Supreme Court dismisses appeal arguments but partially allows appeal regarding insurance liability costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a final judgment from the Thessaloniki Court of Appeal. The appellant argued that the lower court erred in dismissing their claim based on tort law rather than insurance contract law, and in rejecting specific cost claims. The court rejected these new legal bases as inadmissible but found merit in the appellant's request to reconsider the dismissal of the secondary claim regarding restoration costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 569 § 2, 577 § 3, 580 § 3 of the Code of Civil Procedure; A new legal ground for liability introduced for the first time in an appeal is inadmissible, but an appeal may be partially allowed if the lower court erred in dismissing a claim based on a secondary legal basis that was not previously rejected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 84 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 84/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ".... και τον διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", που εδρεύει στον Δήμο Ωραιοκάστρου Θεσσαλονίκης, εκπροσωπείται νόμιμα και ενεργεί αφενός ατομικά και αφετέρου με την ιδιότητα αυτής ως δανείστριας της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Πειραιώς Χρηματοδοτικές Μισθώσεις ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, ο οποίος ανακάλεσε την από 25-11-2022 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας ζημιών με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Δαρούδη, ο οποίος ανακάλεσε την από 24-11-2022 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10975/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1504/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-11-2018 αίτησή της και τους από 8-7-2021 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 6-11-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1504/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η έφεση της ενάγουσας/εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας και απορρίφθηκε εν συνεχεία η από 28-12-2014 αγωγή της, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στις 10-10-2018, όπως προκύπτει από την επί του δικογράφου της επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Αθανασίου Βακαλούδη και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος αυτήν δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στις 9-11-2018 (άρθ. 495, 552, 553, 556, 564 § 1 ΚΠολΔ), ενώ για το παραδεκτό της έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο.
Πρέπει, συνεπώς, να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της (άρθ. 577 § 3 ΚΠολΔ). Ι. Κατά το άρθρο 569 § 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 και ισχύει από 1-1-2022 (άρθρο 120 Ν.4842/2021), καταλαμβάνει δε και τις εκκρεμείς δίκες σύμφωνα με το άρθρο 116 § 2 β του ίδιου Ν. 4842/2021, όπως τούτο διαμορφώθηκε με το άρθρο 21 § 2 του Ν. 4912/2022, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο δε του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.
Στην προθεσμία αυτή των τριάντα ημερών δεν υπολογίζονται οι ημέρες κατάθεσης και επίδοσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, καθώς και η ημέρα της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 154/2022 ΑΠ 506/2021, ΑΠ 824/2018). Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004).
Αντίθετα, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η κρινόμενη από 6-11-2018, αίτηση αναίρεσης προσδιορίσθηκε για να συζητηθεί στη δικάσιμο της 28-11-2022, κατά την οποία και συζητήθηκε, ενώ το από 8-7-2021 δικόγραφο προσθέτων λόγων, τους οποίους άσκησε η αναιρεσείουσα, κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 19-11-2021, ήτοι τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτησή της, και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 25-11-2021, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση υπ'αριθ. 71Γ/25-112021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς Βασιλείου Κουτσογιάννη.
Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 § 1 ν.2496/1997 (ΑσφΝ), όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί από 1.1.2016 κατ 'εφαρμογη? της παρ. 7 του α?ρθ. 278 του ν. 4364/2016 (ΦΕΚ Α ? 13/5.2.2016) και το οποίο (αρχικά ισχύον) έχει εφαρμογή εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου (άρθρο 33 § 4 του νόμου αυτού), "με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει έναντι ασφαλίστρου στον συμβαλλόμενο της (λήπτη ασφάλισης) ή τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση)".
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 7 § 7 ν.2496/1997: "Αν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Αν για τη διάγνωση της έκτασης του ασφαλίσματος απαιτείται μεγάλο χρονικό διάστημα, ο ασφαλιστής υποχρεούται, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, σε καταβολή του ποσού, για το οποίο δεν υπάρχει αμφισβήτηση".
Aπό την διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι δεν καθιερώνεται δήλη ημέρα πληρωμής της υποχρέωσης του ασφαλιστή και έτσι αυτός καθίσταται υπερήμερος μόνο από τη δικαστική ή εξώδικη όχληση αυτού σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 340 και 345 ΑΚ (ΑΠ 1801/2014, ΑΠ 1413/2005, ΑΠ 293/2008). Κατά κανόνα, οι ιδιότητες του ασφαλισμένου και του λήπτη της ασφάλισης συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο.
Αν, όμως, οι άνω ιδιότητες δεν συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο, όπως συμβαίνει επί ασφαλίσεως ξένου συμφέροντος, η ασφάλιση συνάπτεται για λογαριασμό άλλου και είναι γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διεπόμενη από τα άρθρα 410 επ. ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή, τρίτος, δικαιούχος του ασφαλίσματος, είναι ο ασφαλισμένος που ορίσθηκε από τη σύμβαση ότι απειλείται από τον ασφαλιστικό κίνδυνο και πλήττεται από την πραγματοποίηση του.
Αυτός (τρίτος) είναι ο μόνος που μπορεί να ζητήσει την καταβολή του ασφαλίσματος απευθείας στον ίδιο. Κατά συνέπεια, ο τρίτος ασφαλισμένος νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση της σχετικής περί καταβολής του ασφαλίσματος αγωγής κατά του ασφαλιστή (ΑΠ 11/2006). Η ασφάλιση ξένου συμφέροντος είναι γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διότι προδήλως προκύπτει βούληση των συμβαλλομένων, δηλαδή του υποσχεθέντος αφενός και του δέκτη της υπόσχεσης αφετέρου, ότι ο τρίτος δικαιούται ν` απαιτήσει την παροχή από τον υποσχεθέντα ασφαλιστή απευθείας, οπότε δικαιούχος του ασφαλίσματος σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου είναι αποκλειστικά ο τρίτος (411 ΑΚ ).
Ο αντισυμβληθείς (λήπτης της ασφάλισης) δικαιούται να απαιτήσει από τον ασφαλιστή να καταβάλει το ασφάλισμα στον τρίτο, ασφαλισμένο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 72 του ΚΠολΔ "Οι δανειστές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτη τους, εφόσον εκείνος δεν τα ασκεί, εκτός αν συνδέονται στενά με το πρόσωπό του".
Με τη διάταξη αυτή του ΚΠολΔ ρυθμίζεται αυτοτελώς η πλαγιαστική αγωγή, κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της οποίας είναι ότι δι' αυτής διασφαλίζεται εμμέσως η απαίτηση του ασκούντος αυτήν δανειστή δια της προασπίσεως της περιουσίας του οφειλέτη. Η πλαγιαστική άσκηση των δικαιωμάτων του οφειλέτη δύναται να χωρήσει όχι μόνο υπό τη μορφή της καταψηφιστικής ή της διαπλαστικής αγωγής, αλλά και υπό τη μορφή της αναγνωριστικής αγωγής, όταν υφίσταται έννομο συμφέρον του οφειλέτη προς βεβαίωση της υπάρξεως ή ανυπαρξίας κάποιας έννομου σχέσεως αυτού προς τρίτο.
Η πλαγιαστική αγωγή προϋποθέτει ο αδρανών να είναι οφειλέτης του ασκούντος την πλαγιαστική αγωγή, είναι όμως δυνατή η άσκηση πλαγιαστικής αγωγής και όταν ο αδρανών είναι δανειστής του ενάγοντος και υπάρχει έννομο συμφέρον του τελευταίου, που λειτουργεί νομιμοποιητικά, καθιστώντας παραδεκτή τη μορφή αυτή δικαστικής προστασίας (οιονεί πλαγιαστική αγωγή).
Στην περίπτωση αυτή, το έννομο συμφέρον έγκειται στο ότι η ικανοποίηση του δανειστή θα έχει συνέπεια την απαλλαγή του ενάγοντος από αντίστοιχη, ενδεχομένως, οφειλή του έναντι του δανειστή, η οποία ευρίσκεται σε άμεση συνάφεια με την κατά του εναγομένου απαίτηση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 11 § 1 του ΑσφΝ "Στην ασφάλιση κατά ζημιών, το ασφάλισμα συνίσταται στην αποκατάσταση της ζημίας της περιουσίας που συμφωνήθηκε ότι θα καλύπτεται, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση (ασφαλιστική διάταξη του άρθρου 16 του ΑσφΝ, "Στην ασφάλιση κατά ζημιών πράγματος, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, βάση υπολογισμού του ασφαλίσματος είναι η τρέχουσα αξία ή, αν δεν υπάρχει, η συνηθισμένη αξία αυτών κατά τον χρόνο επέλευσης του κινδύνου.
Το ασφάλισμα καθορίζεται από την αντιπαραβολή της αξίας του πράγματος πριν και μετά την πραγματοποίηση του κινδύνου. Ο ασφαλιστής μπορεί με ξεχωριστή συμφωνία, η οποία αποδεικνύεται με έγγραφο, να προβεί σε αποτίμηση της ασφαλισμένης περιουσίας...". Από τις ως άνω ρυθμίσεις καθίσταται σαφές ότι αντικείμενο αποκατάστασης στην ασφάλιση ζημιών πράγματος αποτελεί μόνον η αξία του πράγματος και όχι η περαιτέρω (έμμεση) ζημία, η οποία επέρχεται στην περιουσία του λήπτη της ασφάλισης λόγω της βλάβης ή απώλειας του πράγματος (π.χ.
ζημία από την αδυναμία εκτέλεσης παραγγελιών λόγω αχρήστευσης), η δε άρνηση πληρωμής του ασφαλίσματος, η οποία και όταν ακόμη κριθεί δικαστικώς ότι ήταν αδικαιολόγητη και δεν οφειλόταν σε εύλογη αμφιβολία του ασφαλιστή ως προς την έκβαση της δίκης, συνεπάγεται μόνο υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας και όχι αποζημίωση στον ασφαλισμένο από την επί μακρό στέρηση του ασφαλίσματος, όπως ακόμη δεν αποτελεί από μόνη της αδικοπραξία.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της από 28-12-2014 αγωγή της, η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία εξέθεσε με αυτή τα εξής: Ότι δυνάμει σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης που συνήψε με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." μίσθωσε, για την εξυπηρέτηση των επαγγελματικών της αναγκών, ένα ακίνητο στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης, με χρονική διάρκεια δέκα (10) ετών, που άρχιζε με την υπογραφή της σύμβασης στις 14-12-2005 και έληγε την 13-12-2015.
Ότι σύμφωνα με τον υπ' αριθ. 11 όρο της ίδιας σύμβασης, ανέλαβε να συνάψει με ασφαλιστική εταιρία σύμβαση ασφάλισης του μίσθιου κτιρίου με έξοδά της, για λογαριασμό της ως άνω εκμισθώτριας, για κάθε κίνδυνο και ενδεικτικά για καταστροφή από πυρκαγιά, κεραυνό, έκρηξη, σεισμό, πλημμύρα, πόλεμο, επίταξη, εμφύλιες ταραχές και τρομοκρατικές ενέργειες για ποσό ίσο προς την πλήρη αξία της αντικατάστασης του, καθώς και για τον κίνδυνο αστικής ευθύνης της εκμισθώτριας απέναντι σε τρίτους, από οποιαδήποτε αιτία, με δικαιούχο της ασφαλιστικής αποζημίωσης την εκμισθώτρια, ανεξάρτητα από το ποιος έχει αναγραφεί ως δικαιούχος, δικαιούμενη να αναζητήσει αυτή (αποζημίωση) απευθείας η ίδια από την ασφαλιστική εταιρία, ή οποιοδήποτε τρίτο, ως δικό της δικαίωμα και αν δεν καλυφθούν ασφαλιστικά οι παραπάνω κίνδυνοι, σε περίπτωση επέλευση τους, αναλαμβάνει ρητά να καλύψει η ίδια (ενάγουσα-μισθώτρια).
Ότι σε εκτέλεση του ως άνω υπ' αριθμ. 11 όρου της προαναφερόμενης σύμβασης, συνήψε την 10-9-2010 με την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρία, ασφαλιστική σύμβαση, η οποία περιλήφθηκε αυτούσια με όλους τους όρους, επιμέρους συμφωνίες, γενικές και ειδικές εξαιρέσεις στο αγωγικό δικόγραφο, με ασφαλιστική διάρκεια από 25-9-2010 μέχρι 25-9-2011 έναντι ασφαλίστρου εκ ποσού 1.993 ευρώ και ασφαλιστικό ποσό αυτό των 1.200.000 ευρώ.
Ότι μεταξύ των άλλων κινδύνων, επιπλέον των προαναφερομένων βασικών καλύψεων, που η εναγομένη ανελάμβανε με την ίδια ασφαλιστική σύμβαση, συμπεριλαμβάνονταν και οι κλοπές, οι ζημιές που προκλήθηκαν στο κτίριο από κλέπτη, καθώς και η διάρρηξη σωληνώσεων και εγκατάσταση αποχέτευσης, όλες μέχρι και του ποσού του 1.200.000 ευρώ (πρόσθετες καλύψεις).
Ότι την 25-2-2011 διαπιστώθηκε, ότι κατά το διήμερο από 23-2-2011 έως 25-2-2011 το κτίριο είχε παραβιασθεί από αγνώστους και ότι από όλα τα επίπεδά του είχαν αποξηλωθεί και αφαιρεθεί αυτούσια, τα λεπτομερώς αναφερόμενα αντικείμενα και είχαν προκληθεί εκτεταμένες φθορές και ζημίες σ' αυτό, όπως οπές, εγκοπές στους τοίχους, καταστροφές τοιχοπετασμάτων, αλλά και τα σημεία, που εφάπτονται αυτά, κατά την προσπάθεια των δραστών να αφαιρέσουν βίαια τα παραπάνω, αλλά και φθορές στους τοίχους του από όμβρια ύδατα, που εισήλθαν στο κτίριο από οπές στη στέγη, που προκλήθηκαν κατά τον παραπάνω τρόπο.
Ότι η ενάγουσα αμέσως ενημέρωσε την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, για τις ζημίες και φθορές, που προκλήθηκαν στο ασφαλισμένο κτίριο, ανερχόμενες στο ποσό των 806.529 ευρώ, και κατά συνέπεια την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, αλλά η εναγομένη, ενώ δεν αμφισβήτησε κάποιο από τα κονδύλια αποκατάστασης των σχετικών ζημιών, κωλυσιεργούσε με διάφορες αβάσιμες προφάσεις και γι' αυτό, με την από 22-10-2012 εξώδικη δήλωσή της, διαμαρτυρήθηκε προς αυτήν για αντισυμβατική και κακόπιστη συμπεριφορά και την κάλεσε να της καταβάλει το ως άνω ποσό των 806.520 ευρώ (992.019,60 με τον ΦΠΑ).
Ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία όφειλε να προχωρήσει σε εκτίμηση της ζημίας του κτιρίου και να υπολογίσει την καταβλητέα αποζημίωση και να προκαταβάλει προς την εκμισθώτρια την αποδοτέα ασφαλιστική αποζημίωση ή έστω το μέρος, που η ίδια δεν αμφισβητούσε, πλην όμως, αυτή από πταίσμα των βοηθών εκπλήρωσης, παρά την πάροδο τετραετίας από την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, αρνείται να προχωρήσει στις απαιτούμενες ενέργειες για την εξακρίβωση των ζημιών και την καταβολή του ποσού της ζημίας από την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου.
Ότι, πέραν του ποσού της αποζημίωσης το οποίο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 410 επ. ΑΚ η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην δικαιούχο του ασφαλίσματος ως τρίτη (γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου), υποχρεούται να ανορθώσει και τις ζημιές που υπέστη η ίδια η ενάγουσα ως δέκτης της υπόσχεσης (410 ΑΚ) της ασφαλιστικής εταιρίας και για κάθε άλλη άμεση και έμμεση ζημία που υπέστη η περιουσία της.
Ότι έτσι η εναγόμενη ευθύνεται για την αποκατάσταση του συνόλου των ζημιών της είτε αυτές αφορούν θετική ζημία είτε και διαφυγόντα κέρδη, δοθέντος ότι η ζημία της προέκυψε συμπλεκτικά από την παράβαση αμφότερων των συμβατικών υποχρεώσεων της εναγόμενης εταιρίας και συνίσταται: α) στη ματαίωση του οικονομικού σκοπού της καταβολής των μισθωμάτων στο πλαίσιο της χρηματοδοτικής μίσθωσης για το διάστημα από 1-6-2011 έως 30-6-2013, τα οποία ανήλθαν σε 184.298,64 ευρώ, όπως αναλυτικά προσδιορίζεται, η οποία β) προσαυξάνεται με τα επιπλέον έξοδα που τιμολογήθηκαν από την εκμισθώτρια στο πλαίσιο των όρων της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης και ειδικότερα λόγω της μετακύλισης προς αυτήν των φόρων και τελών που αναλογούσαν στο ακίνητο, τα οποία ανέρχονταν σε 37.581,21 ευρώ, γ) στην απομείωση-απόσβεση της αξίας του κτιρίου λόγω της αντικειμενικής ματαίωσης της δυνατότητος εμπορικής αξιοποίησής του στο διάστημα από 1-6-2011 έως 30-6-2013, όπως τούτο αποτυπώνεται στο Π.Δ 299/2013, η οποία ανέρχεται για το χρονικό διάστημα από 1-9-2011 έως 31-12-2014 σε 340.314,74 ευρώ με βάση την εκ ποσού 2.094.246 ευρώ αξία του ακινήτου κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης και με δεδομένο ότι στο πλαίσιο της τελευταίας προβλέπεται η εξαγορά της κυριότητος του ακινήτου από την ενάγουσα έναντι συμβολικού ανταλλάγματος, δ) στην λόγω της κωλυσιεργίας της εναγομένης αναφορικά με την καταβολή του ασφαλίσματος οικονομική επιβάρυνσή της (συμβατικά) με την αποκατάσταση των σχετικών ζημιών έναντι της εκμισθώτριας σύμφωνα με ρητή πρόβλεψη των όρων της χρηματοδοτικής μίσθωσης (11.1, 11.2, 11.4), οι οποίες κατά το χρόνο επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου ανέρχονταν στο ποσό των 806.790 ευρώ, ε) η εκ της εξ υπαιτιότητος της εναγομένης αδυναμία εκμετάλλευσης του ακινήτου κατά το χρονικό διάστημα από 1-12-2011 έως 31-12-2014 και η εντεύθεν απώλεια μισθωμάτων εκ ποσού 745.920 ευρώ.
Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, η αναιρεσείουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει άπαντα τα ανωτέρω ποσά (221.879,85 + 340.314,74 + 806.790+ 745.920), ήτοι 2.214.422,95 ευρώ, πλέον ποσού 208.451,11 ευρώ για αναλογούντα ΦΠΑ επί του αιτούμενου κόστους αποκατάστασης, άλλως 2.115.083 ευρώ πλέον 185.561,70 ευρώ για αναλογούντα ΦΠΑ επί του αιτούμενου κόστους αποκατάστασης των ζημιών του εν λόγω κτιρίου, άλλως και επικουρικώς (πρώτη επικουρική βάση) να υποχρεωθεί να καταβάλει το σύνολο των ως άνω ποσών στην εκμισθώτρια/ασφαλισμένη εταιρία με την επωνυμία "...", κατ' άρθρο 410 ΑΚ, επίσης επικουρικά (δεύτερη επικουρική βάση) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ίδια ως άνω εκμισθώτρια εταιρία, ως οφειλομένη ασφαλιστική αποζημίωση, το ποσό των 906.309.21 ευρώ, πλέον ποσού ΦΠΑ 208.451,11 ευρώ, άλλως το ποσό των 806.790 ευρώ, πλέον ποσού ΦΠΑ 185.561,70 ευρώ, στο οποίο ανερχόταν, κατά τις παραπάνω ημερομηνίες αντίστοιχα, το κόστος αποκατάστασης, των ζημιών του εν λόγω κτιρίου από την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, προκειμένου να απαλλαγεί η ενάγουσα από την υποχρέωσή της να προβεί η ίδια σε αποκατάσταση των ζημιών του κτιρίου, όπως υποχρεούνταν από την ανωτέρω χρηματοδοτική μίσθωση, άλλως και όλως επικουρικότερα (τρίτη επικουρική βάση) να υποχρεωθεί η εναγομένη να τα καταβάλει το αμέσως παραπάνω ποσό (906.309.21 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 208.451,11 ευρώ, άλλως 806.790 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 185.561,70 ευρώ) στην δικαιούχο της ασφαλίσματος εκμισθώτρια, λόγω της αδράνειας της τελευταίας να ασκήσει τα δικαιώματά της από την ένδικη ασφαλιστική σύμβαση.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού έκρινε, εκ των αιτουμένων με την κύρια βάση της αγωγής, τα υπό στοιχεία α' (όσον αφορά το ποσό των 184.298,64 ευρώ), β' (όσον αφορά το ποσό των 37.581,21 ευρώ) γ' (όσον αφορά το ποσό των 340.314,74 ευρώ και ε' (όσον αφορά το ποσό των 745.920 ευρώ), κονδύλια μη νόμιμα και το υπό στοιχείο δ' (όσον αφορά το ποσό των 806.790 ευρώ) απαράδεκτο, αυτά δε των σωρευόμενων επικουρικών βάσεων αόριστα, απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της.
Επί της ασκηθείσας από την ηττηθείσα ενάγουσα εφέσεως εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθ. 1504/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά την κύρια και την πρώτη επικουρική της βάση όσον αφορά τα υπό στοιχ. α', β', γ'και ε' κονδύλια, επικυρώνοντας κατά το μέρος αυτό την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως, ενώ όσον αφορά το υπό στοιχ.
δ'κονδύλιο, αφού απέρριψε, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, την αγωγή κατά την κύρια βάση αυτής ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της ενάγουσας, αντικαθιστώντας τις αιτιολογίες του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή ως προς την κύρια βάση ως απαράδεκτη για άλλο λόγο, στη συνέχεια, κρίνοντας ότι η αγωγή ως προς τις επικουρικές βάσεις είναι μη νόμιμη, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς τις διατάξεις της, που αφορούσαν τις επικουρικές βάσεις, τις οποίες είχε απορρίψει λόγω αοριστίας, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας κατά το μέρος αυτό την αγωγή, απέρριψε αυτήν, τόσο κατά την πρώτη επικουρική, όσο και κατά τη δεύτερη επικουρική βάση (πλαγιαστικώς ασκούμενη, όπως ενιαίως εκτίμησε τη δεύτερη και τρίτη αγωγική βάση), ως μη νόμιμη.
Ειδικότερα, το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, απέρριψε την αγωγή κατά τις ως άνω βάσεις ως μη νόμιμη, διαλαμβάνοντας την ακόλουθη αιτιολογία: "Περαιτέρω και σε σχέση με την δεύτερη (ενν: πρώτη) επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία η ενάγουσα ζητάει να καταβληθεί...
στην εκμισθώτρια, εκτός των προαναφερομένων υπό στοιχεία α' β', γ' ε' ποσών, τα οποία, κατά τα παραπάνω κρίθηκαν μη νόμιμα, και το ίδιο ως άνω αιτούμενο υπό στοιχείο δ' ποσό (των 906.309.21 ευρώ, πλέον ποσού ΦΠΑ 208.451,11 ευρώ, άλλως το ποσό των 806.790 ευρώ, πλέον ποσού ΦΠΑ 185.561,70 ευρώ), πρέπει να λεχθούν τα εξής: Ενώ κατά τα παραπάνω στην αγωγή εκτίθενται λεπτομερώς οι ασφαλιστικοί κίνδυνοι, οι οποίοι, σύμφωνα με την σύμβαση χρηματοδότησης, έπρεπε να συμπεριληφθούν στην ασφαλιστική σύμβαση και συμπεριλήφθηκαν σ' αυτή, και ενώ εκτίθεται ότι συμπεριελήφθησαν επιπλέον και αυτοί από κλοπή και ζημιές, που θα προκληθούν στο κτίριο από δράστες της κλοπής, καθώς και οι ζημίες από διάρρηξη σωληνώσεων και εγκατάσταση αποχέτευσης, στην επέλευση των οποίων και αποδίδει την επελθούσα ζημία η ενάγουσα, από το κείμενο της ίδιας της σύμβασης (ασφαλιστικής), που παρατίθεται αυτολεξεί στην αγωγή, προκύπτει ότι με το άρθρο 98 παρ. 2 αυτής "εξαιρείται ζημία, που θα προκληθεί κατά τη διάρκεια κλοπής, ή ληστείας, ή απόπειρας διάπραξης αυτών, ή με σκοπό τη διάπραξη αυτών", όπως, σύμφωνα με το άρθρο 113 περίπτ.2.5 αυτής εξαιρείται και " ζημία στις ίδιες τις σωληνώσεις".
Η κρίση δε ότι δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι η ενάγουσα θεωρεί σαφώς ότι επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος από κλοπή και από φθορές, που προκλήθηκαν από την αφαίρεση των πραγμάτων κατά τη διάρκεια της και από καταστροφή σωληνώσεων, προκύπτει από το περιεχόμενο της ίδιας της αγωγής, με την οποία εκθέτει ότι ο ασφαλιστικός κίνδυνος, επήλθε με την αυτούσια αφαίρεση από αγνώστους σημαντικότατου μέρους του εξοπλισμού και των εγκαταστάσεων αυτού και την πρόκληση εκτεταμένων φθορών και ζημιών, που συνδέονται, με την προσπάθεια τους να τα αφαιρέσουν βιαίως, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή και παρατιθέμενα κατά τα παραπάνω, την αξία αποκατάστασης και των οποίων ζητάει να καταβάλει η εναγομένη στην ασφαλισμένη εκμισθώτρια, σε εκπλήρωση της υποχρέωσης της, που ανέλαβε με την ασφαλιστική σύμβαση, για την κάλυψη του σχετικού ασφαλιστικού κινδύνου και την επέλευση του....
Εφόσον, λοιπόν, με βάση το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της ίδιας της αγωγής, ζητείται η αποκατάσταση ζημίας από κινδύνους, που δεν καλύπτονται ασφαλιστικά και όχι από τις αιτίες, που εκτίθενται, κατά τα παραπάνω, ότι περιλαμβάνονται στην σύμβαση ασφάλισης, ως κίνδυνοι, που καλύπτονται ασφαλιστικά, με αυτή, η αγωγή, ως προς το αιτούμενο αυτό ποσό της (ενν:
πρώτης) επικουρικής της βάσης είναι μη νόμιμη και κατά συνέπεια απορριπτέα. Κατ' ακολουθία πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη η αγωγή και ως προς την δεύτερη επικουρική της βάση, με την οποία αιτείται πλαγιαστικώς μόνο το ως άνω ίδιο ποσό. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε αόριστη την αγωγή ως προς το αίτημα της αυτό εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο.
Επομένως,..., πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, ενόψει του ότι,... δεν επιτρέπεται η αντικατάσταση των αιτιολογιών της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 534 του ΚΠολΔ, ως προς το εν λόγω αίτημα της, αφού αυτή οδηγεί σε διαφορετικό, κατ' αποτέλεσμα, διατακτικό (διαφορετικό δεδικασμένο), ακολούθως δε, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, να δικασθεί η ένδικη αγωγή να εξαφανισθεί όπως προεκτέθηκε, η εκκαλουμένη, κατά το παραπάνω μέρος, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό και αφού ερευνηθεί και ως προς το μέρος αυτό η αγωγή να απορριφθεί αυτή ως ανωτέρω (ως μη νόμιμες οι πλαγιαστικώς ασκούμενες επικουρικές βάσεις της αγωγής, ως προς το ίδιο αιτούμενο ποσό)...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, απορρίπτοντας ως νόμω αβάσιμη την αγωγή ως προς τις επικουρικές βάσεις περί καταβολής στην εκμισθώτρια του ακινήτου, ως δικαιούχο του ασφαλίσματος, του αιτούμενου, λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, ποσού προς αποκατάσταση των ζημιών στο κτίριο, με την αιτιολογία ότι ο επικαλούμενος κίνδυνος δεν καλυπτόταν ασφαλιστικά, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 § 1, 7 §§ 7, 11 και 16 §§ 1 και 2 του ν. 2496/1997, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους και ως εκ τούτου η αγωγή ήταν νομικά βάσιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις αυτές, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το ως άνω εκτεθέν περιεχόμενο της αγωγής, στο οποίο περιλαμβάνεται αυτούσιο και το περιεχόμενο της ασφαλιστικής σύμβασης, αποτελώντας μέρος της ιστορικής της βάσης, α) η ασφάλιση αφορούσε το κτίσμα (όχι το περιεχόμενο) της οικοδομής, η οποία αποτελείτο από υπόγειο, ισόγειο και τρεις (3) ορόφους, χώροι που ήταν κενοί και προοριζόταν για καταστήματα και γραφεία, και στους ασφαλιστικούς κινδύνους που καλύπτονταν από την ασφαλιστική σύμβαση, μέχρι του ποσού του 1.200.000 ευρώ, περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, και οι ζημιές κλέπτη στο κτίριο (όχι όμως και ο κίνδυνος κλοπής), καθώς και η διάρρηξη σωληνώσεων και εγκατάστασης αποχέτευσης, β) ο καλυπτόμενος ως άνω ασφαλιστικός κίνδυνος επήλθε, καθόσον κατά το διήμερο από 23-2-2011 έως 25-2-2011 το κτίριο παραβιάστηκε από αγνώστους και από όλα τα επίπεδά του είχαν αποξηλωθεί και αφαιρεθεί αυτούσια, τα λεπτομερώς αναφερόμενα αντικείμενα και είχαν προκληθεί εκτεταμένες φθορές και ζημίες στο κτίριο αυτό, όπως οπές, εγκοπές στους τοίχους, καταστροφές τοιχοπετασμάτων κλπ, κατά την προσπάθεια των δραστών να αφαιρέσουν βίαια αντικείμενα και εγκαταστάσεις του κτηρίου, και γ) ότι οι προκληθείσες ζημιές στο κτίριο ανέρχονται στο ποσό των 906.309.21 ευρώ άλλως 806.790 ευρώ, πλην όμως η εναγομένη αρνήθηκε να καταβάλει το ως άνω ποσό, που απαιτείται για την αποκατάσταση των ζημιών αυτών.
Τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αγωγής περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν το δικαίωμα της αναιρεσείουσας, ως λήπτριας της ασφάλισης, να ζητήσει από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει το ποσό του ασφαλίσματος στην ασφαλισμένη και δικαιούχο του ασφαλίσματος ασφαλιστική εταιρεία, αλλά και το έννομο συμφέρον αυτής προς άσκηση οιονεί πλαγιαστικής αγωγής κατά της εναγομένης με το ίδιο ως άνω αίτημα.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την αγωγή, κατά τις επικουρικές βάσεις αυτής, ως μη νόμιμη, κρίνοντας ότι η αναιρεσείουσα ζήτησε την αποκατάσταση ζημίας, η οποία είχε εξαιρεθεί, δυνάμει του άρθρου 98 παρ. 2 της σύμβασης, με το οποίο ορίστηκε ότι "εξαιρείται ζημία, που θα προκληθεί κατά τη διάρκεια κλοπής, ή ληστείας, ή απόπειρας διάπραξης αυτών, ή με σκοπό τη διάπραξη αυτών", και του άρθρου 113 περίπτ.2.5 αυτής, σύμφωνα με το οποίο εξαιρείται η "ζημία στις ίδιες τις σωληνώσεις", οι οποίες εξαιρέσεις, όμως, δεν αφορούν τον επικαλούμενο ως επελθόντα ασφαλιστικό κίνδυνο ("ζημιές κλέπτη στο κτίριο"), υπέπεσε στην από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και, ως εκ τούτου, ο μοναδικός λόγος του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και οι συναφείς πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι αυτής, είναι βάσιμοι.
I
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 § 2, 118 αριθ. 4 και 216 § 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης).
Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 § 1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Κατά την εξέταση του νόμω βασίμου της αγωγής το δικαστήριο, πέραν της έρευνας του αν το υποβαλλόμενο αίτημα συνιστά έννομη συνέπεια ή σχέση του ισχύοντος δικαίου, θα ερευνήσει αν τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά επάγονται αυτήν την έννομη συνέπεια καθ'οιονδήποτε κανόνα δικαίου.
Αν δεν συμβαίνει αυτό, θα απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη. Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 917/2017). Περαιτέρω, σύμφωνα με τον αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γένεση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 50/2020, 1795/2008). Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν.
Εξάλλου από τα άρθρα 511, 520, 522 και 536 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι με την άσκηση της εφέσεως μεταβιβάζεται η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει ως προς την αγωγή την ίδια με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξουσία, δηλαδή την εξουσία να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τα θέματα που εξετάζει αυτεπαγγέλτως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως είναι η νομική βασιμότητα της αγωγής, την οποία επομένως μπορεί να απορρίψει ως μη νόμιμη, χωρίς ειδικό παράπονο, πριν εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση κατά παραδοχή κάποιου λόγου της εφέσεως, αρκεί να ζητούσε την απόρριψη της αγωγής ο εκκαλών και να μη γίνεται επιβλαβέστερη η θέση του (ΑΠ 1117/2007, ΑΠ 1436/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, διότι το Εφετείο, κατά παράβαση της αρχής της διαθέσεως, έλαβε υπόψη πραγματικό ισχυρισμό και δη αυτόν περί εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη εκείνων των ζημιών που προκλήθηκαν κατά τη διάρκεια κλοπής, παρότι δεν προβλήθηκε κάποιος ισχυρισμός από την εναγομένη.
Όμως, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή, κατά τις επικουρικές της βάσεις, ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι ο επικαλούμενος κίνδυνος είχε εξαιρεθεί, λαμβάνοντας υπόψη αποκλειστικά το περιεχόμενο της αγωγής και της ενσωματωμένης στο δικόγραφο ασφαλιστικής σύμβασης και όχι κατά παραδοχή σχετικού ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης.
Ειδικότερα, το Εφετείο έλαβε υπόψη όλους τους όρους και τις επιμέρους συμφωνίες-εξαιρέσεις της ασφαλιστικής σύμβασης, δεχόμενο ότι τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής πραγματικά περιστατικά, δεν επάγονται τις έννομες συνέπειες που επικαλείται η ενάγουσα και γι'αυτό έκρινε την αγωγή ως προς τις επικουρικές της βάσεις [ευθέως και πλαγιαστικώς ασκηθείσες] νόμω αβάσιμη, η δε ορθότητα ή όχι της περί τούτου κρίσεώς του δεν ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτό λόγο.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο τρίτος πρόσθετος λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι απαράδεκτος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.
ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός εξ άλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπαγγέλτως ενέργειας του δικαστή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημοσία τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 86/2016, ΑΠ 539/2003). Με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 200, 281, 288, 298, 299, 330 εδ.β', 914, 932 ΑΚ, άρθ.8 ν.2251/1994 και 1 § 1 ν.2496/1997, καθόσον εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή, κατά την κύρια και την πρώτη επικουρική της βάση αυτής, ως μη νόμιμη, όσον αφορά τα υπό στοιχ.
α', β', γ'και ε' αιτήματα, κρίνοντας ότι τα αιτούμενα ποσά δεν αποτελούν αξιώσεις της ασφαλισμένης εκμισθώτριας κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας καλυπτόμενες από την ασφαλιστική σύμβαση και συνδεόμενες αιτιωδώς με την επέλευση συγκεκριμένου ασφαλιστικού κινδύνου, αλλά αξιώσεις της ίδιας της ενάγουσας, οι οποίες δεν καλύπτονται ασφαλιστικά.
Όμως, όπως προκύπτει από το ως άνω εκτεθέν περιεχόμενο της αγωγής, οι αξιώσεις της αναιρεσείουσας, στηρίζονται στην παράβαση εκ μέρους της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας των εκ της συμβάσεως ασφαλίσεως συμβατικών της υποχρεώσεων τόσον έναντι της εκμισθώτριας-ασφαλισμένης όσον και έναντι της ενάγουσας, με την οποία την συνδέει συμβατικός δεσμός, αφού αυτή είναι η λήπτρια της ασφάλισης με ασφαλισμένη και δικαιούχο του ασφαλίσματος την εκμισθώτρια.
Ειδικότερα, στην αγωγή της αναφέρει, ότι εξαιτίας του ότι η εναγομένη καθυστερεί υπαιτίως την καταβολή του ασφαλίσματος στην δικαιούχο του ασφαλίσματος εκμισθώτρια του ακινήτου, υπέστη αυτή (η ενάγουσα) τις υπό στοιχ. α', β', γ' και ε' ζημίες, των οποίων ζητεί την αποκατάσταση, χωρίς να γίνεται στο δικόγραφο σαφής και συγκεκριμένη μνεία ή επίκληση των προϋποθέσεων εφαρμογής των περί αδικοπραξιών, καλής πίστεως, καταχρήσεως δικαιώματος ή του άρθρου 8 του ν.2251/1994 διατάξεων, που να θεμελιώνουν έτερη αυτοτελή αγωγική βάση, στηριζόμενη στις ανωτέρω διατάξεις, τις οποίες, χωρίς να μνημονεύει την ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας επίκλησή τους, για πρώτη φορά επικαλείται, με τον ανωτέρω πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, μεταβάλλοντας απαραδέκτως τη βάση της αγωγής της, η οποία, όπως προεκτέθηκε, στηρίζεται στις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης διατάξεις και με την οποία προέβαλε τις ως άνω δικές της αξιώσεις, που ερείδονται στην μη εκπλήρωση υπό της ασφαλιστικής εταιρίας των εκ της ασφαλιστικής συμβάσεως υποχρεώσεών της, χωρίς να πλήττεται κατά το μέρος αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά συνέπεια, αφού οι συγκεκριμένες αξιώσεις δεν στηρίζονταν στις ανωτέρω επικαλούμενες διατάξεις, η δε προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει παραδοχές σχετικές με αυτές, οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, με τους οποίους επιχειρείται η θεμελίωση η ευθύνη της αναιρεσίβλητης στις εν λόγω διατάξεις, προβαλλόμενοι για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγο αναίρεσης και, συνεπώς, ο παραπάνω τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Επίσης, με τον πέμπτο (και τελευταίο) πρόσθετο λόγο, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλομένη, διότι απέρριψε το υπό στοιχ. δ'αίτημα της αγωγής της και ως προς τα δύο ποσά (κυρίως και επικουρικώς αιτούμενα), ως απαράδεκτο λόγω ελλείψεως ενεργητικής της νομιμοποίησης, όπως ειδικότερα εκτίθεται ανωτέρω, παραβιάζοντας τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 200, 281, 288, 298, 299, 330 εδ.β', 914, 932 ΑΚ, άρθ.8 ν.2251/1994 και 1 § 1 ν.2496/1997 και υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι η αγωγή εθεμελιούτο στις αμέσως παραπάνω περί αδικοπραξιών διατάξεις, από την παράβαση των οποίων βλάπτεται αμέσως και ο λήπτης της ασφάλισης και αντισυμβαλλόμενος του ασφαλισμένου, ιδρυομένης αδικοπρακτικής ευθύνης του ασφαλιστή ανεξάρτητα από την ενδοσυμβατική.
Και ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, με βάση όσα εκτέθηκαν κατά την έρευνα του αμέσως παραπάνω τέταρτου πρόσθετου λόγου. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή των γενομένων δεκτών ως βασίμων λόγων του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, και συγκεκριμένα κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή ως προς την πρώτη επικουρική βάση, αναφορικά με το υπό στοιχ.
δ'κονδύλιο (κόστος αποκατάστασης ζημιών), και την δεύτερη επικουρική βάση (οιονεί πλαγιαστική αγωγή) και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο με αυτό που δίκασε αποτελούμενο από άλλους δικαστές (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις με το σχετικό περί αυτής αίτημα (άρθ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1504/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο αποτελούμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας εκ ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ