Supreme Court dismisses appeal regarding employee severance pay calculation and procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The plaintiff claimed a specific severance amount was withheld due to tax deductions, while the company argued for procedural grounds. The court found the appeal's procedural arguments baseless and rejected the claim for additional compensation.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 14 of the Code of Civil Procedure; Art. 216 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on procedural defects is inadmissible if the lower court correctly applied the law and the claim is fully determined.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 84 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται την ειδική παροχή των 176 ευρώ, ανεξάρτητα από το δικαίωμά τους στην απόληψη ειδικών επιδομάτων και λοιπών αμοιβών, όπως το προβλεπόμενο επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης εκπαιδευτικών λειτουργών, το οποίο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας των εκπαιδευτικών.
Αριθμός 84/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε.", όπως μετονομάστηκε η αρχικά εναγομένη εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Βαβέτση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. Σ. χήρας Σ. Κ., 2) Γ.-Μ. Κ., 3) Α. Κ., με την ιδιότητά τους ως νομίμων κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικά αναιρεσιβλήτου Σ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Φέλιο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/7/2004 αγωγή του αρχικά αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1796/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8926/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/5/2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 12/3/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με το άρθρο 12 παρ. 1 ν. 2336/1998 ιδρύθηκε η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, που αρχικά έλαβε την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΕΟΤ" και ακολούθως μετονομάστηκε, με το άρθρο 9 παρ. 4 ν. 2837/2000 σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με το άρθρο 2 παρ. 1 ν. 3270/2004, σε "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ".
Σκοπός της εταιρείας αυτής, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 ν. 2636/1998, ήταν η διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του ΕΟΤ, στις οποίες περιλαμβανόταν και το Ξενοδοχείο-Καζίνο Πάρνηθας, που στη συνέχεια έλαβε τη μορφή ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ".
Με το άρθρο 10 παρ. 5 του ν. 2837/2000, από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (δηλ. από 3-8-2000), καταργήθηκαν οι Υπηρεσίες αυτεπιστασίας του ΕΟΤ, στις οποίες περιλαμβανόταν και το Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας, και όλο το προσωπικό που υπηρετούσε σ' αυτές με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μεταφέρθηκε αυτοδικαίως με την ίδια εργασιακή σχέση στην "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", ενώ στην παράγραφο 4 περ.
β' του αυτού άρθρου, ορίστηκε ότι το εν λόγω προσωπικό θεωρείται από τον ίδιο χρόνο αυτοδικαίως αποσπασμένο στη Διεύθυνση Καζίνο του Υπουργείου Ανάπτυξης. Στη συνέχεια, με το άρθρο 1 του ν. 3139/2003 (ΦΕΚ Α' 100/30-4-2003), η προβλεπόμενη στο εδάφιο α' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ν. 2206/1994 άδεια λειτουργίας καζίνο στη "θέση του Μον Παρνές στην Πάρνηθα" χορηγείται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στην " ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ" και εισφέρεται, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο άρθρο 5 του νόμου αυτού, στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", ενώ με το άρθρο 4 παρ. 6 το ιδίου νόμου, αντικαταστάθηκε το εδάφιο β' της παρ. 5 του άρθρου 10 του ν. 2837/2000 ως εξής: "Με την ανάληψη της διοικήσεως, διαχειρίσεως ή εκμεταλλεύσεως των επιχειρηματικών μονάδων της "Ε.Τ.Α.
ΑΕ", Καζίνο-Ξενοδοχείο- Τελεφερίκ Πάρνηθας και Καζίνο Κέρκυρας, από τις εταιρείες της παραγράφου 1, όπως αντικαταστάθηκε από την παράγραφο 2 του άρθρου 24 του ν. 2919/2001, όλο το προσωπικό, που εργάζεται στις παραπάνω επιχειρηματικές μονάδες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μεταφέρεται αυτοδικαίως με την ίδια σχέση εργασίας και με πλήρη διασφάλιση των εργασιακών και ασφαλιστικών του δικαιωμάτων στις εταιρείες αυτές, εκτός από όσους εργαζόμενους δηλώσουν εγγράφως και μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός (1) μηνός προς την "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", ότι επιθυμούν να παραμείνουν σε αυτήν ...".
Με την παράγραφο 7 περ. β' δε του ιδίου άρθρου, ορίστηκε ότι το παραπάνω προσωπικό, μπορεί "μέσα σε τρία χρόνια από τη μεταφορά του στις εταιρείες της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του ν. 2837/2000 να υποβάλει αίτηση εθελουσίας αποχωρήσεως από την εργασία του. Η εταιρεία υποχρεούται να απαντήσει στην αίτηση αυτή μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την υποβολή της, διαφορετικά η αίτηση θεωρείται ότι δεν έγινε αποδεκτή.
Σε περίπτωση αποδοχής της παραπάνω αίτησης ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωσης, διπλάσιας από την προβλεπόμενη για την καταγγελία συμβάσεως εργασίας. Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημίωσης και συνυπολογίζονται πέραν αυτής". Τέλος, με την παρ. 3 του άρθρου 5 του ιδίου νόμου, ορίστηκε ότι "Το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", κατά το μέρος που αποτελεί τον κλάδο "Καζίνο-Ξενοδοχείο-Τελεφερίκ Πάρνηθας" ...
αποσπάται από την εταιρεία και εισφέρεται αυτοδικαίως στην εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, ότι το προσωπικό που ανήκε στην αναιρεσείουσα και υπηρετούσε με απόσπαση στην επιχειρηματική μονάδα Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας, από τη δημοσίευση του ν. 3139/2003, δηλαδή από τις 30-4-2003, μεταφέρθηκε αυτοδικαίως στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", εκτός από τους εργαζόμενους που έχουν δηλώσει εγγράφως μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός μηνός προς την "Ε.Τ.Α.
ΑΕ", ότι επιθυμούν να παραμείνουν σ' αυτήν. Παρέπεται δε, ότι οι εργαζόμενοι που υπέβαλαν εμπροθέσμως, δηλαδή μέχρι τις 31-5-2003, τη δήλωση αυτή προς την "Ε.Τ.Α. ΑΕ", και έτσι δεν μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", αλλά παρέμειναν στο προσωπικό της "Ε.Τ.Α. ΑΕ", δικαιούνται οποιαδήποτε παροχή που θεμελιώνεται στην εργασιακή σχέση, από την τελευταία αυτή εταιρεία και όχι από την "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ" (Α.Π. 529/2008, 530/2008).
Τέλος, με τη σύμβαση δανεισμού εργαζομένου, έχομε παραχώρηση εργαζομένου, με τη συναίνεσή του, προς τρίτο, όμως ο εργαζόμενος διατηρεί τις αξιώσεις του από την προσφορά της εργασίας του έναντι του αρχικού εργοδότη, ο οποίος και βαρύνεται με την καταβολή των αποδοχών του και όλων των συναφών νομίμων υποχρεώσεων, από τη λειτουργία και τη λύση της εργασιακής συμβάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα εξής: 0 ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε στις το έτος 1979 με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου για να εργασθεί στην επιχείρηση " Ξενοδοχεία Τελεφερίκ και Καζίνα Αττικής ΑΕ" ως τεχνικός παιγνίων και έκτοτε παρείχε την εργασία αυτή στην εν λόγω επιχείρηση και συγκεκριμένα στο Καζίνο Πάρνηθας.
Ότι το συγκρότημα της Πάρνηθας, μετά την κατά το έτος 1984 έκπτωση του ιδιώτη, περιήλθε στον ΕΟΤ, ο οποίος το λειτούργησε έκτοτε, με αυτεπιστασίας ως "Καζίνο- Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας". Ότι Πριν από την ψήφιση του ν. 3139/2003 και ενόψει της αναλήψεως της διοικήσεως, διαχειρίσεως και εκμεταλλεύσεως του συγκροτήματος και επιχειρηματικής μονάδας "Καζίνο Ξενοδοχείο Τελεφερίκ Πάρνηθας" από την εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", υπογράφηκε στις 28-3-2003, μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, των συνδικαλιστικών οργανώσεων "Σωματείο εργαζομένων στο Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας" και "Πανελλαδικό Σωματείο Τεχνικών Υπαλλήλων Τυχερών Παιγνίων", και της εταιρείας "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", συμφωνία, με την οποία ρυθμίζονταν τα θέματα της κατοχυρώσεως των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων στο συγκρότημα της Πάρνηθας.
Με τον όρο δε 3 παρ. γ' της εν λόγω συμφωνίας, τα άνω συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν, ότι ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωση διπλάσια από την οφειλόμενη, λόγω καταγγελίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 2112/1920 και 3198/1955 και σαν βάση υπολογισμού της λαμβάνεται ο μέσος όρος των τακτικών μηνιαίων αποδοχών υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως του 12μήνου πριν την υποβολή της αιτήσεως ... .
Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημιώσεως και συνυπολογίζονται πέραν αυτής. Ο αναιρεσίβλητος, όντας μέλος του προσωπικού της επιχειρηματικής μονάδας "Καζίνο Ξενοδοχείο Τελεφερίκ Πάρνηθας", με την από 30-5-2003 αίτηση, που απηύθυνε προς την αναιρεσείουσα, ζήτησε να συμμετάσχει στο πρόγραμμα αυτής περί εθελουσίας εξόδου του προσωπικού της από την εργασία.
Η εν λόγω αίτηση έγινε δεκτή από την αναιρεσείουσα και ο αναιρεσίβλητος αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της την 10-5-2004. λαμβάνοντας την προβλεπόμενη από την παραπάνω συμφωνία αποζημίωση, από την οποία και παρακρατήθηκε ο φόρος που αναλογούσε σ' αυτήν. Ότι μέχρι την αποχώρησή του είχε συμφωνηθεί να παρέχει την εργασία του, με σύμβαση δανεισμού, στην εταιρία "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ".
Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ότι εν προκειμένω υπόχρεος σε καταβολή της αποζημιώσεως στην αναιρεσίβλητη λόγω της εθελουσίας αποχωρήσεως αυτής από την εργασία της, συνεπώς και για τη συμπλήρωση αυτής, κατά το ποσό του παρακρατηθέντος φόρου εισοδήματος που αναλογούσε σ' αυτήν, και ο οποίος, σύμφωνα με την αγωγή, κατά παράβαση της από 28-3-2003 συμφωνίας παρακρατήθηκε, είναι η αναιρεσείουσα και όχι η "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο ακολούθως απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 3139/2003, διότι σύμφωνα με αυτές, εφόσον ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε εντός της αποκλειστικής προθεσμίας του ενός μηνός από τη δημοσίευση του νόμου αυτού (στις 30-4-2003), αίτηση εντάξεώς του στο ως άνω πρόγραμμα της "Ε.Τ.Α.
ΑΕ", περί εθελουσίας εξόδου του προσωπικού της από την εργασία, η οποία (αίτηση) εμπεριείχε και δήλωση παραμονής του σ' αυτήν, παρέμεινε πράγματι στο προσωπικό της τελευταίας και δε μεταφέρθηκε αυτοδικαίως στην εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", στην οποία εργάσθηκε, λόγω δανεισμού. Τέλος, η απόφαση, με βάση τις ως άνω παραδοχές, περιέχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον σχετικό αναιρετικό έλεγχο αυτής.
Επομένως, ο από τους αριθμούς 1 και 19, τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο τα αντίθετα υποστηρίζονται από την αναιρεσείουσα-εναγομένη, σύμφωνα με την οποία δεν ήταν αυτή υπόχρεη, προς καταβολή της εν λόγω αποζημιώσεως και, συνεπώς δεν έπρεπε να απευθυνθεί η αγωγή εναντίον της, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που η επικαλούμενη παραβίαση αναφέρεται στις διατάξεις του π.δ. 178/2002 "περί προστασίας των εργαζομένων σε μεταβιβαζόμενες επιχειρήσεις", και σύμφωνα με τις οποίες ο αποκτών την επιχείρηση υπεισέρχεται στις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα έναντι των εργαζομένων, είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον οι εν λόγω διατάξεις, κατά με τις οποίες, επί μεταβιβάσεως επιχειρήσεως, ο αποκτών υπεισέρχεται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μεταβιβάζουσας, έναντι των εργαζομένων, δεν είναι εφαρμοστέες εν προκειμένω, αφού, σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές του Εφετείου, ο αναιρεσίβλητος δεν μεταφέρθηκε στο προσωπικό της διαδόχου επιχειρήσεως "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ", αλλά εξακολουθούσε να ανήκει στην αναιρεσείουσα.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο βάσει των παραδοχών του στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέλειψε να εφαρμόσει ένα ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος, ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο, βάσει των παραδοχών του δεν έπρεπε να εφαρμόσει.
Ειδικότερα το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις 173 και 200 ΑΚ, όταν, αν και διαπιστώνει ανέλεγκτα, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστεως.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Επίσης, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου, υπό την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου στερείται νομίμου βάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.
όταν στην απόφασή του δεν διευκρινίζεται αν στη δικαιοπραξία υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια και εντεύθεν ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας της και παρά ταύτα εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών. Περαιτέρω, η εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας για ύπαρξη κενού στην δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως ή ασάφειας στην διατύπωση αυτής και για τον λόγο αυτό η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για τη συμπλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις.
Παραβιάζονται ομοίως οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά την διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει εις αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων ή δεν παραθέτει στην απόφασή του πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (Ολ.Α.Π. 26/2004, Α.Π. 493/2008, Α.Π. 329/2008, 254/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, επίσης ότι η εναγομένη (και ήδη αναιρεσείουσα) "παρακράτησε από το οφειλόμενο ποσό αποζημίωσης, ως μη όφειλε, τον φόρο μισθωτών υπηρεσιών, που ανερχόταν σε 27.783,41 ευρώ και κατέβαλε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο μόνο 131.133,64 ευρώ ... καθόσον, όταν τα συμβαλλόμενα μέρη όριζαν με το τελευταίο εδάφιο της παρ.
γ' του όρου 3 της ως άνω, από 28-3-2003 συμφωνίας τους ότι "όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημίωσης και συνυπολογίζονται πέραν αυτής", με το όρο "νόμιμες επιβαρύνσεις" προφανώς εννοούσαν τον φόρο του άρθρου 14 του Ν. 2238/1994, στον οποίο και μόνο υπόκειται η αποζημίωση αυτή, αφού ουδεμία άλλη επιβάρυνση επί του καταβληθησομένου ποσού αυτής προβλέπεται από το νόμο.
Δηλαδή, κατά την υπογραφή της εν λόγω συμβάσεως, τα συμβαλλόμενα μέρη, με την ειδικότερη αναφορά στη διατύπωση του ως άνω συμβατικού όρου (3γ), που ερμηνεύεται σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (άρθρα 173 και 200 Α.Κ.), θέλησαν και απέβλεψαν να απαλλάξουν την καταβαλλόμενη αποζημίωση απολύσεως από τον ως άνω φόρο του άρθρου 14 Ν. 2238/1994, έτσι ώστε το καθοριζόμενο (διπλάσιο) ύψος αυτής να αποτελέσει το καταβλητέο καθαρό ποσό, απαλλαγμένο οποιωνδήποτε επιβαρύνσεων, επ' ωφελεία των αποχωρούντων, στα πλαίσια της εθελουσίας εξόδου μισθωτών, αφού σε αντίθετη περίπτωση, η παραπάνω συμβατική πρόβλεψη, που αποτέλεσε και περιεχόμενο μεταγενέστερης, ταυτόσημης νομοθετικής ρύθμισης, θα ήταν κενή περιεχομένου".
Στην ερμηνεία αυτή οδηγήθηκε το δικαστήριο, καθόσον και κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, διαπίστωσε, εμμέσως πλην σαφώς και ειδικότερα με τη φράση "προφανώς εννούσαν", ασάφεια και αμφιβολία εκ μέρους των συμβληθέντων και ήδη διαδίκων, ως προς την αληθινή έννοια του ως άνω συμβατικού όρου, σύμφωνα με τον οποίο "όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό ης οφειλόμενης αποζημίωσης και συνυπολογίζονται πέραν αυτής".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο περιέλαβε πλήρεις αιτιολογίες, οι οποίες κρίνονται ικανές να συγκροτήσουν την έννομη σχέση, την οποία στηρίζει το διατακτικό, σε σχέση με το ανωτέρω ζήτημα καθώς και να καταστήσουν εφικτό τον σχετικό αναιρετικό έλεγχο. Επίσης, με βάση αυτά, το Εφετείο, ορθά εφήρμοσε τους ουσιαστικούς κανόνες των άρθρων 361, 173,174 Α.Κ και άρθρου 14 παρ. 7β Ν. 2238/1994, που διέπουν την επίδικη έννομη σχέση και, συνεπώς, ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου δε 559 περ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ., πρώτος λόγος της ένδικης αιτήσεως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Επίσης, απορριπτέος, ως αβάσιμος είναι και ο εκ του αριθμ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αναιρετικός λόγος, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που αποτελούσε και λόγο εφέσεως, ότι δεν ήταν στη βούληση των μερών να επιβαρυνθεί αυτή και με τον από το νόμο προβλεπόμενο φόρο, αφού, από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό, πλην δεν τον θεώρησε ως βάσιμο και τον απέρριψε.
Επειδή, κατά το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2238/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 8 και 9 του ν. 3091/2002, "Με την επιφύλαξη των διατάξεων της περιπτώσεως γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 45, φορολογούνται αυτοτελώς, εξαντλουμένης της φορολογικής υποχρεώσεως, τα ποσά των αποζημιώσεων που καταβάλλονται στους δικαιούχους με βάση α) το άρθρο 1 του β.δ. 16/18 Ιουλίου 1920, β) το ν. 2112/1920, γ) το άρθρο 94 του ν.
δ 3026/1954. Ο φόρος υπολογίζεται με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) στο καθαρό ποσό της αποζημιώσεως μετά την αφαίρεση ποσού είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και παρακρατείται κατά την πληρωμή της στο δικαιούχο. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της περιπτώσεως γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 45, οι διατάξεις αυτής της περιπτώσεως, εφαρμόζονται αναλόγως και για κάθε εφάπαξ αποζημίωση που παρέχεται από οποιονδήποτε φορέα και για οποιοδήποτε λόγο διακοπής της σχέσεως, η οποία συνδέει το φορέα με το δικαιούχο της αποζημιώσεως.
Αν το ποσό που καταβάλλεται στο δικαιούχο της αποζημιώσεως υπερβαίνει εκείνο που θα έπρεπε να του καταβληθεί, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, το συνολικό ποσό της αποζημιώσεως που του καταβάλλεται φορολογείται με τον πιο πάνω συντελεστή". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει μεν ότι υπόχρεος έναντι του δημοσίου προς καταβολή του αναλογούντος φόρου εισοδήματος είναι ο δικαιούχος της αποζημιώσεως, ο δε εργοδότης υποχρεούται απλώς να παρακρατήσει το φόρο αυτόν κατά την πληρωμή της αποζημιώσεως στο δικαιούχο, πλην όμως, δεν αντίκειται στις εν λόγω διατάξεις, η ενοχικού χαρακτήρα συμφωνία, που καταρτίζεται μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου-δικαιούχου, βάσει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), με την οποία συμφωνείται η καταβολή στο δικαιούχο ολόκληρης της αποζημιώσεως, χωρίς την παρακράτηση του αναλογούντος φόρου, τον οποίο αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει στο δημόσιο ο εργοδότης.
Και τούτο, διότι η εν λόγω συμφωνία ισχύει μόνο στις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και δε μεταβάλλεται με αυτήν ο εκ του νόμου έναντι του δημοσίου υπόχρεος σε καταβολή του αναλογούντος στην αποζημίωση φόρου. Δεν μπορεί δε να συναχθεί επιχείρημα υπέρ της αντίθετης απόψεως, από τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του ν.δ. 4444/1964 κατά την οποία, "απαγορεύεται η εκ μέρους των επιχειρήσεων, των πάσης φύσεως οργανισμών και εν γένει εργοδοτών καταβολή εις βάρος των επιχειρήσεων κ.λ.π.
του φόρου εισοδήματος επί των αποδοχών του προσωπικού των ως και του φόρου του αναλογούντος επί των λοιπών εισοδημάτων αυτού", καθόσον ως κύρωση για την παράβαση της διατάξεως αυτής ορίζεται με την ίδια τη διάταξη όχι η ακυρότητα της σχετικής συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, αλλά η μη έκπτωση των καταβληθέντων για την αιτία αυτή ποσών ως δαπάνη της επιχειρήσεως.
Επομένως, το Εφετείο, που δέχτηκε ως έγκυρη την ως άνω από 28-3-2003 συμφωνία, στο περιεχόμενο της οποίας εκτίμησε ότι περιέχεται και ο όρος ότι το καταβλητέο στους δικαιούχους (εθελουσίως εξερχόμενους από την υπηρεσία εργαζόμενους), ποσό αποζημιώσεως δε θα επιβαρύνεται με τον αναλογούντα σ' αυτήν φόρο εισοδήματος, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και κατά συνέπεια, ο αντίθετος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
δεύτερος αναιρέσεως, με τον οποίο, κατά το σχετικό αυτού σκέλος, τα αντίθετα υποστηρίζονται, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 559 περ. 14 Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση είναι αναιρετέα, "αν το δικαστήριο, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα ή απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παράβαση δικονομικής διατάξεως, Μέσω του λόγου αυτού ελέγχεται, μεταξύ άλλων και η αοριστία της αγωγής.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 216 Κ.Πολ.Δικ., η αγωγή, για να είναι ορισμένη, πρέπει (εκτός των στοιχείων που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117), α) σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα, κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή εκτίθεται ότι , με βάση την από 12-4-1979 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αορίστου χρόνου, ο ενάγων προσελήφθη από την εταιρεία "Ξενοδοχεία - Τελεφερίκ και Καζίνα Αττικής ΑΕ", προκειμένου να εργασθεί ως τεχνικός παιγνίων. Ότι και μετά την περιέλευση της ανωτέρω εταιρείας στον Ε.Ο.Τ., το έτος 1984, συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του σ' αυτόν και, στη συνέχεια, στην πρώτη εναγομένη, στην οποία, με βάση νόμο, μεταφέρθηκε όλο το προσωπικό της αρχικής εργοδότριας.
Ότι την 9-5-2004 απεχώρησε οικειοθελώς από την υπηρεσία, κατ' εφαρμογή της από 28-3-2003 συμφωνίας, μεταξύ της πρώτης εναγομένης (και ήδη αναιρεσείουσας) και των συνδικαλιστικών οργανώσεων, στις οποίες ανήκε ο ενάγων και με τον ειδικότερο όρο να λάβει αποζημίωση, ίση με το διπλάσιο της προβλεπομένης από τους Ν. 2112/1920 και 3198/1955.
Ότι, κατά τη συμφωνία αυτή, οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται ποσό της αποζημίωσης και συνυπολογίζονται, πέραν αυτής. Ότι, με βάση τα παραπάνω, έπρεπε να λάβει ως αποζημίωση το ποσό αναφερόμενο σ' αυτή χρηματικό ποσό, πλην έλαβε λιγότερα, λόγω παρακράτησης εκ μέρους της εναγομένης του αναλογούντα φόρου, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα, πράγμα που αντίκειται στην ως άνω συμφωνία τους.
Ζητείται, στη συνέχεια, να υποχρεωθεί η εναγομένη, να του καταβάλει το ως ποσό, με το νόμιμο τόκο. Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα, η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη και πλήρως ορισμένη.
Συνεπώς Εφετείο, με το να δεχθεί τα ίδια και να απορρίψει τον σχετικό λόγο εφέσεως της εναγομένης, με τον οποίο τα αντίθετα υποστήριζε, ορθά έκρινε και, επομένως, ο περί του αντιθέτου, τέταρτος , αληθώς δε εκ του αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., λόγος της ένδικης αίτησης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Επειδή, μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί. Δικαστική δαπάνη δε θα επιβληθεί υπέρ των αναιρεσιβλήτων, ελλείψει σχετικού αιτήματος.
ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-5-2007 αίτηση της εταιρίας "ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ" κατά της υπ' αριθμ. 8926/2006 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ