Legislator Case Law & Legislation
850/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance liability judgment due to insufficient reasoning and failure to consider evidence.

Case Number 850/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the lower court's partial award of damages to the plaintiff. The court found the appellate court's reasoning vague and contradictory, noting it failed to explicitly address specific evidence like the autopsy report and witness testimonies. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code; Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on insufficient reasoning or failure to consider evidence is inadmissible if the lower court explicitly states it has taken all submitted documents into account.

Keywords

AI generated
tort liability negligence causal link appeal admissibility insufficient reasoning evidence consideration legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 11, item 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 335, 338, 339, 340, 346 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, 2/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 850 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 850/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "GENERAL TRUST-ΓΕΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" της οποίας η άδεια λειτουργίας της ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αργυρώς Γρατσία-Πλατή και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αναστάσιο Θεοδωράκη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και την από 30-3-2006 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα υπόθεση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας. Αφού συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 108/2007 εν μέρει οριστική και 25/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 477/2011 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί τo αναιρεσείον με την από 20-4-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Ρουμπής, ανέγνωσε την από 29-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι όνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου αυτού και του άρθρου 300 του ΑΚ προκύπτει ότι, όταν στη γένεση ή την επέλευση της ζημίας από αδικοπραξία συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, ή να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 929 Α.Κ. προκύπτει ότι ο παθών, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας του, δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση και για μέλλουσα ζημία, (όπως π.χ. για τη δαπάνη της μελλοντικής χειρουργικής επέμβασης), η αποκατάσταση της οποίας μπορεί να αξιωθεί και πριν από την πραγματοποίησή της, αρκεί αυτή να είναι δυνατόν να προσδιοριστεί εκ των προτέρων.

Η μελλοντική αυτή ζημία, όμως, αποκαθίσταται μόνον εφόσον η επέλευσή της είναι βεβαία και απλώς η πραγμάτωσή της ανάγεται σε μέλλοντα χρόνο (ΑΠ 1074/2002), ενώ αντίθετα δεν υπάρχει η αξίωση, όταν είναι βέβαιο ότι η δαπάνη η αιτούμενη, για την αποκατάσταση της μελλοντικής ζημίας, δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί. (ΑΠ 321/2011).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Η διάταξη αυτή προβάλλει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Τούτο συμβαίνει σε ανήλικο, που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορεί ήδη από την επέλευση της αναπηρίας ή παραμορφώσεως να επικαλεσθεί περιουσιακή ζημία. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία.

Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.

Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό, οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού, ακριβώς λόγω της αναπηρίας και παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί (ΑΠ. 670/2006).

Το ποσό του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου, καθώς και με συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμορφώσεώς του, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ.

αξιώσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.

Επομένως, για τον υπολογισμό της χρηματικής παροχής της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ. δεν έχουν εφαρμογή τα ισχύοντα επί της αξιώσεως αποζημιώσεως του άρθρου 929 του ίδιου Κώδικα, όπου για τον καθορισμό αυτής προσδιορίζεται κατ' αρχήν το ύψος της θετικής και αποθετικής ζημίας του παθόντος βλάβη του σώματος ή της υγείας του και το ποσοστό αυτής μειώνεται κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητας του τελευταίου, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η χρηματική παροχή της πρώτης διατάξεως δεν αποτελεί αποζημίωση, δεν συνδέεται δηλαδή με συγκεκριμένη μελλοντική περιουσιακή ζημία, αλλά δίδεται για το γεγονός και μόνο της αναπηρίας ή παραμορφώσεως και προσδιορίζεται κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου με βάση τους προεκτεθέντες προσδιοριστικούς παράγοντες. (ΑΠ 210/2012 & ΑΠ 163/2012).

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναγόμενου απ' αυτές συμπεράσματος, ως είναι και η κρίση Εφετείου ως προς το ποσοστό συνυπαιτιότητας εκατέρου των εμπλεκομένων στο ατύχημα προσώπων, γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεως τα ακόλουθα περιστατικά: "Στις 28-6-2005 και περί ώρα 19.15' ο ενάγων - εναγόμενος Δ. Κ., οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένη για την αστική ευθύνη από ζημίες που θα προκαλούσε σε τρίτους κατά τη λειτουργία της στη δεύτερη εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", εκινείτο με αυτήν επί της διπλής κατεύθυνσης επαρχιακής οδού Ψαριού - Βάρδας Ηλείας με κατεύθυνση από Ψάρι προς Βάρδα.

Η παραπάνω επαρχιακή οδός έχει μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και συνολικό πλάτος οδοστρώματος έξι (6) μέτρα. Κατά την ίδια χρονική στιγμή ο ενάγων - εναγόμενος Γ. Π., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ΚΜΖ - 6718 ΙΧΦ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη από υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες που θα προκαλούσε σε τρίτους κατά τη λειτουργία του στη δεύτερη εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "GENERAL TRUST - ΓΕΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΕΓΑ", στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε αυτοδικαίως το Επικουρικό Κεφάλαιο λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της εκινείτο με αυτό επί δευτερεύουσας δημοτικής οδού, η οποία συνδέει την επαρχιακή οδό Βάρδας - Νησιού με την επαρχιακή οδό Βάρδας - Ψαριού, με πρόθεση να εισέλθει στην τελευταία αυτή επαρχιακή οδό και να κινηθεί προς Ψάρι, δηλαδή με κατεύθυνση αντίθετη εκείνης προς την οποία εκινείτο ο ενάγων - εναγόμενος Δ.

Κ.. Όταν τα δύο οχήματα προσέγγισαν στο σημείο εξόδου της άνω δευτερεύουσας δημοτικής οδού προς την επαρχιακή οδό Βάρδας - Ψαριού, όπου αυτή σε σχέση με την κατεύθυνση προς Ψάρι παρουσιάζει έντονη καμπυλότητα προς τα δεξιά, ο ενάγων - εναγόμενος, κινούμενος με ταχύτητα 50 χλμ/ώρα, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του και παρεκκλίνοντας από την πορεία του προς τ' αριστερά, διήλθε τη νοητή διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος και εισήλθε αιφνιδιαστικά στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα, παρά τον απότομο αποφευκτικό ελιγμό που επιχείρησε προς τα δεξιά, προκειμένου να επαναφέρει το όχημά του στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας, να μην μπορέσει να αποφύγει τη σύγκρουση με την αντιθέτως κινούμενη δίκυκλη μοτοσυκλέτα και να επιπέσει με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του δικού του οχήματος στο εμπρόσθιο μέρος της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του ενάγοντος - εναγομένου Δ.

Κ., η οποία εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας της. Με βάση τις προεκτεθείσες συνθήκες που προκύπτουν από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος - εναγομένου οδηγού Γ. Π., ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που ο μετρίως συνετός και ευσυνείδητος οδηγός θα κατέβαλε κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, κατά τους κανόνες της οδήγησης, της κοινής πείρας και της λογικής.

Ειδικότερα ο εναγόμενος αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος του με βάση τις επικρατούσες συνθήκες της οδού, εφόσον εισερχόταν σε απότομη και επικίνδυνα κλειστή δεξιά γι' αυτόν στροφή, όπως σημειώνεται στην έκθεση αυτοψίας, η οποία περιόριζε την ορατότητά του και ως εκ τούτου δεν του επέτρεπε να αντιληφθεί τυχόν αντιθέτως κινούμενα οχήματα, με αποτέλεσμα κατά την είσοδό του στη στροφή και κινούμενος όχι στο δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας του, να χάσει τον έλεγχο, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να επιπέσει στη δίκυκλη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο ενάγων - εναγόμενος Δ.

Κ., παραβιάζοντας με την ως άνω αμελή οδηγική συμπεριφορά του τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ.1, 16 παρ.1, 4 και 19 παρ.1, 2, 3, Ν. 2696/ 1999. Αντίθετα ουδεμία υπαιτιότητα (αμέλεια) βαρύνει τον ενάγοντα Δ. Κ. στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, καθόσον αποδείχθηκε ότι αυτός εκινείτο κανονικά μέσα στο ρεύμα πορείας του, το γεγονός δε ότι αυτός οδηγούσε τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα του χωρίς να κατέχει την απαιτούμενη από το νόμο άδεια ικανότητας οδήγησης για την κατηγορία του οχήματός του δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Και τούτο διότι η παράβαση αυτή δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση του ένδικου ατυχήματος, ο δε ισχυρισμός των εναγομένων επί της από 8-12-2006 αγωγής ότι ο ενάγων Δ. Κ. δεν οδηγούσε το όχημά του στο άκρο δεξιό τμήμα του οδοστρώματος, και αληθής υποτιθέμενος, αλυσιτελώς προβάλλεται στην προκείμενη περίπτωση, αφού η σχετική υποχρέωση των οδηγών κατά το άρθρο 16 του ΚΟΚ έχει τεθεί για να εξασφαλίσει την ακώλυτη κυκλοφορία των αυτοκινήτων που κινούνται στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας και όχι για να αποφεύγονται συγκρούσεις με αυτοκίνητα, τα οποία κινούνται αντίθετα.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η ένσταση των εναγομένων επί της από 8-12-2006 περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος Δ. Κ. στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε με την ίδια προσβαλλόμενη απόφαση "ότι ο ενάγων Δ. Κ. τραυματίσθηκε κατά το ένδικο ατύχημα, η δε με αριθμό κυκλοφορίας ...

δίκυκλη μοτοσυκλέτα του, εργοστασίου κατασκευής ΥΑΜΑΗΑ και με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας 30-6-1994, υπέστη από την ένδικη σύγκρουση εκτεταμένες φθορές και βλάβες στο εμπρόσθιο τμήμα της και στο σύστημα διευθύνσεως ... .

Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων συνεπεία της παραπάνω συγκρούσεως υπέστη κάταγμα κνημιαίων κονδύλων αριστερού γόνατος τύπου Schtaker 6, διάσταση ηβικής συμφύσεως - πυελικού δακτυλίου, ενδαρθρικό κάταγμα παλαμιαίου τμήματος δεξιάς κερκίδος - κάταγμα στυλοειδούς δεξιάς ωλένης (κάταγμα δεξιάς πηχεοκαρπικής), κάταγμα - εξάρθρημα αριστερού ώμου (μερική ρήξη στροφικού πετάλου ώμου), και κάταγμα άνω τμήματος δεξιάς περόνης με συνοδό συνδεσμική αστάθεια προσθίου χιαστού συνδέσμου δεξιού γόνατος.

Αμέσως μετά το ατύχημα διακομίστηκε στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών και εισήχθη στην Ορθοπεδική Κλινική ως πολυτραυματίας ασθενής. Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση για την αιμοδυναμική σταθεροποίησή του και την αντιμετώπιση των καταγμάτων του. Συγκεκριμένα έγινε εξωτερική οστεοσύνθεση λεκάνης τύπου Orthofix, εξωτερική οστεοσύνθεση κνήμης τύπου Orthofix και εσωτερική οστεοσύνθεση κερκίδας με πλάκα - βίδες.

Από το παραπάνω νοσοκομείο εξήλθε στις 21-7-2005, πλην όμως εξαιτίας σηπτικής φλεγμονής του αριστερού γόνατος, το κάταγμα της αριστερής κνήμης ψευδαρθρώθηκε και γι' αυτό στις 12-4-2006 εισήχθη και πάλι στην Ορθοπεδική Κλινική του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών, όπου υποβλήθηκε σε νέα χειρουργική επέμβαση.

Συγκεκριμένα έγινε, χειρουργικός καθαρισμός του αριστερού γόνατος, αφαίρεση των υλικών εσωτερικής οστεοσύνθεσης και τοποθέτηση συσκευής HIZAROV. Από το παραπάνω νοσοκομείο εξήλθε στις 23-5-2006, πλην όμως εξαιτίας του παρατεταμένου κλινοστατισμού ο ενάγων υπέστη πνευμονική εμβολή με αποτέλεσμα να νοσηλευθεί στην Παθολογική Κλινική του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών από 22-6-2006 έως 4-7-2006.

Κατά την έξοδό του από το παραπάνω νοσοκομείο ο ενάγων παρουσίαζε σταδιακή κλινική βελτίωση και εξήλθε αιμοναδυμικά σταθερός χωρίς υποξυγοναιμία, του χορηγήθηκε δε η ενδεδειγμένη φαρμακευτική αγωγή. Ήδη έχει αποκατασταθεί λειτουργικά το κάταγμα της δεξιάς πηχεοκαρπικής καθώς και το πρόβλημα της λεκάνης, το δε υποκεφαλικό κάταγμα του αριστερού βραχιονίου πωρώθηκε σε αποδεκτή θέση.

Όμως παραμένει η μερική ρήξη του στροφικού πετάλου του αριστερού ώμου και θα απαιτηθεί μελλοντικώς χειρουργική αποκατάσταση. Επίσης η δεξιά κατά γόνω άρθρωση παρουσιάζει πρόσθια συνδεσμική αστάθεια για την αποκατάσταση της οποίας θα απαιτηθεί μελλοντικά χειρουργική αποκατάσταση, η δε αριστερά κατά γόνω άρθρωση παρουσιάζει καθίζηση και διεύρυνση των κνημιαίων κονδύλων, στοιχεία δηλωτικά εκσεσημασμένης μετατραυματικής αθρίτιδας, ενώ εξάλλου ο ενάγων παρουσιάζει έντονη ευαισθησία του αριστερού γόνατος, δυσκαμψία (δυνατότητα κάμψης του αριστερού γόνατος μέχρι 93 μοίρες) και φαινομενική ανισοσκελία αριστερού κάτω άκρου 2,5 εκατοστών, και θα απαιτηθεί στο μέλλον συγκεκριμένου τύπου χειρουργική αποκατάσταση του αριστερού γόνατος.

Εξάλλου, από την από 15-1-2008 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του πραγματογνώμονα ιατρού χειρουργού ορθοπεδικού Κ. Λ. διαπιστώθηκε ότι εξαιτίας της παραπάνω αναφερθείσας καταστάσεως της υγείας του ο ενάγων έχει καταστεί μόνιμα ανίκανος για κάθε εργασία που απαιτεί παρατεταμένη ορθοστασία, βάδιση και άρση βαρέων αντικειμένων και ως εκ τούτου για κάθε επίπονη αγροτική εργασία.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι με τις 85/2006 και 211/2006 αποφάσεις της Α/βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής της Μονάδας Υγείας του ΙΚΑ Αμαλιάδος ο ενάγων κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό 80% και 67% αντίστοιχα, και σωματικά ανίκανος για την άσκηση κάθε βιοποριστικού επαγγέλματος για τα έτη 2005 και 2006. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος ασκούσε το επάγγελμα του αγρότη καλλιεργώντας συστηματικά με προσωπική του εργασία και με τη βοήθεια εργατών πρώιμο καρπούζι, πρώιμο πεπόνι, αραβόσιτο, βιομηχανική ντομάτα και τριφύλλι.

Ειδικότερα, κατά την καλλιεργητική περίοδο 2005, ο ενάγων είχε καλλιεργήσει 180 στρέμματα πρώϊμο καρπούζι, 30 στρέμματα πρώϊμο πεπόνι, 100 στρέμματα αραβόσιτο, 95 στρέμματα βιομηχανική ντομάτα και 45 στρέμματα πολυετές τριφύλλι σε αγροτεμάχια ιδιοκτησίας του καθώς και σε αγροτεμάχια που είχε μισθώσει από τρίτους.

Από τις παραπάνω καλλιέργειες, αυτές του πρώϊμου καρπουζιού και πεπονιού είχαν ολοκληρωθεί κατά το χρόνο του τραυματισμού του, είχαν δε συλλεχθεί και πωληθεί οι παραχθείσες ποσότητες των παραπάνω προϊόντων. Από την καλλιέργεια των 100 στρεμμάτων αραβόσιτου με ετήσια παραγωγή 1500 κιλά ανά στρέμμα και πώληση αυτών προς 0,15 ΕΥΡΩ το κιλό και συνολικά 22.500 ΕΥΡΩ (100 Χ 1500 = 150.000 Χ 0,15 ΕΥΡΩ), και μετά την αφαίρεση των εξόδων καλλιέργειας που ανέρχονταν στο 25% περίπου του παραπάνω ποσού δηλαδή 5.625 ΕΥΡΩ, θα αποκόμιζε καθαρά έσοδα 16.875 ΕΥΡΩ.

Εξαιτίας του τραυματισμού του και της εντεύθεν ανικανότητάς του για εργασία κατέστη δυνατή η συγκομιδή και εκμετάλλευση μόνο 15.000 κιλών του άνω προϊόντος και ως εκ τούτου ο ενάγων απώλεσε καθαρά έσοδα συνολικού ύψους 15.187,50 ΕΥΡΩ (135.000 κιλά Χ 0,15 = 20.250 ΕΥΡΩ - 25% τα έξοδα καλλιέργειας δηλ. το ποσό των 5.062,50 ΕΥΡΩ).

Από την καλλιέργεια των 95 στρεμμάτων βιομηχανικής ντομάτας με ετήσια παραγωγή 10.000 κιλά ανά στρέμμα και πώληση αυτών προς 0,09 το κιλό και συνολικά 85.500 ΕΥΡΩ (95 Χ 10.000 κιλά = 950.000 κιλά Χ 0,09 ΕΥΡΩ) και μετά την αφαίρεση των εξόδων καλλιέργειας που ανέρχονταν στο 25% του άνω ποσού δηλαδή 21.375 ΕΥΡΩ, θα αποκόμιζε καθαρά έσοδα 64.125 ΕΥΡΩ.

Εξαιτίας του τραυματισμού του και της εντεύθεν ανικανότητάς του για εργασία κατέστη δυνατή η συγκομιδή και εκμετάλλευση μόνο 400.000 κιλών του άνω προϊόντος και ως εκ τούτου ο ενάγων απώλεσε καθαρά έσοδα συνολικού ύψους 37.125 ΕΥΡΩ (550.000 κιλά Χ 0,09 ΕΥΡΩ - 49.500 ΕΥΡΩ - 25% τα έξοδα καλλιέργειας δηλαδή το ποσό των 12.375 ΕΥΡΩ).

Κατά την καλλιεργητική περίοδο 2006 ο ενάγων καλλιέργησε μαζί με το συγχωριανό του Βασίλειο Γράψα 40 στρέμματα πρώϊμο καρπούζι σε αγροτεμάχια ιδιοκτησίας του, με ετήσια παραγωγή 301.000 κιλά και καθαρά έσοδα από την πώλησή τους ύψους 69.000 ΕΥΡΩ, το ήμισυ των οποίων εισέπραξε ο ίδιος. Ακόμα αποδείχθηκε ότι κατά την ίδια καλλιεργητική περίοδο ο ενάγων θα καλλιεργούσε με προσωπική του κυρίως εργασία και με τη βοήθεια εργατών τα ακόλουθα:

α) περί τα 30 στρέμματα πρώιμο πεπόνι με παραγωγή 4000 κιλά ανά στρέμμα και συνολικά 120.000 κιλά και πώληση αυτών προς 0,60 ΕΥΡΩ το κιλό και συνολικά 72.000 ΕΥΡΩ (120.000 κιλά Χ 0,60 ΕΥΡΩ) και μετά την αφαίρεση των εξόδων καλλιέργειας που ανέρχονταν σε 629 ΕΥΡΩ ανά στρέμμα και συνολικά σε 18.870 ΕΥΡΩ, με καθαρά έσοδα 53.130 ΕΥΡΩ.

β) περί τα 100 στρέμματα αραβοσίτου με παραγωγή 1500 κιλά ανά στρέμμα και συνολικά 150.000 κιλά και πώληση αυτών προς 0,15 ΕΥΡΩ το κιλό και συνολικά 22.500 ΕΥΡΩ (150.000 κιλά Χ 0,15 ΕΥΡΩ), και μετά την αφαίρεση των εξόδων καλλιέργειας που ανέρχονταν σε 150 ΕΥΡΩ ανά στρέμμα και συνολικά σε 15.000 ΕΥΡΩ, με καθαρά έσοδα το ποσό των 7.500 ΕΥΡΩ, από το οποίο θα επιδικαστεί στον ενάγοντα το ποσό των 5.250 ΕΥΡΩ που ζητά με την αγωγή του, γ) περί τα 95 στρέμματα βιομηχανικής ντομάτας με παραγωγή 10.000 κιλά ανά στρέμμα και συνολικά 950.000 κιλά και πώληση αυτών προς 0,09 ΕΥΡΩ το κιλό και συνολικά 85.500 ΕΥΡΩ (950.000 κιλά χ 0,09 ΕΥΡΩ) και μετά την αφαίρεση των εξόδων καλλιέργειας που ανέρχονταν σε 700 ΕΥΡΩ ανά στρέμμα και συνολικά σε 66.500 ΕΥΡΩ, με καθαρά έσοδα 19.000 ΕΥΡΩ.

Με βάση τα παραπάνω ο ενάγων συνεπεία του τραυματισμού του απώλεσε εισοδήματα συνολικού ύψους 129.692,50 ΕΥΡΩ, ποσό, το οποίο με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε στο επίδικο χρονικό διάστημα, αν δεν συνέβαινε ο τραυματισμός του στο ένδικο ατύχημα. Ακόμα αποδείχθηκε ότι από την καλλιέργεια 45 στρεμμάτων τριφυλλιού κατά τους μήνες από Ιούλιο έως και Οκτώβριο 2005 θα παρήγαγε περί τις 3.000 μπάλες τριφυλλιού, τις οποίες θα πωλούσε προς 5 ΕΥΡΩ το κιλό την καθεμία και θα εισέπραττε 15.000 ΕΥΡΩ.

Η καλλιέργεια αυτή καταστράφηκε ολοσχερώς εξαιτίας της αδυναμίας του ενάγοντος να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε εργασία συνεπεία του τραυματισμού του. Κατά την καλλιεργητική περίοδο 2006 ο ενάγων θα καλλιεργούσε με προσωπική του κυρίως εργασία και με τη βοήθεια εργατών περί τα 45 στρέμματα πολυετούς τριφυλλιού και θα παρήγαγε περί τις 3.000 μπάλες του εν λόγω προϊόντος, τις οποίες θα πωλούσε προς 5 ΕΥΡΩ την καθεμία και θα εισέπραττε το ποσό των 15.000 ΕΥΡΩ.

Με βάση τα παραπάνω, ο ενάγων, συνεπεία του τραυματισμού του απώλεσε εισοδήματα συνολικού ύψους 30.000 ΕΥΡΩ, ποσό το οποίο με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε στο επίδικο χρονικό διάστημα από την πώληση του άνω προϊόντος, αν δεν συνέβαινε ο τραυματισμός του.

Εξαιτίας του τραυματισμού του και της εντεύθεν ανικανότητάς του να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε εργασία, ο ενάγων, κατά την καλλιεργητική περίοδο 2006, αδυνατούσε να προβεί στις προαναφερθείσες καλλιέργειες, δοθέντος ότι αυτές απαιτούν επίπονη σωματική εργασία και προσπάθεια, την οποία δεν ήταν σε θέση να καταβάλει, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι ήταν δυνατή η πραγματοποίηση τους με την πρόσληψη εργατών και μόνο, χωρίς την προσωπική του εργασία.

Επομένως, ο ισχυρισμός των εναγομένων περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος στην πρόκληση της ζημίας του από την απώλεια εισοδημάτων συνεπεία του τραυματισμού του και της ανικανότητας του για την άσκηση του επαγγέλματος του κατά την καλλιεργητική περίοδο 2006, λόγω της μη πραγματοποίησης των παραπάνω καλλιεργειών με την πρόσληψη εργατών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.

Επομένως, η συνολική περιουσιακή ζημία του ενάγοντος Δ. Κ. από τις παραπάνω αιτίες ανέρχεται στο ποσό των 219.488,75 ΕΥΡΩ (1000 + 86,42 + 360 + 2.550 + 11.112,82 + 460,82 + 44.226,19 + 129,692,50 + 30.000). Ο ενάγων από τον τραυματισμό του δοκίμασε ψυχικό και σωματικό πόνο και, συνεπώς, υπέστη ηθική βλάβη. Το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις συνθήκες τέλεσης του ατυχήματος, την αποκλειστική υπαιτιότητα γι' αυτό του πρώτου των εναγομένων, το είδος και την έκταση της προσβολής του σώματος και της υγείας του ενάγοντος, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί σ' αυτόν, ως εύλογη χρηματική του ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, το ποσό των 40.030 ΕΥΡΩ, περιοριζόμενο στο ποσό των 40.000 ΕΥΡΩ, αφού το υπόλοιπο από 30 ΕΥΡΩ ο ενάγων επιφυλάσσεται να αξιώσει ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου.

Τέλος, αποδείχθηκε ότι η αναπηρία του ενάγοντος, ο οποίος ήταν 43 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος, αναμφιβόλως επηρέαζε, δυσμενώς την επαγγελματική και οικονομική του εξέλιξη, αφού λόγω της μόνιμης αυτής αναπηρίας καθίσταται ανίκανος για κάθε εργασία που απαιτεί παρατεταμένη ορθοστασία, βάδιση και άρση βαρέων αντικειμένων και ως εκ τούτου για κάθε επίπονη αγροτική εργασία, με αποτέλεσμα να μην μπορεί πλέον να ασκήσει το επάγγελμα του αγρότη που ασκούσε πριν από τον τραυματισμό του.

Επομένως, πέραν της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, πρέπει να του επιδικαστεί ως αποζημίωση το ποσό των 30.000 ΕΥΡΩ". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο κατέληξε στην ουσιαστική παραδοχή των από 24-3-2009 και 14-7-2009 αντίθετων εφέσεων και της αντέφεσης κατά των υπ' αρ. 25/2009 και 108/2007 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος που είχαν δεχθεί τη συνυπαιτιότητα του Δ.

Κ. στην πρόκληση του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος και είχαν επιδικάσει υπέρ των εναγόντων διαφορετικά εν μέρει χρηματικά ποσά, και στη συνέχεια στην απόρριψη της από 30-3-2006 αγωγής του Γ. Π. και στην παραδοχή εν μέρει της από 8-12-2006 αγωγής του Δ. Κ. (καταψηφιστική για το ποσό των 129.796,25 ευρώ από το οποίο το αναιρεσείον είναι υπόχρεο για το ποσό των 85.570,06 ευρώ, και αναγνωριστικό για το ποσό των 159.692,50 ευρώ, μαζί με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής και εντεύθεν μέχρι την εξόφληση των ποσών αυτών).

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου (αστικού δικαίου, ν. ΓΠΝ/1911 του ν. 2696/1999 και του ν. 489/1976), τις οποίες ορθά εφάρμοσε, διέλαβε δε στην απόφασή του αυτή πλήρεις, σαφείς, επαρκείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, το Εφετείο λαμβάνοντας υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν σ' αυτό και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, τα οποία συνεκτίμησε και συναξιολόγησε, διέλαβε δε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του Γ. Π. (οδηγού του εμπλακέντος στο επίδικο αυτοκινητικό ατύχημα υπ' αρ.

κυκλ. ... ΙΧΦ αυτοκινήτου), διαλαμβάνοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά που επέδειξε ο ως άνω οδηγός στην πρόκληση του επιδίκου τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων του ΚΟΚ (ν. 2696/1999), η οποία βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με τα ζημιογόνα αποτελέσματα και θεμελιώνει την ύπαρξη απαιτήσεων για καθορισμό αποζημίωσης, για θετικές ζημίες, διαφυγόντα κέρδη, αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ και χρηματική ικανοποίηση υπέρ του παθόντος Δ.

Κ. (αναιρεσιβλήτου). Ακόμα διέλαβε ειδική, -πλήρη και όχι αντιφατική- αιτιολογία ως προς την μη ύπαρξη συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσιβλήτου στην έκταση των θετικών και αποθετικών ζημιών του, απορρίπτοντας ως αβάσιμη την από το άρθρο 300 ΑΚ σχετική ένσταση του αναιρεσείοντος. Επομένως οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ με τις αιτιάσεις, ότι δεν έγινε ορθή εφαρμογή των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε και ότι οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Εξάλλου ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.11 περίπτωση γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Περαιτέρω, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολίας για την λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται, ότι το Εφετείο Πατρών υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη του: α) την από 28-6-2005 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του ΑΤ Βάρδας και το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα, β) την από 5-9-2005 ένορκη εξέταση του μάρτυρα Ν. Γ. ως και την από 28-3-2006 ένορκη εξέταση του ιδίου ως άνω μάρτυρα, και γ) την από 29-7-2005 έκθεση ένορκης εξέτασης του μάρτυρα Δ.

Σ. και την από 2-5-2006 συμπληρωματική κατάθεση του ιδίου ως άνω μάρτυρα, που προσκόμισε σ' αυτά και επικαλέσθηκε το τότε εκκαλούν και ήδη εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείον ν.π.ι.δ. Στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται, ότι το ως άνω δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στη μερική παραδοχή της από 8-12-2006 αγωγής του αναιρεσιβλήτου και την απόρριψη της από 30-3-2006 αντίθετης αγωγής του Γ.

Π. ως κατ' ουσίαν αβάσιμους, εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα δημόσια έγγραφα της προηγηθείσας ποινικής διαδικασίας (έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, πρόχειρο σχεδιάγραμμα, προανακριτικές εκθέσεις, εξετάσεις μαρτύρων)".

Από τη ρητή αυτή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό δεν υπάρχει κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το ως άνω δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα και μαρτυρικές καταθέσεις, γίνεται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα και μαρτυρικές καταθέσεις.

Επομένως είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον ως ηττώμενο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-4-2012 αίτηση του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης Από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", για αναίρεση της υπ' αρ. 477/2011 οριστικής απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό τον χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μαΐου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ