Legislator Case Law & Legislation
849/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on unjust enrichment claim due to lack of direct causation between loss and gain.

Case Number 849/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's rejection of a claim for damages based on lost profits. The appellant argued that the lower court failed to prove the defendant lacked intent to sell shares, yet the Court of Appeal found no direct causal link between the appellant's alleged loss and the defendant's gain. The Court upheld this decision, ruling that the appeal was inadmissible because it challenged the substantive facts without establishing a direct legal connection between the parties' financial movements.

Legislator headnote

AI generated

Article 904 of the Civil Code; Unjust enrichment requires direct causation between the plaintiff's loss and the defendant's gain, which is absent when a third party intervenes independently.

Keywords

AI generated
unjust enrichment direct causation lost profits shareholder rights inadmissible appeal civil liability causal link

Cited Legislation

AI generated
Article 904 of the Civil Code
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 279/2013
Case 1773/2007
Case 1440/2000

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 849 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 849/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. χήρας Ι. Α. του Γ., κατοίκου ..., με την ιδιότητά της ως καθολικού διαδόχου του αποβιώσαντος Ι. Α. του Ε.. Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαγγελόπουλο. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", πρώην "... Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπήλιο Μούζουλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-1-2014 αγωγή του αρχικού διαδίκου και ήδη αποβιώσαντος Ι. Α. του Ε., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1245/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2677/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-11-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 904 παρ. 1 ΑΚ. όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, η υποχρέωση δε αυτή γεννιέται ιδίως σε περιπτώσεις παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε.

Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, βασική προϋπόθεση της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας άλλου, δηλαδή για να στηριχθεί αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγομένου, η οποία δεν υφίσταται στην περίπτωση που παρεμβάλλεται και άλλη τρίτη περιουσία, όταν δηλαδή η περιουσιακή μετακίνηση δεν πραγματοποιείται αμέσως από την περιουσία του ζημιωθέντος στην περιουσία του πλουτίσαντος, αλλά πραγματοποιείται με την παρεμβολή τρίτου προσώπου, που ενεργεί για δικό του λογαριασμό (ΑΠ 279/2013, 1773/2007).

Όταν, όμως το παρεμβαλλόμενο τρίτο πρόσωπο ενέργησε την παροχή όχι για δικό του λογαριασμό, αλλά εξαιτίας της ιδιότητας του, από την περιουσία άλλου, την από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό αγωγή έχει, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί νόμιμοι όροι, εκείνος για λογαριασμό του οποίου ενεργήθηκε και από την περιουσία του οποίου έγινε η καταβολή (ΑΠ 1440/2000).

Παρέπεται, ότι κρίσιμο κριτήριο για τον προσδιορισμό του δικαιούχου της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι το ουσιαστικό κριτήριο της ζημίας, το οποίο επιβάλλει το αδικαιολόγητο όφελος να αποδοθεί σ' αυτόν που πράγματι έχει πληγεί (ΑΠ338/2016). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 10/2011, 7/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αρθρ.561 παρ. 2 ΚΠολΔ), και ειδικότερα της από 29-1-2014 ένδικης αγωγής, κατά το ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση ζήτημα, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αρχικός ενάγων, (στη θέση του οποίου έχει υπεισέλθει ήδη, λόγω του θανάτου του, η χήρα του ως νόμιμη κληρονόμος του και ήδη αναιρεσείουσα) ιστορούσε, ότι με το από 14-3-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του ιδίου και του μετόχου της εναγόμενης, Ξ.

Φ., ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στον δεύτερο λόγω πωλήσεως 40.320 μετοχές του της εταιρίας ... Α.Ε. αντί τιμήματος 140.000.000 δρχ. Ότι από το ποσό αυτό ένα μέρος, ύψους 100.000.000 δρχ., θα καταβαλλόταν σε μετρητά εντός δεκαπέντε ημερών και ποσό 40.000.000 δρχ. αφορούσε το ισάξιο των 16.667 ονομαστικών μετοχών της εναγομένης εταιρίας, που θα μεταβιβάζονταν στον ενάγοντα έως 14.9.1998, για το τίμημα δε αυτό έλαβε ισόποση τραπεζική επιταγή, μεταχρονολογημένη, έκδοσης της εναγομένης εις διαταγήν Ξ.Φ..

Ότι την επιταγή αυτή ο ενάγων εισέπραξε στις 24.7.1998, κατέθεσε το ποσό σε λογαριασμό της εναγομένης, προκειμένου να συμμετάσχει στην ήδη αποφασισθείσα αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της και η καταβολή καταχωρήθηκε στο βιβλίο μετόχων της εναγομένης. Ότι την ίδια ημέρα (14.3.1998) καταρτίσθηκε το υπ' αριθμ. ...84/1998 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Σ.

Κ. - Π., με το οποίο ο ενάγων έδωσε εντολή και πληρεξουσιότητα στον Ξ.Φ. να πωλήσει και μεταβιβάσει σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο τις εν λόγω 40.320 μετοχές του (της εταιρείας ... Α.Ε.), ενώ μέχρι τη μεταβίβαση ο αγοραστής θα ασκούσε για λογαριασμό του πωλητή όλα τα μετοχικά δικαιώματα σε σχέση με την εταιρία ...

Α.Ε. Ότι τον Δεκέμβριο 1998 αποφασίσθηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας ... Α.Ε. με κεφαλαιοποίηση αποθεματικού της και με τον τρόπο αυτό περιήλθαν στον ενάγοντα επιπλέον 15.120 μετοχές. Ότι στις 13.12.1998 ο Ξ.Φ., ενεργώντας ως πληρεξούσιος του ενάγοντος δυνάμει του άνω πληρεξουσίου, κατάρτισε το υπ' αριθμ.

….30/13.12. 1998 συμβολαιογραφικό προσύμφωνο μεταβίβασης μετοχών ανώνυμης εταιρίας, με το οποίο συμφώνησε με την εναγόμενη εταιρία, δια των εκπροσώπων της, να μεταβιβάσει σε αυτή όχι μόνο τις 40.320 μετοχές που προαναφέρθηκαν και για τη μεταβίβασή των οποίων του είχε δοθεί πληρεξουσιότητα, αλλά και τις 15.120 μετοχές, που περιήλθαν στον ενάγοντα από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ...

Α.Ε. με αναπροσαρμογή της υπεραξίας παγίων στοιχείων της, πλέον καταβολής του αναλογούντος φόρου υπεραξίας, για τις οποίες δεν είχε δοθεί πληρεξουσιότητα σε αυτόν. Ότι στις 19.12.1998, μετά από εξώδικη πρόσκληση του Ξ.Φ., ο ενάγων προσήλθε στα γραφεία της εναγομένης, όπου, μεταξύ άλλων ανακάλεσε την πληρεξουσιότητα που είχε δώσει στον Ξ.Φ.

με το υπ' αριθμ. ...84/14.3.1998 πληρεξούσιο, όπως επίσης ανακάλεσε τις δηλώσεις του που περιλήφθηκαν στο υπ' αριθμ. …30/1998 προσύμφωνο και τις εντολές και πληρεξουσιότητες που έδωσε για το δικό του λογαριασμό ο Ξ.Φ. στην εναγομένη, περί των δηλώσεων του δε αυτών συντάχθηκε η υπ' αριθμ. …89/19.12.1998 Πράξη Εμφανίσεως της συμβολαιογράφου Γ.

Κ. - Σ.. Ότι, παρά τις αντιρρήσεις του ενάγοντος και τις ανακλήσεις των πληρεξουσίων κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο Ξ. Φ., δυνάμει του υπ' αριθμ. ..30/12.1.1999 οριστικού συμβολαίου, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως το σύνολο των πιο πάνω μετοχών στην εναγόμενη, δηλαδή 55.440 (40.320 + 15.120) μετοχές, έναντι τιμήματος 143.588.944 δρχ.

Ότι η εναγομένη, έχοντας αποκτήσει την μετοχική πλειοψηφία της εταιρίας ... Α.Ε, προκάλεσε την έκδοση απόφασης της γενικής συνέλευσης της εταιρίας ψηφίζοντας με το σύνολο των 55.440 μετοχών του ενάγοντος, με την οποία αποφασίσθηκε να ακυρωθούν οι εκδοθέντες, λόγω της κεφαλαιοποίησης των αποθεματικών, προσωρινοί τίτλοι και, αντί να εκδοθούν νέες μετοχές, αποφασίσθηκε να αυξηθεί η ονομαστική αξία των παλαιών μετοχών, με αποτέλεσμα να μην έχουν ισχύ οι 15.120 μετοχές του ενάγοντος και να μην ενσωματώνουν καμία αξία.

Ήδη δε με την 1503/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ακυρώθηκαν οι άνω προσωρινοί τίτλοι. Ότι με την ενέργεια αυτή ενσωματώθηκε στην περιουσία της εναγομένης, και ειδικότερα στις ήδη μεταβιβασθείσες από τον ενάγοντα 40.320 μετοχές η αξίωσή του κατά της ... Α.Ε. από τα μη κεφαλαιοποιημένα αποθεματικά, που ισούται με την αξία των ακυρωθεισών 15.120 μετοχών αξίας 75.600.000 δρχ. (221.863,54 ευρώ), άλλως 52.499.966,40 δρχ. (154.071,80 ευρώ), ποσό κατά το οποίο η εναγομένη πλούτισε αδικαιολόγητα σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος, τελώντας σε κακή πίστη κατά τη λήψη του πλουτισμού, αφού προκάλεσε την άνω απόφαση της γενικής συνέλευσης της ...

Α.Ε., γνωρίζοντας ότι ο ενάγων δεν είχε συμφωνήσει στη μεταβίβαση στην εναγομένη της αξίωσής του αυτής. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι δυνάμει της 6065/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που επικυρώθηκε με την 1435/2012 απόφαση του δικαστηρίου τούτου ότι σε αγωγή του με την οποία ζητούσε την αξία των 15.120 νέων μετοχών με βάση την αδικοπραξία, κρίθηκε ότι η ...

ΑΕ, μετά την ακύρωση των προσωρινών τίτλων, αποφάσισε νόμιμα, αντί να εκδώσει νέες μετοχές λόγω αναπροσαρμογής των πάγιων στοιχείων της, να αυξήσει την ονομαστική αξία των παλαιών μετοχών της, έτσι ώστε να μην έχουν ισχύ οι 15120 νέες μετοχές ... ΑΕ και να μην ενσωματώνουν καμιά αξία, καθόσον δεν υπέστη ζημία.

Ζητούσε δε με βάση τα ανωτέρω, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 221863,44 ευρώ, άλλως το ποσό των 154071,80 ευρώ, κατά το οποίο κατέστη η εναγομένη αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του.

Το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως προς το κονδύλιο αυτό ως μη νόμιμη, καθόσον έκρινε ότι δεν στοιχειοθετούνται οι κατά νόμο προϋποθέσεις συνδρομής της αξίωσης αυτής, αφού σύμφωνα με τα επικαλούμενα στην αγωγή, η ακύρωση των 15.120 προσωρινών τίτλων, που είχε λάβει ο ενάγων λόγω κεφαλαιοποίησης του αποθεματικού της εταιρίας ...

Α.Ε., έγινε με βάση απόφαση της γενικής συνέλευσης της εταιρίας αυτής, και δεν επικαλείται ότι η απόφαση αυτή είναι άκυρη ή έχει ακυρωθεί. Επιπλέον δέχθηκε ότι, όπως αναφέρεται και στην αγωγή, έχει κριθεί αμετακλήτως σε προγενέστερη αγωγή του ενάγοντος κατά της εναγομένης με την ίδια ιστορική αιτία και θεμελίωση στις διατάξεις των άρθρων 914, 932 Α.Κ., ότι η γενική συνέλευση της εταιρίας ...

Α.Ε., μετά την ακύρωση των 15.120 προσωρινών τίτλων, αποφάσισε νόμιμα, αντί να εκδώσει νέες μετοχές, λόγω αναπροσαρμογής των παγίων στοιχείων της, να αυξήσει την ονομαστική αξία των παλαιών μετοχών της, η δε αγωγή του, ερειδόμενη στη βάση της αδικοπραξίας, απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ελλείψει ζημίας του ενάγοντος, καθ'ως και ότι η νόμιμη αυτή απόφαση της γενικής συνέλευσης είχε ως συνέπεια την παύση ισχύος των 15.120 τίτλων του ενάγοντος, χωρίς να ενσωματώνουν πλέον καμμιά αξία δεν θεμελιώνει αδικαιολόγητο πλουτισμό της εναγομένης χωρίς νόμιμη αιτία ούτε αντίστοιχη ζημία του ενάγοντος αφού πρόκειται για τίτλους άκυρους.

Η κρίση δε αυτή του δικαστηρίου δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι η εναγομένη είχε την μετοχική πλειοψηφία στη γενική συνέλευση της εταιρίας ... Α.Ε., όπου ελήφθησαν οι σχετικές αποφάσεις. Μετά ταύτα δέχθηκε ότι ο ενάγων είχε μεταβιβάσει, κατά την αγωγή, λόγω πωλήσεως στον Ξ.Φ. τις 40.320 μετοχές του της εταιρίας ...

Α.Ε. και μέσω αυτού στην εναγόμενη εταιρία έχοντας λάβει το συμφωνηθέν τίμημα, η δε επικαλούμενη ενσωμάτωση στις μετοχές αυτές της αξίωσης του ενάγοντος κατά της εναγομένης από τα μη κεφαλαιοποιημένα αποθεματικά έλαβε χώρα μετά από νόμιμη διαδικασία που αφορά τρίτο, νομικό πρόσωπο (την εταιρία ... Α.Ε.), με νόμιμη απόφαση της γενικής συνέλευσης αυτής, και δεν συνιστά αδικαιολόγητο πλουτισμό σε βάρος του ενάγοντος με άμεση μετακίνηση πλουτισμού από τον τελευταίο προς την εναγομένη.

Εξάλλου, όπως εκτίθεται στην αγωγή, η ακυρότητα των 15.120 προσωρινών τίτλων μετοχών αναγνωρίστηκε και δικαστικά με την υπ' αριθμ. 1503/ 2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ήδη αμετάκλητη. Και αν ακόμη υποτεθεί ότι ενσωματώθηκε στην περιουσία της εναγομένης και στις πωληθείσες μετοχές η μελλοντική αξίωση του ενάγοντας από το μη κεφαλαιοποιημένο αποθεματικό (αν και δεν ήταν πλέον μέτοχος της εταιρίας, αφού είχε ήδη μεταβιβάσει λόγω πωλήσεως νομότυπα τις μετοχές του, λαμβάνοντας και το τίμημα διαγραφείς από το μετοχολόγιο), η αξίωση αυτή δεν μπορεί κάτω από τις περιγραφόμενες συνθήκες να προσδιορισθεί αριθμητικά ως πλουτισμός, εφόσον οι 15.120 μετοχές, με την αξία των οποίων επιχειρείται να συνδεθεί ο πλουτισμός αυτός, μετά την έγκυρη αναγνώριση της ακυρότητας τους, ουδέποτε υπήρξαν.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ. Ειδικότερα, η ακύρωση των 15.120 μετοχών της εταιρείας ... Α.Ε., που είχε αρχικά αποφασισθεί ως κεφαλαιοποίηση των αποθεματικών της, έγινε με νεώτερη απόφαση της γενικής της συνελεύσεως, η οποία δεν ακυρώθηκε αλλά αντίθετως κρίθηκε νόμιμη με αμετάκλητη απόφαση, και συνεπώς η ζημιά που τυχόν υπέστη ο αρχικός ενάγων δεν προκλήθηκε από αιτία μη νόμιμη.

Όταν δε εκ των υστέρων, η γενική συνέλευση των μετόχων της ... Α.Ε. αποφάσισε, αντί της εκδόσεως νέων μετοχών για την κεφαλαιοποίηση των αποθεματικών, την αύξηση της ονομαστικής αξίας των παλαιών μετοχών, ο ενάγων και πάλι ουδεμία ζημία υπέστη γιατί κατά το χρόνο αυξήσεως της ονομαστικής αξίας των παλαιών μετοχών, αυτός είχε παύσει προ πολλού να είναι μέτοχος της ...

Α.Ε., έχοντας μεταβιβάσει αυτές στην εναγομένη. Κατά συνέπεια, δεν υπήρξε ζημία του ενάγοντος και αντίστοιχος πλουτισμός της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, εφόσον η οποία μετακίνηση περιουσίας ήταν αποτέλεσμα παρεμβολής τρίτης περιουσίας, αυτής δηλαδή της εταιρείας ... Α.Ε., η κρίση δε αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η εναγόμενη - αναιρεσίβλητη είχε καταστεί στο μεταξύ κυρία του πλειοψηφικού της πακέτου μετοχών.

Ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ 1 ΚΠολΔ σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 904 ΑΚ, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδαφ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξ αιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και βάσει των οποίων, ως αναγκαίων, το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΑΠ 292/2011).

Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).

Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, αφού η έλλειψη νόμιμης βάσης προϋποθέτει ότι υπάρχουν ελλείψεις στην περιγραφή της εμπειρικής πραγματικότητας. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν έχει εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη (ΑΠ 1909/2014).

Με τον δεύτερο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια εκ του άρθρου 559αρ19ΚΠοΛΔ .Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγική αποζημιωτική αξίωση εκ της αντισυμβατικής και υπαίτιας συμπεριφοράς της αντιδίκου της να μην παραδώσει νομίμως και εμπροθέσμως στο σύζυγό της τις μετοχές της ...

ΑΕ, από την υπερημερία της οποίας ο σύζυγός της υπέστη ζημία ως διαφυγόν κέρδος (298 ΑΚ), που συνίσταται στη διαφορά ανάμεσα στην τιμή ανά μετοχή, στην οποία θα είχε μετά βεβαιότητας και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων μεταπωλήσει τις μετοχές την 18.01.1999, άλλως την 9.6.2000, και στην τιμή στην οποία διαπραγματευόταν η ίδια μετοχή στο ΧΑΑ στις 29.03.2004, ότε και του παραδόθηκαν τελικώς οι τίτλοι από την αντίδικο.

Την αξίωσή του αυτή, συνιστάμενη σε διαφυγόν κέρδος του εκ της υπερημερίας της αντιδίκου, απέρριψε το Εφετείο αναιτιολόγητα διαλαμβάνοντας τα εξής: "Από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις δεν αποδείχθηκε κατά τρόπο πειστικό για το Δικαστήριο συγκεκριμένη ζημία του ενάγοντος από την αιτία αυτή. Δεν αποδείχθηκε, ειδικότερα, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα η πρόθεση πώλησης των μετοχών εκ μέρους του ενάγοντος από 18.1.1999 και μέχρι την παράδοση των μετοχών από την εναγομένη (29.3.2004), η ύπαρξη ενδιαφερομένων αγοραστών, ούτε συνάγεται η πρόθεση αυτή έστω από κάποια προπαρασκευαστική ενέργεια ή απόπειρα πώλησης, στην οποία αυτός να είχε προβεί, ενόψει μάλιστα ότι είχε εγγράφει στο μετοχολόγιο της εναγομένης από 31.8.1998 έχοντας καταβάλει το τίμημα των μετοχών στις 24.7.1998, συμμετέχοντας στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας και οι μετοχές είχαν εκδοθεί από 8.1.1999.

Τις μετοχές άλλωστε εκποίησε εν τέλει σταδιακά μετά την 3-1-2006". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο κατ'ουσίαν το αίτημα του ενάγοντος για αποζημίωση λόγω διαφυγόντων κερδών εξαιτίας της υπερημερίας της εναγομένης κατ'αποδοχή σχετικού λόγου εφέσεως της τελευταίας κατά της αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε δεχθεί εν μέρει το σχετικό αίτημα.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την κρίση ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο αρχικός ενάγων είχε την πρόθεση πωλήσεως των 16.667 μετοχών της εναγομένης κατά το χρονικό διάστημα από 18-1-1999, όταν η τελευταία είχε εξεδώσει και παραδώσει στους μετόχους της νέες μετοχές, ασκώντας ως προς τον ενάγοντα δικαίωμα επι σχέσεως μέχρι την 29-3-2004 οπότε και του παρέδωσε το σχετικό πακέτο μετοχών.

Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι δεν διευκρινίζει το Εφετείο: α) πως θα μπορούσε ο ενάγων να εξεύρει ενδιαφερόμενους αγοραστές, εφόσον δεν είχε εις χείρας του τις επίδικες μετοχές, β) αν κατά το σύντομο διάστημα από 8-1-1999 έως 18-1-1999 εμποδίστηκε ο ενάγων να εξεύρει αγοραστές, εφόσον ευλόγως ανέμενε ότι η εναγομένη θα παρέδιδε και σ'αυτόν τις νέες μετοχές, όπως είχε πράξει και με τους λοιπούς μετόχους της, γ) πως δεν ήταν δυνατή η εκποίηση των μετοχών ούτε μετά την 9-6-2000, οπότε έγινε εισαγωγή αυτών προς διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, εκτός αν οι μετοχές του είχαν τεθεί σε καθεστώς απαγόρευσής διαπραγμάτευσης, στοιχείο που δεν προσδιορίζεται, ενώ αντιφατικά προς την κρίση ότι δεν αποδείχθηκε πρόθεση του ενάγοντος να πωλήσει τις εν λόγω μετοχές, το Εφετείο δέχθηκε ότι αυτός τις εκποίησε σταδιακά μετά την 3-1-2006.

Οι αιτιάσεις αυτές είναι προεχόντως απαράδεκτες, γιατί υπό το πρόσχημα των ως άνω πλημμελειών η αναιρεσείουσα πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι δεν αποδείχθηκε η πρόθεση πώλησης των επίμαχων μετοχών, ούτε η ύπαρξη ενδιαφερομένων αγοραστών, ούτε εκ μέρους του προπαρασκευαστικές ενέργειες για πώληση των μετοχών του.

Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθ 495 ΚΠοΛΔ) και να καταδικαστεί η αναρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (αρθ 176, 183 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-11-2017 αίτηση της Ε. χας Ι. Α. για αναίρεση της 2677/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών,

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουλίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ