Legislator Case Law & Legislation
84/2026 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on unpaid holiday pay and Christmas bonus, remanding case for further trial.

Case Number 84/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the first-instance judgment regarding labor disputes. The appellants argued for unpaid holiday pay, Christmas bonuses, and leave allowances for 2013, while the respondent company contested these claims. The court found the second-instance court erred in deducting specific amounts from the awarded differences without proper justification, leading to a partial remand for recalculation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 580, 583 of the Code of Civil Procedure; where a second-instance court incorrectly deducts amounts from awarded differences without valid basis, the judgment is partially set aside and the case remanded for further examination to ensure correct calculation of labor differences.

Keywords

AI generated
labor dispute holiday pay Christmas bonus partial remand deduction error Code of Civil Procedure wage differences

Cited Legislation

AI generated
Article 62, paragraph 1, of the Code of Civil Procedure
Article 73 of the Code of Civil Procedure
Article 35 of the Civil Code
Article 524, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 573, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 286 and following of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 754/2021 of the Supreme Court
Case 492/2019 of the Supreme Court

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 84 / 2026 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 84 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Χροναίου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ. , για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Μ. του Ν. , κατοίκου ... , 2) Δ. Γ. του Δ. , ατομικά για τον εαυτό της και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της Α. Β. του Σ. , κατοίκων ... και 3) Ν. Β. του Α. , κατοίκου ... , που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευαγγελίας-Κωνσταντίνας Αποστολοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Λυκόβρυση Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Αντωνίου Βάγια και Αλεξίου Παπασταύρου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν η 419/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 130/2019 μη οριστική και 330/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-6-2024 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 62 εδ. α' του ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται, κατά το άρθρο 73 του ΚΠολΔ, και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με τον θάνατό του (άρθρο 35 του ΑΚ). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, όπως είναι και η άσκηση αγωγής ή ενδίκου μέσου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του ή κατά των κληρονόμων του (ΑΠ 754/2021, 492/2019).

Εξάλλου, από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις εφαρμοζόμενες τόσο στην έκκλητη, όσο και στην αναιρετική δίκη (άρθρα 524 παρ. 1 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ) διατάξεις των άρθρων 286 επ. του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες διακοπή της δίκης, συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο διαδίκου, επέρχεται με τη συνδρομή και των λοιπών νομίμων προϋποθέσεων, μόνον αν η μεταβολή συμβεί εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συνάγεται ότι εάν ο θάνατος διαδίκου συμβεί μετά το τέλος της συζήτησης αυτής ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, δηλαδή σε χρόνο που δεν είναι πλέον εκκρεμής η δικαστική διαδικασία και συνεπώς δεν είναι εκ των πραγμάτων, στην περίπτωση αυτή, δυνατή η διακοπή και η επανάληψη της δίκης (ΑΠ 754/2021, ΑΠ 492/2019), πρέπει τα ένδικα μέσα κατά της ως άνω απόφασης, άρα τόσο η έφεση όσο και η αίτηση αναίρεσης, να ασκούνται από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος ή να απευθύνονται κατά των τελευταίων, όπως για την έφεση και την αναίρεση ειδικότερα ορίζουν τα άρθρα 516 παρ. 1, 517 και 556 παρ. 1, 558 του ΚΠολΔ αντίστοιχα (ΑΠ 1478/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 28-6-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...-2024) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 330/2023 απόφαση του (δικάσαντος ως Εφετείου) Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών. Με την ως άνω απόφαση έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η από 2-10-2017 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 419/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 16-5-2016 (αριθ.

έκθ. κατάθ. ...-2016) αγωγή των αρχικώς εναγόντων (συνολικά 43), στους οποίους περιλαμβάνονται οι πρώτος και τρίτος των αναιρεσειόντων, καθώς και ο Σ. Β. του Α. , ο οποίος απεβίωσε την ...-2023, ήτοι μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έλαβε χώρα την 20-10-2023. Ο τελευταίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του, Δ.

Γ. του Δ. , και το ανήλικο τέκνο του (γενν. την ...-2009), Α. Β. του Σ. , όπως προκύπτει από τα δημόσια έγγραφα που προσκομίζει η ως άνω κληρονόμος και ήδη δεύτερη των αναιρεσειόντων, η οποία παρίσταται ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της (βλ. το από ...-2023 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου, εκδοθέν από το Ληξιαρχείο Δήμου Χαλκιδέων, το υπ' αριθ.

πρωτ. ...-2023 περί εγγυτέρων συγγενών πιστοποιητικό του Δήμου Χαλκιδέων και τα υπ' αριθ. ...-2024 και ...-2024 πιστοποιητικά της Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας περί μη δημοσίευσης διαθήκης του ως άνω αποβιώσαντος και μη αποποίησης της κληρονομίας του από τους προαναφερόμενους κληρονόμους και ήδη αναιρεσείοντες).

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, εφόσον οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε άλλωστε προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι επιδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρα 552, 553 παρ. 1β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Με το άρθρο 2 παρ. 5 της υπ' αριθ. ...-2012 Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου, η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 4046/2012 "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" και εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (ΑΠ 1237/2019, ΟλΣτΕ 2307/2014), ορίστηκε ότι: "Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990, παύουν να ισχύουν".

Αντί των διατάξεων αυτών, με το άρθρο 2 παρ. 1 έως 4 της ως άνω ΠΥΣ ορίστηκαν τα ακόλουθα: "1. Οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη. 2. Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14.02.2012 ή και περισσότερο, λήγουν στις 14.02.2013. 3.

Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που την 14.02.2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν. 1876/1990 (Α' 27). 4. Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία της.

Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν:

α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα. Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων.

Οι όροι του τρίτου εδαφίου που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι με την έκδοση της ...-2012 (και σε αντίθεση προς τα μέχρι τότε ισχύοντα με τις καταργούμενες διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 1876/1990), η λεγόμενη "μετενέργεια" των ΣΣΕ, ήτοι η παράταση της ισχύος κανονιστικών όρων μετά τη λήξη της χρονικής διάρκειας ή την καταγγελία της ΣΣΕ στην οποία περιέχονται, περιορίστηκε ως προς τη διάρκεια και το περιεχόμενο.

Ειδικότερα, προκειμένου για ΣΣΕ που είχαν λήξει ή καταγγελθεί πριν από την ισχύ του εξουσιοδοτικού (ως προς την έκδοση της ΠΥΣ) ν. 4046/2012, η οποία άρχισε την 14.02.2012, ορίστηκε ότι η "μετενέργεια" ισχύει (γενικώς) μόνο για ένα τρίμηνο και ότι μετά την πάροδο του τριμήνου αυτού περιορίζεται (ειδικώς) μόνο στους κανονιστικούς όρους που αναφέρονται στο βασικό μισθό (ή ημερομίσθιο) και σε τέσσερα (μόνο) επιδόματα, τα οποία κατονομάζονται περιοριστικά και προσδιορίζονται ως "ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας".

Οπότε, κατά ρητή πρόβλεψη του νέου νόμου (τέταρτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ), οι ατομικές συμβάσεις εργασίας προσαρμόζονται, για το μέλλον, στις διατάξεις του τρίτου εδαφίου της ίδιας παραγράφου, ήτοι περιλαμβάνουν μόνο τους ως άνω κανονιστικούς όρους, που συνεχίζουν να "μετενεργούν", και όχι τους υπόλοιπους.

Και, μάλιστα, η προσαρμογή αυτή είναι επιτρεπτό να επέλθει μονομερώς, με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων (ΑΠ 395/2021, 174/2019, 876/2018, 1335/2018, 1522/2018).

Περαιτέρω, οι εργασιακές σχέσεις των εργαζομένων διέπονται από το σύμπλεγμα διατάξεων που προβλέπονται, εκτός άλλων, από: α) την εκάστοτε ισχύουσα επιχειρησιακή ΣΣΕ ή διαιτητική απόφαση που συνάπτουν τα μέρη (εργοδότης και σωματείο), κατά τη διαδικασία του ν. 1876/1990, β) τον εσωτερικό κανονισμό εργασίας του εργοδότη, γ) τα συναφθέντα κατά καιρούς μεταξύ των ιδίων φορέων "πρακτικά συμφωνιών".

Κάθε κατηγορία διατάξεων ή απλών ενοχικών συμφωνιών από τις προεκτεθείσες, έχει το δικό της ιδιαίτερο περιεχόμενο και συνεπώς διαφορετικά ερμηνεύεται, αντιμετωπίζεται και εφαρμόζεται στα πλαίσια του ισχύοντος δικαίου. Ειδικότερα, η έναντι των λοιπών ως άνω περιπτώσεων ιδιορρυθμία της ΣΣΕ ή της διαιτητικής απόφασης, με τις οποίες καθορίζονται οι όροι αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων, συνίσταται στην "κανονιστική λειτουργία" αυτής, με την έννοια ότι οι όροι αυτών επιδρούν άμεσα και αναγκαστικά επί των ατομικών σχέσεων.

Κάθε αντίθετη συμφωνία προς το χειρότερο είναι άκυρη, καθώς άκυρη είναι και η παραίτηση του μισθωτού από δικαιώματα που προέρχονται από τις παραπάνω ρυθμίσεις, δεδομένου ότι οι "κανονιστικοί" όροι των ΣΣΕ αποτελούν κανόνες δικαίου, ήτοι νόμους υπό ουσιαστική έννοια. Αντιθέτως, τα "πρακτικά συμφωνιών" και γενικά οι απλές συμφωνίες μεταξύ των μερών στερούνται της "κανονιστικής λειτουργίας" και ισχύουν ως απλές ενοχικές, ενδοτικού δικαίου, συμφωνίες, οι όροι των οποίων δύνανται ανά πάσα στιγμή να τροποποιηθούν, όχι όμως μονομερώς, παρά μόνο με τον ίδιο τρόπο που καταρτίστηκαν (άρθ. 361 ΑΚ), εκτός βέβαια αν οι συμφωνίες αυτές περιεβλήθησαν τον τύπο ΣΣΕ, οπότε διατηρούν και αυτές τον προαναφερθέντα "κανονιστικό" χαρακτήρα τους και εμπίπτουν στην εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 4 της ...-2012 (ΑΠ 395/2021, 773/2017).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 2/2013, 7/2006,4/2005, ΑΠ 986/2024, 64/2022, 19/2022).

Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσων πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, β) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδόμενη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 6/2022, 1/2016, 2/2013, 20/2005, ΑΠ 312/2023, 38/2020, 109/2020, 1551/2018). Επίσης, θα πρέπει να αναφέρεται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 274/2024, 353/2020, 1008/2018), αφού παγίως γίνεται δεκτό, ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1105/2025, 274/2024, 621/2020).

ΙΙΙ. Από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτει ότι η διαδικαστική διαδρομή αυτής έχει ως εξής: Οι αρχικώς ενάγοντες (συνολικά 43), μεταξύ των οποίων οι πρώτος και τρίτος των αναιρεσειόντων (αρχικώς πέμπτος και εικοστός των εναγόντων αντίστοιχα), καθώς και ο Σ.

Β. του Α. (αρχικώς δέκατος ένατος των εναγόντων), ο οποίος απεβίωσε την ...-2023 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του, Δ. Γ. του Δ. , ήδη δεύτερη των αναιρεσειόντων, και το ανήλικο τέκνο του (γενν. την ...-2009), Α. Β. του Σ. , εκπροσωπούμενο στην παρούσα δίκη από τη δεύτερη αναιρεσείουσα ως ασκούσα τη γονική μέριμνα αυτού, άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας την από 16-5-2016 (αριθ.

έκθ. κατάθ. ...-2016) αγωγή κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτών και της εναγομένης, προσελήφθησαν από αυτήν κατά τον χρόνο και με την ειδικότητα που αναφέρεται στην αγωγή για έκαστο τούτων και εργάστηκαν στο εργοστάσιο (τσιμεντοβιομηχανία), που διατηρεί η τελευταία στη Χαλκίδα, έως την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους από την εργοδότρια εταιρεία, στις 29-4-2013, 9-5-2013 και 9-5-2013 αντίστοιχα.

Ότι οι ελάχιστοι όροι αμοιβής και εργασίας τους διέπονταν αφενός από την εκάστοτε ισχύουσα κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας για τις τσιμεντοβιομηχανίες και αφετέρου από διμερείς συμφωνίες που συνάπτονταν μεταξύ του επιχειρησιακού σωματείου αυτών και της εναγομένης, για επιμέρους ζητήματα που αφορούσαν τους όρους και τις συνθήκες εργασίας των εργαζομένων στο εργοστάσιο της τελευταίας στη Χαλκίδα.

Ειδικότερα, ότι δυνάμει διμερών συμφωνιών η εναγομένη είχε την υποχρέωση να καταβάλει στους εργαζομένους της τα αναφερόμενα στην αγωγή επιδόματα και λοιπά χρηματικά ποσά, εκ των οποίων εκείνα που αφορούν τους πέμπτο, δέκατο ένατο και εικοστό των εναγόντων, ήδη αναιρεσείοντες, είναι τα εξής: α) Το ποσό των 165 ευρώ μηνιαίως, που ορίστηκε με διμερή συμφωνία ως ελάχιστη θετική διαφορά μεταξύ του καταβαλλόμενου μισθού και εκείνου που προβλέπεται από τη ΣΣΕ Τσιμεντοβιομηχανίας και το οποίο η εναγομένη έπαυσε να καταβάλλει από τον Μάιο του 2012, β) η προσαύξηση νυχτερινής εργασίας κατά ποσοστό 40% αντί της προβλεπόμενης από το νόμο προσαύξησης 25%, την οποία προσαύξηση η εναγομένη μείωσε μονομερώς τον Ιούνιο του 2012 από 40% σε 25% και γ) το τεχνικό επίδομα 10% επί του βασικού μισθού της ΣΣΕ Τσιμεντοβιομηχανίας για τους πρακτικούς μηχανικούς Α', Β' και Γ', το οποίο αφορά μόνο τον πέμπτο ενάγοντα και ήδη πρώτο των αναιρεσειόντων.

Ότι από τον Μάιο του 2012 η εναγομένη, επικαλούμενη την .../2012, προέβη μονομερώς στις αναφερόμενες στην αγωγή περικοπές των αποδοχών τους. Ζήτησαν δε, να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει τις διαφορές μεταξύ καταβλητέων και καταβληθεισών αποδοχών τους, ο πέμπτος ενάγων και ήδη πρώτος των αναιρεσειόντων για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 29-4-2013, ανερχόμενες συνολικά σε 2.367,30 ευρώ, ο δέκατος ένατος ενάγων και ήδη οι κληρονόμοι αυτού και δεύτεροι των αναιρεσειόντων από 1-1-2013 έως 9-5-2013, ανερχόμενες συνολικά σε 2.257,77 ευρώ, και ο εικοστός ενάγων και ήδη τρίτος των αναιρεσειόντων από 1-1-2013 έως και 9-5-2013, ανερχόμενες συνολικά σε 1.831,16 ευρώ, με το νόμιμο τόκο για κάθε επιμέρους ποσό κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 419/2017 απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στους ενάγοντες νομιμοτόκως τα ποσά που αναφέρονται στο διατακτικό της. Κατά της απόφασης αυτής, η εναγομένη άσκησε την από 2-10-2017 έφεση, επί της οποίας αρχικώς εκδόθηκε η υπ' αριθ. 130/2019 μη οριστική απόφαση του (δικάσαντος ως Εφετείου) Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της έφεσης, κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της από 28-9-2015 αίτησης αναίρεσης που η νυν αναιρεσίβλητη είχε ασκήσει κατά της υπ' αριθ. 255/2015 απόφασης του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου.

Μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 395/2021 απόφασης του Αρείου Πάγου επί της προαναφερόμενης αίτησης αναίρεσης, οι πέμπτος, δέκατος ένατος και εικοστός των εφεσιβλήτων - εναγόντων, ήδη αναιρεσείοντες (εκ των οποίων ο δέκατος ένατος απεβίωσε και η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί από τους κληρονόμους του, όπως προελέχθη), με την από 25-10-2021 κλήση τους επανέφεραν προς συζήτηση την από 2-10-2017 έφεση, η οποία συζητήθηκε στις 20-10-2023 και εκδόθηκε επ' αυτής η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 330/2023 απόφαση του (δικάσαντος ως Εφετείου) Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας.

Σημειωτέον ότι πριν από τη συζήτηση της έφεσης κατά την ανωτέρω δικάσιμο (20-10-2023) οι 29ος, 35ος και 36ος των εφεσιβλήτων είχαν παραιτηθεί από το δικόγραφο αυτής, ενώ ως προς τους λοιπούς εφεσιβλήτους (πλην των 5ου, 19ου και 20ου, ήδη αναιρεσειόντων) είχε καταργηθεί η δίκη κατ' άρθρο 214 Α ΚΠολΔ.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της (ήτοι κατά το μέρος αυτής που αφορά το χρονικό διάστημα από 1-4-2013 και εντεύθεν, στο οποίο και αναφέρονται όλοι οι λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης, όπως ρητώς διαλαμβάνεται στις σελ. 39-40 του δικογράφου της), προκύπτει ότι έγιναν δεκτά τα ακόλουθα:

".....Οι ανωτέρω εφεσίβλητοι προσλήφθηκαν από την εναγομένη, στις 18.08.2008, 01.03.2001 και 08.08.1991 αντίστοιχα, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και απασχολήθηκαν στο εργοστάσιο αυτής στη Χαλκίδα, με τις αναφερόμενες στην αγωγή για έκαστο εξ αυτών ειδικότητες.

Περαιτέρω προέκυψε ότι οι ελάχιστοι όροι αμοιβής και εργασίας τους διέπονταν από την εκάστοτε ισχύουσα κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας των εργαζομένων στην τσιμεντοβιομηχανία και ότι επιπροσθέτως των προβλεπόμενων στην κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας συνάπτονταν μεταξύ της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας και του επιχειρησιακού σωματείου των εργαζομένων διμερείς συμφωνίες, που ονομάζονταν συμφωνητικά ή πρακτικά συμφωνίας, σύμφωνα με τα οποία προβλεπόταν η χορήγηση επιπλέον παροχών ή η βελτίωση των ήδη προβλεπόμενων, από άλλες πηγές ρύθμισης, παροχών. Με τον τρόπο αυτό είχε διαμορφωθεί για τον καθένα και την καθεμία εξ αυτών ένας συνολικός συμφωνημένος - καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός, συνολικά ανώτερος από τον ελάχιστο νόμιμο. Η δε εναγομένη και ήδη εκκαλούσα από το μήνα Μάιο του έτους 2012 και εντεύθεν άρχισε να τους καταβάλλει μειωμένα τα επιδόματα γάμου και ανθυγιεινής εργασίας, ενώ διέκοψε την καταβολή των επιδομάτων διαχειριστικών λαθών, ειδικών συνθηκών, τη διαφορά μεταξύ προβλεπόμενου από τη ΣΣΕ μισθού και καταβαλλόμενου, του επιδόματος υπευθυνότητας, του τεχνικού επιδόματος, του επιδόματος Κυριακής - αργίας και μείωσε την προσαύξηση της νυχτερινής εργασίας και του επιδόματος αδείας.

Η εκκαλούσα από το μήνα Μάιο του έτους 2012 έως και την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, προέβη μονομερώς σε μείωση των συμφωνημένων αποδοχών τους και δη τους κατέβαλλε μειωμένα επιδόματα γάμου και ανθυγιεινής εργασίας, όπως και την προσαύξηση νυχτερινής εργασίας, ενώ δεν κατέβαλλε καθόλου τα επιδόματα διαχειριστικών λαθών και ειδικών συνθηκών, τη διαφορά του προβλεπόμενου μισθού από τη ΣΣΕ και του καταβαλλόμενου μισθού, το επίδομα υπευθυνότητας, το τεχνικό επίδομα και το επίδομα Κυριακής/αργίας...... εξαιτίας της κατάργησης των επιδομάτων που προαναφέρθηκαν, αλλά και των προσαυξήσεων επί αυτών λόγω τριετιών, πρέπει να επιδικαστούν στον πέμπτο των εφεσιβλήτων, Π. Μ. , τα εξής ποσά:

Α. ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΜΗΝΙΑΙΩΝ ΜΙΣΘΩΝ:

I)......

ΙΙ) Για το χρονικό διάστημα 1/4/2013 - 29/4/2013, όπου δεν ίσχυε η ΣΣΕ, ο μηνιαίος μισθός που δικαιούται ο ως άνω, σύμφωνα με την απόφαση του ΑΠ υπ' αριθ. 395/2021, καθώς και με βάση τα όσα συνομολόγησε η εταιρεία, ανέρχεται στο ποσό των 165,00 ευρώ, που δεν κατέβαλλε ως διαφορά καταβαλλομένου και ο οποίος ανέρχεται σε ποσό 1.536,22 ευρώ, αναλυόμενος ως εξής: Βασικός μισθός 874,10 ευρώ + επίδομα πολυετούς υπηρεσίας 87,41 ευρώ + επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 192,30 ευρώ + τεχνικό επίδομα 87,41 ευρώ + διαφορά καταβαλλόμενου 295 ευρώ. Αντ' αυτού, η εναγομένη κατέβαλε στον εργαζόμενο, το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ως μηνιαίο μισθό το ποσό των 1.283,81 ευρώ, το οποίο σύμφωνα με τις αποδείξεις μισθοδοσίας του αναλύεται ως εξής: Βασικός μισθός 874,10 ευρώ + επίδομα πολυετούς υπηρεσίας 87,41 ευρώ + επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 192,30 ευρώ + διαφορά καταβαλλόμενου 130,00 ευρώ.

Συνεπώς, η εναγόμενη του οφείλει τις προκύπτουσες διαφορές ήτοι: 252,41 ευρώ μηνιαία διαφορά μισθού (1.536,22 - 1.283,81) X 1 μήνα = 252,41 ευρώ. Συνολικά, για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα (1/1/2013 - 29/4/2013), προκύπτει διαφορά μισθών: 757,23 ευρώ + 252,41 ευρώ = 1.009,64 ευρώ υπέρ του ενάγοντα.

Β. ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΝΥΧΤΕΡΙΝΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ/ΚΥΡΙΑΚΗΣ/ΑΡΓΙΑΣ:

Ι)......

II) Για το χρονικό διάστημα 1/4/2013 - 29-4-2013, όπου δεν ίσχυε η ΣΣΕ, σύμφωνα με την απόφαση του ΑΠ υπ' αριθ. 395/2021, ο ενάγων δεν δικαιούται την προσαύξηση αργίας και Κυριακής αργίας, αλλά δικαιούται την προσαύξηση της νυχτερινής εργασίας. Το ωρομίσθιο υπολογίζεται σε ποσό 9,21732 ευρώ, που προκύπτει από το γινόμενο 1.536,22 ευρώ x 0,006. Για τον μήνα Απρίλιο 2013: Η εναγομένη όφειλε να καταβάλει, για τις αιτίες αυτές, στον ενάγοντα το ποσό των 250,71 ευρώ, το οποίο αναλύεται ως εξής: Ώρες νύχτας 68 X 40% προσ/ση νυχτερ. εργασίας X 9,21732 ευρώ ωρομ. Αντ' αυτού, η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των 454,47 ευρώ, ήτοι: 'Ωρες νύχτας 58 X 25% προσ/ση νυχτερ. εργασίας X 7,70286 ευρώ ωρομ. = 111,69 ευρώ. Ώρες αργίας ημέρας 46 X 75% προσ/ση αργίας ημέρας X 7,70286 ευρώ ωρομ. = 265,75 ευρώ. 'Ωρες αργίας νύχτας 10 X 100% (25% + 75%) X 7,70286 ευρώ ωρομίσθιο = 77,03 ευρώ.

Συνεπώς, η διαφορά μισθοδοσίας για τον μήνα Απρίλιο 2013 είναι: 454,47 ευρώ - 250,71 ευρώ = 203,76 ευρώ, υπέρ της εναγομένης. Δηλαδή συνολικά οι διάφορές μισθών για τις αιτίες αυτές (διαφορές νυχτερινής εργασίας/Κυριακής/αργίας) για το επίδικο χρονικό διάστημα (1/1/2013-29/4/2013) είναι: 181,36 ευρώ + 139,06 ευρώ + 133,78 ευρώ - 203,76 ευρώ = 250,41 ευρώ υπέρ του ενάγοντα.

Γ. ΔΙΑΦΟΡΑ ΔΩΡΟΥ ΠΑΣΧΑ 2013: Οι μη καταβληθείσες διαφορές των αποδοχών του ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1/1/2013 έως 30/04/2013 (4 μήνες), που είναι το κρίσιμο για τον υπολογισμό του Δώρου Πάσχα 2013 χρονικό διάστημα, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 1.260,05 ευρώ, το οποίο αναλύεται ως εξής: 1.009,64 ευρώ (σύνολο διαφορών μηνιαίων μισθών μηνών Ιανουάριου, Φεβρουάριου, Μαρτίου και Απριλίου 2013) + 250,41 ευρώ (σύνολο διαφορών νυχτερινής εργασίας/Κυριακής/αργίας μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου και Απριλίου 2013). Η μηνιαία αναλογία των διαφορών αυτών ανέρχεται δε στο ποσό των 315,01 ευρώ (1.260,05 ευρώ δια 4 μήνες).

Συνεπώς, η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα την μη καταβληθείσα αναλογία των διαφορών αυτών στο Δώρο Πάσχα 2013 (διαφορά Δώρου Πάσχα 2013), η οποία υπολογίζεται ως εξής: 315,01 ευρώ (μηνιαία αναλογία διαφορών αποδοχών) X 1/2 (διότι το Δώρο Πάσχα ισούται με το ήμισυ του μηνιαίου μισθού) X 1,04166 (συντελεστής προσαύξησης αναλογίας επιδόματος αδείας) = 164,07 ευρώ.

Δ. ΔΙΑΦΟΡΑ ΕΠΙΔΟΜΑΤΟΣ ΑΔΕΙΑΣ 2013:

Κατά τον μήνα Απρίλιο 2013, κατά τον οποίο η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το επίδομα αδείας και την οικονομική ενίσχυση αδείας έτους 2013, οι καταβληθείσες αποδοχές του υπολείπονταν των οφειλομένων κατά το ποσό των 48,65 ευρώ (ήτοι κατά τα ανωτέρω 252,41 ευρώ διαφορά μηνιαίου μισθού - 203,76 ευρώ διαφορά νυκτερινής εργασίας/Κυριακής/αργίας για τον μήνα Φεβρουάριο 2013).

Συνεπώς, η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει: α) Διαφορά επιδόματος αδείας 2013: 48,65 ευρώ δια 2 (διότι το επίδομα αδείας ισούται με το ήμισυ του μηνιαίου μισθού) = 24,33 ευρώ. β) Διαφορά οικονομικής ενίσχυσης αδείας 2013: 48,65 ευρώ δια 2 (διότι η οικονομική ενίσχυση αδείας ισούται ομοίως με το ήμισυ του μηνιαίου μισθού ή 12,5 ημερομίσθια) = 24,33 ευρώ. Δηλαδή συνολικά, για την αιτία αυτή, η εναγομένη οφείλει το ποσό των 48,65 ευρώ και ως γενικό σύνολο του οφείλει: 1.009,64 ευρώ (διαφορές μηνιαίων μισθών) + 250,41 ευρώ (διαφορές νυχτερινής εργασίας/Κυριακής/αργίας) + 164,07 ευρώ (διαφορά δώρου Πάσχα 2013) + 48,65 ευρώ (διαφορά επιδόματος αδείας 2013)= το ποσό των 1.472,77 ευρώ.

Επιπλέον, στον δέκατο ένατο των εφεσιβλήτων, Σ. Β. , πρέπει να επιδικασθούν τα εξής ποσά:

Α. ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΜΗΝΙΑΙΩΝ ΜΙΣΘΩΝ:

Ι)......

ΙΙ) Για το χρονικό διάστημα 1/4/2013 - 9/5/2013, όπου δεν ίσχυε η ΣΣΕ, ο μηνιαίος μισθός που δικαιούται σύμφωνα με την απόφαση του ΑΠ υπ' αριθ. 395/2021, (που αφορά στα επιδόματα συζύγου και ανθυγιεινής εργασίας), καθώς και από τη συνομολόγηση της εταιρείας, ανέρχεται στο ποσό των 1.837.80 ευρώ, το οποίο αναλύεται ως εξής:

Βασικός μισθός 896,70 ευρώ + επίδομα πολυετούς υπηρεσίας 269,01 ευρώ + επίδομα συζύγου 89,67 ευρώ + επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 251,08 ευρώ + διαφορά καταβαλλομένου 331,34 ευρώ.

Αντ' αυτού, η εναγομένη του κατέβαλλε το ανωτέρω χρονικό διάστημα ως μηνιαίο μισθό το ποσό των 1.672,80 ευρώ, το οποίο, σύμφωνα με τις αποδείξεις μισθοδοσίας του, αναλύεται ως εξής: Βασικός μισθός 896,70 ευρώ + επίδομα πολυετούς υπηρεσίας 269,01 ευρώ + επίδομα συζύγου 89,67 ευρώ+επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 251,08 ευρώ + διαφορά καταβαλλομένου 166,34 ευρώ.

Συνεπώς, η εναγομένη του οφείλει τις προκύπτουσες διαφορές, ήτοι για τον μήνα Απρίλιο 2013: 165,00 ευρώ μηνιαία διαφορά μισθού (1.837,80 ευρώ - 1.672,80 ευρώ) X 1 μήνα = 165,00 ευρώ. Για τον μήνα Μάιο 2013: 165,00 ευρώ μηνιαία διαφορά δια 25 ημερομίσθια/μήνα - 6,60 ευρώ ημερήσια διαφορά X 8 ημερομίσθια (μέχρι 9/5/2013) - 52,80 ευρώ. Δηλαδή συνολικά οι διαφορές μισθών για το επίδικο χρονικό διάστημα (1/1/2013-9/5/2013) είναι: 591,84 ευρώ + 165,00 ευρώ + 52,80 ευρώ = 809,64 ευρώ υπέρ του ενάγοντα.

Β. ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΝΥΧΤΕΡΙΝΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ/ΚΥΡΙΑΚΗΣ/ΑΡΓΙΑΣ:

I)....

II) Για το χρονικό διάστημα 1/4/2013 - 9/5/2013, όπου δεν ίσχυε η ΣΣΕ, σύμφωνα με την απόφαση του ΑΠ υπ' αριθ. 395/2021, ο ενάγων δεν δικαιούται την προσαύξηση αργίας και Κυριακής αργίας, αλλά δικαιούται την προσαύξηση της νυχτερινής εργασίας. Το ωρομίσθιο είναι 11,0268 ευρώ, καθώς προκύπτει από το γινόμενο 1.837,80 ευρώ x 0,006. Για τον μήνα Απρίλιο 2013: Η εναγομένη όφειλε να καταβάλει, για τις αιτίες αυτές, στον ενάγοντα το ποσό των 260,23 ευρώ, το οποίο αναλύεται ως εξής: Ώρες νύχτας 59 X 40% προσ/ση νυχτερ. εργασίας X 11,0268 ευρώ ωρομ. Αντ' αυτού, η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των 509,37 ευρώ, ήτοι: Ώρες νύχτας 49 X 25% προσ/ση νυχτερ. εργασίας X 10,03680 ευρώ ωρομ. = 122,95 ευρώ. Ώρες αργίας ημέρας 38 X 75% προσ/ση αργίας ημέρας X 10,03680 ευρώ ωρομ.= 286,05 ευρώ. Ώρες αργίας νύχτας 10 X 100% (25% + 75%) X 10,03680 ευρώ ωρομίσθιο = 100,37 ευρώ.

Συνεπώς, η προκύπτουσα διαφορά είναι: 509,37 ευρώ - 260,23 ευρώ = 249,14 ευρώ υπέρ της εναγομένης. Για τον μήνα Μάιο 2013: Η εναγομένη όφειλε να καταβάλει, για τις αιτίες αυτές, στον ενάγοντα το ποσό των 229,36 ευρώ, το οποίο αναλύεται ως εξής: Ώρες νύχτας 5 X 40% προσ/ση νυχτερ. εργασίας X 11,0268 ευρώ ωρομ. Αντ' αυτού, η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των 363,83 ευρώ, ήτοι: Ώρες νύχτας 32 X 25% προσ/ση νυχτερ. εργασίας X 10,03680 ευρώ ωρομ. = 80,29 ευρώ. Ώρες αργίας ημέρας 11 X 75% προσ/ση αργίας ημέρας X 10,03680 ευρώ ωρομ.= 82,80 ευρώ. Ώρες αργίας νύχτας 20 X 100% (25% + 75%) X 10,03680 ευρώ ωρομ. = 200,74 ευρώ.

Συνεπώς, η προκύπτουσα διαφορά είναι: 363,83 ευρώ - 229,36 ευρώ = 134,47 ευρώ υπέρ της εναγομένης. Δηλαδή συνολικά οι διαφορές μισθών για τις αιτίες αυτές (διαφορές νυχτερινής εργασίας/Κυριακής/ αργίας) για το επίδικο χρονικό διάστημα (1/1/2013-9/5/2013) είναι: 209,11 ευρώ + 147,50 ευρώ + 127,71 ευρώ - 249,14 ευρώ - 134,47 ευρώ = 100,71 ευρώ υπέρ του ενάγοντα.

Γ. ΔΙΑΦΟΡΑ ΔΩΡΟΥ ΠΑΣΧΑ 2013: Οι μη καταβληθείσες διαφορές των αποδοχών του ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1/1/2013 έως 30/04/2013 (4 μήνες), που είναι το κρίσιμο για τον υπολογισμό του Δώρου Πάσχα 2013 χρονικό διάστημα, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 992,00 ευρώ, το οποίο αναλύεται ως εξής: 756,84 ευρώ (σύνολο διαφορών μηνιαίων μισθών μηνών Ιανουάριου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου και Απριλίου 2013) + 235,18 ευρώ (σύνολο διαφορών νυχτερινής εργασίας/Κυριακής/αργίας μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου και Απριλίου 2013). Η μηνιαία αναλογία των διαφορών αυτών ανέρχεται δε στο ποσό των 248,01 ευρώ (992,00 ευρώ δια 4 μήνες),

Συνεπώς, η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα την μη καταβληθείσα αναλογία των διαφορών αυτών στο Δώρο Πάσχα 2013 (διαφορά Δώρου Πάσχα 2013), η οποία υπολογίζεται ως εξής: 248,01 ευρώ (μηνιαία αναλογία διαφορών αποδοχών) X 1/2 (διότι το Δώρο Πάσχα ισούται με το ήμισυ του μηνιαίου μισθού) X 1,04166 (συντελεστής προσαύξησης αναλογίας επιδόματος αδείας) = 129,17 ευρώ.

Δ. ΔΙΑΦΟΡΑ ΕΠΙΔΟΜΑΤΟΣ ΑΔΕΙΑΣ 2013: Κατά τον μήνα Ιανουάριο 2013, κατά τον οποίο η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το επίδομα αδείας και την οικονομική ενίσχυση αδείας έτους 2013, οι καταβληθείσες αποδοχές του υπολείπονταν των οφειλομένων κατά το ποσό των 406,39 ευρώ (ήτοι κατά τα ανωτέρω 197,28 ευρώ διαφορά μηνιαίου μισθού + 209,11 ευρώ διαφορά νυχτερινής εργασίας/Κυριακής/αργίας για τον μήνα Ιανουάριο 2013).

Συνεπώς, η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει: α) Διαφορά επιδόματος αδείας 2013: 406,39 ευρώ δια 2 (διότι το επίδομα αδείας ισούται με το ήμισυ του μηνιαίου μισθού) = 203,20 ευρώ. β) Διαφορά οικονομικής ενίσχυσης αδείας 2013: 406,39 ευρώ δια 2 (διότι η οικονομική ενίσχυση αδείας ισούται ομοίως με το ήμισυ του μηνιαίου μισθού ή 12,5 ημερομίσθια) = 203,20 ευρώ. Δηλαδή συνολικά, για την αιτία αυτή, η εναγομένη οφείλει το ποσό των 406,40 ευρώ υπέρ του ενάγοντα (203,20 ευρώ + 203,20 ευρώ) και ως γενικό σύνολο του οφείλει: 809,64 ευρώ (διαφορές μηνιαίων μισθών) + 100,71 ευρώ (διαφορές νυχτερινής εργασίας/Κυριακής/αργίας) + 129,17 ευρώ (διαφορά δώρου Πάσχα 2013) + 406,40 ευρώ (διαφορά επιδόματος αδείας 2013) το ποσό των 1.445,92 ευρώ.

Τέλος, στον εικοστό των εφεσιβλήτων, Ν. Β. , πρέπει να επιδικασθούν τα εξής ποσά:

Α. ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΜΗΝΙΑΙΩΝ ΜΙΣΘΩΝ:

I)......

II) Για το χρονικό διάστημα 1/4/2013 - 9/5/2013, όπου δεν ίσχυε η ΣΣΕ, ο μηνιαίος μισθός που δικαιούται σύμφωνα και με βάση τα όσα συνομολόγησε η εταιρεία ως προς τη διαφορά καταβαλλομένου, ποσού 165,00 ευρώ, είναι 1.751,71 ευρώ, το οποίο αναλύεται ως εξής: Βασικός μισθός 896,70 ευρώ + επίδομα πολυετούς υπηρεσίας 286,94 ευρώ + επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 236,73 ευρώ + διαφορά καταβαλλομένου 331,34 ευρώ. Αντ' αυτού, η εναγομένη του κατέβαλε το ανωτέρω χρονικό διάστημα ως μηνιαίο μισθό το ποσό των 1.586,71 ευρώ, το οποίο, σύμφωνα με τις αποδείξεις μισθοδοσίας του, αναλύεται ως εξής: Βασικός μισθός 896,70 ευρώ + επίδομα πολυετούς υπηρεσίας 286,94 ευρώ + επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 236,73 ευρώ + διαφορά καταβαλλομένου 166,34 ευρώ.

Συνεπώς, η εναγομένη του οφείλει τις προκύπτουσες διαφορές, ήτοι: Για τον μήνα Απρίλιο 2013: 165,00 ευρώ μηνιαία διαφορά μισθού (1.751,71 ευρώ - 1.586,71 ευρώ) X 1 μήνα = 165,00 ευρώ. Για τον μήνα Μάιο 2013: 165,00 ευρώ μηνιαία διαφορά δια 25 ημερομίσθια/μήνα = 6,60 ευρώ ημερήσια διαφορά X 8 ημερομίσθια (μέχρι 9/5/2013) = 52,80 ευρώ. Συνολικά, για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα (1/1/2013-9/5/2013) προκύπτει η διαφορά μισθών: 495,00 ευρώ + 165,00 ευρώ + 52,80 ευρώ = 712,80 ευρώ υπέρ του ενάγοντα.

Β. ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΝΥΧΤΕΡΙΝΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ/ΚΥΡΙΑΚΗΣ/ΑΡΓΙΑΣ.

Ι).....

ΙΙ) Για το χρονικό διάστημα 1/4/2013 - 9/5/2013, όπου δεν ίσχυε η ΣΣΕ, σύμφωνα με την απόφαση του ΑΠ υπ' αριθ. 395/2021 ο ενάγων δεν δικαιούται την προσαύξηση αργίας και Κυριακής αργίας, αλλά δικαιούται την προσαύξηση της νυχτερινής εργασίας. Το ωρομίσθιο είναι 10,51026 ευρώ, καθώς προκύπτει από το γινόμενο 1.751,71 ευρώ Χ 0,006. Για τον μήνα Απρίλιο 2013: Η εναγομένη όφειλε να καταβάλει, για τις αιτίες αυτές, στον ενάγοντα το ποσό των 235,43 ευρώ, το οποίο αναλύεται ως εξής: Ώρες νύχτας 56 X 40% προσ/ση νυχτερ. εργασίας X 10,51026 ευρώ ωρομ. Αντ' αυτού, η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των 418,89 ευρώ, ήτοι: Ώρες νύχτας 48 X 25% προσ/ση νυχτερ. εργασίας X 9,52026 ευρώ ωρομ. = 114,24 ευρώ. Ώρες αργίας ημέρας 32 X 75% προσ/ση αργίας ημέρας X 9,52026 ευρώ ωρομ. = 228,49 ευρώ. Ώρες αργίας νύχτας 8 X 100% (25% + 75%) X 9,52026 ευρώ ωρομίσθιο = 76,16 ευρώ.

Συνεπώς, η προκύπτουσα διαφορά είναι: 418,89 ευρώ - 235,43 ευρώ = 183,46 ευρώ υπέρ της εναγομένης. Για τον μήνα Μάιο 2013: Η εναγομένη όφειλε να καταβάλει, για τις αιτίες αυτές, στον ενάγοντα το ποσό των 235,43 ευρώ, το οποίο αναλύεται ως εξής: Ώρες νύχτας 56 X 40% προσ/ση νυχτερ. εργασίας X 10,51026 ευρώ ωρομ. Αντ' αυτού, η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των 361,76 ευρώ, ήτοι: Ώρες νύχτας 46 X 25% προσ/ση νυχτερ. εργασίας X 9,52026 ευρώ ωρομ. = 109,48 ευρώ. Ώρες αργίας ημέρας 22 X 75% προσ/ση αργίας ημέρας X 9,52026 ευρώ ωρομ.= 157,08 ευρώ. Ώρες αργίας νύχτας 10 X 100% (25% + 75%) X 9,52026 ευρώ ωρομίσθιο = 95,20 ευρώ.

Συνεπώς, η προκύπτουσα διαφορά είναι: 361,76 ευρώ - 235,43 ευρώ = 126,33 ευρώ υπέρ της εναγόμενης. Δηλαδή συνολικά οι διαφορές μισθών για τις αιτίες αυτές (διαφορές νυχτερινής εργασίας/Κυριακής/αργίας) για το επίδικο χρονικό διάστημα (1/1/2013- 9/5/2013) είναι: 131,67 ευρώ + 125,89 ευρώ + 118,60 ευρώ - 183,46 ευρώ - 126,33 ευρώ = 66,37 ευρώ υπέρ του ενάγοντα.

Γ. ΔΙΑΦΟΡΑ ΔΩΡΟΥ ΠΑΣΧΑ 2013:

Οι μη καταβληθείσες διαφορές των αποδοχών του ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1/1/2013 έως 30/04/2013 (4 μήνες), που είναι το κρίσιμο για τον υπολογισμό του Δώρου Πάσχα 2013 χρονικό διάστημα, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 852,70 ευρώ, το οποίο αναλύεται ως εξής: 660,00 ευρώ (σύνολο διαφορών μηνιαίων μισθών μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου και Απριλίου 2013) + 192,70 ευρώ (σύνολο διαφορών νυχτερινής εργασίας/Κυριακής/ αργίας μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου και Απριλίου 2013). Η μηνιαία αναλογία των διαφορών αυτών ανέρχεται δε στο ποσό των 213,18 ευρώ (852,70 ευρώ δια 4 μήνες).

Συνεπώς, η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα την μη καταβληθείσα αναλογία των διαφορών στο Δώρο Πάσχα 2013 (διαφορά Δώρου Πάσχα 2013), η οποία υπολογίζεται ως εξής: 213,18 ευρώ (μηνιαία αναλογία διαφορών αποδοχών) X 1/2 (διότι το Δώρο Πάσχα ισούται με το ήμισυ του μηνιαίου μισθού) X 1,04166 (συντελεστής προσαύξησης αναλογίας επιδόματος αδείας) = 111,03 ευρώ.

Δ. ΔΙΑΦΟΡΑ ΕΠΙΔΟΜΑΤΟΣ ΑΔΕΙΑΣ 2013 :

Κατά τον μήνα Φεβρουάριο 2013, κατά τον οποίο η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το επίδομα αδείας και την οικονομική ενίσχυση αδείας έτους 2013, οι καταβληθείσες αποδοχές του υπολείπονταν των οφειλομένων κατά το ποσό των 290,89 ευρώ (ήτοι κατά τα ανωτέρω 165,00 ευρώ διαφορά μηνιαίου μισθού + 125,89 ευρώ διαφορά νυχτερινής εργασίας/Κυριακής/αργίας για τον μήνα Φεβρουάριο 2013).

Συνεπώς, η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει: α) Διαφορά επιδόματος αδείας 2013: 290,89 ευρώ δια 2 (διότι το επίδομα αδείας ισούται με το ήμισυ του μηνιαίου μισθού) = 145,45 ευρώ. β) Διαφορά οικονομικής ενίσχυσης αδείας 2013: 290,89 ευρώ δια 2 (διότι η οικονομική ενίσχυση αδείας ισούται ομοίως με το ήμισυ του μηνιαίου μισθού ή 12,5 ημερομίσθια) = 145,45 ευρώ. Δηλαδή συνολικά, για την αιτία αυτή, η εναγομένη οφείλει το ποσό των 290,90 ευρώ (145,45 ευρώ + 145.45 ευρώ) και ως γενικό σύνολο: 712,80 ευρώ (διαφορές μηνιαίων μισθών) + 66,70 ευρώ (διαφορές νυχτερινής εργασίας/Κυριακής/αργίας) + 111,03 ευρώ (διαφορά δώρου Πάσχα 2013) + 290,90 ευρώ (διαφορά επιδόματος αδείας 2013) = το ποσό των 1.181,43 ευρώ...." Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση ως προς τους 5ο, 19ο και 20ο των εφεσιβλήτων (ήδη αναιρεσείοντες) και, αφού εξαφάνισε ως προς αυτούς την εκκαλούμενη απόφαση και δίκασε εκ νέου την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εκκαλούσα -εναγομένη να καταβάλει συνολικά, στον πέμπτο των εφεσιβλήτων το ποσό των 1.472,77 ευρώ, στον δέκατο ένατο το ποσό των 1.445,92 ευρώ και στον εικοστό το ποσό των 1.181,43 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, όπως ορίζεται στο διατακτικό της. Με αυτές τις παραδοχές, το (δικάσαν ως Εφετείο) Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649, 653, 680 ΑΚ, 7 παρ. 2 Ν. 1876/1990 και 2 παρ. 4 της ...-2012.

Ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι οι ελάχιστοι όροι αμοιβής και εργασίας των ως άνω εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων διέπονταν από την εκάστοτε ισχύουσα κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας των εργαζομένων στην τσιμεντοβιομηχανία, που στην ένδικη περίπτωση ήταν η, μονοετούς διάρκειας, από 4-12-2012 ΣΣΕ (πράξη κατάθ.

εργ. ...-2013), που υπογράφηκε μεταξύ του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών, του οποίου μέλος είναι η εναγομένη εταιρεία, και της Ομοσπονδίας Εργατών - Τεχνιτών και Υπαλλήλων Τσιμέντων, της οποίας μέλος είναι η πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "'Ενωση Εργαζομένων Τσιμέντων Χαλκίδας", μέλη της οποίας ήταν και οι ενάγοντες, επιπροσθέτως δε, ότι ρυθμίζονταν από διμερείς συμφωνίες μεταξύ του σωματείου των εργαζομένων και της εναγομένης, οι οποίες, όπως προελέχθη, προέβλεπαν α) καταβολή ποσού 165 ευρώ μηνιαίως ως ελάχιστη θετική διαφορά μεταξύ του καταβαλλόμενου μισθού και εκείνου που προβλέπεται από τη ΣΣΕ Τσιμεντοβιομηχανίας, β) προσαύξηση νυχτερινής εργασίας κατά ποσοστό 40% αντί της προβλεπόμενης από το νόμο προσαύξησης 25% και γ) το τεχνικό επίδομα 10% επί του βασικού μισθού της ΣΣΕ Τσιμεντοβιομηχανίας για τους πρακτικούς μηχανικούς Α', Β' και Γ', τις παραμέτρους δε αυτές (υπό στοιχ.

α', β' και γ'), οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της .../2012, έλαβε υπόψη του κατά τον υπολογισμό των οφειλομένων στους ενάγοντες διαφορών μηνιαίων μισθών, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε (παρότι εσφαλμένα υπέλαβε ότι έχει υποχρέωση συμμόρφωσης με την υπ' αριθ. 395/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου ως δικαστήριο της παραπομπής) τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 4 της ...-2012 και όχι του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν.1876/1990 που δεν ήταν εφαρμοστέες, καταλήγοντας στην κρίση ότι από 1-4-2013 και εφεξής, εφόσον η μετενέργεια της ως άνω από 4-12-2012 ΣΣΕ έληξε, κατά την παρ. 4 του άρθρου 2 της .../2012 ΠΥΣ, την 31-3-2013 και δεν καταρτίστηκε νέα ΣΣΕ, από τους κανονιστικούς όρους της εξακολούθησαν να ισχύουν αποκλειστικά εκείνοι που αφορούσαν τον βασικό μισθό και τα τέσσερα ρητώς αναφερόμενα επιδόματα (ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας), εφόσον αυτά προβλέπονταν στη ΣΣΕ που έληξε, ενώ έπαυσε αμέσως να ισχύει κάθε, πέραν των ανωτέρω, προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων.

IV. Σύμφωνα με το άρθρο μόνο της ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας 8900/1946 "περί καταβολής ηυξημένου ημερομισθίου εις εργαζομένους κατά τας μη εργασίμους ημέρας", μισθωτός ο οποίος απασχολείται κατά τις Κυριακές και τις εκ του νόμου καθιερούμενες ως μη εργάσιμες ημέρες του έτους, δικαιούται το ημερομίσθιο αυτού προσαυξημένο κατά 75%, ενώ η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 3755/1957 "Περί αυξήσεως αναδρομικώς των αποδοχών των μισθωτών, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Ν. 3239/1955 και άλλων διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας κλπ.", (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 1 Ν. 435/1976) ορίζει, ως προς την προσαύξηση του 75% για παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες, ότι αυτή οφείλεται ανεξαρτήτως του κύρους της συμφωνίας απασχόλησής τους, δηλαδή ακόμη και αν η απασχόληση είναι παράνομη.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις της ως άνω ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας 8900/1946, όπως ερμηνεύτηκε με την 25825/1951 απόφαση των ιδίων Υπουργών, του άρθρου 2 παρ. 1 του ν.δ. 3755/1957, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 435/1976, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του β.δ. 748/1966, προκύπτει ότι αν ο εργαζόμενος απασχοληθεί, νόμιμα ή παράνομα, κατά την Κυριακή, δικαιούται να λάβει, για τις ώρες που απασχολήθηκε, προσαύξηση 75% επί του νόμιμου ωρομισθίου και εφόσον η απασχόλησή του υπερβαίνει τις 5 ώρες, αναπληρωματική ανάπαυση διάρκειας 24 συνεχόμενων ωρών σε άλλη ημέρα της εβδομάδας που ακολουθεί (ΑΠ 163/2024, 412/2021, 2117/2017, 1317/2015).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 643, 649 και 653 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3193/1955 και 1 της υπ' αριθ. 95/1945 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στον μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του, δηλαδή όχι μόνο η κύρια παροχή (βασικός μισθός), αλλά και κάθε άλλη πρόσθετη παροχή, που οφείλεται ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του. Έτσι μισθό, υπό την έννοια των ως άνω διατάξεων, αποτελούν και οι αμοιβές που οφείλονται κατά νόμο στον μισθωτό ως αντάλλαγμα για υπερεργασία του, νόμιμη υπερωριακή εργασία του και επιτρεπόμενη απασχόλησή του σε ημέρα αργίας, αφού συνιστούν νόμιμα ανταλλάγματα εγκύρως παρεχόμενης εργασίας του μισθωτού (ΟλΑΠ 39-40/2002).

Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 3 της ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας 19040/1931, 3 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας υπολογίζονται με βάση τις τακτικές ή συνήθεις αποδοχές του εργαζομένου, στις οποίες περιλαμβάνονται ο νόμιμος μισθός και τα επιδόματα. Περιλαμβάνονται, όμως, και πρόσθετες παροχές ή προσαυξήσεις στο μισθό, μεταξύ των οποίων και η κατά 75% προσαύξηση του ημερομισθίου ή του 1/25 του μηνιαίου μισθού, με βάση τις υπ' αριθ. 8900/1946 και 25825/1951 κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας για εργασία κατά τις Κυριακές και τις από το νόμο καθιερωμένες ως μη εργάσιμες εορτές του έτους, εφόσον η εργασία αυτή παρέχεται σταθερά και μόνιμα (ΟλΑΠ 5/2011, ΑΠ 682/2024, 1790/2023, 969/2018).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 680 ΑΚ, άρθρου μόνου της ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας 8900/1946 "περί καταβολής ηυξημένου ημερομισθίου εις εργαζομένους κατά τας μη εργασίμους ημέρας", 7 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, 2 παρ. 4 της ΠΥΣ .../2012, ...

της κλαδικής ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας εργατών και υπαλλήλων τσιμεντοβιομηχανίας. Ότι, ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνταν την προσαύξηση κατά 75% αργιών/Κυριακών από την 1-4-2013 και εφεξής, παραβίασε τις ως άνω διατάξεις, αφού αφαίρεσε επιπλέον, εκτός από το προβλεπόμενο από τη ΣΣΕ επίδομα Κυριακής/αργίας, και την προσαύξηση κατά 75% του ημερομισθίου τους, που προβλέπεται στις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις.

Ότι η παραπάνω πλημμέλεια οδήγησε και σε εσφαλμένο υπολογισμό του δώρου Πάσχα και του επιδόματος αδείας έτους 2013. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, για το χρονικό διάστημα από 1-4-2013 και εφεξής το Μονομελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται την κατά 75% προσαύξηση αργίας και Κυριακής αργίας για τις Κυριακές και αργίες που εργάσθηκαν (σε ώρες ημέρας και νύχτας), συνεπώς παραβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου μόνου της ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας 8900/1946 "περί καταβολής ηυξημένου ημερομισθίου εις εργαζομένους κατά τας μη εργασίμους ημέρας", την οποία δεν εφάρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέα.

Οι λοιπές ουσιαστικές διατάξεις που παρατίθενται στον οικείο λόγο δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Ακολούθως, λόγω της ως άνω εσφαλμένης κρίσης του, το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν συνυπολόγισε την προσαύξηση 75% από τη σταθερά παρεχόμενη εργασία των εναγόντων κατά τις Κυριακές και αργίες, η οποία, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, προσαυξάνει τις τακτικές αποδοχές τους, με βάση τις οποίες υπολογίζονται τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας και, στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τις οποίες το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπολόγισε το δώρο Πάσχα και το επίδομα αδείας έτους 2013.

V. Τέλος, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα και συγκεκριμένα ισχυρισμό περί συμψηφισμού, ο οποίος ουδέποτε προτάθηκε από την εναγομένη - εκκαλούσα, ειδικότερα δε, ισχυρίζονται ότι, ενώ δεν επιδίκασε προσαύξηση Κυριακών/αργιών από 1-4-2013 και εντεύθεν, ωστόσο προέβη στην αφαίρεση των καταβληθέντων από την εναγομένη για τον ίδιο λόγο (ήτοι για προσαυξήσεις λόγω παρασχεθείσας νυχτερινής και κυριακάτικης εργασίας) ποσών.

Ο λόγος αυτός ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν προέβη σε συμψηφισμό απαιτήσεων κατά παραδοχή σχετικής ένστασης της εναγομένης, αλλά αφαίρεσε από τις επιδικασθείσες διαφορές για εργασία νυχτερινή/Κυριακής/αργίας του χρονικού διαστήματος από 1-4-2013 και εντεύθεν μόνο τα ποσά που οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ανέφεραν ως καταβληθέντα στην ένδικη αγωγή τους για εργασία νυχτερινή/Κυριακής/αργίας, παρασχεθείσα εντός του προαναφερόμενου χρονικού διαστήματος.

Ωστόσο, τα ως άνω αφαιρεθέντα ποσά των 454,47 ευρώ ως προς τον Π. Μ. , των 509,37 ευρώ και 363,83 ευρώ ως προς τον Σ. Β. και των 418,89 ευρώ και 361,76 ευρώ ως προς τον Ν. Β. , που αναφέρουν οι εν λόγω ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, ως καταβληθέντα, στην ένδικη αγωγή τους, εμπίπτουν σε κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης που πλήττεται με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο οποίος κρίθηκε βάσιμος και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να αφαιρεθούν από τα ποσά που τυχόν θα επιδικάσει το Δικαστήριο της παραπομπής ως διαφορές αποδοχών για εργασία νυχτερινή/Κυριακής/αργίας από 1-4-2013 και εντεύθεν.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη ως προς τα κεφάλαια που αφορούν διαφορές αποδοχών για εργασία νυχτερινή/Κυριακής/αργίας από 1-4-2013 και εντεύθεν, διαφορά δώρου Πάσχα 2013 και διαφορά επιδόματος αδείας 2013 και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 330/2023 απόφαση του (δικάσαντος ως Εφετείου) Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας ως προς τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση

και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ