Supreme Court dismisses appeal on civil liability where criminal acquittal does not bind civil court findings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a civil court judgment regarding construction liability. The appellant argued that the civil court violated his right to a fair trial by ignoring a prior criminal acquittal for negligence. The court held that a civil court is not bound by a criminal acquittal and may reach different factual conclusions based on its own evidence. Consequently, the appeal was rejected as unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 6 § 2 ECHR; Article 14 § 3 ICCPR: A civil court is not precluded from reaching a different factual conclusion than a criminal court, even if the latter acquitted the defendant of negligence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 849 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 849/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτα Πασσίση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Β., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπαμπινιώτη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) A. (Α.) S. (Σ.) του Ν., ενεργούσας για τον εαυτό της ατομικά και ως αποκλειστικώς ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της A. S., κατοίκου ... ... 2) E. S. του A., κατοίκου ..., 3) A. S. του A., κατοίκου ... ... και 4) V. A. του A., κατοίκου ... ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-5-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2013 εν μέρει οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 223/2014 μη οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., 19/2017 του Μονομελούς Εφετείου ..., 74/2018 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... και 221/2019 του Τριμελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-11-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1-3 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από άλλον επισπεύδοντα τη συζήτηση διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Διαφορετικά, αν, δηλαδή, δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος την επέσπευσε, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 119/2019). Περαιτέρω, στο άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021, που περιέλαβε διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων μετά την αναστολή λειτουργίας τους προς αντιμετώπιση του ιού COVID-19, για το χρονικό διάστημα από 1.4.2021 έως 30.6.2021, oρίζεται ότι "Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.
Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr, για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".
Από την αμέσως παραπάνω διάταξη συνάγεται ότι, σε περίπτωση που η συζήτηση αιτήσεως αναιρέσεως ματαιώθηκε λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων εξαιτίας του ιού COVID-19, με πράξη του προέδρου του αντίστοιχου τμήματος του Αρείου Πάγου ορίζεται νέα σύντομη δικάσιμος, χωρίς όμως να απαιτείται να επιδοθεί κλήση από τον ένα διάδικο στον άλλο για τη συζήτηση της υπόθεσης, καθώς η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο του δικαστηρίου, που γίνεται από το γραμματέα, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη νέα δικάσιμο.
Κατ' αναλογική δε εφαρμογή των όσων ισχύουν σε περίπτωση αναβολής της υπόθεσης με αίτημα των διαδίκων και εγγραφής της στο πινάκιο από το γραμματέα, προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής λόγω της εγγραφής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος, κατά την οίκοθεν ορισθείσα νέα δικάσιμο, διάδικος, είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε.
Εν προκειμένω, η υπό κρίση, από 4.11.2019 αίτηση, με την οποία διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθ. 221/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ..., που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, είχε οριστεί αρχικά να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 12.4.2021. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 6933Γ/10.1.2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου ..., με έδρα το Πρωτοδικείο ..., Α.
Β., που προσκομίζει μετ' επικλήσεως ο αναιρεσείων, με επιμέλεια του οποίου επισπεύσθηκε η συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της αίτησης με κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο δικηγόρο ... Περικλή Β. Κατσαούνη, υπό την ιδιότητά του ως πληρεξούσιου δικηγόρου και αντικλήτου των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 96, 143 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από τα, επίσης, προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από τον αναιρεσείοντα, ειδικά πληρεξούσια υπ' αριθ. ...
της συμβολαιογράφου ... Ευφροσύνης Παναγιώτη Προύντζου, ... της συμβολαιογράφου ... Ζωής Λαμπαθάκη, ... και ... της συμβολαιογράφου ... Ευφροσύνης Παναγιώτη Προύντζου, τα οποία προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι κατά τη συζήτηση της ασκηθείσας από τον αναιρεσείοντα αίτησης αναστολής της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 183/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου (Τμήμα Α2 σε Συμβούλιο).
Κατά την άνω ορισθείσα αρχική δικάσιμο η υπόθεση δεν εκφωνήθηκε λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων εξαιτίας της πανδημίας COVID-19. Ακολούθως, δυνάμει του ως άνω άρθρου 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021, εκδόθηκε η από 12.5.2021 Πράξη του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίστηκε αυτεπαγγέλτως ως νέα ημέρα συζήτησης στο ακροατήριο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμος (13.12.2021), ενώ, παράλληλα, με πρωτοβουλία του Γραμματέα η υπόθεση ενεγράφη στο οικείο πινάκιο με αύξοντα αριθμό 42, προς ενημέρωση δε των διαδίκων η ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr, στο site του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr, στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr.
Ωστόσο, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν στην ορισθείσα νέα δικάσιμο (13.12.2021), κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά στο οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, ενόψει ότι η οίκοθεν αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 83 παρ. 2 ν. 4790/2020), πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων, αφού δεν ήταν αναγκαία νέα κλήτευση αυτών, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 16 του Ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (αρθρ. 38 ΕισΝΑΚ), σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης σε περίπτωση θανάτου, οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας και μάλιστα ανεξαρτήτως του εάν ο παθών ήταν ή όχι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ.
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914 και 922 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η δέουσα στις συναλλαγές προσοχή και επιμέλεια που κάθε συνετός άνθρωπος, κατά κρίση αντικειμενική, όφειλε και μπορούσε, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να καταβάλει, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτών και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας.
Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, πράγμα που υπάρχει ιδίως, όταν ο υπαίτιος με ενέργειές του δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση από την οποία είναι δυνατό να προκύψει ζημία σε τρίτους.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε (ΑΠ 517/2017, ΑΠ 81/2013).
Συνεπώς, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα και, σε περίπτωση θανάτου αυτού, οι επιζώντες σύζυγος και συγγενικά του πρόσωπα χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη αντίστοιχα, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα των ενεχομένων στο εργατικό ατύχημα ή των προστηθέντων από αυτούς προσώπων (άρθρο 922 ΑΚ), με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 (ΑΠ 517/2017, ΑΠ 534/2017, ΑΠ 910/2015, ΑΠ 676/2015).
Τέτοιο πταίσμα, προκειμένου ειδικότερα περί οικοδομικών εν γένει εργασιών, θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του π.δ/τος 778/1980 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών" (ΦΕΚ Α' 193) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 του από 25.8/5.9.1920 β.δ/τος "περί κωδικοποιήσεως των περί υγιεινής και ασφαλείας των εργατών διατάξεων" από τους κατά νόμο υπεύθυνους του έργου.
Τέτοια διάταξη είναι και εκείνη του άρθρου 9 παρ.1 του ως άνω π.δ/τος, η οποία περιγράφει τους όρους ασφαλείας που πρέπει να πληρούν τα δάπεδα των ικριωμάτων, μεταξύ των οποίων και ο υπό στοιχ. (α) όρος, σύμφωνα με τον οποίο τα δάπεδα των ικριωμάτων πρέπει "να συνίστανται εκ τριών (3) μαδερίων τουλάχιστον ελαχίστου πάχους πέντε εκατοστών (0,05) του μέτρου και συνολικού πλάτους τουλάχιστον εξήκοντα εκατοστών (0,60) του μέτρου...".
Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 2 αριθ. 6 και 7 του ν. 1396/1983 "Υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας σε οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα" και υπό τον παράτιτλο "εννοιολογικοί προσδιορισμοί" ορίζεται ότι μελετητής είναι το πρόσωπο που με σύμβαση με το κύριο του έργου έχει εκπονήσει τη μελέτη του τεχνικού έργου, η οποία έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή (αρ. 6), ενώ επιβλέπων είναι το πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματός του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης (αρ.7).
Με τη διάταξη του άρθρου 7 του ιδίου νόμου περιγράφονται οι υποχρεώσεις του επιβλέποντος, στις οποίες περιλαμβάνεται και η υποχρέωση αυτού να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος και να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους (αριθ. 1).
Επίσης με το άρθρο 1 του π.δ/τος 1073/1981 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού" (ΦΕΚ Α' 260) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ως άνω άρθρου 6 του από 25.8/5.9.1920 β.δ/τος ορίζεται ότι: "Επί των πάσης φύσεως εργοταξιακών έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού, συμπεριλαμβανομένων και των οικοδομικών τοιούτων, τηρούνται υπό των κατά νόμον υπευθύνων, πέραν των διατάξεων του π.δ.778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών", και αι ειδικαί διατάξεις των επομένων άρθρων", στις οποίες περιλαμβάνεται και εκείνη του άρθρου 34 που αφορά τους όρους ασφαλείας των ικριωμάτων (ΑΠ 517/2017, ΑΠ 938/2013), κατά την παρ. 1 του οποίου "το πλάτος των διαδρόμων εργασίας των ικριωμάτων πρέπει να είναι επαρκές και ανάλογο με την εργασίαν δια την οποίαν κατεσκευάσθη το ικρίωμα.
Εις πάσαν περίπτωσιν πρέπει να υπάρχει διάστημα ελεύθερον, από σταθερά εμπόδια ή αποθηκευμένα υλικά, πλάτους τουλάχιστον εξήκοντα (0,60) του μέτρου. Ούτω το πλάτος του δαπέδου εργασίας του ικριώματος πρέπει κατά περίπτωσιν να είναι: α) Εξήκοντα εκατοστά (0,60) του μέτρου εάν υποβαστάζη αποκλειστικώς εργαζομένους (χωρίς απόθεσιν υλικών πλην των αμέσως χρησιμοποιουμένων)...β)....
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του π.δ/τος 778/1980, του ν. 1396/1983 και του π.δ/τος 1073/1981, συνάγεται ότι ο πολιτικός μηχανικός, που επιβλέπει την κατασκευή οικοδομικού έργου έχει νομική υποχρέωση να δίνει οδηγίες στον ιδιοκτήτη ή στον εργολάβο (και τον τυχόν υπάρχοντα υπεργολάβο) για τη λήψη των ενδεικνυόμενων μέτρων ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος κατά την κατασκευή των ικριωμάτων και να επιβλέπει περιοδικά αν τα ικριώματα πληρούν τους όρους ασφαλείας από άποψη χρησιμοποιούμενης ξυλείας και κατασκευής αυτών (ΑΠ 517/2017, ΑΠ 1256/2014, ΑΠ 2090/2014).
Τέλος η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε διπλωματούχο μηχανικό η εκπόνηση μελέτης προς έκδοση οικοδομικής άδειας ή/και η επίβλεψη του οικοδομικού έργου, στο οποίο αφορά αυτή, φέρει το χαρακτήρα σύμβασης μίσθωσης έργου (άρθρο 681 ΑΚ), η κατάρτιση της οποίας δεν υπόκειται σε συστατικό τύπο. Ανεξαρτήτως όμως της κατάρτισης σχετικής σύμβασης έργου μεταξύ του κυρίου του έργου και του πολιτικού μηχανικού με αντικείμενο την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και την εκτέλεση τεχνικού έργου, που προσδίδει στον τελευταίο την ιδιότητα του επιβλέποντος, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 7 του Ν. 1396/1983, έχοντος τις κατά τη διάταξη του άρθρου 7 του ως άνω νόμου σε συνδυασμό με τις λοιπές προστατευτικές ρυθμίσεις της οικείας νομοθεσίας υποχρεώσεις, η οποία συνιστά και τη συνήθη περίπτωση, στην περίπτωση που πολιτικός μηχανικός εν τοις πράγμασι επιβλέπει κάποιο οικοδομικό έργο, έστω και εάν η επίβλεψη αυτή έλαβε χώρα ευκαιριακά, αυτός έχει τις ίδιες υποχρεώσεις προς λήψη των αναγκαίων μέτρων για την πρόληψη εργατικού ατυχήματος, κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 330 και 914 του ΑΚ, με συνέπεια, αν με πράξεις ή παραλείψεις του από υπαιτιότητα αυτού ως προς την τήρηση των μέτρων ασφαλείας λάβει χώρα εργατικό ατύχημα, αυτός να ενέχεται έναντι του παθόντος σε καταβολή χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του τελευταίου και σε περίπτωση θανάτου στη σύζυγο και τους συγγενείς του προς αποκατάσταση της ψυχικής τους οδύνης, κατά τις προαναφερθείσες γενικές διατάξεις των άρθρων 330, 914 και 932 του ΑΚ.
Τούτο συνάγεται και από τη ρύθμιση του άρθρου 7 του ν. 1396/1983, στην οποία διαλαμβάνονται οι κατά τη διάταξη αυτή υποχρεώσεις του επιβλέποντος, "εκτός από τις υποχρεώσεις του που πηγάζουν από άλλες διατάξεις", στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες που πηγάζουν από τις γενικές περί αδικοπραξίας διατάξεις του Αστικού Κώδικα (ΑΠ 517/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτόν ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά (ΑΠ 666/2014).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 221/2019 τελεσίδικη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Ο S. G.
του A., ... υπήκοος, σύζυγος της πρώτης ενάγουσας (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) και πατέρας του ανήλικου υιού τους, A. S., του οποίου την γονική μέριμνα ασκεί η ίδια, και αδελφός των λοιπών εναγόντων (ήδη λοιπών τριών αναιρεσιβλήτων), είχε εγκατασταθεί και εργαζόταν μόνιμα στην Ελλάδα, ως οικονομικός μετανάστης.
Από τις αρχές του έτους 1999 προσλήφθηκε, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από τον εργολάβο οικοδομών, Η. Κ., προκειμένου να εργασθεί ως εργάτης οικοδομής στις διάφορες οικοδομικές εργασίες που αναλάμβανε ο άνω εργοδότης του ως εργολάβος σκυροδέτησης - μπετόν. Κατά το έτος 2003, ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών, Α.
Π. (νυν αναιρεσείων), κατόπιν συμφωνίας του με τους Α. συζ. Χ. Π. και Χ. Π., ιδιοκτήτες οικοπέδου κειμένου στα ... του Δήμου ... ... ανέλαβε, υπό την ιδιότητα του διπλωματούχου επιβλέποντος και υπεύθυνου μηχανικού του έργου, να εκδώσει την οικοδομική άδεια μιας διώροφης οικοδομής με υπόγειο στο όνομα των ανωτέρω ιδιοκτητών, ο δε Η.
Κ., με την ιδιότητα του εργολάβου σκυροδέματος, να εκτελέσει την κατασκευή του φέροντος οργανισμού της εν λόγω οικοδομής [κατασκευή ξυλοτύπου, σιδηρού οπλισμού και σκυροδέτηση]. Πράγματι, μετά την εκπόνηση της σχετικής μελέτης του εναγομένου, Α. Π. (αναιρεσείοντος), εκδόθηκε η υπ' αριθ. 99/2003 άδεια ανέγερσης της εν λόγω διωρόφου οικοδομής με υπόγειο, του Πολεοδομικού Γραφείου ..., όπου ο ανωτέρω αναφέρεται ως συντάξας μηχανικός της αρχιτεκτονικής μελέτης, της μελέτης του φέροντος οργανισμού και λοιπών μελετών, αλλά και ως ορισθείς επιβλέπων μηχανικός της εν γένει εκτέλεσης του έργου.
Κατά το μήνα Απρίλιο του 2003, πραγματοποιήθηκαν οι εργασίες εκσκαφών στο οικόπεδο και ακολούθως, τον Μάιο του 2003, ανέλαβε ο Η. Κ. με το συνεργείο του τις εργασίες σκυροδέτησης της οικοδομής, στις οποίες συμμετείχε και ο θανών, ... μαζί με τους A. A. και B. N.. Ο ως άνω εργολάβος με το συνεργείο του, αφού αποπεράτωσε τις κολώνες, τα δοκάρια και την οροφή του υπογείου, προχώρησε στην ανέγερση του ισογείου, δηλαδή στην κατασκευή των δοκαριών της οροφής, που είναι οι οριζόντιες τσιμεντοδοκοί και των κολώνων, που αποτελούσαν την συνέχεια αυτών του υπογείου και προεξείχαν του δαπέδου του ισογείου, οι μπετόβεργές τους.
Για την κατασκευή αυτή, οι ως άνω εργαζόμενοι ανύψωσαν περιμετρικά, σε όλο το εύρος της οικοδομής επί του δαπέδου του ισογείου, μεταλλικές σκαλωσιές, ευθυγραμμιζόμενες με την θέση των κολώνων, ώστε συνενούμενες με τα δοκάρια, μετά το καλούπωμά τους στην κορυφή των σκαλωσιών αυτών, να αποτελέσουν τον φέροντα σκελετό τον ισογείου.
Ειδικότερα, αυτοί τοποθέτησαν όρθια δύο πλαίσια σε σχήμα Η, το ένα απέναντι από το άλλο, τα συνέδεσαν με συνδετικές αντηρίδες (σχήματος "Χ") και στο επάνω μέρος τους, που φέρουν από δύο υποδοχές ("βίδες"), πάκτωσαν δύο επιμήκη δοκάρια (...), κάθετα επί αυτών κάρφωσαν ξύλα διαστάσεων 0,08 Χ 0,08 μ., που ονομάζονται λατάκια ή καδρόνια και τέλος, πάνω στα καδρόνια κάρφωσαν δύο σανίδες, πάχους 0,12 μ.
η καθεμιά και συνολικά, 0,24μ. που είναι ο "πάτος" του καλουπιού της τσιμεντοδοκού. Για την τοποθέτηση όλης αυτής της υποδομής επί της σκαλωσιάς που χρειάζεται, για να κατασκευαστεί το καλούπι της τσιμεντοδοκού, οι εργαζόμενοι χρησιμοποίησαν μια άλλη σταθερή σκαλωσιά, αποτελούμενη μόνο από πλαίσια, συνεχόμενα της πρώτης σκαλωσιάς και μόνο από την μία πλευρά της, στην οποία, απλή σκαλωσιά, τοποθέτησαν ένα μαδέρι πλάτους 0,25 μ., που ένωνε τα πλαίσια, σε ύψος 1,5 μ.
από το δάπεδο (...). Σε αυτό το μαδέρι ανέβαιναν οι εργαζόμενοι και πάκτωναν και κάρφωναν τους οδηγούς, τα λατάκια και τον πάτο του δοκαριού. Έτσι κατασκευάστηκε η υποδομή καθ' όλο το μήκος της πρώτης σκαλωσιάς, αφήνοντας, όμως, έναν κενό χώρο, διαστάσεων 1,20 Χ 1,20 μ., πάνω ακριβώς από την θέση της κολώνας (όπου συνέβη το ατύχημα) καθόσον σε αυτόν τον χώρο θα ανυψωνόταν το καλούπι της κολώνας.
Μετά την ολοκλήρωση της υποδομής αυτής και σε αυτό το στάδιο των εργασιών, ο προαναφερθείς εργολάβος, παρέλειψε το καλούπωμα της κολώνας, κειμένης κάτωθεν της σκαλωσιάς, με τάβλες ύψους 2,40 μ, σε σχήμα "Π", παρότι η εργασία αυτή προηγείται του καρφώματος του πάτου του δοκαριού, λόγω έλλειψης ξυλείας. Έτσι, στις 30/05/2003, μετά την ολοκλήρωση αυτής της κατασκευής, που φτάνει σε ύψος, συνολικά 2,5 μ., ο ...
αφού έλαβε σχετικές εντολές από τον εργολάβο, Η. Κ., ξεκίνησε να καλουπώνει το δοκάρι με μπετοφόρμ, δηλαδή να σηκώνει τα πλαϊνά του πάτου του δοκαριού καρφώνοντας επί αυτού μπετοφόρμ. Για να προχωρήσει όμως, αυτό το στάδιο εργασίας, απαιτείτο προηγουμένως να τοποθετηθεί στο ίδιο επίπεδο με τον πάτο του δοκαριού, όχι, όμως, απαραίτητα και εφαπτόμενα αυτού, δάπεδο εργασίας πλάτους 60 εκατοστών το καθένα και από τις δύο πλευρές του πάτου, τα οποία θα καρφώνονταν και αυτά στα λατάκια, ώστε να μην μετακινούνται και να είναι ασφαλή.
Σημειώνεται ότι για τα δάπεδα (δρόμους) εργασίας χρησιμοποιούνται σανίδες ή μπετοφόρμ. Έτσι, προκειμένου να σηκωθούν τα μπετοφόρμ από το δάπεδο και, εν συνεχεία, να καρφωθούν τα δοκάρια, ο S. G. ανέβηκε πάνω στην κορυφή της σκαλωσιάς, καθόσον αυτά [μπετοφόρμ], λόγω του μήκους τους [πλέον των 2 μ.], δεν μπορούσαν να τοποθετηθούν στην κορυφή του πύργου.
Ως εκ τούτου, χρειαζόταν να είναι κάποιος πάνω στην κορυφή της σκαλωσιάς. Όσο ο παραπάνω εργαζόμενος κινείτο επί της κορυφής, τοποθετώντας τα μπετοφόρμ πάνω στον πάτο του δοκαριού, πάταγε στα λατάκια ή στον πάτο τον δοκαριού και στηριζόταν. Κάτωθεν δε της σκαλωσιάς, που στην κορυφή της κινείτο ο εργαζόμενος, υπήρχε κενός χώρο όπου θα ανυψωνόταν το καλούπωμα κολώνας με μπετόβεργες σε αναμονή.
Ο εργολάβος, μη λαμβάνοντας τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας, προτίμησε να μην την καλουπώσει προηγουμένως, ως όφειλε, κατά τα προλεχθέντα, ούτε να τοποθετήσει κάποιο προστατευτικό μαδέρι στο μέρος αυτό, παρότι ο S. G. κινείτο για την τοποθέτηση των δαπέδων εργασίας και από τις δύο πλευρές του κενού αυτού χώρου, στην κορυφή, πάντα, της σκαλωσιάς.
Η παράλειψη αυτή, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ανωτέρω εργάτης πατούσε πάνω σε λατάκια πλάτους 0,08 μ. και σε πάτο πλάτους 0,24 μ., είχε ως αποτέλεσμα ο ανωτέρω, να χάσει την ισορροπία του, να πέσει με την πλάτη στο κενό αυτό χώρο και, επειδή δεν υπήρχε κάτι για να αποτρέψει την περαιτέρω πτώση του επί του δαπέδου, κατακρημνίστηκε και σφηνώθηκε από το ύψος των 2,5 μ.
στις προεξέχουσες μπετόβεργες της υπό κατασκευή κολώνας, με αποτέλεσμα να διατρηθεί στο σώμα του και να πεθάνει ακαριαία. Οι ανωτέρω σοβαρότατες παραλήψεις των κατά νόμο απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας επιβεβαιώνονται τόσο από τις καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσο και από το προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. 279 δελτίο ελέγχου του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, καθώς και το πόρισμα της υπ' αριθμ.
πρωτ. 78Α/2003 έκθεσης αυτοψίας του τεχνικού επιθεωρητή του Σ.ΕΠ.Ε., Ι. Τ.. Σύμφωνα με το τελευταίο, το ατύχημα θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί εάν "αντί για τη χρήση δαπέδου εργασίας συνολικού πλάτους 0,10 μ. [εάν ο θανών πατούσε πάνω στις δοκίδες] ή 0,24 μ. [εάν πατούσε πάνω στις δύο σανίδες], χρησιμοποιείτο δάπεδο εργασίας πλάτους 0,60 μ., όπως προβλέπεται από το άρθρο 9 παρ.1α του Π.Δ. 778/1980 - Περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, σε συνδυασμό με το άρθρο 34 παρ.1α του Π.Δ. 1073/81 - Περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση εργασιών σε εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητας Πολιτικού Μηχανικού".
Δηλαδή ο άνω τεχνικός επιθεωρητής του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας [Σ.ΕΠ.Ε.] διαπίστωσε ελλείψεις των απαιτούμενων εκ του νόμου μέτρων ασφαλείας και συγκεκριμένα διαπίστωσε ότι, τα δάπεδα των ικριωμάτων, ενώ έπρεπε [κατ' άρθρο 9 παρ.1α του Π.Δ. 778/1980] να συνίστανται από τρία (3) μαδέρια τουλάχιστον, ελαχίστου πάχους πέντε εκατοστών (0,05) του μέτρου και συνολικού πλάτους τουλάχιστον εξήκοντα εκατοστών (0,60) του μέτρου, αυτά συνίσταντο, εν προκειμένω, από δοκίδες, πλάτους 0,10 μ.
ή από σανίδες πλάτους 0,24 μ. Επιπλέον δε, κατά το άρθρο 34 παρ.1α του Π.Δ. 1073/81, το πλάτος των διαδρόμων εργασίας των ικριωμάτων θα έπρεπε να είναι επαρκές και ανάλογο με την εργασία για την οποίαν κατασκευάστηκε το ικρίωμα, σε κάθε δε περίπτωση, θα έπρεπε να υπάρχει διάστημα ελεύθερο από σταθερά εμπόδια ή αποθηκευμένα υλικά, πλάτους τουλάχιστον εξήντα εκατοστών (0,60) του μέτρου, εφόσον κατασκευάστηκε για να υποβαστάζει αποκλειστικώς τον εργαζόμενο, όπως εν προκειμένω, χωρίς απόθεση υλικών, πλην των αμέσως χρησιμοποιούμενων.
Βάσει των άνω αποδειχθεισών ελλείψεων, ως προς τα εκ του νόμου απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι ο εργολάβος απουσίαζε από το έργο κατά τον χρόνο εκτέλεσης των συγκεκριμένων εργασιών, το Εφετείο ..., δικάζοντας την υπόθεση σε δεύτερο βαθμό ως προς τον εργολάβο μόνο, Η.
Κ. (μη διάδικο στην προκείμενη αναιρετική δίκη), έκρινε τον τελευταίο, με την υπ' αριθ. 19/2017 τελεσίδικη απόφασή του, αποκλειστικά υπαίτιο του θανάσιμου τραυματισμού του εργαζομένου του. Τις άνω ελλείψεις κατά την εκτέλεση των εν λόγω εργασιών δεν αμφισβήτησε ο εναγόμενος, πολιτικός μηχανικός, Α. Π., τόσο στις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσο και στην ένδικη έφεσή του.
Εν τούτοις ισχυρίζεται ότι ο ίδιος είχε ρητά συστήσει και είχε δώσει σαφείς οδηγίες, τόσο με την παράδοση του σχεδίου κατασκευής του ξυλοτύπου, όσο και πριν την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών, κι ως εκ τούτου, κατά τους ισχυρισμούς του, το επίδικο ατύχημα οφείλεται μόνο στην αμέλεια του ίδιου του εργολάβου που δεν ακολούθησε τις οδηγίες του, δεν διέθετε την απαιτούμενη ξυλεία και απουσίαζε από το έργο κατά τον χρόνο εκτέλεσης των συγκεκριμένων εργασιών, αλλά και του ιδίου του παθόντος, ο οποίος ενεργώντας αυτοβούλως και χωρίς να του έχει δοθεί οποιαδήποτε εντολή ή οδηγία, επέλεξε να εκτελέσει την εν λόγω εργασία υπό τις άνω συνθήκες, έχοντας επιπλέον και πρόβλημα υγείας [ζαλάδες] κατά την ημέρα εκείνη.
Προς επίρρωση δε του άνω ισχυρισμού του, επικαλείται την υπ' αριθ. 935/2.3.2006, ήδη αμετάκλητη, απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ..., με την οποία κρίθηκε, κατά πλειοψηφία, αθώος για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της παράβασης των άρθρων 9 παρ.1α και 22 του ΠΔ 778/1980. Ως προς τους ισχυρισμούς αυτούς του εναγομένου-εκκαλούντος, που συνιστούν παράλληλα και τους αντίστοιχους λόγους της ένδικης έφεσής του, είναι λεκτέα τα κάτωθι:
Ο εναγόμενος, σύμφωνα με τα άρθρα 2 αριθ. 6 και 7 του Ν. 1396/1983 ήταν, ως απεδείχθη, ο μελετητής και το πρόσωπο που με σύμβαση με τους κυρίους του έργου, Α. συζ. Χ. Π. και Χ. Π., είχε εκπονήσει τη μελέτη του οικοδομικού αυτού έργου, η οποία και εγκρίθηκε από την αρμόδια αρχή. Ομοίως, ήταν εκείνος που με την ίδια σύμβαση αλλά και με την υπ'αριθ. 99/2003 οικοδομική άδεια, είχε ορισθεί και αναλάβει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης του έργου, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης.
Συνεπώς, στις υποχρεώσεις αυτού ως επιβλέποντος, περιλαμβανόταν και η υποχρέωση να δίνει οδηγίες κατασκευής για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων κ.λ.π. και να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεση τους. Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 του Π.Δ/τος 1073/1981 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού", ορίζεται ότι σε κάθε φύσης εργοταξιακά έργα, συμπεριλαμβανομένων και των οικοδομικών, τηρούνται από τους υπεύθυνους, πέραν των διατάξεων του π.δ.778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών", και οι ειδικές διατάξεις του άνω ΠΔ 1073/1981,στις οποίες περιλαμβάνεται και εκείνη του άρθρου 34, που αφορά τους όρους ασφαλείας των ικριωμάτων.
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Π.Δ/τος 778/1980, του Ν. 1396/1983 και του Π.Δ/τος 1073/1981, συνάγεται ότι ο εναγόμενος, ως πολιτικός μηχανικός, που επέβλεπε την κατασκευή του οικοδομικού έργου, είχε νομική υποχρέωση να δίνει οδηγίες στον εργολάβο (και τον τυχόν υπάρχοντα υπεργολάβο) για τη λήψη των ενδεικνυομένων μέτρων ασφαλείας, προς πρόληψη ατυχήματος κατά την κατασκευή των ικριωμάτων και να επιβλέπει περιοδικά αν τα ικριώματα πληρούν τους όρους ασφαλείας από άποψη χρησιμοποιούμενης ξυλείας και κατασκευής αυτών.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τις καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και κυρίως του A. A., που ως εργάτης στην ίδια οικοδομή έχει ιδία αντίληψη των όσων κατέθεσε, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος παρέδωσε τα σχέδια του ξυλοτύπου της οικοδομής και ήταν εκείνος που έδινε σχετικές οδηγίες στον εργολάβο για την εκτέλεση των εργασιών.
Ως επιβλέπων μηχανικός, παρέλειπε να επισκέπτεται συχνά το έργο, καθώς, ως κατέθεσε, επισκέφθηκε την οικοδομή όταν έγινε η θεμελίωση, όταν μπήκαν τα σίδερα και άλλη μια φορά στην κατασκευή των τοιχίων. Η κατάθεση αυτή του άνω μάρτυρος ταυτίζεται απόλυτα και με όσα κατέθεσε ο ίδιος ο εναγόμενος απολογούμενος, ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ..., όπου ανέφερε "..Είχα πάει στη θεμελίωση, όταν έγιναν τα τοιχία και το δάπεδο του ισογείου.
Μετά πήγα ξανά για να πω πώς θα γίνουν οι εργασίες..". Δηλαδή ο εναγόμενος, πλην των ελαχίστων αυτών φορών που επισκέφθηκε την οικοδομή, έδωσε προφορικά οδηγίες για τον τρόπο των εργασιών και αποχώρησε, χωρίς να ελέγξει περαιτέρω αν όντως εφαρμόστηκαν και τηρήθηκαν οι δοθείσες οδηγίες και τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας πριν από την έναρξη των εργασιών κάθε σταδίου και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους.
Βεβαίως δεν ήταν στον τόπο του συμβάντος ούτε την ημέρα εκείνη, ούτε τις προηγούμενες. Ήτοι ο εναγόμενος, Α. Π. (αναιρεσείων), υπό την ιδιότητά του ως επιβλέπων μηχανικός, αφού γνώριζε, όπως αποδείχθηκε, ότι στην ως άνω οικοδομή θα γίνονταν οι συγκεκριμένες εργασίες, όφειλε, παράλληλα με τις οδηγίες για την ασφαλή εκτέλεση του έργου, κατά το άρθρο 2 εδ. 7 του ως άνω ν. 1396/1983, να φροντίζει να διαπιστώνει ότι οι οδηγίες αυτές εκτελούνταν, με την παρουσία και εποπτεία του στο έργο, υποχρεώσεις που ανάγονταν στα καθήκοντά του, ως υπεύθυνου επιβλέποντος μηχανικού, τα οποία του είχαν ανατεθεί από τους κυρίους της οικοδομής.
Τα προαναφερόμενα μέτρα ασφαλείας έπρεπε ήδη να υφίστανται κατά τον επίδικο χρόνο, αφού η έλλειψή τους, σε κάθε περίπτωση εγκυμονούσε κινδύνους, όχι μόνο για την παροχή εργασίας στην οικοδομή, αλλά και για την απλή κίνηση των εργαζομένων σε αυτήν. Από όλα τα προαναφερόμενα προκύπτει, ότι το ατύχημα οφείλεται στην υπαιτιότητα, αφενός μεν του Η.
Κ., εργολάβου, όπως άλλωστε κρίθηκε τελεσίδικα με την υπ' αριθμ. 19/2017 απόφαση του Εφετείου ..., και αφετέρου του εναγόμενου, επιβλέποντος μηχανικού, οι οποίοι λόγω έλλειψης της προσοχής που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, κατά την εκτέλεση των εργασιών, δεν άσκησαν εποπτεία και έλεγχο, ούτε έλαβαν τα αναγκαία προστατευτικά μέτρα, δηλαδή, να τοποθετήσουν στον κενό χώρο όπου συνέκλιναν ο πάτος του δοκαριού με την θέση της κολώνας, ένα ασφαλές υπόβαθρο για να αποτραπεί κάθε πιθανή πτώση των εργαζομένων, τα δε δάπεδα των ικριωμάτων να είναι από μαδέρια, συνολικού πλάτους τουλάχιστον εξήκοντα εκατοστών, ώστε το πλάτος των διαδρόμων εργασίας των ικριωμάτων να είναι επαρκές και ανάλογο με την εργασία για την οποία κατασκευάσθηκε το ικρίωμα, παραβαίνοντας, με αυτόν τον τρόπο τις διατάξεις των άρθρων 9, 17 και 20 του ΠΔ 778/1980 και του άρθρου 34 παρ.1α του Π.Δ. 1073/81.
Οι πιο πάνω παραλείψεις, τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα, κατά το οποίο επήλθε ο θανάσιμος τραυματισμός του ... διότι κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, ήταν επαρκώς ικανές (πρόσφορες) να επιφέρουν το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επήλθε στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεδομένου ότι, τηρουμένων των ανωτέρω μέτρων ασφαλείας, η πτώση και ο επελθών εξ αυτής θάνατος θα αποτρέπονταν.
Το δε δεδικασμένο της αμετάκλητης ποινικής απόφασης που επικαλείται ο εναγόμενος, δεν δεσμεύει την πολιτική δίκη, καθώς, ως δεδικασμένο στην πολιτική δίκη, η παραβίαση του οποίου μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης, νοείται εκείνο που απορρέει από απόφαση άλλου πολιτικού δικαστηρίου και όχι από απόφαση ποινικού δικαστηρίου που έκρινε την ποινική αγωγή, αφού μια τέτοια απόφαση απλώς συνεκτιμάται με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και δεν δεσμεύει το πολιτικό δικαστήριο.
Η μη εναρμόνιση δε των πραγματικών παραδοχών της παρούσας απόφασης με εκείνες του ποινικού δικαστηρίου δεν αποτελούν παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας και της αρχής της δίκαιης δίκης (άρθρα 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ, 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα). Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, ουδόλως αποδείχθηκε ότι στην επέλευση του ατυχήματος και στο θανάσιμο τραυματισμό του συνετέλεσε και με δικό του πταίσμα ο θανών, ...
όπως ισχυρίστηκε ο εναγόμενος, με οποιαδήποτε αμελή ενέργεια ή παράλειψή του. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι αυτός δεν ενήργησε αυτοβούλως, αλλά εκτέλεσε ακριβώς τις οδηγίες που έλαβε από τον εργολάβο, Η. Κ., προτού ο τελευταίος αποχωρήσει από την οικοδομή, όπως άλλωστε επανειλημμένα κατέθεσε περί τούτου ο μάρτυρας A.
A.. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι ο θανών την ημέρα εκείνη είχε ζαλάδες και έχασε την ισορροπία του, γεγονός που ομοίως επιβεβαίωσε ο άνω μάρτυρας, καταθέτοντας ότι ο θανών ήταν απολύτως υγιής. Σε κάθε όμως περίπτωση, ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι η απώλεια της ισορροπίας του θανόντος οφειλόταν σε ζάλη που ένιωσε, και πάλι, η απώλεια της ισορροπίας του δεν θα ήταν και η αιτία της κατακρήμνισής του στον κενό χώρο πάνω στις ακάλυπτες και προεξέχουσες μπετόβεργες, αν ο χώρος αυτός είχε καλυφθεί στο πέρας του ξυλοτύπου με σταθερό σανίδωμα για την ασφάλεια των εργαζομένων, όπως επιβάλλεται από το νόμο, ελλείπουσας, ως εκ τούτου, της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της επικαλούμενης αμελούς συμπεριφοράς να ανέβει στην κορυφή του πύργου, ενώ ζαλιζόταν, και του θανάσιμου τραυματισμού του.
Με τα δεδομένα αυτά, από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία, δεν προκύπτει ούτε αποκλειστική υπαιτιότητα ούτε συντρέχον πταίσμα του ιδίου του θανόντος ή οιαδήποτε συγκλίνουσα συνυπαιτιότητά του στην επέλευση του θανατηφόρου ατυχήματος, καθ' όσον ούτε αυτοβούλως ούτε χωρίς εντολή ανέλαβε την εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας στα πλαίσια του εργασιακού του περιβάλλοντος.
Γι' αυτό η σχετική ένσταση του εναγομένου, την οποία επαναφέρει με την έφεσή του, αν και νόμιμη (άρθρο 300 ΑΚ), πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τα ίδια έκρινε και η εκκαλούμενη απόφαση, η αιτιολογία της οποίας συμπληρώνεται με την παρούσα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο θανών, ηλικίας 28 ετών κατά τo χρόνο του συμβάντος, ως γεννηθείς το έτος 1975, ήταν απόλυτα υγιής.
Ήταν σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, ηλικίας 25 ετών, πατέρας του ανήλικου A. S., γεννηθέντος το 2002, που εκπροσωπεί στην προκείμενη δίκη η πρώτη ενάγουσα, ως ασκούσα τη γονική μέριμνα αυτού, και αδερφός του τρίτου, τέταρτου και πέμπτης των εναγόντων. Όλοι οι ανωτέρω που αποτελούν την οικογένεια του θανόντος, συνδέονταν μαζί του με στενούς δεσμούς αγάπης και πράγματι υπέστησαν ψυχική οδύνη από την απώλειά του. [...].
Πρέπει λοιπόν να τους επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν. Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη: [...] κρίνει ότι οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) δικαιούνται να λάβουν τα κατωτέρω εύλογα και ανάλογα ποσά: η σύζυγος το ποσό των 80.000 ευρώ, το ανήλικο τέκνο του το ποσό των 100.000 ευρώ και καθένας των λοιπών εναγόντων [αδέρφια] το ποσό των 15.000 €. [...].
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του επιδίκασε στους ενάγοντες, το ποσό των 50.000 € για τη σύζυγο, το ποσό των 70.000 € για το τέκνο και το ποσό των 5.000 € για καθένα από τα αδέρφια του θανόντος, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει, συνακόλουθα, να γίνουν δεκτοί οι σχετικοί μοναδικοί λόγοι της αντέφεσης των εναγόντων, απορριπτόμενων των σχετικών, περί του αντιθέτου, λόγων της έφεσης του εναγομένου....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε, αντιμωλία των διαδίκων, την από 18.7.2018 έφεση του αναιρεσείοντος (τότε εναγομένου) και την από 10.1.2019 αντέφεση των αναιρεσιβλήτων (τότε εναγόντων), απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, δέχθηκε κατ' ουσίαν την αντέφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την υπ' αριθ. 74/2018 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κάνει επίσης δεκτή εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 21.5.2008 αγωγή τους ως προς τον πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα για τα παραπάνω, όμως, μικρότερα ποσά, και αφού κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την ως άνω αγωγή και υποχρέωσε τον ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει στους ενάγοντες, ήδη αναιρεσιβλήτους, τα ως άνω επιδικασθέντα μεγαλύτερα ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 330, 914 και 932 του ΑΚ, 1 και 16 του ν. 551/1915, 7 παρ. 1 του ν. 1396/1983, 1 και 34α του π.δ. 1073/1981, 9 παρ. 1, 17, 20 του π.δ. 778/1980, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα περί της ύπαρξης ευθύνης (και) του πρώτου εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος, υπό την ιδιότητά του ως επιβλέποντος μηχανικού, για την επέλευση του ως άνω εργατικού ατυχήματος και τον εξ αυτού θανάσιμο τραυματισμό του στενού συγγενούς των εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, υπόχρεου, ως εκ τούτου, σε καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στους αναιρεσίβλητους (σύζυγο, τέκνο και αδέλφια του θανατωθέντος), με τις υποστηρίζουσες αυτό ειδικότερες παραδοχές της απόφασης, ότι ο αναιρεσείων: 1) Υπό την ιδιότητά του ως επιβλέποντος μηχανικού παρέλειψε να επισκέπτεται συχνά το έργο προκειμένου να επιβλέπει, όπως είχε νομική υποχρέωση, αν τα ικριώματα πληρούσαν τους όρους ασφαλείας από άποψη κατασκευής τους, πλην δε των ελάχιστων επισκέψεων στην οικοδομή (μόνο κατά τη θεμελίωση, την τοποθέτηση των σιδήρων και την κατασκευή των τοιχίων), έδωσε προφορικά οδηγίες για τον τρόπο των εργασιών, χωρίς να ελέγξει περαιτέρω αν όντως εφαρμόστηκαν και τηρήθηκαν οι δοθείσες στον εργολάβο οδηγίες και λήφθηκαν τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας πριν από την έναρξη του συγκεκριμένου σταδίου εργασιών, ήτοι της ανέγερσης του ισογείου της οικοδομής, 2) δεν βρισκόταν στην ως άνω οικοδομή την ημέρα του ατυχήματος ούτε τις προηγούμενες ημέρες, ενώ γνώριζε ότι θα γίνονταν κατ' εκείνη την ημέρα οι συγκεκριμένες εργασίες και όφειλε, παράλληλα με τις οδηγίες για την ασφαλή εκτέλεση του έργου, να φροντίζει να διαπιστώνει, με την παρουσία και εποπτεία του στο έργο, ότι οι οδηγίες αυτές εκτελούνταν, υποχρεώσεις που ανάγονταν στα καθήκοντά του, ως υπεύθυνου επιβλέποντος μηχανικού, τα οποία του είχαν ανατεθεί από τους κυρίους της οικοδομής, και 3) δεν φρόντισε να ληφθούν τα προαναφερόμενα αναγκαία μέτρα ασφαλείας, η έλλειψη των οποίων εγκυμονούσε κινδύνους, ακόμη και για την απλή κίνηση των εργαζομένων κατά την εργασία τους στην οικοδομή, αφού τα δάπεδα των ικριωμάτων, ενώ έπρεπε να συνίστανται από τρία (3) μαδέρια τουλάχιστον, ελάχιστου πάχους πέντε εκατοστών (0,05) του μέτρου και συνολικού πλάτους τουλάχιστον εξήντα εκατοστών (0,60) του μέτρου, αυτά συνίσταντο από δοκίδες, πλάτους 0,10 μ.
ή από σανίδες πλάτους 0,24 μ., που δεν ήταν επαρκή και ανάλογα με την εργασία για την οποία κατασκευάστηκαν. Πέραν δε αυτών, δεν ήταν αναγκαία, για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλομένης, η παράθεση και άλλων αιτιολογιών, καθώς οι ως άνω παραδοχές καλύπτουν, με επάρκεια και σαφήνεια, το πιο πάνω ουσιώδες, για την έκβαση της δίκης, ζήτημα, αναφορικά με την αποδιδόμενη με την αγωγή στον αναιρεσείοντα αδικοπρακτική συμπεριφορά, η οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές τελέσθηκε και, εντεύθεν, απορρέει η υποχρέωσή του για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, αφού η αδικοπρακτική του ευθύνη, κατά τις άνω σαφείς παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν θεμελιώνεται μόνο σε "παράλειψη περιοδικής επίβλεψης των οικοδομικών εργασιών ώστε να εξασφαλιστεί η τήρηση των προσηκουσών οδηγιών, τις οποίες ο αναιρεσείων είχε ήδη δώσει στον εργολάβο σχετικά με την ασφάλεια των εργαζομένων", όπως υποστηρίζει ο τελευταίος με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, αλλά θεμελιώνεται και στην παράλειψη της σωρευτικής νομικής υποχρέωσής του, απορρέουσας από το άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 1396/1983 (σε συνδυασμό και με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 914, 932 ΑΚ), να επιβλέπει, με την παρουσία του στην οικοδομή πριν από την έναρξη των οικοδομικών εργασιών του συγκεκριμένου σταδίου, την τήρηση των οδηγιών που έδωσε στον εργολάβο, για τη λήψη των απαραίτητων μέτρων ασφαλείας, και να ελέγχει αν τηρήθηκαν και εφαρμόσθηκαν οι δοθείσες οδηγίες και αν πληρούσαν τα ικριώματα τους όρους ασφαλείας κατά το χρόνο του θανατηφόρου ατυχήματος, αφού γνώριζε ότι θα γίνονταν οι συγκεκριμένες εργασίες κατ' εκείνη την ημέρα.
Έτσι, δεν ήταν αναγκαίο να διαλάβει το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του το συσχετισμό των χρονικών σημείων επίβλεψης προς το ατύχημα, το οποίο οφείλεται σε παράλειψη λήψης μέτρων ασφαλείας, που επέφερε τη θανάτωση του άνω εργαζομένου, ούτε το αντικείμενο της τελευταίας χρονικά επίβλεψης πριν από το θανατηφόρο συμβάν, έτσι ώστε να προκύπτει από την απόφαση το επιβεβλημένο ή μη της επόμενης επίβλεψης και, ιδίως, του χρόνου κατά τον οποίο έπρεπε να γίνει, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, ο αναιρεσείων, πέραν των προφορικών οδηγιών που έδωσε στον εργολάβο για τον τρόπο εκτέλεσης των εργασιών, παρέλειψε να επιβλέψει, όπως είχε νομική υποχρέωση, την τήρηση των δοθεισών οδηγιών ως προς τη λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας πριν από την έναρξη των άνω συγκεκριμένων εργασιών στο στάδιο ανέγερσης του ισογείου.
Άλλωστε, ο αναιρεσείων, ως επιβλέπων μηχανικός, δεν ήταν υποχρεωμένος να παρίσταται συνεχώς, κατά την εκτέλεση των εργασιών, παρά μόνο να υποδεικνύει τα μέτρα ασφαλείας και να ελέγχει την τήρηση αυτών, πριν από την έναρξη των εργασιών κάθε σταδίου, όσο και περιοδικά στη συνέχεια, υποχρεώσεις, ωστόσο, τις οποίες, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν εκπλήρωσε τουλάχιστον στον εγγύς πριν από το ένδικο ατύχημα χρόνο ούτε βρισκόταν στο έργο κατά την ημέρα του ατυχήματος ενώ γνώριζε ότι στην οικοδομή θα γίνονταν οι συγκεκριμένες εργασίες, αφού στην αντίθετη περίπτωση θα είχε διαπιστώσει ότι δεν είχαν ληφθεί τα, κατά τα ανωτέρω, προβλεπόμενα αναγκαία μέτρα ασφαλείας για τις εργασίες που θα εκτελούσε ο θανάσιμα τραυματισθείς συγγενής των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 330, 914 και 932 του ΑΚ, 1 και 16 του ν. 551/1915, 7 παρ. 1 του ν. 1396/1983, 1 και 34α του π.δ. 1073/1981 και 9 παρ. 1, 17, 20 του π.δ. 778/1980, αφού τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, σχετικά με το θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών, καθόσον στοιχειοθετούν αδικοπραξία και δη παράνομη και υπαίτια, υπό τη μορφή της αμέλειας, συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, ο οποίος υπό την ιδιότητά του ως επιβλέποντος μηχανικού, λόγω έλλειψης της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις να επιδείξει, παρέλειψε, κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων, να ελέγξει, αν όντως εφαρμόστηκαν και τηρήθηκαν οι δοθείσες στον εργολάβο οδηγίες και λήφθηκαν τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας πριν την έναρξη του συγκεκριμένου σταδίου εργασιών, ήτοι της ανέγερσης του ισογείου της οικοδομής, τελεί δε η εν λόγω συμπεριφορά του σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα, αφού ήταν ικανή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, τον οποίο και επέφερε, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να θεμελιώνεται εντεύθεν η ένδικη αξίωση των αναιρεσιβλήτων προς χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και να δικαιολογείται, έτσι, η παραδοχή της αγωγής τους.
Επομένως, ο επικουρικά προβαλλόμενος τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς την ευθεία παραβίαση των εφαρμοσθέντων, εν προκειμένω, κανόνων δικαίου, είναι αβάσιμος. Οι ίδιοι ανωτέρω λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη σχετική νομική σκέψη, απαράδεκτοι.
Με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 ορίζεται ότι "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως... 2.
Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο, σε ενωσιακό επίπεδο, ισχύει, βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 της Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών".
Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο".
Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 του ΚΠΔ, σύμφωνα με το οποίο "οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο" και είναι συνέπεια της ενσωματώσεως της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας" με το νόμο 4596/2019.
Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ` αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 του Συντ. και 14 του ΠΚ). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχειρίσεως που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του.
Η προαναφερθείσα διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. προκρίνει την κατοχύρωση της γενικής αρχής της δίκαιης δίκης, η οποία αξιώνει να τύχει εφαρμογής τόσο στην ποινική, όσο και στην αστική δίκη. Η τυποποίηση του τεκμηρίου αθωότητας ακολουθεί αμέσως μετά στην παράγραφο 2 αυτού, ενώ έπονται οι λοιπές διαδικαστικές εγγυήσεις υπέρ του κατηγορουμένου.
Το τεκμήριο αθωότητας, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγυήσεως που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό.
Η εφαρμογή, επομένως, του τεκμηρίου αθωότητας συνεχίζεται και μετά το πέρας της ποινικής δίκης και την έκδοση της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, εκτεινόμενη και εκτός των ποινικών διαδικασιών, ώστε να διασφαλιστεί για πάντα στο μέλλον το δικαίωμα του αθωωθέντος να εμφανίζεται στην έννομη τάξη, αλλά και στην κοινωνία ότι δεν είναι ένοχος του συγκεκριμένου αδικήματος που του αποδόθηκε και ότι η αθωότητά του θα είναι σεβαστή.
Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω ελλείψεως στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών" ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής".
Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημιώσεως, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του ΑΚ, η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ.
ΑΚ) αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδικάσεως αποζημιώσεως είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα.
Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών. Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.
Επιβάλλεται, όμως, να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και, κατ` ανάγκη, σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Έτσι, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται, βάσει της αρχής ne bis in idem.
Το τεκμήριο αθωότητας, όμως, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου).
Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής αποφάσεως, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ιδίως με την επίκληση ότι α) η αθωότητα του κατηγορουμένου είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητα, β) η απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, γ) στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας, ε) κατά της αθωωτικής αποφάσεως άσκησε αναίρεση ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, η οποία απορρίφθηκε για δικονομικούς-τυπικούς λόγους κ.ά.
Το πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο, διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη.
Το πολιτικό δικαστήριο, δηλαδή, πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μη δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι' αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξει και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της ποινικής (αθωωτικής) αποφάσεως, ενώ η τυχόν διενέργεια πρόσθετων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει περισσότερο δικαιολογημένο.
Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, ενόψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών, που θέτουν, ενδεχομένως, σε αμφιβολία, το διατακτικό της αθωωτικής αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας (ΟλΑΠ 4/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, από το προαναφερθέν περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, κατά το ενδιαφέρον εδώ αναιρετικό μέρος, την υπ' αριθ. 935/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ..., με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια του άνω συγγενούς των αναιρεσιβλήτων και έπαυσε υφ' όρον η δίωξη για την παράβαση των κανόνων της οικοδομικής [άρθρ. 9 παρ. 1α, 22 του π.δ. 778/1980 "Περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών"], χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία ή κριτική της ως προς τους λόγους απαλλαγής αυτού, που αποτυπώνονται στην αιτιολογία της ως άνω ποινικής αποφάσεως, η οποία και διηγηματικώς μόνον αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη, προκειμένου να καταστεί σαφές ότι έχει ληφθεί και αυτή υπόψη, αφού την επικαλέστηκε ο αναιρεσείων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο προς επίρρωση του ισχυρισμού του ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται μόνο σε αμέλεια του εργολάβου και του θύματος, και χωρίς να αποφανθεί, άμεσα ή έμμεσα, για την ποινική ενοχή του ούτε και χρησιμοποίησε χαρακτηρισμούς ή εκφράσεις που θα μπορούσαν να θέσουν υπό αμφισβήτηση την αθωωτική αυτή κρίση, αλλά αντίθετα, παρέμεινε μέσα στα όρια της πολιτικής δίκης, αξιολογώντας μόνον τα στοιχεία που μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση αστικής ή μη ευθύνης του αναιρεσείοντος και περιορίστηκε ρητά μόνον σ` αυτά, δεν ήταν δε υποχρεωμένο το Εφετείο, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, να εναρμονίσει τις πραγματικές παραδοχές του με τις παραδοχές της ως άνω αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής αποφάσεως.
Ως εκ τούτου, δεν υπήρξε αμφισβήτηση του παραγόμενου από την αθωωτική ποινική απόφαση τεκμηρίου αθωότητας του αναιρεσείοντος για τις πράξεις για την οποίες αυτός κατηγορήθηκε και αθωώθηκε και, συνακόλουθα, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.
και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφού ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει - μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα - σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να την θέσει ως βάση στην απόφασή του.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, υποστηρίζοντας τα αντίθετα, αποδίδει στην προσβαλλομένη την, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι αβάσιμος,. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκησή της, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Δικαστικά έξοδα υπέρ των αναιρεσιβλήτων δεν επιδικάζονται ελλείψει αιτήματος λόγω της απουσίας τους στην προκείμενη δίκη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.11.2019 αίτηση του Α. Π. του Β., για αναίρεση της υπ' αριθ. 221/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου ....
Διατάσσει την εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αναιρέσεως, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουνίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ