Legislator Case Law & Legislation
849/2020 AI generated

Supreme Court overturns labor court ruling on employment contract due to lack of employer control and supervision evidence.

Case Number 849/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the first-instance judgment regarding a labor dispute between a photographer and a client. The court found the lower court failed to address critical facts regarding employer control, specific supervision methods, and the transfer of copyright rights. Consequently, the case was remitted for retrial with the client ordered to pay the photographer's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648 et seq. of the Civil Code and Article 6 of Law 765/1943: An employment contract exists only when the worker is subject to legal and personal dependence, characterized by the employer's right to give binding instructions and exercise supervision regarding the manner and time of work performance.

Keywords

AI generated
employment contract employer control labor law supervision rights copyright transfer remittal for retrial legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 et seq. of the Civil Code
Article 6 of Law 765/1943
Article 38 of the Law on the Introduction of the Civil Code
Article 559, paragraphs 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176, 183 and paragraph 2 of Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 849 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 849/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α.Μ. του Ν., κατοίκου …, που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Αγγελικής Δαφνή, την οποία και διόρισε να τον εκπροσωπήσει, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Γ.Σ. του Φ., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευστράτιου Μαυραγάνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-3-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 6550/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1980/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-9-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η από 26-9-2018 και με αριθμό κατάθεσης 263/2018 αίτηση αναίρεσης κατά της 1980/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τον ενάγοντα έφεσης κατά της 6550/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 24-3-2016 με αριθμό κατάθεσης 1649/2016 αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ. 3).

2. Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. Α.Κ. και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 38 Εισ.Ν. Α.Κ.) συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και ν' ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη.

Αντίθετα σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.

Και στη σύμβαση αυτή πάντως υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν χωρίς άλλο εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια.

Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει τη συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη. (Ολ.

Α.Π. 28/2005). Εξ άλλου ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου, που μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση με βάση το περιεχόμενο της που έγινε ανέλεγκτα δεκτό και υπάγει αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης, χωρίς ν' ασκεί οποιαδήποτε επιρροή ο χαρακτηρισμός που έδωσαν σ' αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη (Ολ.

Α.Π. 19/2007, ΑΠ 677/2017).

3. Με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 2121/1993 ορίζεται ότι "Ως έργο νοείται κάθε πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης, που εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή, ιδίως τα γραπτά ή προφορικά κείμενα, οι μουσικές συνθέσεις, με κείμενο ή χωρίς, τα θεατρικά έργα, με μουσική ή χωρίς... οι φωτογραφίες ... >> . Σύμφωνα δε με το άρθρο 6 παρ. 1 του ίδιου νόμου "ο δημιουργός ενός έργου είναι ο αρχικός δικαιούχος του περιουσιακού και του ηθικού δικαιώματος επί του έργου".

Η θεμελιώδης στο δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας αρχή του δημιουργού συνδέεται άμεσα και αποκλειστικά με τη δημιουργική πράξη, η οποία αποτελεί πράξη υλική, εξωτερική ή πραγματική. Έννομη συνέπεια αυτής είναι η πρωτογενής κτήση της πνευματικής ιδιοκτησίας Επιπλέον, με το άρθρο 8 παρ. 1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "Επί έργων που δημιουργήθηκαν από μισθωτούς σε εκτέλεση σύμβασης εργασίας, αρχικός δικαιούχος του περιουσιακού και του ηθικού δικαιώματος είναι ο δημιουργός.

Αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, στον εργοδότη μεταβιβάζονται αυτοδικαίως εκείνες μόνο οι εξουσίες από το περιουσιακό δικαίωμα, που είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση του σκοπού της σύμβασης". Με το άρθρο αυτό ο νομοθέτης θέλησε να προστατέψει τους πνευματικούς δημιουργούς, που συχνά συμβαίνει να εκτελούν παραγγελίες στηριζόμενες σε σύμβαση εργασίας, όπως δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες εικαστικών τεχνών εργαζόμενοι σε οργανισμούς ραδιοτηλεόρασης και καλλιτέχνες εργαζόμενοι σε παραγωγούς φωνογραφημάτων ή κινηματογραφικών έργων.

Ο νόμος εδώ κατοχυρώνει την αυτοδίκαιη μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος και μόνο στον εργοδότη, αλλά ως κανόνα ενδοτικού δικαίου και με μια διάκριση ως προς την έκταση της μεταβίβασης, η onoiq καταλαμβάνει μόνο τις αναγκαίες για την εκπλήρωση του σκοπού της σύμβασης εργασίας εξουσίες. Η μεταβίβαση αυτή επέρχεται από το νόμο μόνο αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ανάμεσα στον εργαζόμενο και τον εργοδότη, που να την αποκλείει ή να την περιορίζει ή να την διευρύνει.

Εξάλλου, από τη διατύπωση του άρθρου προκύπτει ότι ο νόμος δεν διαχωρίζει, ως προς την κτήση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας από τους πνευματικούς δημιουργούς, τις περιπτώσεις μισθωτών με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (κατά το εργατικό δίκαιο) από αυτές με σύμβαση εργασίας παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών (κατά τα άρθ. 648 επ.

ΑΚ), ώστε να περιορίζεται η εφαρμογή του μόνο στις πρώτες, αλλά αναφέρεται γενικά σε έργα δημιουργημένα από μισθωτούς σε εκτέλεση σύμβασης εργασίας, ήτοι καταλαμβάνει και τις δύο περιπτώσεις. Εξάλλου, εξαιτίας της φύσης των δημιουργημάτων πνευματικής δημιουργίας, συνήθως η σχέση εργασίας ενός πνευματικού δημιουργού προς τον εργοδότη του θα είναι εργασία παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, καθότι επί πνευματικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας είναι συνηθέστερα πιο συμβατή η άσκηση εποπτείας από μεριάς τους εργοδότη και λιγότερο η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος με την παροχή λεπτομερών εντολών, υποδείξεων και κατευθύνσεων.

Ακολούθως, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠΑΠ 1/2006).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου Θ3 παρ.3 του Συντάγματος, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ως "ζήτημα", υπονοείται ισχυρισμός που έχει αυτοτελή ύπαρξη και τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο. Τότε, το "ζήτημα" ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και η πληρότητα της αιτιολογίας αποτελεί αναγκαίο όρο της κατάφασης ή της άρνησής του.

Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται, πλήρως, από τις παραδοχές της απόφασης κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, ώστε να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Έλλειψη νόμιμης βάσης υπάρχει όταν τα αναφερόμενα στην ελάσσονα πρόταση πραγματικά γεγονότα εκτίθενται τόσο ατελώς ή ασαφώς, ώστε να μη μπορεί να διαπιστωθεί αν αυτά ανταποκρίνονται ή μη στο πραγματικό του εφαρμοζόμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή, κατ' άλλη έκφραση, αν έγινε ορθή ή λαθεμένη υπαγωγή αυτών στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου 4.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων στην ως άνω, αγωγή του ισχυρίστηκε τα ακόλουθα: Οτι με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε στις … μεταξύ αυτού και του εναγομένου, που διατηρεί στην … φωτογραφικό πρακτορείο, προσελήφθη από τον τελευταίο, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως φωτορεπόρτερ στην πόλη της ….

Ότι σε εκτέλεση της σύμβασης εργάσθηκε, με τον φωτογραφικό εξοπλισμό που του παρέδωσε ο εναγόμενος, με ειδικότερο αντικείμενο (τόπο και θέματα του φωτορεπορτάζ) που του ανετίθετο είτε απευθείας από τον εναγόμενο, είτε από το διευθυντή του πρακτορείου του στην …, επί 7 ημέρες την εβδομάδα, χωρίς αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, για τουλάχιστον 8 ώρες την ημέρα, αντί μηνιαίου μισθού 850 ευρώ, ενώ ο εναγόμενος του κατέβαλε και τις δαπάνες για τις μετακινήσεις του σε πόλεις εκτός …, χωρίς όμως να του καταβάλει κανένα άλλο ποσό για επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς επίσης και για αποζημίωση της κυριακάτικης εργασίας του.

Περαιτέρω, ότι παρά τις συνεχείς διαμαρτυρίες του προς τον εναγόμενο, εκείνος ανέβαλε συνεχώς την ένταξή του στο μισθολόγιο του πρακτορείου και την ασφάλισή του και όταν οι διαμαρτυρίες του εντάθηκαν, του απέστειλε ένα ιδιωτικό συμφωνητικό πλήρους και αποκλειστικής παραχώρησης των περιουσιακών δικαιωμάτων επί των φωτογραφιών του, ζητώντας του να το υπογράψει, προκειμένου να ενταχθεί στο μισθολόγιο του πρακτορείου και να ασφαλισθεί.

Μετά, δε, την άρνησή του, ο εναγόμενος του ανακοίνωσε προφορικά στις … ότι διακόπτει τη συνεργασία τους, χωρίς να του καταβάλει αποζημίωση απόλυσης, διαδίδοντας μάλιστα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τα πρακτορεία φωτορεπορτάζ ότι αυτός παραβίασε τις συμβατικές του υποχρεώσεις και θίγοντας με τις παραπάνω ενέργειές του την προσωπικότητά του ως συνεπούς και ικανού επαγγελματία.

Ζήτησε, δε, επικαλούμενος τη σύμβαση εργασίας του και επικουρικά, σε περίπτωση που αυτή κριθεί άκυρη, τις διατάξεις για τρν αδικαιολόγητο πλουτισμό, να αναγνωριστεί ότι τον συνδέει με τον εναγόμενο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 1.983,33 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των 3.574,13 ευρώ για επιδόματα εορτών και αδείας, το ποσό των 5.831 ευρώ για προσαύξηση της κυριακάτικης εργασίας του και για αποζημίωση λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης και το ποσό των 1.496 ευρώ για αποδοχές αδείας 10 ημερών και αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας 12 ημερών, συνολικά, δε, το ποσό των 12.884,46 ευρώ, μετά δε και από παραδεκτή μερική τροπή του αιτήματος της αγωγής του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί επιπλέον η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει το ποσό των 8.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του, λόγω της παραπάνω συμπεριφοράς του εναγομένου, όλα δε τα παραπάνω κονδύλια με τους νόμιμους τόκους από τότε που κατέστησαν απαιτητά, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τη με αριθμό 6550/2017 οριστική του απόφαση απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη. Κατά της παραπάνω αποφάσεως ο ενάγων άσκησε την ως άνω έφεσή του και το Εφετείο εξαφάνισε την ως άνω πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως δέχτηκε εν μέρει την αγωγή.

5. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά τους ενδιαφέροντες εν προκειμένω λόγους αναίρεσης, κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: Ότι κατά το μήνα Δεκέμβριο του έτους …, ο ενάγων, που είναι επαγγελματίας φωτοειδησεογράφος (στο εξής φωτορεπόρτερ), απόφοιτος τεχνικής σχολής φωτογραφίας και μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας - Θράκης και της Ένωσης Φωτορεπόρτερ Ελλάδος, κατάρτισε προφορική συμφωνία με τον εναγόμενο, ο οποίος διατηρεί στην … ατομική επιχείρηση - φωτογραφικό πρακτορείο με το διακριτικό τίτλο "…", προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως φωτορεπόρτερ στην πόλη της …, υπεύθυνος για τα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα που διαδραματίζονται στην πόλη και στην ευρύτερη περιοχή της.

Οτι προς το σκοπό της συνεργασίας τους, ο εναγόμενος παρέδωσε στον ενάγοντα δικό του φωτογραφικό εξοπλισμό σημαντικής αξίας (τηλεφακούς, φλας, φωτογραφική μηχανή και router με φορτιστή) και, όπως αποδείχθηκε, ο ενάγων φωτογράφιζε τα σημαντικά πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα που διαδραματίζονταν στην πόλη κυρίως της …, ευρισκόμενος σε (απλή) ετοιμότητα εργασίας ολόκληρο το 24ωρο και απέστελλε τις φωτογραφίες, με τη χρήση του router, στο πρακτορείο του εναγομένου στην ….

Ότι κατά τη φωτογράφηση ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος να ακολουθεί, ως προς το αντικείμενο (τόπο και θέματα του φωτορεπορτάζ) τις οδηγίες και εντολές του εναγομένου, που δίνονταν είτε απευθείας από εκείνον είτε από τους υπαλλήλους του πρακτορείου του στην …. Ότι ο εναγόμενος μάλιστα απαιτούσε από τον ενάγοντα να προβεί, και αυτός προέβαινε, και στη φωτογράφηση αθλητικών γεγονότων (που κανονικά δεν ήταν αντικείμενο της εργασίας του), όταν οι ειδικοί αθλητικοί φωτορεπόρτερ της εναγομένης απουσίαζαν ή δεν μπορούσαν να το πράξουν.

Για τη συμμόρφωση του ενάγοντος στις παραπάνω εντολές του εναγομένου, τόσο για έκτακτη φωτογράφηση των αθλητικών γεγονότων, όσο και για τακτική φωτογράφηση των πολιτικών και κοινωνικών γεγονότων, ο εναγόμενος (μέσω και των υπαλλήλων του πρακτορείου του) ασκούσε έλεγχο στον ενάγοντα με τη τακτική επικοινωνία μέσω του router που του είχε παραχωρήσει.

Εκτίθεται περαιτέρω στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι παραπάνω παραδοχές ενισχύονται και από τα εξής δεδομένα : Ο ενάγων δεν διέθετε καμία απολύτως υποδομή για ανεξάρτητη φωτογράφηση (γραφείο, πελάτες κλπ) και μάλιστα χρησιμοποιούσε τον εξοπλισμό που του παρείχε ο εναγόμενος, ελάμβανε από τον εναγόμενο σταθερό μηνιαίο μισθό και του ζητούσε να τον ασφαλίσει στο ΙΚΑ, αλλά εκείνος αρνείτο, απαιτώντας από τον ενάγοντα να του παραχωρήσει προηγουμένως τα περιουσιακά δικαιώματα επί των φωτογραφιών του, κάτι για το οποίο ο ενάγων δεν είχε νόμιμη υποχρέωση.

Περαιτέρω δεν αποδείχτηκε ότι ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του παράλληλα και στο ειδησεογραφικό πρακτορείο "…", από τον Οκτώβριο του έτους 2014 μέχρι το Δεκέμβριο του έτους 2014, αφού η αναγραφή του ονόματος του ενάγοντος στις προσκομισθείσες φωτογραφίες οφείλεται ακριβώς στο ότι αυτός δεν είχε παραχωρήσει στον εναγόμενο τα περιουσιακά του δικαιώματα επί των φωτογραφιών του.

Τέλος, το γεγονός ότι οι λοιποί συνεργαζόμενοι με το πρακτορείο του εναγομένου φωτορεπόρτερ, είτε στην Αθήνα, είτε στην περιφέρεια, δεν ζήτησαν ποτέ από τον εναγόμενο την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας ή την ασφάλισή τους στο ΙΚΑ, ασφαλιζόμενοι στο ΤΕΒΕ και αποδεχόμενοι την ιδιότητα των συνεργατών με σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, δεν καταδεικνύει, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, και ενόψει όλων των όσων προαναφέρθηκαν, ιδίως δε από το ότι είχαν παραχωρήσει τα περιουσιακά τους δικαιώματα επί των φωτογραφιών τους στον εναγόμενο, παρά μόνον την εξάρτησή τους από τον τελευταίο.

Με βάση τα παραπάνω δεδομένα και πιο συγκεκριμένα από την εκτίμηση των προαναφερθέντων όρων και συνθηκών παροχής των υπηρεσιών του ενάγοντος, λαμβανομένου υπόψη και του είδους και της φύσης τους, προκύπτει κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ότι στην προκειμένη περίπτωση οι διάδικοι απέβλεψαν στην παροχή της εργασίας του ενάγοντος ως φωτορεπόρτερ και στον σταθερά καταβαλλόμενο μισθό του, κυρίως δε, ότι ο ενάγων υπέκειτο σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εναγόμενο, καθώς αυτός είχε δικαίωμα να του δίνει, έστω και από μακριά (αφού το πρακτορείο του εναγομένου δεν είχε γραφεία στη …), δεσμευτικές εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας του και να ασκεί τη σχετική εποπτεία και έλεγχο.

Ότι υπήρχε η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον ενάγοντα συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εναγόμενο και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο.. Ότι συνακόλουθα, αποδεικνύεται ότι τους διαδίκους συνέδεε η επικαλούμενη από τον ενάγοντα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και όχι η επικαλούμενη από τον εναγόμενο σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

Ακολούθως το Εφετείο, αφού απέρριψε ως αβάσιμο κατ'ουσίαν το αίτημα του ενάγοντος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, επιδίκασε νομιμοτόκως σ αυτόν για επιδόματα εορτών, για αποδοχές και επιδόματα αδείας για απασχόλησή του τις Κυριακές και για αποζημίωση απόλυσης το συνολικό ποσό των 7520,96 ευρώ.

6. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ, 6 του ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρ. 38 Εισ. Ν. ΑΚ) και 2 παρ. 1, 8 και 38 του ν. 2121/1993, αφού αφενός μεν προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, αφετέρου δε διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της συνδέουσας τους διαδίκους σύμβασης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

Ειδικότερα, από τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, 1) ότι ο ενάγων, που είναι επαγγελματίας φωτοειδησειογράφος, ήρθε σε προφορική συμφωνία με τον εναγόμενο, ο οποίος διατηρεί φωτογραφικό πρακτορείο στην …, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως φωτορεπόρτερ στην πόλη της …, ότι προς το σκοπό της συνεργασίας τους του παρέδωσε δικό του φωτογραφικό εξοπλισμό σημαντικής αξίας, ότι ο ενάγων φωτογράφιζε τα σημαντικά πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα που διαδραματίζονταν στη …, ευρισκόμενος σε απλή ετοιμότητα εργασίας ολόκληρο το 24ωρο και απέστελλε με τη χρήση ρούτερ τις φωτογραφίες στο πρακτορείο του εναγομένου, 2) ότι ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος κατά τη φωτογράφηση να ακολουθεί ως προς τον τόπο και τα θέματα του φωτορεπορτάζ τις οδηγίες και εντολές του εναγομένου, ότι ο ανωτέρω έλεγχος ασκείτο μέσω του ρούτερ, ότι υπέκειτο σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εναγόμενο, ο οποίος είχε δικαίωμα να του δίνει δεσμευτικές εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας του, 3) ότι ελάμβανε από τον εναγόμενο σταθερό μηνιαίο μισθό και απαιτούσε από αυτόν να τον ασφαλίσει στο ΙΚΑ, αλλά ο τελευταίος αρνείτο, απαιτώντας από τον ενάγοντα να του παραχωρήσει προηγουμένως τα περιουσιακά δικαιώματα επί των φωτογραφιών του, κάτι για το οποίο ο ενάγων δεν είχε νόμιμη υποχρέωση, 4) ότι δεν είχε υποχρέωση τήρησης σταθερού ωραρίου εργασίας και 5) ότι ο ενάγων δεν είχε τη δυνατότητα να παρέχει και αλλού τις υπηρεσίες του, δεν δικαιολογείται η σχετική κρίση της ότι η σύμβαση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Περαιτέρω, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει με σαφήνεια τα εξής ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, ως προς τη σχέση που συνέδεε τους διαδίκους, περιστατικά, ήτοι: α) δεν αναφέρει αν ο ενάγων, ο οποίος δεν ελάμβανε, κατά τις παραδοχές της, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του με τον εναγόμενο δώρα εορτών και επίδομα αδείας, είχε διαμαρτυρηθεί για το γεγονός αυτό στον εναγόμενο, γεγονός κρίσιμο για το χαρακτηρισμό της σύμβασης, β) δεν αιτιολογεί πως συγκεκριμένα γινόταν ο έλεγχος και η εποπτεία του εναγομένου ως προς τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του ενάγοντος και πως δινόταν δεσμευτικές εντολές μέσω ρούτερ, δεδομένου ότι η φωτογραφία, ως πνευματικό δημιούργημα, έχει ατομική ιδιομορφία, αντανακλά την προσωπικότητα του φωτογράφου ως δημιουργού, δηλαδή την έμπνευση, την ευαισθησία, τη διορατικότητα, τη γνώση ως προς τις γωνίες λήψης, το φωτισμό, τις αντιθέσεις των χρωμάτων, την επεξεργασία της κλπ, που οδηγούν στη σχηματοποίηση μιας δημιουργικής ιδέας.

Τούτο είναι αναγκαίο, καθόσον η υποχρέωση του εργαζόμενου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης του εργαζομένου, γ) δεν αναφέρει αν ο ενάγων είχε συμβατική δέσμευση, ως δημιουργός των φωτογραφιών και δικαιούχος του περιουσιακού δικαιώματος επ' αυτών, να μεταβιβάσει στον εναγόμενο, πέρα από τις αναγκαίες για την εκπλήρωση του σκοπού της σύμβασης εργασίας εξουσίες, και άλλες εξουσίες του περιουσιακού δικαιώματος του, όπως πχ την άδεια εκμετάλλευσης, όσον αφορά στη χρησιμοποίηση, παρουσίαση και διάθεση στο κοινό φωτογραφιών του σε εφημερίδες, περιοδικά κλπ απεριόριστα και αν ο μηνιαίος μισθός που εισέπραττε κάλυπτε μόνο μία ή περισσότερες δημοσιεύσεις αυτών.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά τα σχετικά σκέλη του, από τους αριθμούς 1 εδ. α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα των υπολοίπων λόγων αναιρέσεως αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1980/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στον αναιρεσείοντα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ