασμό, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, με αυτές του π.δ. 219/1991 όπως ισχύει, κατά το μέρος τους, εκείνες του π.δ. 219/1991, που προσαρμόζονται στη φύση και στο περιεχόμενο της συγκεκριμένης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, η οποία ομοιάζει κατά τα ουσιώδη (κρίσιμα) σημεία της, με εκείνη της εμπορικής αντιπροσωπείας.

Όλα δε αυτά υπό το πρίσμα της κατά το άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος θεμελιώδους αρχής της ισότητας (πρβλ. Ολ. ΑΠ 72/ 1987) και της αρχής της καλής πίστης που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ (ΑΠ 212/2006, ΑΠ 139/2006). Οι αποκλειστικοί διανομείς, ως επαγγελματίες στην αλυσίδα εφοδιασμού που οι δραστηριότητές τους μπορούν να επηρεάσουν τα χαρακτηριστικά ασφαλείας ενός προϊόντος που διατίθεται στην αγορά, υποχρεούνται να συμβάλλουν στην τήρηση της γενικής υποχρέωσης του άρθρου 7 του ν. 2251/1994 και να μην προμηθεύουν το κοινό με επικίνδυνα προϊόντα, στο βαθμό που θα έπρεπε να είχαν κρίνει, λόγω της επαγγελματικής τους πείρας, ότι τα προϊόντα δεν ανταποκρίνονται στον προορισμό τους ως ασφαλών.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 513, 534, 540, 543 και 547 ΑΚ, όπως τα άρθρα 534, 540, 543 και 547 ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους από το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3043/2002 που ισχύει από 21.08.2002 (βλ. άρθρο 2 ΑΚ σε συνδ. προς άρθρο 14 του ανωτέρω νόμου, καθώς και άρθρο 24 ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι ο αγοραστής, εάν το αγορασθέν πράγμα κατά τον χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει σ' αυτόν (άρθρα 522 - 524 ΑΚ), έχει πραγματικά ελαττώματα που αναιρούν ή μειώνουν ουσιωδώς την αξία ή τη χρησιμότητα του ή δεν φέρει τις συμφωνημένες ιδιότητες, δικαιούται ν' απαιτήσει την αναστροφή της πώλησης ή τη μείωση του τιμήματος ή αποζημίωση.

Με τη διάταξη του άρθρου 559 εδ. α ΑΚ, όπως επίσης ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από τον ανωτέρω νόμο, ορίζεται ότι σε πώληση πραγμάτων ορισμένων κατά γένος ο αγοραστής αντί για την αναστροφή ή τη μείωση του τιμήματος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την αντικατάσταση του πράγματος με άλλο χωρίς ελάττωμα ή με τις συμφωνημένες ιδιότητες.

Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη απαραίτητη προϋπόθεση του δικαιώματος αντικατάστασης είναι να πρόκειται για ενοχή γένους, με βάση τη σύμβαση πώλησης ενώ από τις διατάξεις των άρθρων 559, 289 και 290 ΑΚ προκύπτει ότι κατά γένος ορισμένο χαρακτηρίζεται το πωληθέν πράγμα, όταν αυτό ως παροχή προσδιορίζεται με γενικά και αφηρημένα χαρακτηριστικά σε τρόπο ώστε οι ατομικές διαφορές μεταξύ διαφόρων πραγμάτων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία να μη λαμβάνονται υπ' όψη.

Εξάλλου παροχή περιορισμένου (καταχρηστικού) γένους υπάρχει και όταν το γένος προσδιορίζεται από μικρότερο κύκλο πραγμάτων, όπως όταν ο προσδιορισμός του πράγματος αναφέρεται σε προϊόντα ενός εργοστασίου (λ.χ. ένα αυτοκίνητο του τάδε εργοστασίου), κατ' αντίθεση προς την παροχή είδους που έχει ως αντικείμενο πράγμα ατομικώς ορισμένο (ΑΠ 312/1999), όπως λ.χ.

όταν πρόκειται για πώληση αυτοκινήτου με ή χωρίς αριθμό κυκλοφορίας, προσδιοριζόμενο όμως από τα λοιπά ατομικά του γνωρίσματα, δηλαδή από τους αριθμούς πλαισίου και κινητήρα, καθώς και από τον αριθμό του τίτλου μεταβίβασης του Τελωνείου. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 548 και 549 ΑΚ, όπως επίσης ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους από το ν. 3043/2002, τα οποία εφαρμόζονται αναλογικά και στην περίπτωση που ζητείται αντικατάσταση του πράγματος λόγω πραγματικών ελαττωμάτων, ο αγοραστής έχει δικαίωμα να ζητήσει την αντικατάσταση, ακόμη κι αν το πράγμα καταστράφηκε ή χειροτέρεψε εξαιτίας του ελαττώματος, όχι όμως και στην περίπτωση που αυτό συνέβη από τυχαίο περιστατικό ή από πταίσμα του αγοραστή, οπότε στην τελευταία περίπτωση δικαιούται να ζητήσει μόνο τη μείωση του τιμήματος.

Εξάλλου, η αθέτηση της σύμβασης καθ' αυτή δε συνιστά αδικοπραξία η υπαίτια όμως ζημιογόνα πράξη με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, εκτός από συμβατική μπορεί να στηρίξει και αδικοπρακτική αξίωση όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη. Τούτο διότι αντίκειται στο επιβαλλόμενο από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ γενικό καθήκον της μη προκλήσεως υπαιτίως ζημίας σε άλλο πρόσωπο (Ολ.ΑΠ 967/1973).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/1990).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα καθ' όσον αφορά την ενδοσυμβατική και εξ αδικοπραξίας ευθύνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης εταιρείας και την ενδοσυμβατική και εξ αδικοπραξίας ευθύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμφωνητικού παραγγελίας, ο ενάγων στη ...

παρήγγειλε στη δεύτερη εναγόμενη ένα καινούργιο αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Volkswagen τύπου Γκολφ (Golf), 1,4 5 Δ a/c, χρώματος "μπλε indigo περλέ" αντί τιμήματος 5.198.000 δραχμών ήτοι 12.254,59 ευρώ. Από το με επίκληση προσκομιζόμενο ανωτέρω συμφωνητικό παραγγελίας προκύπτει ότι, η δεύτερη εναγόμενη είναι η παραγγελιοδόχος, η οποία δυνάμει σύμβασης με την πρώτη εναγομένη "Κosmocar ΑΕ" αποκλειστική εισαγωγέα στην Ελλάδα των αυτοκινήτων Volkswagen και Audi, έχει δικαίωμα διαβίβασης προς την τελευταία παραγγελιών πελατών της, "να πωλεί για δικό της λογαριασμό τα ανωτέρω αυτοκίνητα".

Η σύμβαση μεταξύ των δύο εναγομένων έχει το χαρακτήρα της αποκλειστικής διανομής, αφού η δεύτερη εναγόμενη έχει το δικαίωμα να πωλεί τα αυτοκίνητα για δικό της λογαριασμό, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη δεύτερη μείζονα σκέψη της παρούσας. Με βάση τα ανωτέρω η σύμβαση πώλησης του παραπάνω αυτοκινήτου, καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και της δεύτερης εναγομένης, η οποία ενήργησε για δικό της λογαριασμό ως πωλήτρια και όχι ως εμπορικός αντιπρόσωπος της πρώτης εναγομένης, η οποία είναι η αποκλειστική εισαγωγέας των άνω αυτοκινήτων από τη Γερμανία στην Ελλάδα και ως εκ τούτου η αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται κατά της τελευταίας (πρώτης Εναγομένης) κρίνεται απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη.

Σε εκτέλεση της παραπάνω παραγγελίας καταρτίσθηκε η σύμβαση πώλησης μεταξύ του ενάγοντος και της δεύτερης εναγομένης, δυνάμει της οποίας την 31.10.2000 πωλήθηκε και παραδόθηκε από την δεύτερη εναγομένη στον ενάγοντα το πιο πάνω παραγγελθέν καινούργιο αυτοκίνητο με αριθμό πλαισίου ..., το οποίο έλαβε αριθμό κυκλοφορίας ..., αντί του προαναφερθέντος τιμήματος, το οποίο καταβλήθηκε τοις μετρητοίς και εκδόθηκε η υπ' αριθ. ...

απόδειξη λιανικής πώλησης - δελτίο αποστολής από τη δεύτερη εναγομένη. Κατά την ημέρα παράδοσης προηγήθηκε έλεγχος παράδοσης από τους τεχνικούς της δεύτερης εναγομένης, σύμφωνα με τις οδηγίες του εργοστασίου κατασκευής (βλ. τη σχετική σφραγίδα στο με επίκληση προσκομιζόμενο φωτοαντίγραφο του βιβλίου εργασιών service του ανωτέρω αυτοκινήτου).

Το εν λόγω αυτοκίνητο είχε κατασκευαστεί στη Γερμανία στο προμνημονευόμενο εργοστάσιο της Volkswagen και διέθετε εκ κατασκευής, μεταξύ άλλων βασικών και πρόσθετων συστημάτων ασφαλείας, ένα ηλεκτρονικό σύστημα αυτόματης ενεργοποίησης και ελέγχου (εγκέφαλος) αερόσακων (Airbag) με δύο εμπρόσθιους αερόσακους (οδηγού και συνοδηγού) και δύο πλευρικούς, και εντατήρες εμπρόσθιων ζωνών ασφαλείας.

Στο τεχνικό εγχειρίδιο του ως άνω αυτοκινήτου αναγράφεται ότι: Ο εμπρόσθιος αερόσακος του οδηγού βρίσκεται στην επένδυση του τιμονιού και ο εμπρόσθιος αερόσακος του συνοδηγού βρίσκεται στο ταμπλό των οργάνων πάνω από το ντουλαπάκι. Το σύστημα των εμπρόσθιων αερόσακων προσφέρει σε συνδυασμό με τη ζώνη ασφαλείας τριών σημείων πρόσθετης προστασίας για την περιοχή του κεφαλιού και του θώρακα του οδηγού και συνοδηγού στις σοβαρές μετωπικές συγκρούσεις.

Το σύστημα αερόσακου δεν αντικαθιστά τη ζώνη ασφαλείας, αντίθετα αποτελεί μέρος της συνολικής παθητικής ασφάλειας του αυτοκινήτου. Η ασφάλεια του οδηγού και του συνοδηγού, όταν είναι προσδεδεμένοι με τις ζώνες ασφαλείας, αυξάνεται συμπληρωματικά στο σύστημα αερόσακου από τους εντατήρες ζωνών που έχουν τοποθετηθεί στον αυτόματο μηχανισμό περιέλιξης των μπροστινών ζωνών ασφαλείας τριών σημείων.

Το σύστημα αυτό ενεργοποιείται σε περίπτωση βαριάς μετωπικής σύγκρουσης μέσω αισθητήρων, οι οποίοι θέτουν σε λειτουργία ένα μικρό πυροκροτητή στο αυτόματο σύστημα κάθε ζώνης. Σε ελαφρές μετωπικές συγκρούσεις, πλευρικές ή συγκρούσεις στο πίσω μέρος, καθώς επίσης και σε ανατροπή του αυτοκινήτου και τη στιγμή κατά την οποία δεν επενεργούν μεγάλες δυνάμεις δεν ενεργοποιείται το σύστημα προεντατήρων των ζωνών ασφαλείας.

Το σύστημα Αirbag είναι έτσι τοποθετημένο ώστε να ενεργοποιείται σε μετωπικές συγκρούσεις που περικλείουν υψηλό κίνδυνο τραυματισμού για τον οδηγό και τον συνοδηγό. Σε σοβαρές μετωπικές συγκρούσεις ενεργοποιούνται οι εμπρόσθιοι αερόσακοι, οι οποίοι δεν ενεργοποιούνται σε πλευρικές συγκρούσεις, συγκρούσεις από πίσω, ανατροπή, ελαφρές μετωπικές συγκρούσεις.

Σε σοβαρές πλευρικές συγκρούσεις ενεργοποιείται ο πλευρικός αερόσακος που βρίσκεται στην πλευρά της σύγκρουσης. Σε ελαφρές πλευρικές συγκρούσεις, συγκρούσεις στο πίσω μέρος ή σε περίπτωση ανατροπής δεν ενεργοποιείται το σύστημα των πλευρικών αερόσακων. Σ' αυτές τις περιπτώσεις ο οδηγός και ο συνοδηγός προστατεύονται από τις ζώνες ασφαλείας που θα πρέπει να φορούν.

Καθοριστικό ρόλο για την ενεργοποίηση του συστήματος αερόσακου παίζει η πορεία της επιβράδυνσης που δημιουργείται κατά τη σύγκρουση και καταγράφεται από την ηλεκτρονική μονάδα. Αν η επιβράδυνση που δημιουργείται κατά τη σύγκρουση και καταγράφεται από τον εγκέφαλο διατηρείται σε τιμές χαμηλότερες από τις τιμές προδιαγραφής του εγκεφάλου, δεν ενεργοποιούνται οι αερόσακοι, παρ' όλο που το αυτοκίνητο μπορεί λόγω του ατυχήματος να υποστεί μεγάλη παραμόρφωση.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι απαιτούμενος έλεγχος και συντήρηση του εν λόγω αυτοκινήτου έγιναν στο εξουσιοδοτημένο συνεργείο της κατασκευάστριας εταιρείας Volkswagen στη ..., ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, και συγκεκριμένα την 14.2.2001 στα 7.100 χιλιόμετρα έγινε αλλαγή λαδιών, την 6.6.2001 στα 15.000 χιλιόμετρα έγινε αλλαγή λαδιών και γενικός έλεγχος του αυτοκινήτου του και την 15.10.2001 στα 25.000 χιλιόμετρα έγινε αλλαγή λαδιών, το επόμενο service ορίσθηκε ημερομηνία 15.4.2002 χιλιόμετρα 39.500, όπως αυτά προκύπτουν από το με επίκληση προσκομιζόμενο φωτοαντίγραφο του βιβλίου εργασιών service του αυτοκινήτου.

Την 14.5.2002 και περί ώρα 14:30 ο ενάγων ηλικίας 27 ετών, εργάτης στη δημοτική επιχείρηση ύδρευσης και αποχέτευσης του Δήμου ..., οδηγώντας το παραπάνω ΙΧΕ αυτοκίνητο του, εκινείτο επί της επαρχιακής οδού ...-... με κατεύθυνση προς ... . Όταν έφθασε στο 19° χιλιόμετρο πριν από την ... όπου η οδός είναι ευθεία, διπλής κατεύθυνσης ασφαλτοστρωμένη, η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, έχασε ξαφνικά τον έλεγχο του οχήματος, με αποτέλεσμα τούτο να εκτραπεί από την πορεία του προς τα δεξιά, πέραν του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του και με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου (εμπρόσθιο αριστερό φανό) προσέκρουσε στον κορμό ενός μεγάλου ελαιόδενδρου και στη συνέχεια με την αριστερή πλευρά του ανετράπη σε χαντάκι παρακείμενου αγρού ύψους 3 μ.

περίπου. Η εκτροπή αυτή του αυτοκινήτου από την πορεία του, δεν αποδείχθηκε ότι οφειλόταν σε πραγματικό ελάττωμα του συστήματος διεύθυνσης του αυτοκινήτου, εν όψει και του ότι μέχρι την ημέρα του ατυχήματος κανένα απολύτως λειτουργικό πρόβλημα δεν είχε παρουσιάσει το αυτοκίνητο, όπως δέχεται ο ενάγων παρότι το χρησιμοποιούσε, καθημερινά επί 18 και πλέον μήνες.

Από την πρόσκρουση αυτή στον κορμό του δένδρου, ο μεν κορμός του δένδρου κόπηκε στο σημείο που προσέκρουσε, το δε αυτοκίνητο υπέστη κατά χρονική αλληλουχία βλάβες στην εμπρόσθια αριστερή γωνία (συμπίεση του εμπρόσθιου αριστερού φτερού με κατεύθυνση από εμπρός προς τα πίσω), πλευρικές φθορές στο αριστερό τμήμα, (εμπρόσθιο αριστερό φτερό, αντίστοιχους φανούς, εμπρόσθια αριστερή πόρτα) και φθορές στο εμπρόσθιο καπό, παρμπρίζ, οπίσθια αριστερή πόρτα, οπίσθιο αριστερό φτερό και ουρανό που προκλήθηκαν από την ανατροπή του οχήματος με την αριστερή πλευρά του σε χαντάκι παρακείμενου αγρού ύψους 3 μ.

περίπου. Τα παραπάνω προκύπτουν από τις με επίκληση προσκομιζόμενες είκοσι τέσσερις (24) έγχρωμες φωτογραφίες του οχήματος, οι οποίες λήφθηκαν μετά το ατύχημα και οκτώ (8) έγχρωμες φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος. Στις υπ' αριθ. 9 και 10 έγχρωμες φωτογραφίες τις με επίκληση προσκομιζόμενες από τη δεύτερη εναγομένη, εικονίζεται ο προεντατήρας της ζώνης ασφαλείας του οδηγού μαζεμένος στο σύνολο της πορείας του, γεγονός που καταδεικνύει ότι ο ενάγων δεν φορούσε τη ζώνη του.

Κατά το ατύχημα αυτό ο ενάγων υπέστη κάκωση κεφαλής, διάσπαρτες εγκεφαλικές θλάσεις στα εγκεφαλικά ημισφαίρια, η μεγαλύτερη των οποίων είχε διάμετρο 1,5 cm με εντόπιση μετωπιαία αριστερά, υπαραχνοειδή αιμορραγία και κάταγμα αριστερής κνήμης (βλ. την υπ' αριθ. πρωτ. ... ιατρική βεβαίωση του περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Ρόδου).

Λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης του μεταφέρθηκε αυθημερόν με το ΕΚΑΒ στο Νοσοκομείο Πειραιώς "Άγιος Παντελεήμων" όπου νοσηλεύτηκε ως πολυτραυματίας από 11.5.2002 έως 27.5.2002 και από 6.6.2002 έως 11.6.2002 (βλ. τα από 31.5.2002 και 11.6.2002 αντίστοιχα εξιτήρια του ως άνω Νοσοκομείου Πειραιώς). Στην συνέχεια νοσηλεύτηκε στην ορθοπεδική κλινική του Γ.

Π. Νοσοκομείου Ρόδου από 11.6.2002 έως 29.6.2002 (βλ. την υπ' αριθ. πρωτ. ... ιατρική βεβαίωση του Νοσοκομείου Ρόδου). Τέλος από την από 26.10.2004 ιατρική βεβαίωση του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου Κρήτης, προκύπτει ότι ο ενάγων ο οποίος εξετάστηκε στα εξωτερικά ιατρεία του εν λόγω Νοσοκομείου την 26.10.2004, παρουσιάζει πάρεση του δεξιού απαγωγού νεύρου (μη χιαστή οριζόντια διπλωπία στη δεξιά βλεμματική θέση).

Ο προπεριγραφόμενος όμως τραυματισμός του δεν οφείλεται αιτιωδώς σε ελαττωματική λειτουργία του συστήματος αερόσακου του οχήματος του, και τούτο διότι δεν υπήρξε δυνατή μετωπική σύγκρουση στην εμπρόσθια επιφάνεια του οχήματος κατά την αρχική επαφή του με την σταθερή επιφάνεια (κορμό του δένδρου στο οποίο προσέκρουσε), που ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την ενεργοποίηση του συμπληρωματικού μηχανικού συστήματος ασφαλείας του οδηγού του οχήματος.

Η προαναφερθείσα πρόσκρουση στον κορμό του ελαιόδενδρου, τον οποίο κορμό μάλιστα έκοψε με την πρόσκρουση αυτή, δεν ήταν μετωπική, ώστε να ενεργοποιηθεί το εν λόγω σύστημα με φούσκωμα του αερόσακου. Ειδικότερα, μεταξύ των προϋποθέσεων για την ενεργοποίηση του εμπρόσθιου αερόσακου ήταν κυρίως η καταστροφή της εμπρόσθιας δομής του οχήματος κατά το διαμήκη άξονα του και με φορά από εμπρός προς τα πίσω.

Όμως στην κρινόμενη υπόθεση το αυτοκίνητο δεν υπέστη τέτοια παραμόρφωση, αφού η μετώπη, η τραβέρσα (εμπρόσθιος σιδερένιος προφυλακτήρας) και το ψυγείο του οχήματος και του κλιματισμού που βρίσκονται στην εμπρόσθια δομή του οχήματος όπως αυτά εικονίζονται στην υπό στοιχείο 7 έγχρωμη φωτογραφία την με επίκληση προσκομιζόμενη από τη δεύτερη εναγομένη, έχουν μείνει άθικτα και ειδικότερα δεν παρουσιάζουν συμπίεση ή στρέβλωση με κατεύθυνση από εμπρός προς τα πίσω.

Αντίθετα τα βλαβέντα μέρη του αυτοκινήτου παρουσιάζουν στρεβλώσεις και παραμορφώσεις που προκλήθηκαν από το χτύπημα που δέχθηκε από την πρόσκρουση στο κορμό του ελαιόδενδρου με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα και στη συνέχεια με την αριστερή πλευρά του ανετράπη σε χαντάκι παρακείμενου αγρού ύψους 3 μ. περίπου, με φορά από αριστερά προς τα δεξιά.

Περαιτέρω ο προεντατήρας της ζώνης ασφαλείας είναι όργανο πιο ευαίσθητο σε σχέση με το σύστημα των αερόσακων, και ενεργοποιείται πρώτος για να κρατηθεί ο οδηγός στη θέση του, την οποία βέβαια ζώνη ασφαλείας, όπως προαναφέρθηκε ο ενάγων δεν φορούσε, δεδομένου ότι ο προεντατήρας της ζώνης ασφαλείας του οδηγού είναι μαζεμένος στο σύνολο της πορείας του, δηλαδή η ζώνη "κλείδωσε" στην κλειστή θέση της, που ευρίσκεται κατά τη στιγμή του ατυχήματος.

Έτσι κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες πρόσκρουσης, ενεργοποιήθηκε μεν ο προεντατήρας της ζώνης, ασφαλείας του οδηγού, δεν χρειάστηκε όμως να ενεργοποιηθεί και το συμπληρωματικό σύστημα του αερόσακου του οδηγού, αφού οι σχετικές προϋποθέσεις δεν άγγιξαν τα όρια, ώστε να δοθεί ηλεκτρονικά η αντίστοιχη εντολή.

Συνεπώς, αφού η μη ενεργοποίηση του αερόσακου ασφαλείας του οδηγού στο αυτοκίνητο του ενάγοντος, δεν οφείλεται σε ελαττωματικότητα λειτουργίας του αερόσακου ασφαλείας, αλλά οφείλεται στη μη μετωπική πρόσκρουση του οχήματος στον κορμό του ελαιόδενδρου, και η εκτροπή του αυτοκινήτου του οδοστρώματος δεν οφειλόταν σε πραγματικά ελαττώματα του συστήματος διεύθυνσης του αυτοκινήτου, η αγωγή ως προς τη δεύτερη εναγόμενη κρίνεται απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη".

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία καλύπτεται με πληρότητα και σαφήνεια το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 6 παρ. 1, 2, 3, 5, 7 και 10 του Ν. 2251/1994, 513, 534, 559, 914, 922, 932 του Α.Κ. τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ., κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από την διατύπωσή της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, και όχι μαρτυρική κατάθεση, ενώ ως έγγραφα νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ.

του Κ.Πολ.Δ., και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης όπως η αγωγή. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό (ολ.

Α.Π. 1/1999). Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτικού γεγονότος (Α.Π. 442/1993).

Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου κατέληξε το δικαστήριο σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση αναγόμενη σε εσφαλμένη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 413/1993).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, για να καταλήξει στην κρίση, ότι δεν υπήρχε σφοδρή μετωπική σύγκρουση και να απορρίψει τον σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και την έφεσή του όπως και για να δεχθεί την έφεση της δεύτερης αναιρεσίβλητης και να απορρίψει την εναντίον της αγωγή στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων, και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και:

α) 24 έγχρωμες φωτογραφίες του ένδικου αυτοκινήτου και του τόπου της συγκρούσεως, β) το εργοστασιακό τεχνικό εγχειρίδιο του αυτοκινήτου και γ) φωτοαντίγραφο του εργοστασιακού βιβλίου του αυτοκινήτου. Προβάλλει ειδικά δε ως προς τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενό τους με το να δεχθεί ότι δεν υπήρξε μετωπική σύγκρουση και οι ζημιές του αυτοκινήτου δεν ήταν εκτεταμένες.

Υπ' αυτά, όμως τα δεδομένα, και καθ' όσον αφορά τα πιο πάνω φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα ούτε ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ούτε και προκύπτει από το σύνολο αυτών που ιστορεί στην αίτησή του ή και κυρίως από αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα παραπάνω έγγραφα για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά της, ύστερα από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων στοιχείων.

Επομένως οι εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ., δεύτερος και τέταρτος κατά το ένα μέρος του λόγοι αναίρεσης, είναι από την αιτία αυτή προεχόντως απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Κατά τα λοιπά δε, οι ίδιοι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης από τον αριθμ. 20 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι επίσης απορριπτέοι ως απαράδεκτοι γιατί όπως από το περιεχόμενό τους προκύπτει, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι υπήρξε πράγματι σφοδρή μετωπική σύγκρουση πλήττοντας πλέον την αντίθετη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, που ανάγεται σε πράγματα, και σαν τέτοια, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).

Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, ότι "η ταχύτητα του αυτοκινήτου ήταν περί τα 80 χιλιόμετρα την ώρα" και ότι "φορούσε ζώνη ασφαλείας". Το Εφετείο όμως και εάν ακόμη τα πιο πάνω περιστατικά συγκροτούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους απέρριψε εκ του πράγματος ως αβάσιμους αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τους ισχυρισμούς αυτούς, και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Εξ άλλου, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το ένα μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, επίσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε τους λόγους της έφεσής του κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχαν σχέση με την αδικοπρακτική ευθύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης, από το γεγονός ότι παράνομα και υπαίτια παρέλειψε την δια την προστηθέντων της έγκαιρη διαπίστωση και αποκατάσταση του πραγματικού ελαττώματος του αυτοκινήτου, που είχε σχέση με τη λειτουργία του συστήματος προστασίας με αεροσάκους είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο με τις πιο πάνω ανέλεγκτες επί της ουσίας παραδοχές του με τις οποίες έκρινε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν συνδεόταν συμβατικά με τον αναιρεσείοντα, και ότι το ένδικο αυτοκίνητο δεν είχε ελάττωμα απέρριψε εκ του πράγματος ως αβάσιμη και της εξ αδικοπραξίας αγωγική βάση κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης.

IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ'αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προ σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005).

Με τον τρίτο και τέταρτο λόγους του αναιρετηρίου κατά το ένα μέρος τους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο, του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μαρτύρων, τις προσκομισθείσες φωτογραφίες, τις από 11-2-2003 και 9-10-2005 τεχνικές εκθέσεις του ...

τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω σε προηγούμενες σκέψεις, με την οποία απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω έγγραφα και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, οι δε σχετικοί λόγοι αναίρεσης κρίνονται αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-3-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10/2007 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ, για κάθε μία αναιρεσίβλητη, που είχε χωριστή εκπροσώπηση και παράσταση.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ