Legislator Case Law & Legislation
849/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal arguing that excessive trial duration without defendant's fault should have been a mitigating circumstance reducing the sentence.

Case Number 849/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the defendant's appeal against a second-instance conviction for theft, rejecting the claim that the trial's excessive duration without her fault should have mitigated the sentence. The defendant argued that the new Criminal Code treats such duration as a mitigating circumstance, yet the lower court failed to explicitly address this specific defense in its reasoning. The Court ruled that since the defense was not formally proposed with all necessary factual details, the lower court was not obligated to examine it or provide specific justification for its rejection.

Legislator headnote

AI generated

Articles 84 paragraph 3 of the Criminal Code; The defense of excessive trial duration without the defendant's fault, when not clearly and specifically proposed with all requisite factual elements, does not trigger the lower court's obligation to examine it or provide special reasoning for its rejection.

Keywords

AI generated
excessive trial duration mitigating circumstance specific defense proposal special reasoning requirement Criminal Code Article 84 appeal dismissal procedural default

Cited Legislation

AI generated
Article 84 paragraph 3 of the Criminal Code
Article 93 of the Constitution
Article 139 of the Code of Criminal Procedure
Article 171 paragraph 2 of the Code of Criminal Procedure
Article 333 paragraph 2 of the Code of Criminal Procedure
Article 464 of the Code of Criminal Procedure
Article 466 paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 473 paragraph 2 of the Code of Criminal Procedure
Article 474 paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 504 paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 505 of the Code of Criminal Procedure
Article 510 paragraph 1 item D of the Code of Criminal Procedure
Article 578 paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 79 of the Criminal Code
Article 5 paragraph 1 of Law 4239/2014

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 365/2022
Supreme Court Case 1300/2022
Supreme Court Case 13/2022
Supreme Court Case 1583/2022
Supreme Court Case 158/2022

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 849 / 2024 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 849/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Παναγιώτα Πασσίση, Κωνσταντίνα Νάκου και Λεωνίδα Χατζησταύρου-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σκιαδαρέση (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Γ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Γαλανόπουλο, για αναίρεση της αποφάσεως 537/2023 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ), νομίμως εκπροσωπούμενος, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ρηγόπουλο.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεσή της για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ' αριθ. 5/9-2-2024 αίτησή της αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 190/2024.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση, με αριθμό 5/2024 αίτηση της αναιρεσείουσας, Γ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., με δήλωσή της ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Πατρών, στις 9-2-2024, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 537/19-9-2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών, με την οποία η ανωτέρω καταδικάστηκε, σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της υπεξαίρεσης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 375 παρ. 1 α', 98 ΠΚ), σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, που ανεστάλη επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ). Είναι, συνεπώς, αυτή παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.

Η επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορο του. Αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι εκείνοι, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής.

Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη του οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά τα άρθρα 83 και 85 του ίδιου Κώδικα, ποινής, την τυχόν συνδρομή των οποίων βεβαίως, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης, ερευνά και αυτεπαγγέλτως, χωρίς όμως να είναι υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης (ΑΠ 661/2023, ΑΠ 643/2023, ΑΠ 422/2023).

Προϋπόθεση, όμως, της δυνατότητας αξιολόγησης και, σε περίπτωση ευδοκίμησής τους, της επέλευσης του ευνοϊκότερου για τον κατηγορούμενο αποτελέσματος, είναι η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή και με προφορική ανάπτυξή τους κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσής τους, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους (Ολ.

ΑΠ 2/2005, ΑΠ 899/2023). Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται και η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρ. 84 του ΠΚ, με στοιχείο δ', ήτοι ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Για την αναγνώριση στον κατηγορούμενο της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, δεν αρκεί μόνη η ρηματική μεταμέλεια κατά τη διάρκεια της ποινικής δίκης, αλλά απαιτείται να είναι αυτή εκούσια και έμπρακτη, συνοδευόμενη από πράξεις ή ενέργειες, που να μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις (οικονομικές ή άλλες) συνέπειες της πράξης του, δηλαδή πρέπει να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι ο κατηγορούμενος μεταμελήθηκε και για τον λόγο αυτό επιζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της αξιόποινης συμπεριφοράς του (ΑΠ 187/2023, 188/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, πριν την απαγγελία της απόφασης για την ενοχή της τελευταίας για την παραπάνω πράξη, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε "να κηρυχθεί αυτή αθώα και, στην αδόκητη περίπτωση που αυτή κριθεί ένοχη, να αναγνωριστεί στο πρόσωπό της η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 δ' του ΠΚ, σωρευτικά με το πρωτοδίκως αναγνωρισθέν ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ".

Ακολούθως, το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε ένοχη την κατηγορουμένη, απέρριψε το προαναφερόμενο αίτημα με το εξής σκεπτικό, κατά πιστή αντιγραφή: "....δεν πρέπει να αναγνωριστεί στο πρόσωπο της κατηγορουμένης η προβλεπόμενη στο άρθρο 84 παρ. 2 δ' του ΠΚ ελαφρυντική περίσταση, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού, που πρότεινε ο συνήγορος υπεράσπισής της ως αβασίμου, αφού δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής της συγκεκριμένης διάταξης, καθόσον δεν προέκυψε ότι η ανωτέρω κατηγορουμένη επέδειξε ειλικρινή μετάνοια, έχοντας προβεί σε κάποια περαιτέρω ενέργεια για τη μείωση των συνεπειών της προπεριγραφόμενης πράξης της.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, στην προκειμένη περίπτωση πρέπει να απορριφθεί το αίτημα αναγνώρισης στο πρόσωπο της κατηγορουμένης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 δ' ΠΚ". Ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός από το άρθρο 84 παρ. 2 στοιχ. δ' ΠΚ, για την απόρριψη του οποίου παραπονείται η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, για τον λόγο ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα από αυτήν αποδεικτικά μέσα, όπως προβλήθηκε, με την επίκληση μόνο της σχετικής διάταξης του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ.

δ' ΠΚ, ήταν αόριστος, αφού δεν εκτέθηκαν τα αναγκαία για τη θεμελίωσή του πραγματικά περιστατικά και το Δικαστήριο, εντεύθεν, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, πέραν του ότι ως εκ περισσού απάντησε.

Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζονται από την αναιρεσείουσα, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού (άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ), είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Στο άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 4239/2014 για "Δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης, στα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια και στο Ελεγκτικό Συνέδριο και άλλες διατάξεις", ορίζεται ότι: "Κατά την επιμέτρηση της ποινής το αρμόδιο δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψιν την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορούμενου. Στη δικαστική απόφαση γίνεται ρητή μνεία με συνοπτική αιτιολογία, ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του την, κατά τα άνω, υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας, γεγονός το οποίο μπορεί να συνιστά, εν όλω ή εν μέρει, δίκαιη ικανοποίηση για την καθυστέρηση της ποινικής διαδικασίας.".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ως άνω νόμου, "Η αρμοδιότητα προς εκδίκαση της αίτησης για δίκαιη ικανοποίηση, όταν αφορά καθυστέρηση εκδίκασης υπόθεσης ενώπιον: (α) του Αρείου Πάγου, ανατίθεται σε Αρεοπαγίτη, (β) του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ανατίθεται σε Σύμβουλο ή Πάρεδρο, (γ) του Εφετείου, ανατίθεται σε Πρόεδρο Εφετών του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, (δ) του Πρωτοδικείου, ανατίθεται σε Πρόεδρο Πρωτοδικών του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, (ε) του Ειρηνοδικείου, ανατίθεται στον Ειρηνοδίκη που διευθύνει το Ειρηνοδικείο που εξέδωσε την απόφαση...".

Ακόμη, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου, "1. Το δικαστήριο αποφαίνεται για το αν συντρέχει υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης συνεκτιμώντας ιδίως: α) την καταχρηστική ή παρελκυστική συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης για τη διάρκεια της οποίας διατυπώνεται παράπονο ότι υπερέβη την εύλογη διάρκεια, β) την πολυπλοκότητα των τιθέμενων πραγματικών και νομικών ζητημάτων, γ) τη στάση των αρμόδιων κρατικών αρχών και δ) το διακύβευμα της υπόθεσης για τον αιτούντα. 2.

Όταν διαπιστώνεται ότι συντρέχει υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης και επομένως υπάρχει παραβίαση του δικαιώματος σε ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, το δικαστήριο αποφαίνεται για το αν πρέπει να καταβληθεί χρηματικό ποσό για τη δίκαιη ικανοποίηση και σε καταφατική περίπτωση ορίζει το ύψος αυτής, λαμβάνοντας υπόψη και την περίοδο που υπερέβη τον εύλογο χρόνο για την εκδίκαση της υπόθεσης, κατά συνεκτίμηση των κριτηρίων της προηγούμενης παραγράφου, καθώς και την ικανοποίηση του αιτούντος από άλλα μέτρα που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία για την αποκατάσταση της βλάβης του, μεταξύ των οποίων και την επιδίκαση υπέρ αυτού αυξημένης δικαστικής δαπάνης, κατά τα οριζόμενα στις οικείες διατάξεις".

Τέλος, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 του αυτού ως άνω νόμου, "Τα οριζόμενα στα προηγούμενα άρθρα εφαρμόζονται αναλόγως και στις διαδικασίες ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των επομένων παραγράφων", όπως και η παράγραφος 3 του άρθρου τούτου, που παρατέθηκε παραπάνω, σύμφωνα με την οποία κατά την επιμέτρηση της ποινής το αρμόδιο δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου.

Όμως, στο άρθρο 84 παρ. 3 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, ορίσθηκε ότι "Ως ελαφρυντική περίπτωση λογίζεται και η μη εύλογη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου". Με τη νέα αυτή διάταξη, η οποία ως νεότερη και επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο, έχουσα τις ίδιες προϋποθέσεις εφαρμογής, σιωπηρά καταργεί τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 4239/2014, η μη εύλογη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας από στοιχείο επιμέτρησης της ποινής κατέστη ελαφρυντική περίσταση (ΑΠ 365/2022, ΑΠ 1300/2022, ΑΠ 13/2022).

Κριτήριο για την κατάφαση της υπέρβασης αυτής δεν είναι μόνο η παρέλευση δυσανάλογα μεγάλου χρονικού διαστήματος από την τέλεση του εγκλήματος, αλλά συνεκτιμώνται ιδίως, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.1 του ν. 4239/2014 και η καταχρηστική ή παρελκυστική συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης, η πολυπλοκότητα των πραγματικών και νομικών ζητημάτων, η στάση των αρμόδιων κρατικών αρχών και το διακύβευμα της υπόθεσης για τον κατηγορούμενο.

Η ως άνω ελαφρυντική περίπτωση, ως αυτοτελής ισχυρισμός, πρέπει να προταθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή του, έτσι ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί και, σε περίπτωση αποδοχής του, να οδηγήσει στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, άλλως δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί του ισχυρισμού αυτού (αόριστου) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (ΑΠ 1583/2022, ΑΠ 158/2022, ΑΠ 13/2022).

Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι ουδόλως προβλήθηκε αίτημα από τον συνήγορο της κατηγορουμένης για μείωση της ποινής λόγω ανυπαίτιας υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης, κατά το άρθρο 84 παρ. 3 του ΠΚ.

Συνεπώς, το Δικαστήριο, που δεν διαπίστωσε αυτεπαγγέλτως ότι υπήρξε υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης χωρίς υπαιτιότητα της κατηγορουμένης και επιμέτρησε την επιβληθείσα σε βάρος της ποινή βάσει των κριτηρίων του άρθρου 79 ΠΚ, δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει σχετική ειδική αιτιολογία για το ζήτημα αυτό. Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι ουδεμία μνεία και ειδική αιτιολογία διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, έτσι ώστε να προκύπτει αν συνεκτιμήθηκε ή όχι από το Δικαστήριο, για την επιμέτρηση της ποινής, ενδεχόμενη υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης χωρίς υπαιτιότητά της, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 5/2024 αίτηση της αναιρεσείουσας, Γ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ` αριθμ. 537/19-9-2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2024.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ