Supreme Court dismisses union appeal regarding labor arbitration award retroactive effect and procedural costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a nursing union against a labor arbitration award. The court found the arbitration panel did not exceed its authority by granting retroactive effect to a salary reduction agreement starting from June 11, 2015. Consequently, the court ruled that the parties had agreed on the effective date and ordered the appellants to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 80 and 68 of the Code of Civil Procedure; The right to intervene in pending litigation requires a legitimate interest, and an arbitration award may validly establish a retroactive effective date within the statutory limits of the Labor Law, provided the parties have agreed upon the terms.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 850 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 850/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας- υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση: Δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Ομοσπονδία Συλλόγων Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων Ελλάδας" (ΟΣΝΙΕ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Χρυσάνθης Υφαντή, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου- καθ' ου η πρόσθετη παρέμβαση: Σωματείου με την επωνυμία "Σύνδεσμος Ελληνικών Κλινικών" (ΣΕΚ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Γεωργίου Λεβέντη και Ελένης Ανδρώνη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης- σωματείου με την επωνυμία "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας - ΓΣΕΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Σοφίας Καζάκου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών με αριθμό 204/17-6-2016, και την από 31-3-2017 πρόσθετη υπέρ της ενάγουσας παρέμβαση της ΓΣΕΕ, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών με αριθμό 181/4-4-2017.
Εκδόθηκε η 3110/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-2-2018 και με αριθμό κατάθεσης 163/23-2-2018 αίτησή της, καθώς και η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 15-10-2018 και με αριθμό κατάθεσης 17/16-10-2018 πρόσθετη παρέμβασή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και της πρόσθετης παρέμβασης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι "Αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν", σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 68 του ίδιου κώδικα, με την οποία ορίζεται ότι "Δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον", συνάγεται ότι αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος.
Ειδικότερα, στην αναιρετική διαδικασία ο προσθέτως παρεμβαίνων περιορίζεται σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων αναίρεσης, στις οποίες εξαντλείται και το δικαίωμα των κυρίων διαδίκων (ΑΠ 1302/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 622 παρ.1 αρ.2 ΚΠολΔ [όπως η διάταξη αυτή ισχύει από 1-1-2016, μετά την αντικατάσταση του τετάρτου βιβλίου του ΚΠολΔ (άρθρα 591 έως 681 Δ) με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, ως εκ του χρόνου άσκησης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης (23-2-2018)], αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια έχουν το δικαίωμα να παρέμβουν μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις που αποτελούν την ένωση.
Το ίδιο προβλεπόταν και από το πριν το ν. 4335/2015 ισχύσαν δίκαιο και ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 669 αρ.2 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμοζόταν και στην αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 675 Α του ιδίου Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 9 παρ.1 του ν. 3189/2003. Επομένως, η προσθέτως παρεμβαίνουσα τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας" (ΓΣΕΕ), της οποίας η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Ομοσπονδία Συλλόγων Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων Ελλάδας" (ΟΣΝΙΕ), υπέρ της οποίας παρενέβη, τυγχάνει μέλος, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των μελών της, μεταξύ των οποίων και της αναιρεσείουσας, παραδεκτώς παρίσταται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου προς υπεράσπιση της ένδικης αίτησης αναίρεσης του υπέρ ου παρενέβη διαδίκου, καταθέτοντας το από 15-10-2018 και με αριθμό κατάθεσης 17/16-10-2018 ίδιο δικόγραφο, το οποίο εκτιμάται ως δικόγραφο για την ανάπτυξη των ισχυρισμών αυτής προς υπεράσπιση των λόγων αναίρεσης και όχι ως δικόγραφο "πρόσθετης παρέμβασης", όπως επιγράφεται, καθόσον αυτή θα ήταν χωρίς αντικείμενο, ενόψει του ότι η προσθέτως παρεμβαίνουσα είχε ήδη παραδεκτώς ασκήσει την από 31-3-2017 (με αριθμό κατάθεσης 181/4-4-2017) πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της τότε ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά τη διεξαχθείσα ενώπιον του Εφετείου Αθηνών δίκη και κατά συνέπεια την ιδιότητα της προσθέτως παρεμβαίνουσας έχει διατηρήσει στη συνέχεια και ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΑΠ 380/2019).
2.Με την από 14-2-2018 (με αριθμό κατάθεσης 163/23-2-2018) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 3110/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 17-6-2016 (με αριθμό κατάθεσης 204/17-6-2016) αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας (ΟΣΝΙΕ).
Με την αγωγή αυτή η τελευταία ισχυρίσθηκε ότι υπέβαλε την 01Δ/12-1-2016 αίτηση προς τον ΟΜΕΔ για παροχή υπηρεσιών διαιτησίας σε συλλογική διαφορά, προς ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ιδιωτικές κλινικές όλης της χώρας, που είναι μέλη του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου (ΣΕΚ), επί της οποίας εκδόθηκε η 3/2016 απόφαση της τριμελούς επιτροπής διαιτησίας, που μείωσε τους βασικούς μισθούς, σε σχέση με την προηγούμενη από 19-9-2014 ΣΣΕ του κλάδου, κατά ποσοστό 0,5%, η οποία στο άρθρο 5 όρισε ότι η ισχύς της απόφασης αυτής αρχίζει από 11-6-2015, με εξαίρεση τη μείωση του βασικού μισθού που αρχίζει από 1-3-2016.
Ότι κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο άσκησε έφεση ενώπιον της πενταμελούς επιτροπής διαιτησίας, επί της οποίας εκδόθηκε η 5/2016 απόφασή της, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η έφεση και μεταρρυθμίσθηκε, αντίστοιχα, η εκεί εκκαλουμένη απόφαση, με την προσθήκη στην παρ.1 του άρθρου 2 αυτής εδαφίου β', το οποίο έχει ως εξής: "Για τους εργαζομένους που έχουν προσληφθεί μετά την ημερομηνία υπογραφής της από 28-6-2012 ΣΣΕ [...], ανεξαρτήτως ειδικότητας, ορίζεται βασικός μηνιαίος μισθός 660 ευρώ μικτά", το δε άρθρο 5 διαμορφώθηκε ως εξής: "Η παρούσα ΔΑ έχει έναρξη ισχύος την 11-6-2015 και λήξη ισχύος την 11-6-2016".
Ότι η απόφαση αυτή είναι άκυρη διότι α) εκδόθηκε βάσει της διάταξης του άρθρου 16 παρ.5 του ν. 1876/1990 (όπως ισχύει μετά το ν. 4303/2014), η οποία αντίκειται σε συνταγματικές διατάξεις, β) περιέχει όρο αντίθετο με τις προβλέψεις της κείμενης νομοθεσίας, γ) περιέχει ελλιπή, άλλως αντιφατική αιτιολογία, δ) η επιτροπή ενήργησε πέραν της δικαιοδοτικής εξουσίας της και, σε κάθε περίπτωση, η έναρξη ισχύος που καθορίζει, ανατρέχει σε χρόνο προγενέστερο του επιτρεπόμενου.
Με βάση αυτά, η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η ως άνω 5/2016 ΔΑ είναι άκυρη και αφού κριθεί η ακυρότητα αυτής, προσβάλλει περαιτέρω και την εκδοθείσα πρωτοβαθμίως 3/2016 ΔΑ, ζητώντας να αναγνωρισθεί η ακυρότητά της, διότι εκδόθηκε βάσει αντισυνταγματικής διάταξης, περιέχει ελλιπή, άλλως αντιφατική αιτιολογία και η καθορισθείσα έναρξη ισχύος της ανατρέχει σε χρόνο προγενέστερο του επιτρεπόμενου.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
3.Κατά το άρθρο 22 παρ.2 του Συντάγματος, "Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο συνταγματικός νομοθέτης παρέσχε την ευχέρεια στον κοινό νομοθέτη να καθιερώσει σύστημα διαιτησίας, που εκείνος κρίνει σκόπιμο, για τη διασφάλιση της εργασιακής ειρήνης μεταξύ των κοινωνικών εταίρων.
Το ως άνω άρθρο τελεί σε στενή αλληλεξάρτηση με το άρθρο 23 παρ.1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "Το Κράτος λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα για τη διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και την ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών με αυτή δικαιωμάτων εναντίον κάθε προσβολής τους, μέσα στα όρια του νόμου", ώστε να θεμελιώνεται η ρυθμιστική εξουσία του Κράτους στον καθορισμό των γενικών όρων εργασίας, αλλά ταυτόχρονα να διασφαλίζεται ο ρόλος των συνδικαλιστικών οργανώσεων και της συλλογικής αυτονομίας, δηλαδή του δικαιώματος των εργαζομένων και των εργοδοτών να ρυθμίζουν από κοινού, κατά τρόπο δεσμευτικό, τους όρους εργασίας.
Περαιτέρω, με το ν. 1876/1990 "Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τέταρτο του ν. 4303/2014, καθιερώθηκε σύστημα επίλυσης των συλλογικών διαφορών εργασίας, με τη θέσπιση του θεσμού του μεσολαβητή (άρθρα 14 και 15) και με την ανάθεση της διαιτησίας σε όργανα ενός νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου (άρθρα 16 και 17), που ο νόμος αυτός ίδρυσε.
Ειδικότερα, ο ν. 1876/1990, αφού όρισε ότι, αν οι διαπραγματεύσεις των μερών αποτύχουν, αυτά μπορούν να ζητήσουν τις υπηρεσίες μεσολαβητή ή να προσφύγουν στη διαιτησία (άρθρο 14 παρ.1) και ότι οι όροι και η διαδικασία της προσφυγής καθορίζονται με ρήτρες των συλλογικών συμβάσεων ή με κοινή συμφωνία των μερών, ελλείψει δε αυτών, με τις διατάξεις του νόμου τούτου (άρθρο 14 παρ.2), στη συνέχεια ορίζει ότι ιδρύεται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ο "Οργανισμός Μεσολάβησης και Διαιτησίας" (ΟΜΕΔ), με έδρα την Αθήνα (άρθρο 17 παρ.1).
Περαιτέρω, ο ίδιος νόμος προβλέπει ότι η διαδικασία της μεσολάβησης αρχίζει με αίτηση, που υποβάλλουν τα μέρη από κοινού ή χωριστά (άρθρο 15 παρ.2), ότι ο μεσολαβητής επιλέγεται από ειδικό κατάλογο μεσολαβητών, επί ασυμφωνίας δε των μερών ορίζεται με κλήρωση (άρθρο 15 παρ.3), ότι αν τα μέρη δεν καταλήξουν σε συμφωνία για επίλυση της διαφοράς τους μέσα σε ορισμένη προθεσμία, ο μεσολαβητής μπορεί να υποβάλει δική του πρόταση, η οποία, αν γίνει δεκτή και υπογραφεί από τα ενδιαφερόμενα μέρη, εξομοιώνεται με συλλογική σύμβαση εργασίας, αν όχι, θεωρείται απορριφθείσα (άρθρο 15 παρ.6).
Ακόμη, προβλέπεται ότι προσφυγή στη διαιτησία γίνεται σε οποιοδήποτε στάδιο των διαπραγματεύσεων, με κοινή συμφωνία των μερών, είτε μονομερώς από οποιοδήποτε μέρος, εφόσον το άλλο αρνείται τη μεσολάβηση και από οποιοδήποτε μέρος μετά την υποβολή της πρότασης μεσολάβησης (άρθρο 16 παρ.1 και 2) και ότι ο διαιτητής, όπως και ο μεσολαβητής (άρθρο 15 παρ.3), επιλέγεται με κοινή συμφωνία των μερών από ειδικό κατάλογο, άλλως με κλήρωση (άρθρο 16 παρ.4).
Εξάλλου, με τις παρ.5 και 6 του άρθρου 16 του ίδιου ως άνω νόμου γίνεται ρητά αναφορά στο ζήτημα της αιτιολογίας των διαιτητικών αποφάσεων και στα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνει υπόψη το διαιτητικό όργανο κατά την έκδοση της απόφασής του. Ειδικότερα, στην μεν παρ.5 ορίζεται ότι "Ο διαιτητής και η επιτροπή διαιτησίας έχουν τα ίδια δικαιώματα με τον μεσολαβητή.
Μελετούν όλα τα στοιχεία και πορίσματα, που συγκεντρώθηκαν στο στάδιο της μεσολάβησης και τα πρόσθετα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά τη διαδικασία της διαιτησίας και κυρίως τα οικονομικά και χρηματοοικονομικά στοιχεία, την εξέλιξη της ανταγωνιστικότητας και την οικονομική κατάσταση των ασθενέστερων επιχειρήσεων της παραγωγικής δραστηριότητας, στην οποία αναφέρεται η συλλογική διαφορά, την πρόοδο στη μείωση του κενού ανταγωνιστικότητας και στη μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας κατά τη διάρκεια του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας", στη δε παρ.6 ορίζεται ότι "Η διαιτητική απόφαση πρέπει να περιέχει πλήρη και τεκμηριωμένη αιτιολογία σχετικά με τους όρους που τίθενται σε αυτή και οι οποίοι δεν μπορούν να έρχονται σε αντίθεση ή να τροποποιούν προβλέψεις της κείμενης νομοθεσίας.
Στη διαιτητική απόφαση διατυπώνονται ρητώς όλοι οι κανονιστικοί όροι. Κανονιστικοί όροι άλλων εν ισχύι συλλογικών ρυθμίσεων εξακολουθούν να ισχύουν με τη διαιτητική απόφαση. Η πληρότητα της αιτιολογίας ελέγχεται δικαστικά, σύμφωνα με το άρθρο 16Β του παρόντος". Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού (16Β) θεσπίσθηκαν δύο βαθμοί διαιτητικής διαδικασίας και ειδικότερα προβλέπεται η δυνατότητα άσκησης αγωγής τόσο κατά της διαιτητικής απόφασης πρώτου βαθμού, στην περίπτωση που δεν ασκηθεί έφεση, όσο και κατά της απόφασης της δευτεροβάθμιας επιτροπής διαιτησίας.
Στην πρώτη περίπτωση (όταν δηλαδή δεν ασκηθεί έφεση), η αγωγή ασκείται ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ενώ εάν πρόκειται για διαιτητική απόφαση που έχει εκδοθεί μετά από έφεση από την πενταμελή επιτροπή διαιτησίας, η αγωγή ασκείται ενώπιον του Εφετείου και αμφότερες εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών.
Στη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 16Β του ν. 1876/1990, ορίζεται ότι "Στην περίπτωση αυτή το Εφετείο μπορεί να κρίνει και το κύρος της απόφασης διαιτησίας, που εκδόθηκε με τη διαδικασία του άρθρου 16", η οποία έχει την έννοια ότι, επί σχετικού αγωγικού αιτήματος, το Εφετείο μπορεί να κρίνει και το κύρος της απόφασης της διαιτησίας, που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό, στην περίπτωση κατά την οποία ήδη έκρινε ως άκυρη την απόφαση της πενταμελούς επιτροπής διαιτησίας.
Ο παραπάνω δικαστικός έλεγχος μπορεί να έχει τη μορφή είτε παρεμπίπτοντος ελέγχου, στο πλαίσιο, δηλαδή, μίας ατομικής εργασιακής διαφοράς, είτε του απευθείας ελέγχου με την άσκηση θετικής ή αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής, από εκείνον που έχει έννομο συμφέρον. Η διαιτητική απόφαση δεν ελέγχεται για την ουσιαστική ορθότητά της ή για τη σκοπιμότητά της, αλλά ο έλεγχος αναφέρεται μόνο στις εξής περιπτώσεις:
α) αν ρυθμίζει θέματα, τα οποία δεν μπορούν κατά το νόμο να είναι αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων, β) αν δεν τηρήθηκε η νόμιμη προδικασία και διαδικασία, που προβλέπει ο ν. 1876/1990 για την έκδοσή της, γ) αν οι όροι της παραβιάζουν συνταγματικές ρυθμίσεις ή διατάξεις του κοινού ουσιαστικού δικαίου αναγκαστικού χαρακτήρα με μονομερή (υπέρ των εργαζομένων) ή με αμφιμερή ενέργεια και δ) αν φέρει άλλα τυπικά ελαττώματα ή ελλείψεις (ΑΠ 692/2015, ΑΠ 464/2012).
4.Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή της ως προς την αιτίαση ότι με τη διαιτησία παραβιάσθηκε η διάταξη του άρθρου 16 παρ.5 του ν. 1876/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τέταρτο παρ.3 του ν. 4303/2014, η οποία αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 22 παρ.2, 23 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος, διότι τα τιθέμενα από αυτήν κριτήρια, που λαμβάνονται υπόψη για τις διαιτητικές αποφάσεις, είναι μονομερή και μεροληπτικά υπέρ της εργοδοτικής πλευράς και συνιστούν σοβαρή υποχώρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και αντίστοιχη εξασθένηση της θέσης τους έναντι των εργοδοτών.
Συνακόλουθα των ανωτέρω νομικών παραδοχών, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του (όπως προκύπτει από αυτήν), ορθώς έκρινε ότι η ως άνω διάταξη του άρθρου 16 παρ.5 του ν. 1876/1990 δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και εφάρμοσε αυτήν. Τούτο διότι τα τιθέμενα με αυτήν κριτήρια απεικονίζουν τις πραγματικές οικονομικές συνθήκες, που θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη οι διαιτητές για την επίλυση των συλλογικών διαφορών και αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και του δημοσίου χρέους, μέσω, μεταξύ άλλων, διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας, της μείωσης του κόστους εργασίας και της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.
Τα κριτήρια αυτά, που ορίσθηκαν υπό τις εκτεθείσες εξαιρετικές περιστάσεις, με προφανή σκοπό την προσαρμογή των όρων εργασίας στις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, δεν εμφανίζονται, στο πλαίσιο του οριακού ελέγχου της συνταγματικότητας, ως μη πρόσφορα ή μη αναγκαία για την επίτευξη του ανωτέρω, συνταγματικώς θεμιτού, σκοπού, ούτε θίγουν τον πυρήνα των δικαιωμάτων που απορρέουν από τα άρθρα 22 παρ.1 και 2, 23 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος, αφού η συνδικαλιστική ελευθερία δεν θίγεται και οι θεσμοί της συλλογικής αυτονομίας κατ' αρχήν διατηρούνται, κατά τρόπο ώστε να παρέχεται στους μισθωτούς η δυνατότητα να διεκδικούν τη βελτίωση της θέσης τους και την άμβλυνση των δυσμενών συνεπειών της οικονομικής κρίσης και των επίμαχων μέτρων (πρβλ ΟλΣτΕ 2307/2014, σκέψη 23).
Εξάλλου, τα τιθέμενα με αυτή κριτήρια, για την αιτιολογία των αποφάσεων, αναφέρονται ενδεικτικά ("κυρίως") και μεταξύ αυτών προτάσσονται τα οικονομικά και χρηματοοικονομικά στοιχεία, τα οποία δεν αφορούν μόνο την πλευρά της εργοδοσίας, αλλά την όλη οικονομία και τον εργαζόμενο. Επομένως, ο εξεταζόμενος πρώτος λόγος είναι αβάσιμος.
Οι περιεχόμενες στον ίδιο λόγο λοιπές αιτιάσεις, δια των οποίων επιχειρείται ο έλεγχος της ουσιαστικής κρίσης του διαιτητικού οργάνου, είναι απαράδεκτες, διότι η διαιτητική απόφαση δεν ελέγχεται για την ουσιαστική ορθότητά της.
5.Περαιτέρω, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3110/2017 απόφασή του, δέχτηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής ουσιώδη: Ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Ομοσπονδία Συλλόγων Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων Ελλάδας" (ΟΣΝΙΕ), με την από 30-3-2015 πρόσκλησή της, κάλεσε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο εργοδοτικό σωματείο με την επωνυμία "Σύνδεσμος Ελληνικών Κλινικών" (ΣΕΚ) για διαπραγματεύσεις, προκειμένου να καταρτισθεί μεταξύ τους νέα κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας για τα έτη 2015 και 2016, αναφέροντας στην πρόσκληση τις προτάσεις της, οι οποίες θα αποτελούσαν τη βάση της διαπραγμάτευσης.
Ότι το εναγόμενο ουσιαστικά αρνήθηκε να συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις, γι' αυτό η ενάγουσα, με την …Μ/11-6-2015 αίτησή της προς το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Μεσολάβησης και Διαιτησίας" (ΟΜΕΔ), ζήτησε την παροχή υπηρεσιών μεσολάβησης, προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία με τη σύναψη κλαδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας για τα έτη 2015 και 2016, για τη ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού ιδιωτικών κλινικών όλης της χώρας.
Ότι στη συνέχεια, αφού απορρίφθηκε και από τις δύο πλευρές (εργοδοτική και εργατική) η …/30-12-2015 πρόταση μεσολάβησης του ορισθέντος μεσολαβητή για τη "ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ιδιωτικές κλινικές, μέλη της ΟΣΝΙΕ, που εργάζονται σε επιχειρήσεις μέλη του ΣΕΚ για τα έτη 2015-2016", λόγω μη εμπρόθεσμης δήλωσης αποδοχής αυτής, η ενάγουσα, με την …/01Δ/12-1-2016 αίτησή της προς τον ΟΜΕΔ, ζήτησε την παροχή υπηρεσιών διαιτησίας για τη ρύθμιση της παραπάνω συλλογικής διαφοράς.
Ότι η αναδειχθείσα με κλήρωση τριμελής επιτροπή διαιτησίας του ΟΜΕΔ, αφού ανέλαβε τα καθήκοντά της την 28-1-2016, κάλεσε και τις δύο πλευρές (εργατική και εργοδοτική) να εκθέσουν τις απόψεις τους σε σχετικές συναντήσεις που έλαβαν χώρα, και αφού έλαβε υπόψη τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν στο στάδιο της μεσολάβησης και στο στάδιο της διαιτησίας, τα υπομνήματα, τα προσκομισθέντα έγγραφα και λοιπά στοιχεία που κατατέθηκαν και από τις δύο πλευρές, καθώς και τις θέσεις, τις απόψεις και τα επιχειρήματα των μερών, όπως αυτές αναπτύχθηκαν σε συνέχεια αυτών που είχαν διατυπωθεί στο στάδιο της μεσολάβησης, εξέδωσε την 3/2016 διαιτητική απόφασή της "για τη ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ιδιωτικές κλινικές, μέλη της ΟΣΝΙΕ, που εργάζονται σε επιχειρήσεις μέλη του ΣΕΚ για τα έτη 2015-2016".
Ότι με το άρθρο 2 (οικονομικές ρυθμίσεις) της ανωτέρω διαιτητικής απόφασης, οι βασικοί μισθοί και τα επιδόματα των υπαγομένων στο πεδίο εφαρμογής της, δηλαδή για τους εργαζομένους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στις ιδιωτικές κλινικές όλης της χώρας, οι οποίες είναι μέλη του ΣΕΚ όλης της χώρας (ιατρικό, νοσηλευτικό, παραϊατρικό, διοικητικό, βοηθητικό, εργατοτεχνικό προσωπικό, οδηγοί αυτοκινήτων και λοιπό προσωπικό), όπως είχαν διαμορφωθεί με βάση την από 19-9-2014 ΣΣΕ μεταξύ των μερών (ΠΚ Υπουργείου Εργασίας 11/22-9-2014), μειώνονται κατά ποσοστό 0,5% και με το άρθρο 5 ορίσθηκε ότι η απόφαση αυτή έχει έναρξη ισχύος την 11-6-2015 και λήξη ισχύος την 11-6-2016, η δε μείωση του βασικού μισθού κατά ποσοστό 0,5% θα ισχύσει από 1-3-2016.
Ότι κατά της εν λόγω 3/2016 διαιτητικής απόφασης το εναγόμενο άσκησε έφεση (με αριθμό πρωτ. … Εφ/4-4-2016) ενώπιον της δευτεροβάθμιας πενταμελούς επιτροπής διαιτησίας του ΟΜΕΔ, με την οποία, ισχυριζόμενο ότι η προσβαλλόμενη ΔΑ δεν ανταποκρίνεται στην οικονομική κατάσταση του κλάδου των ιδιωτικών κλινικών- μελών της και δεν περιέχει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τον καθορισμό των βασικών μισθών, που δεν είναι σύμφωνος με τα κριτήρια του νόμου, ζήτησε τη μεταρρύθμισή της.
Ότι επί της έφεσης αυτής, εκδόθηκε η 5/2016 διαιτητική απόφαση της πενταμελούς επιτροπής διαιτησίας του ΟΜΕΔ, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η έφεση και μεταρρυθμίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση με την προσθήκη στην παρ.1 του άρθρου 2 αυτής εδαφίου β', το οποίο έχει ως εξής: "Για τους εργαζομένους που έχουν προσληφθεί μετά την ημερομηνία υπογραφής της από 28-6-2012 ΣΣΕ (ΠΚ Υπουργείου Εργασίας 7/2-7-2012), ανεξαρτήτως ειδικότητας, ορίζεται βασικός μηνιαίος μισθός 660 ευρώ μικτά", το δε άρθρο 5 διαμορφώθηκε ως εξής: "Η παρούσα ΔΑ έχει έναρξη ισχύος την 11-6-2015 και λήξη ισχύος την 11-6-2016", ενώ απορρίφθηκε η έφεση κατά τα λοιπά κεφάλαιά της.
Ότι η πενταμελής επιτροπή διαιτησίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή της, αξιολόγησε τα εξής στοιχεία: Τα οικονομικά στοιχεία, τις οικονομικές καταστάσεις των τεσσάρων εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών μεγάλων ομίλων του κλάδου της ιδιωτικής υγείας (Ιατρικό Αθηνών, Euromedica, Υγεία και Ιασώ)- μελών του εναγομένου, απόσπασμα από τη μελέτη της ICAP του Ιουλίου 2015 "Ιδιωτικές Υπηρεσίες Υγείας", βάσει του οποίου ο κύκλος εργασιών των ομίλων αυτών παρουσίασε υποχώρηση κατά 6,8% με συνεχιζόμενο πτωτικό ρυθμό, τις αυξημένες ζημίες, τις μειωμένες πωλήσεις, όπως τα μειωμένα κέρδη που εμφανίζει σειρά ισολογισμών και λογαριασμών εταιριών του κλάδου του εναγομένου, επιπλέον η επιβολή των capital controls από τον Ιούλιο του 2015, η δραματική συρρίκνωση της ρευστότητας και των εμπορικών πιστώσεων στην αγορά, που προκάλεσε σωρεία προβλημάτων ταμειακού και χρηματοοικονομικού χαρακτήρα στις επιχειρήσεις του κλάδου υγείας, από τη σύγκριση του γενικού δείκτη τιμών καταναλωτή του Φεβρουαρίου 2016 προς τον αντίστοιχο δείκτη Φεβρουαρίου 2015, προκύπτει μείωση 0,5% έναντι μείωσης 2,2%, αντίστοιχα, ενώ ο εναρμονισμένος δείκτης των τιμών καταναλωτή του Φεβρουαρίου 2016, σε σύγκριση με τον αντίστοιχο δείκτη Φεβρουαρίου 2015, παρουσίασε αύξηση 0,1% έναντι μείωσης 1,9% που σημειώθηκε κατά την αντίστοιχη σύγκριση του 2015 με το 2014.
Περαιτέρω, η παράταση των μέτρων claw back- rebate (που θεσπίσθηκαν με το ν. 4172/2013 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες υπουργικές αποφάσεις, μέσω των οποίων μειώθηκαν οι αμοιβές των συμβεβλημένων με τον ΕΟΠΥΥ διαγνωστικών κέντρων) μέχρι το έτος 2018, σύμφωνα με το ν. 4336/2015 (άρθρο 2 παρ. ΣΤ' υποπαρ.3), επιφέρει μείωση του κύκλου εργασιών στην αγορά των ιδιωτικών διαγνωστικών κέντρων κατά ποσοστό 40% επί των σχετικών υποβολών.
Η αύξηση, βάσει του ν. 4334/2015, του ΦΠΑ στις υπηρεσίες υγείας από 13% σε ποσοστό 23%, η διατήρηση σε ισχύ, με τις προϊσχύσασες συλλογικές ρυθμίσεις του κλάδου (2012- 2014) και διαιτητικές αποφάσεις (ΔΑ 20/2011), όλων των επιδομάτων που ορίζονται σε αυτές, η δε ρύθμιση της ΣΣΕ του έτους 2012, με την οποία θεσμοθετήθηκε ως κανονιστικός όρος το επίδομα εξομάλυνσης, που διατηρήθηκε με τη ΣΣΕ του 2014, επέφερε μείωση των αποδοχών των εργαζομένων μεσοσταθμικά μεγαλύτερη του 25%, ενώ η κατάργηση του εν λόγω επιδόματος με την συμπροσβαλλόμενη 3/2016 ΔΑ επέφερε μεσοσταθμική μείωση των αποδοχών των εργαζομένων κατά ποσοστό 23,7% επί των αποδοχών τους, η δε αντίστοιχη μείωση των συνολικών αποδοχών με την ΔΑ 20/2011, ανήρχετο σε ποσοστό μεγαλύτερο του 36-37%.
Ότι, κατά την κρίση της πενταμελούς επιτροπής διαιτησίας, η μεσοσταθμική μείωση των αποδοχών των εργαζομένων κατά ποσοστό 23,7%, που έλαβε χώρα με την 3/2016 ΔΑ, συν τη μείωση των βασικών μισθών των παλαιών (προ της από 28-6-2012 ΣΣΕ) εργαζομένων κατά 0,5%, ανταποκρίνεται πλήρως στην υποχώρηση του κύκλου εργασιών και τον περιορισμό των ιδιωτικών υπηρεσιών υγείας, τις δυσμενείς επιπτώσεις των μέτρων claw back- rebate και της αύξησης του ΦΠΑ στην οικονομική κατάσταση των ιδιωτικών κλινικών- μελών του εναγομένου, για το λόγο δε αυτό και επανεκτιμώντας όλα τα στοιχεία και πορίσματα που συγκεντρώθηκαν κατά τη διαδικασία της διαιτησίας, δηλαδή όλα τα στοιχεία του καταλόγου του άρθρου 16 παρ.5 του ν. 1876/1990, όπως ισχύει, κατά τα ως άνω αναφερόμενα στην εν λόγω απόφαση, απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης του εναγομένου σωματείου (ΣΕΚ).
Ότι βάσει των ως άνω παραδοχών, η προσβαλλόμενη 5/2016 ΔΑ της πενταμελούς επιτροπής διαιτησίας, έκρινε ότι, εφόσον η κατάργηση του ανωτέρω επιδόματος εξομάλυνσης, που επιφέρει τη μεγαλύτερη μείωση των αποδοχών, αποφασίσθηκε να γίνει με την έναρξη ισχύος της 3/2016 ΔΑ, δεν αιτιολογείται, ούτε κρίνεται δικαιολογημένη η μείωση του βασικού μισθού κατά 0,5% να ισχύει μόνο για το τελευταίο τρίμηνο της αυτής ΔΑ (δηλαδή από 1-3-2016 έως 11-6-2016) και για το λόγο αυτό δέχθηκε το σχετικό λόγο της έφεσης, ως προς το κεφάλαιο που επιδιώκει την περαιτέρω μείωση των βασικών μισθών των παλαιών εργαζομένων, κατά το μέρος αυτό, και να ισχύσει και η εν λόγω μείωση για όλη τη διάρκεια της προσβαλλόμενης 5/2016 ΔΑ.
Ότι η κατάργηση της διάκρισης των μισθών μεταξύ παλαιών εργαζομένων και προσληφθέντων μετά την υπογραφή της από 28-6-2012 ΣΣΕ δεν αιτιολογείται και παράλληλα υπερβαίνει τη βούληση των συμβαλλομένων, που επανέλαβαν τη διάκριση αυτή και με τη ΣΣΕ του έτους 2014, αποβλέποντας στη μελλοντική σταδιακή κατάργησή της και όχι στην άμεση εξομοίωση των μισθών των δύο κατηγοριών εργαζομένων και, ως εκ τούτου, δέχθηκε το σχετικό λόγο της έφεσης κατά το κεφάλαιο αυτό και μεταρρύθμισε την 3/2016 ΔΑ.
Ότι η περαιτέρω καθήλωση των βασικών μισθών των νεοπροσληφθέντων, ανεξαρτήτως ειδικότητας, στο ποσό των 630 ευρώ, που συμφωνήθηκε κάτω από ειδικές συνθήκες το έτος 2012, δεν κρίνεται πλέον δικαιολογημένη, διότι ο μισθός αυτός δεν έχει αντιστοιχία με τη σημαντική και υπεύθυνη εργασία που παρέχουν οι εν λόγω εργαζόμενοι και επομένως πρέπει να αρχίσει σταδιακά να μειώνεται η μεγάλη ανισότητα στις αποδοχές μεταξύ παλαιών και νέων εργαζομένων, με την αύξηση του βασικού μισθού των τελευταίων, ανεξαρτήτως ειδικότητας, στο ποσό των 660 ευρώ, που υπολείπεται σημαντικά από τους βασικούς μισθούς όλων των ειδικοτήτων, οι οποίοι κυμαίνονται από 671, 625 ευρώ μέχρι τα 1069, 625 ευρώ.
Περαιτέρω δέχεται η 5/2016 διαιτητική απόφαση ότι η ρύθμιση αυτή δεν έρχεται σε αντίθεση με τη βούληση των συμβαλλομένων, οι οποίοι ασφαλώς δεν απέβλεψαν στην παγίωση αυτής της διάκρισης μεταξύ παλαιών και προσληφθέντων μετά την ημερομηνία υπογραφής της από 28-6-2012 ΣΣΕ εργαζομένων, με τη σημείωση ότι η πλευρά των εργαζομένων ισχυρίζεται ότι οι νεοπροσληφθέντες με βασικό μισθό 630 ευρώ είναι ολιγάριθμοι (ενδεικτικά 300 έως 330 σε σύνολο 4.050 εργαζομένων σε πέντε μεγάλες κλινικές) και, συνακόλουθα, η επιβάρυνση των εργοδοτών από την όποια αύξηση των μισθών τους θα είναι αμελητέα, ενώ η εργοδοτική πλευρά αναβιβάζει το συνολικό αριθμό αυτών σε 4.224.
Ότι, συνεπώς, η ως άνω αιτιολογία της 5/2016 ΔΑ ως προς τον καθορισμό βασικού μηνιαίου μισθού 660 ευρώ μικτά για τους προσληφθέντες μετά την υπογραφή της από 28-8-2012 ΣΣΕ εργαζομένους, ανεξαρτήτως ειδικότητας και, συνακόλουθα, της διάρκειας ισχύος της μείωσης κατά 0,5% του βασικού μισθού καθ' όλη τη χρονική περίοδο ισχύος της εν λόγω ΔΑ, είναι πλήρης και τεκμηριωμένη, αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του σκεπτικού αυτής και τα λεπτομερώς εκτιθέμενα ανωτέρω, λήφθηκαν υπόψη όλα τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης και κυρίως τα προκύπτοντα από το απόσπασμα από τη μελέτη της ICAP του Ιουλίου 2015 "Ιδιωτικές Υπηρεσίες Υγείας", ωσαύτως από τις γνωστοποιήσεις εταιριών- μελών του εναγομένου περί του αριθμού του προσωπικού που προσλήφθηκε από 29-6-2012 έως 17-5-2016, τα οικονομικά και χρηματοοικονομικά στοιχεία, η οικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων και οι εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες του συγκεκριμένου κλάδου (σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 16 παρ.5 του ν. 1876/1990, όπως ισχύει).
Ότι οι ως άνω αιτιολογίες της 5/2016 ΔΑ είναι, συνεπώς, επαρκείς, αφού ο καθορισμός του χρόνου ισχύος της μείωσης του βασικού μισθού κατά 0,5% καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της εν λόγω ΔΑ και όχι από 1-3-2016, όπως ορίσθηκε με την 3/2016 ΔΑ, είναι νόμιμος, αφενός μεν διότι τούτο αποτελούσε δικαίωμα της διαιτητικής επιτροπής, αφετέρου δε διότι τα αντιτιθέμενα μέρη ανέπτυξαν τις απόψεις τους για το μισθολογικό αυτό ζήτημα, κατά τις αναφερόμενες συναντήσεις τους, δηλαδή είχαν συμφωνήσει περί αυτού, η δε διαφωνία τους ουσιαστικά περιοριζόταν μόνο ως προς το ύψος των μειώσεων των μισθών για όλους τους εργαζομένους στις ιδιωτικές κλινικές όλης της χώρας με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και, συνεπώς, η διαιτητική επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να περιλάβει στην παραπάνω διαιτητική απόφαση την εν λόγω συμφωνία των μερών και δεν ενήργησε καθ' υπέρβαση της εξουσίας της, ούτε εξάλλου η συμφωνία αυτή, όπως περιελήφθη στην 5/2016 ΔΑ, αντίκειται σε κανόνες αναγκαστικού δικαίου, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα με σχετικούς λόγους της ένδικης αγωγής της, επιπλέον ο ανωτέρω προσδιορισμός αναδρομικής ισχύος (με το άρθρο 5) της επίδικης 5/2016 ΔΑ από 11-6-2015, ήταν νόμιμος.
Ότι η εν λόγω διαιτητική απόφαση, εισάγοντας διακριτική μεταχείριση ορισμένης κατηγορίας εργαζομένων, ανάλογα με το χρόνο πρόσληψής τους, δεν έρχεται σε αντίθεση με προβλέψεις της κείμενης νομοθεσίας, δηλαδή με συνταγματικές διατάξεις, οδηγίες, διεθνείς συμβάσεις και νόμους του κράτους, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή της.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, κατέληξε το Εφετείο ότι η προσβαλλόμενη 5/2016 ΔΑ με πλήρη και τεκμηριωμένη αιτιολογία δέχθηκε τους σχετικούς λόγους της έφεσης κατά της πρωτόδικης 3/2016 ΔΑ, απορρίπτοντας ως αβάσιμα τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την ενάγουσα, και ότι πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 16 παρ.5 και 6 του ν. 1876/1990, όπως ισχύει, απορρίπτοντας μετά ταύτα την ένδικη αγωγή ως ουσία αβάσιμη.
6. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ.5 και 6 του ν. 1876/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τέταρτο παρ.3 του ν. 4303/2014, καθόσον η διατύπωση του νόμου ότι η διαιτητική απόφαση πρέπει να περιέχει "πλήρη και τεκμηριωμένη αιτιολογία" έχει την έννοια ότι ο διαιτητής ή η επιτροπή διαιτησίας πρέπει να παραθέτει όλα τα στοιχεία που έλαβε και όφειλε να λάβει υπόψη και τα οποία δικαιολογούν την ουσιαστική κρίση, στοιχεία τα οποία παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα ανωτέρω, ο δε έλεγχος της ύπαρξης της αιτιολογίας δεν μπορεί να φθάσει σε έλεγχο της ουσιαστικής κρίσης του διαιτητή.
Περαιτέρω, η από την πενταμελή επιτροπή διαιτησίας διάκριση των μισθών μεταξύ παλαιών εργαζομένων και προσληφθέντων μετά την υπογραφή της από 28-6-2012 ΣΣΕ, δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη άνιση ρύθμιση ομοίων, κατά παράβαση του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, ούτε διάκριση, όσον αφορά την αμοιβή, κατά παράβαση του άρθρου 22 παρ.1 εδ.
τελευταίο του Συντάγματος, καθόσον η διαφορετική αυτή μεταχείριση δικαιολογείται από το αντικειμενικό γεγονός του μεταγενέστερου χρόνου πρόσληψής τους και τις συνθήκες της αγοράς (ΟλΑΠ 34/1998). Επίσης, δεν παραβιάζονται από τη διάκριση αυτή οι διατάξεις της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ, όπως αυτές ενσωματώθηκαν στην εθνική έννομη τάξη με το ν. 3304/2005 αρχικά και ακολούθως με το ν. 4443/2016, με τις οποίες σκοπείται η θέσπιση ενός γενικού πλαισίου, προκειμένου να εξασφαλίζεται σε κάθε πρόσωπο ίση μεταχείριση στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας με την παροχή αποτελεσματικής προστασίας από τις διακρίσεις που στηρίζονται σε έναν από τους λόγους του άρθρου 1 της Οδηγίας αυτής, αλλά ούτε και η Διεθνής Σύμβαση Εργασίας αρ.111 "για τη διάκριση στην απασχόληση και στο επάγγελμα", η οποία απαγορεύει κάθε διάκριση ή προτίμηση, που έχει ως αποτέλεσμα την κατάργηση ή τη διαφοροποίηση της ισότητας ευκαιριών και της μεταχείρισης στην απασχόληση ή στο επάγγελμα (άρθρο 1 παρ.1 β'), διότι η διαφορετική αυτή μεταχείριση ως προς την αμοιβή με βάση το χρόνο πρόσληψης οφείλεται σε αντικειμενικούς λόγους, που δικαιολογείται από τις συνθήκες της αγοράς εργασίας.
Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή ως προς την αιτίαση ότι με την 5/2016 διαιτητική απόφαση παραβιάσθηκε η διάταξη του άρθρου 16 παρ.6 του ν.1876/1990, διότι ο σχετικός με τη διάκριση των μισθών μεταξύ παλαιών εργαζομένων και προσληφθέντων μετά την υπογραφή της από 28-6-2012 ΣΣΕ κανονιστικός όρος έρχεται σε αντίθεση με την κείμενη νομοθεσία (2ος λόγος) και ως προς την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε η διάταξη του άρθρου 16 παρ.5 του ν. 1876/1990, διότι η απόφαση της δευτεροβάθμιας επιτροπής και οι δύο νέοι όροι που εισαγάγει, δηλαδή η διάκριση μεταξύ νέων και παλαιών εργαζομένων και η ισχύς των μειώσεων της ΔΑ από 11-6-2015, στερείται αιτιολογίας (3ος λόγος), είναι αβάσιμοι.
Η περιεχόμενη στον τρίτο λόγο αναίρεσης αιτίαση από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εξέφρασε καμία κρίση περί έλλειψης αιτιολογίας, άλλως αντιφατικής αιτιολογίας, της 3/2016 ΔΑ, αφήνοντας αδίκαστη κατά το μέρος αυτό την ένδικη αγωγή, ενώ αν θεωρηθεί ότι έκρινε επαρκή την αιτιολογία αυτής, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αλυσιτελής, καθόσον επί σχετικού αγωγικού αιτήματος το Εφετείο μπορεί να κρίνει και το κύρος της πρωτοβάθμιας διαιτητικής απόφασης στην περίπτωση που ήδη έκρινε άκυρη την απόφαση της πενταμελούς επιτροπής διαιτησίας, προϋπόθεση που δεν συνέτρεξε εν προκειμένω.
7. Σύμφωνα με την παρ.4 του άρθρου 15 του ν. 1876/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τέταρτο παρ.1 του ν. 4303/2014, "Ο μεσολαβητής καλεί τα μέρη σε κοινές συζητήσεις, προβαίνει σε κατ' ιδίαν ακρόαση των μερών επί των αιτιολογημένων προτάσεων και αντιπροτάσεών τους για την κατάρτιση συλλογικής σύμβασης εργασίας, που καταχωρούνται συνοπτικά σε πρακτικό μεσολάβησης, εξετάζει την οικονομική κατάσταση και εξέλιξη της ανταγωνιστικότητας της παραγωγικής δραστηριότητας, στην οποία αναφέρεται η συλλογική διαφορά και προβαίνει σε εξέταση προσώπων και σε οποιαδήποτε έρευνα σχετική με τους όρους εργασίας, συνεπικουρούμενος από έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες της επιλογής του".
Κατά το άρθρο 16 παρ.5 του ίδιου ν. 1876/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τέταρτο παρ.3 του ν. 4303/2014, ο διαιτητής ή η επιτροπή διαιτησίας, κατά περίπτωση, έχουν τα ίδια δικαιώματα με τον μεσολαβητή, μελετούν όλα τα στοιχεία και πορίσματα, που συγκεντρώθηκαν στο στάδιο της μεσολάβησης και τα πρόσθετα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά τη διαδικασία της διαιτησίας και υποχρεούνται, σε αντίθεση με το μεσολαβητή, να εκδώσουν τη διαιτητική απόφαση.
Με αυτή ο διαιτητής υποκαθιστά την ελλείπουσα συμφωνία των μερών επί της συλλογικής διαφοράς, όπως αυτή οριοθετήθηκε από τα μέρη και κατά την έκταση που δεν επήλθε συμφωνία, αφού, σε αντίθετη περίπτωση, η διαφοροποίηση των κανονιστικών ρυθμίσεων του διαιτητή από τα συμπεφωνημένα από τα μέρη σημεία της συλλογικής διαφοράς θα αποτελούσε υπέρβαση της εξουσίας του διαιτητή, που ο θεσμικός ρόλος του είναι η επίλυση διαφορών μεταξύ τρίτων και όχι η αντικατάσταση των όρων συμφωνίας, εκτός αν αυτοί αντίκεινται σε κανόνες αναγκαστικού δικαίου, οπότε βεβαίως δεν αποτελούν και σύννομο περιεχόμενο συμφωνίας των μερών.
Υπό το ανωτέρω πνεύμα της επίλυσης με το ν. 1876/1990 των συλλογικών διαφορών είναι ερμηνευτέα και η κρίσιμη για την προκείμενη υπόθεση διάταξη του άρθρου 16 παρ.8 του νόμου τούτου, σύμφωνα με την οποία "η απόφαση της διαιτησίας εξομοιώνεται με συλλογική σύμβαση εργασίας και ισχύει από την επομένη της υποβολής της αίτησης για μεσολάβηση, εκτός εάν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά".
Μολονότι η γραμματική διατύπωση της διάταξης αυτής δημιουργεί την εντύπωση ότι ο διαιτητής δεν δικαιούται να προσδώσει αναδρομική ισχύ στη διαιτητική απόφαση πέραν του χρονικού σημείου, το οποίο ορίζει η προαναφερθείσα διάταξη, εντούτοις επιβάλλεται από το σκοπό και το εν γένει πνεύμα των διατάξεων του ανωτέρω νόμου (1876/1990), να γίνει δεκτή η άποψη ότι η διάταξη αυτή εισάγει κανόνα ενδοτικού δικαίου και δεν αποκλείει, ως εκ τούτου, τη δυνατότητα στο διαιτητή να προσδώσει αναδρομική ισχύ στην απόφασή του και πέραν του ανωτέρω χρονικού σημείου (της υποβολής της αίτησης στο μεσολαβητή), εκτός εάν η διάταξη της διαιτητικής απόφασης με το εν λόγω περιεχόμενο ανατρέπει αντίθετη επί του ζητήματος συμφωνία των μερών της συλλογικής διαφοράς.
Κάτι τέτοιο, όχι μόνο θα υπέθαλπε παρελκυστικές ή αποτρεπτικές των διαπραγματεύσεων ενέργειες, αλλά και θα ήταν αντίθετο στην όλη ρύθμιση της διαιτησίας, που επιβάλλει συμφωνίες των μερών ή μη εριστά σημεία της διαφοράς, μεταξύ των οποίων μπορεί να είναι και η αφετηρία της ρύθμισης της συλλογικής διαφοράς, να καταχωρούνται στη διαιτητική απόφαση κατά τα συμπεφωνημένα, που συμπίπτουν με εκείνα της ΣΣΕ, προς την οποία, άλλωστε, και εξομοιώνεται η διαιτητική απόφαση (ΑΠ 223/2001).
Επομένως, έχει ανάλογη εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 9 παρ.3 του ν. 1876/1990 και, ως εκ τούτου, δικαιούται ο διαιτητής να προσδιορίσει το χρόνο έναρξης ισχύος ενός ή περισσοτέρων όρων της διαιτητικής απόφασης είτε σε χρόνο μεταγενέστερο αυτού που ορίζει το άρθρο 16 παρ.8, είτε σε χρόνο προγενέστερο, να προσδώσει δηλαδή αναδρομική ισχύ μέχρι τα όρια που θέτει το άρθρο 9 παρ.3 του ίδιου νόμου.
8. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, βάσει των παραδοχών που εκτίθενται ανωτέρω (με αριθμό 5), δέχθηκε ότι με το άρθρο 5 της 5/2016 απόφασης της πενταμελούς διαιτητικής επιτροπής, με την οποία ρυθμίσθηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ιδιωτικές κλινικές, ορίσθηκε ότι η ισχύς της αρχίζει από 11-6-2015 και ως προς τη διάταξη της μείωσης του βασικού μισθού κατά ποσοστό 0,5%, ενώ με την πρωτοβάθμια απόφαση είχε ορισθεί ότι η μείωση αυτή θα ισχύσει από 1-3-2016.
Ότι ο καθορισμός αυτός της έναρξης της ισχύος της ως άνω διαιτητικής απόφασης είναι νόμιμος, αφενός μεν διότι τούτο αποτελούσε δικαίωμα της διαιτητικής επιτροπής, αφετέρου δε διότι τα αντιτιθέμενα μέρη ανέπτυξαν τις απόψεις τους για το μισθολογικό αυτό ζήτημα κατά τις αναφερόμενες συναντήσεις τους, δηλαδή τα άνω μέρη είχαν συμφωνήσει περί αυτού, η δε διαφωνία τους ουσιαστικά περιοριζόταν μόνο ως προς το ύψος των αυξήσεων του βασικού μισθού για όλους τους εργαζομένους στις ιδιωτικές κλινικές όλης της χώρας με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και, συνεπώς, η διαιτητική επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να περιλάβει στην παραπάνω διαιτητική απόφαση την εν λόγω συμφωνία των μερών και δεν ενήργησε καθ' υπέρβαση της εξουσίας της, προσέτι δε ο ανωτέρω προσδιορισμός αναδρομικής ισχύος της διαιτητικής απόφασης από 11-6-2015, ήταν απολύτως νόμιμος.
Κατόπιν αυτών, το Εφετείο έκρινε ότι η 5/2016 απόφαση της πενταμελούς επιτροπής διαιτησίας με πλήρη και τεκμηριωμένη αιτιολογία δέχθηκε τους σχετικούς λόγους της έφεσης κατά της πρωτοβάθμιας διαιτητικής απόφασης και απέρριψε ως αβάσιμη την ένδικη αγωγή κατά το μέρος που η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της προαναφερθείσας απόφασης, λόγω υπέρβασης της εξουσίας της επιτροπής διαιτησίας να προσδώσει αναδρομική ισχύ αυτής από χρόνο προγενέστερο της 1-3-2016 στη μείωση του βασικού μισθού.
Με την κρίση αυτή, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 16 παρ.8 του ν. 1876/1990, όπως ισχύει μετά το ν. 4303/2014, αλλά με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες και χωρίς αντιφάσεις κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα μέρη της συλλογικής διαφοράς είχαν συμφωνήσει ως προς το χρόνο έναρξης ισχύος της μείωσης του βασικού μισθού κατά ποσοστό 0,5%.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Τέλος, με τον πέμπτο λόγος της αίτησης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.9 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την αγωγή ως προς την αιτίαση ότι με τη διαιτησία παραβιάσθηκε η διάταξη του άρθρου 16 Α παρ.5 του ν. 1876/1990, καθόσον ορίσθηκε ως χρόνος έναρξης της διαιτητικής απόφασης η 11-6-2016 και όχι η 12-6-2016, που είναι η επόμενη ημέρα της υποβολής της αίτησης για μεσολάβηση.
Ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος, ως στηριζόμενος επί αναληθούς προϋπόθεσης, καθόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι η διαιτητική επιτροπή είχε τη δυνατότητα να προσδώσει αναδρομική ισχύ στην απόφασή της από χρόνο προγενέστερο της υποβολής της αίτησης για μεσολάβηση (δηλαδή εντός των ορίων του άρθρου 9 παρ.3 του ν. 1876/1990, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ.8 του ίδιου νόμου, η διαιτητική απόφαση εξομοιώνεται με συλλογική σύμβαση εργασίας).
9. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθούν η αναιρεσείουσα και η υπέρ αυτής προσθέτως παρεμβαίνουσα, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 182 παρ.1, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-2-2018 και με αριθμό κατάθεσης 163/23-2-2018 αίτηση για αναίρεση της 3110/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρείουσα και την προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ την καθεμία, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Ιουνίου 2020.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27η Ιουλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ