Supreme Court reverses lower court for ignoring proper legal basis of claim regarding joint account funds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Thessaloniki Court of Appeal's decision ordering the appellant to pay funds from a joint investment account. The appellant argued the defendant fraudulently induced her into a contract while hiding a clause transferring funds to surviving heirs upon death. The court found the lower court erred by basing its judgment on agency law rather than the explicit provisions of the Civil Code regarding unjust enrichment and fraud.
Legislator headnote
AI generatedArticles 375, 386(1)(b) and 914 of the Civil Code; The court must apply the specific legal basis of the claim (unjust enrichment/fraud) rather than a different legal theory (agency) when the evidence supports the former, as applying the wrong basis constitutes a violation of Article 559(8) of the Code of Civil Procedure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 850 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 850/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ζ. συζ. Ι. Κ., το γένος Γ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. Δ. Τ., κατοίκου ... και προσωρινώς διαμένουσας στο ... Γερμανίας, 2. Ε. Τ. του Δ., κατοίκου ... και προσωρινώς διαμένουσας στο ... Γερμανίας, 3. Ε. Τ. του Δ., κατοίκου ... και προσωρινώς διαμένουσας στο ... Γερμανίας, 4. Μ. συζ. Μ. Τ., το γένος Ι. T., κατοίκου ..., 5. Α. θυγ. Χ. Τ., κατοίκου ... Γερμανίας, 6.Π. Τ. του Χ., κατοίκου ... Γερμανίας και 7. Ι. Τ. του Χ., κατοίκου ... Γερμανίας. Από τους παραπάνω η πρώτη παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελισάβετ Φακιρίδου, η τρίτη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και οι λοιποί (ήτοι 2η, 4η, 5η, 6ος και 7ος) εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο τους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-5-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 96/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 715/2007 του Εφετείου Θράκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-5-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 21-10-2011 έκθεση της ήδη Αντιπροέδρου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την ...29-10-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Ροδόπης Θ. Ν. Κ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι επιδόθηκε στην τρίτη αναιρεσίβλητη νομότυπα και εμπρόθεσμα σύμφωνα με το άρθρο 128 παρ.4 ΚΠολΔ ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως με κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο που ορίστηκε και αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Επομένως, εφόσον η τρίτη αναιρεσίβλητη Ε. Τ. του Δ. δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα χωρήσει ως να ήταν και αυτή παρούσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 εδ.γ’ ΚΠολΔ.
Οι λόγοι αναιρέσεως καθορίζονται περιοριστικά στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, δεν περιλαμβάνεται δε μεταξύ αυτών η εσφαλμένη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των διαδικαστικών εγγράφων. Εξάλλου, με τους ορισμούς της παραγράφου 2 του άρθρου 561 του ίδιου Κώδικα, για την εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η αγωγή, ως υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, δεν εισάγεται νέος ειδικός λόγος αναιρέσεως πέραν εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 559.
Επομένως το ορισμένο ή αόριστο του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση σ’ αυτό των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική της αιτία, εκτιμά κυριαρχικά και ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν αυτό έλαβε υπόψη περιστατικά που δεν περιέχονται στην αγωγή και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην κρίση του για το νομικά βάσιμο αυτής ή αντιθέτως δεν έλαβε υπόψη του τέτοια περιστατικά, μολονότι περιέχονταν σ’ αυτήν, οπότε υφίσταται η πλημμέλεια που προβλέπεται από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Τέτοια περίπτωση συντρέχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του βάση της αγωγής, που δεν υπάρχει στο δικόγραφο αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, οι αρχικοί ενάγοντες εξέθεταν ότι είναι οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Α. Τ., που απεβίωσε στις 27-7-1998 στο ... της Γερμανίας, ότι ο τελευταίος ήταν κύριος ενός διαμερίσματος κειμένου στην Κομοτηνή, το οποίο εκμίσθωνε σε τρίτους, είχε δε διορίσει διαχειριστή για τα ζητήματα που σχετίζονταν με τη διαχείριση αυτού τον αρχικώς εναγόμενο Γ.
Τ., με τον οποίο είχε ανοίξει κοινό λογαριασμό για διαχειριστικούς λόγους, ώστε να μπορεί ο τελευταίος να αναλαμβάνει χρήματα από τα κατατιθέμενα σ’ αυτόν μισθώματα για τη συντήρηση του ακινήτου, το οποίο τελικά πώλησε ο αρχικά εναγόμενος κατά το έτος 1997, ενεργώντας για λογαριασμό του Α. Τ. με βάση το υπ’ αριθμ. .../1995 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Κομοτηνής Σταυρούλας Τσερπέ, και κατέθεσε το εκ δραχμών 19.000.000 τίμημα της πωλήσεως στον κοινό αυτό λογαριασμό.
Ότι τον Μάιο του έτους 1998 ο Α. Τ. ήλθε στην Ελλάδα από τη Γερμανία, προκειμένου να τακτοποιήσει τις υποθέσεις του και να αναλάβει το τίμημα της πωλήσεως από τον κοινό λογαριασμό και να το καταθέσει αποκλειστικά στο όνομα του, ότι στις 4-6-1998 μετέβη με τον εναγόμενο στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στην Κομοτηνή και όταν επέστρεψε ανακοίνωσε στους δύο πρώτους ενάγοντες ότι ολόκληρο το ποσόν του τιμήματος της πωλήσεως βρισκόταν πλέον στο όνομα του, θεωρώντας ότι τα δύο αμοιβαία κεφάλαια "..." ποσού 6.405.033 και 12.500.000 δρχ., αντίστοιχα, που αγοράσθηκαν, ήσαν αποκλειστικά στο όνομα του.
Ότι μετά το θάνατο του Α. Τ. οι μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αρχικοί ενάγοντες διαπίστωσαν ότι τα ως άνω αμοιβαία κεφάλαια ήσαν και στο όνομα του εναγομένου και ότι σε αυτά υπήρχε όρος ότι σε περίπτωση θανάτου κάποιου από τους συνδικαιούχους, τα δικαιώματα από τη συμμετοχή στο αμοιβαίο κεφάλαιο θα περιέρχονταν αυτοδίκαια στους επιζώντες.
Ότι ο θανών αδελφός τους αγνοούσε τον όρο αυτό, καθώς και ότι ο εναγόμενος ήταν συνδικαιούχος στα αμοιβαία κεφάλαια, ο δε εναγόμενος κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης που επέδειξε σ’ αυτόν ο θανών και εκμεταλλευόμενος τα προβλήματα υγείας που ο τελευταίος αντιμετώπιζε, τον εξαπάτησε, παριστάνοντας εν γνώσει του ψευδώς ότι τα αμοιβαία κεφάλαια αγοράσθηκαν αποκλειστικά στο όνομα του και αποκρύπτοντας την ύπαρξη του παραπάνω όρου.
Ότι ο εναγόμενος κατέβαλε στους ενάγοντες μέρος του τιμήματος πωλήσεως ποσού 6.126.071 δρχ., αρνείται δε την καταβολή του υπολοίπου από 12.460.000 δρχ., που είχε επενδυθεί σε αμοιβαία κεφάλαια. Με βάση το ιστορικό αυτό οι αρχικοί ενάγοντες, επικαλούμενοι ρητά αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 375 και 386 παρ. 1 εδ.
β’ ΠΚ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 914 ΑΚ, ζήτησαν να υποχρεωθεί αυτός στην καταβολή του ανωτέρω ποσού, κυρίως μεν με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών και επικουρικά με βάση τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο εξέλαβε ότι η ένδικη αγωγή στηρίζεται στις διατάξεις περί εντολής, πλην όμως τέτοια βάση δεν είχε αυτή.
Ακολούθως δε, μετά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ότι ο αποβιώσας Α. Τ. έδωσε εντολή στον αρχικό εναγόμενο Γ. Τ. να αποσύρει από τον κοινό λογαριασμό ποσό 12.460.000 δρχ. και να το μετατρέψει σε αμοιβαία κεφάλαια αποκλειστικά στο όνομα του (εντολέα), πλην όμως ο τελευταίος αθέτησε την εντολή και έθεσε συνδικαιούχο των αμοιβαίων κεφαλαίων και τον εαυτό του.
Έτσι, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε κατά τούτο την ένδικη αγωγή και υποχρέωσε την ήδη αναιρεσείουσα, μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμο του αρχικώς εναγομένου, να καταβάλει στους ήδη αναιρεσίβλητους το ανωτέρω ποσό, επιμεριζόμενο κατά το λόγο της κληρονομικής μερίδας εκάστου, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα (τη βάση της αγωγής), που δεν προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.
Πρέπει επομένως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρο 176, 191 παρ. 2, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 715/2007 απόφαση του Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, το ποσό των οποίων ορίζει στις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ