Legislator Case Law & Legislation
84/2014 AI generated

Supreme Court dismisses National Bank of Greece's appeal against a payment order based on insufficient evidence in commercial books.

Case Number 84/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the National Bank of Greece's appeal against a second-instance judgment that issued a payment order based on excerpts from its commercial books. The bank argued that the court failed to consider its claim that certified copies of these books held the evidentiary force of originals. The court ruled that since the lower court explicitly addressed and evaluated this specific argument, the appeal lacked a valid legal basis under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 19, Art. 559 para. 8 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court has already examined and evaluated the appellant's specific arguments regarding the evidentiary weight of documents, thereby negating the claim of non-consideration.

Keywords

AI generated
appeal admissibility commercial books payment order evidentiary force Code of Civil Procedure insufficient evidence banking dispute

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 8 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 180 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 821/2002
AP 3/1997
AP 12/2000
AP 2/2001
AP 14/2004
AP 44/2003
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 84 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 84/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Θ. Κ. του Λ., κατοίκου ... και 3) Λ. Κ. του Θ., κατοίκου .... Η 1η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Καχριμάνη, ενώ οι 2ος και 3ος παραστάθηκαν με τον ίδιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-1997 ανακοπή και τους από 12-8-1997 πρόσθετους λόγους ανακοπής των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδος και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 254/1997 και 42/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 363/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) με την από 12-12-2006 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1501/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 363/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 556/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-11-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος διάβασε την από 11-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Εισάγεται αναίρεση κατά απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η οποία έκρινε επί ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής που είχε εκδοθεί με βάση αποσπάσματα από τα εμπορικά βιβλία της αναιρεσείουσας Τράπεζας. Με το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός στηρίζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή στηρίζει την κρίση της επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης σε περιστατικά που δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες) (ΑΠ 821/2002).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η πιο πάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις του νομικού συλλογισμού ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που εξάγεται από αυτές, εφ' όσον εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ. ΑΠ 1/1999, ΑΠ 229/2009). Εξ άλλου, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση, το δικαστήριο της παραπομπής συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση (άρθρ. 581 §2 Κ.Πολ.Δ.), δεσμεύεται δε από την παραπεμπτική απόφαση της Ολομέλειας ή του Τμήματος, ως προς τα νομικά ζητήματα που λύθηκαν εκεί (άρθρ. 580 §4 Κ.Πολ.Δ.

βλ. και ΑΠ 480/2004). Δηλαδή, η πιο πάνω υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής περιορίζεται αποκλειστικά στο νομικό ζήτημα, που έλυσε ο Άρειος Πάγος με τον λόγο αναίρεσης που έκανε δεκτό. Άρα, αν το δικαστήριο της παραπομπής εκτιμήσει διαφορετικά τα πραγματικά περιστατικά και αυτά επιδέχονται διαφορετικές νομικές λύσεις, ο παραμερισμός της νομικής λύσης της παραπεμπτικής αναιρετικής απόφασης δεν θεμελιώνει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 18 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1450/2006, ΑΠ 867/2008).

ΙΙ. Στην παρούσα περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: α) Με την από 27-1-1997 αίτησή της, η αναιρεσείουσα τράπεζα ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής χρηματικού ποσού που της οφειλόταν από συμβάσεις πίστωσης με αλληλόχρεους λογαριασμούς. Στην αίτηση αναφέρονταν κατά λέξιν και τα εξής: "Επειδή εν τέλει της παρούσης αιτήσεώς μου παρατίθενται εξηγμένα εκ των επισήμων βιβλίων μου ακριβή αποσπάσματα των ...

λογαριασμών ... τα οποία ... επισυνάπτονται εις την παρούσαν μου αποτελούντα μετ' αυτής εν ενιαίον όλου". Στο τέλος δε των συνημμένων εγγράφων υπήρχε επικύρωση δικηγόρου, με την ένδειξη: "Ακριβές φωτοαντίγραφον εξηγμένον εκ των επισήμων βιβλίων της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος Α.Ε. που μου επεδείχθησαν, όπερ επικυρώ".

β) Με βάση την αίτηση αυτή κατά των ήδη αναιρεσίβλητων (πρωτοφειλέτιδας εταιρείας και εγγυητών, αντίστοιχα), εκδόθηκε η με αριθμό 33/1997 διαταγή πληρωμής του αρμόδιου δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος, η οποία υποχρέωσε τους καθ'ών να καταβάλουν τα σ' αυτή μνημονευόμενα ποσά. γ) Μετά από άσκηση ανακοπής υπό των αναιρεσιβλήτων, εκδόθηκε η με αριθμό 42/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος, η οποία την έκανε, κατά ένα μέρος, δεκτή.

δ) Ακολούθησε η άσκηση έφεσης από τους ανακόπτοντες, η οποία απορρίφθηκε με την με αριθμό 363/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών. ε) Οι ανακόπτοντες άσκησαν αναίρεση κατά της εφετειακής απόφασης και εκδόθηκε επ' αυτής η με αριθμό 1501/2008 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, η οποία ανήρεσε την απόφαση. Ειδικότερα δέχτηκε, πως η προσβληθείσα απόφαση, παραβίασε τις σ' αυτή αναφερόμενες διατάξεις "με το να δεχτεί ότι η κίνηση των επιδίκων ανοικτών λογαριασμών και το εξαχθέν κατάλοιπο προέκυπταν από τα "πλήρη αντίγραφα" των λογαριασμών αυτών, χωρίς να βεβαιώνεται αν πρόκειται για αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της Τράπεζας, η ακρίβεια των αντιγράφων των οποίων βεβαιώνεται αρμοδίως ...

ή για αποσπάσματα (όχι αντίγραφα) μηχανογραφικώς τηρουμένων εμπορικών βιβλίων, οπότε, κατά τα προεκτεθέντα, δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας αυτών, αφού δεν πρόκειται περί αντιγράφων ...". στ) Ως δικαστήριο της παραπομπής, πλέον, το Εφετείο δέχτηκε την ανακοπή και ακύρωσε την παραπάνω διαταγή πληρωμής.

Ειδικότερα, η εδώ προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα ακόλουθα: "Κατά το άρθρο 623 του Κ.Πολ.Δ., κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, κατά δε το άρθρο 626 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής, πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.

Εξάλλου, διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού που κλείστηκε, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνηση, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού. Η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της Τράπεζας, είναι, ως δικονομική σύμβαση, έγκυρη.

Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, το αντίγραφο δε αυτού επέχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβεια τούτου βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρα 449 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., 52 του Ν.Δ. 3026/1957 και 14 του Ν.1599/1986) και δεν μπορεί να προσδώσει την αποδεικτική αυτή δύναμη η βεβαίωση της ακρίβειας του αντιγράφου από τον αρμόδιο υπάλληλο της πιστώτριας τράπεζας.

Στην περίπτωση όμως των μηχανογραφικών τηρούμενων εμπορικών βιβλίων αυτών, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή με τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτυπώσεως από τον υπάλληλο της τράπεζας που ενήργησε την εκτύπωση, αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο που έχει εις χείρας της η τράπεζα προς απόδειξη του περιεχομένου του αποσπάσματος των βιβλίων της που εξήχθη από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή.

Επομένως, στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται περί αντιγράφου. Με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς τους οι ανακόπτοντες παραπονούνται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε ως προς την ύπαρξη των νόμιμων προϋποθέσεων της εκδόσεως της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής με βάση την από 27-1-1997 αίτηση της καθής η ανακοπή Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, διότι, καίτοι αποδείχτηκε ότι η παραπάνω αίτηση της τελευταίας δεν συνοδευόταν από πλήρες επίσημο απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της, αλλά από λανθασμένα φωτοαντίγραφα αναλυτικών λογαριασμών που δεν εξήχθησαν από τα επίσημα εμπορικά της βιβλία, τα οποία δεν έχουν αποδεικτική δύναμη και συντάχθηκαν προφανώς από κάποιον ανεύθυνο υπάλληλό της, υποχρεώθηκαν απαράδεκτα να πληρώσουν με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά, ενώ έπρεπε να ακυρώσει την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.

Στην προκειμένη περίπτωση η από 19-6-2004 έφεση των ανακοπτόντων ερευνάται ως προς τον παραπάνω πρώτο λόγο της, που αποτέλεσε επίσης τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 363/2006 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου και ο οποίος έγινε δεκτός ως βάσιμος με την υπ' αριθμ. 1501/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο οποίος αναίρεσε την παραπάνω απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παρόν Δικαστήριο, ώστε αυτή να συζητηθεί μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική αυτή απόφαση (άρθρο 581 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Ο λόγος αυτός της εφέσεως που αποτελεί και τον πρώτο λόγο της από 10-2-1997 ανακοπής των ανακοπτόντων εκκαλούντων πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος, καθόσον η ανακοπτόμενη υπ' αριθμ. 33/1997 διαταγή πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας εκδόθηκε επί της από 27-1-1997 αιτήσεως της καθής η ανακοπή Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στην οποία είχαν επισυναφθεί αντίγραφα των σχετικών με την κύρια σύμβαση ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού και με τις συμβάσεις αυξήσεως της πιστώσεως υπ' αριθμ. ...

και ... ανοικτών λογαριασμών του καταστήματος Αμαλιάδας της καθής η ανακοπή που παρουσίαζαν λεπτομερή κίνηση των λογαριασμών αυτών και το εξαχθέν κατάλοιπο των λογαριασμών αυτών και το κλείσιμο τους και τα οποία αντίγραφα των λογαριασμών αυτών επιδόθηκαν στους ανακόπτοντες με τις σχετικές εκθέσεις επιδόσεως.

Πλην όμως η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής δεν εκδόθηκε με βάση επίσημα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της καθής η ανακοπή Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, η ακρίβεια των αντιγράφων των οποίων βεβαιώνεται αρμοδίως και ως εκ τούτου δε συνέτρεχε η νόμιμη προϋπόθεση εκδόσεως της παραπάνω διαταγής πληρωμής που να την καθιστά έγκυρη, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην παραπάνω νομική σκέψη.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχτηκε ότι η κίνηση των επίδικων ανοικτών λογαριασμών και το εξαχθέν κατάλοιπο προέκυψαν από τα πλήρη αντίγραφα των υπ' αριθμ. ... και ... λογαριασμών της πρώτης ανακόπτουσας και δε βεβαίωσε ότι επρόκειτο για επίσημα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της καθής η ανακοπή, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο.

Επομένως, η από 19-6-2004 έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως προς τον προαναφερόμενο λόγο της ως κατ' ουσίαν βάσιμη, χωρίς να απαιτείται η έρευνα των λοιπών λόγων της εφέσεως αυτής και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 42/2004 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, καθώς και η συνεκκαλούμενη υπ' αριθμ. 254/1997 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.

Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί και δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο η υπόθεση, πρέπει να γίνει δεκτή η από 10-2-1997 ανακοπή ως κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς τον πρώτο λόγο της, χωρίς να απαιτείται η έρευνα των λοιπών λόγων της, καθώς και των πρόσθετων λόγων της ανακοπής και να ακυρωθεί η υπ' αριθμ. 33/1997 διαταγή πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας".

Με τις πιο πάνω παραδοχές, το Εφετείο: 1) διέλαβε στη μείζονα σκέψη του ό,τι είχε γίνει δεκτό από την προδιαληφθείσα απόφαση του Αρείου Πάγου, όπως υπεχρεούτο ως δικαστήριο της παραπομπής. 2) έκρινε ανέλεγκτα θέματα ουσίας, όπως, ότι η προσβληθείσα διαταγή πληρωμής δεν εκδόθηκε με βάση επίσημα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της αναιρεσείουσας. Με βάση το σύνολο των παραδοχών της η προσβαλλόμενη απόφαση έχει πλήρη, σαφή και μη αντιφατική αιτιολογία, η οποία στηρίζει το διατακτικό της. Ειδικότερα: α) η προσβαλλόμενη απόφαση κάνει διάκριση, μεταξύ "αποσπασμάτων" εκ των εμπορικών βιβλίων της αναιρεσείουσας και "απλών αντιγράφων". β) Δέχεται, πως η αναιρεσείουσα επισύναψε στην αίτησή της για έκδοση της διαταγής πληρωμής "απλά αντίγραφα" και όχι "επίσημα αποσπάσματα" των εμπορικών της βιβλίων. Δηλαδή, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έκρινε στα πλαίσια των διαλαμβανόμενων στην 1501/2008 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου. Άρα, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, εκτός των άλλων, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται, ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.

Αρκεί δε, η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου χωρίς ανάγκη ειδικής αιτιολόγησης καθενός ξεχωριστά, εφ' όσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 853/2006). Στην συγκεκριμένη περίπτωση, προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε, κατά τα προαναφερθέντα, ότι τα επισυναφθέντα στην έκθεση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής έγγραφα ήταν απλά αντίγραφα και όχι αποσπάσματα των βιβλίων της αναιρεσείουσας.

Επομένως ελήφθησαν υπόψη τα έγγραφα αυτά. Το αν σ' αυτά προσδόθηκε διαφορετικό νοηματικό περιεχόμενο ή ελήφθηκαν υπ' όψη "...όχι για το σύνολο του νοηματικού τους περιεχομένου...", δεν στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ. λόγος αλλά, ενδεχομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 20, ή το άρθρο 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ., για τα αναφερόμενα όμως εκεί δεν γίνεται αναφορά στο αναιρετήριο, ούτε περιλαμβάνονται σ' αυτό οι απαιτούμενες αιτιάσεις.

Το αν επίσης τα νομίμως επικυρωμένα αντίγραφα έχουν ή όχι την ίδια αποδεικτική ισχύ με τα αποσπάσματα των βιβλίων της αναιρεσείουσας, με τις ειδικότερες διευκρινίσεις, οι οποίες αναφέρονται στην προπαρατεθείσα μείζονα σκέψη της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (βλ. και ΑΠ 1501/2008), είναι θέμα, το οποίο κείται πέραν των οριζόμενων στο άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ.

Ως προς το υπάρχον νομικό ζήτημα δε, ικανά διελήφθησαν και στην πιο πάνω απόφαση του δικαστηρίου τούτου αλλά και στην απόφαση του δικαστηρίου τούτου. Άρα και, ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης πρέπει, ν' απορριφθεί, ως αβάσιμος.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και, έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η απόφασή του υπόκειται, σε αναίρεση. Ως "πράγματα" νοούνται, οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί, των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.

ΑΠ 3/1997). Για να υπάρξει λόγος από τη μη λήψη υπόψη αυτοτελούς ισχυρισμού, προϋποτίθεται: 1) να ασκεί αυτός ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αλλά και, να είχε προβληθεί, από τον ίδιο τον ασκούντα την αναίρεση διάδικο κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ.

ΑΠ 12/2000, Ολ. ΑΠ 2/2001) επί πλέον δε, να είναι και ο ίδιος νόμιμος (Ολ. ΑΠ 14/2004). Για το ορισμένο του λόγου δε, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, παρά το νόμο, δεν ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και ποια επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, ακόμα δε, τα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει, ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά, από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο (ΑΠ 44/2003).

Πράγματα, άρα, δεν αποτελούν τα πραγματικά περιστατικά ή τα νομικά επιχειρήματα των διαδίκων και, γενικότερα, οι ισχυρισμοί τους, οι οποίοι υποβάλλονται διηγηματικά προς ευδοκίμηση της αγωγής ή στα πλαίσια της γενικής ή ειδικής άρνησης της ή αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Η αναιρεσείουσα εδώ προβάλλει πως το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν ισχυρισμό της, νομίμως προταθέντα, σύμφωνα με τον οποίο, τα επικυρωθέντα από δικηγόρο αντίγραφα εκ των "επιδειχθέντων" σ' αυτόν επισήμων βιβλίων έχουν το νόημα της προσωρινής κατοχής του πρωτοτύπου και ότι τα αντίγραφα αυτά "έχουν την αποδεικτική δύναμη των πρωτότυπων επίσημων βιβλίων".

Όμως, όπως ήδη αναφέρθηκε, το Εφετείο έκρινε επί του συγκεκριμένου ισχυρισμού και, άρα, τον εκτίμησε στο σύνολό του, δεχθέν ότι τα απλά αντίγραφα, έστω και νόμιμα επικυρωμένα, δεν αρκούν για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, αλλά ήταν ανάγκη να προσκομιστούν αποσπάσματα με νόμιμη επικύρωση από τα εμπορικά, βιβλία της αναιρεσείουσας, κατά τα ήδη εκτεθέντα.

Επομένως, και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος προσδίδει στην απόφαση του Εφετείου την από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμος. Η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις θα επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας (άρθρ. 176, 180, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23/11/2009 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", για αναίρεση της με αριθμό 556/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών. και

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ