Supreme Court adjusts commercial rent under good faith principle after partial appeal success.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a First Instance Court decision regarding a commercial lease dispute. The appellant argued that the rent adjustment was insufficient, while the respondent maintained the original calculation. The court ruled that the monthly rent must be adjusted to €6,390 from the date of the lawsuit until the contract's expiration in 2014, applying the principle of good faith under Article 388 of the Civil Code.
Legislator headnote
AI generatedArticle 388 of the Civil Code; Article 7 of Law 34/1995; The principle of good faith allows a court to adjust the performance of obligations in commercial leases to ensure fairness and prevent inequity when strict adherence to the contract would violate the requirements of good faith.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 849 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 849/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Πλάκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Παπιδά, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 340/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1622/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-7-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ., κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 του Α.Κ.
Παρέχει δε η διάταξη αυτή στον δικαστή την δυνατότητα, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές στο επίπεδο εκείνο, το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστεως.
Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 1 έως και 3 του π.δ/τος 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων", προκύπτει, εκτός άλλων, ότι επί των εμπορικών και γενικά των προστατευομένων από το νόμο αυτό μισθώσεων, το μίσθωμα καθορίζεται ελεύθερα κατά την σύναψη της μισθώσεως από τους συμβαλλομένους, αναπροσαρμόζεται δε κατά τα χρονικά διαστήματα και το ύψος που προβλέπεται στην σύμβαση, ενώ με την παρ. 4 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι "σε κάθε περίπτωση μπορεί να ζητηθεί αναπροσαρμογή του μισθώματος με την συνδρομή του άρθρου 388 του Αστικού Κώδικα".
Η αναφορά στο ως άνω νόμο μόνο του τελευταίου άρθρου (388 Α.Κ.) δεν υποδηλώνει βούληση αποκλεισμού δυνατότητας αναπροσαρμογής του μισθώματος υπό τις προϋποθέσεις της εφαρμοστέας, όπως προαναφέρθηκε, σε κάθε οφειλή διατάξεως του άρθρου 288 του Α.Κ. (Ολ.ΑΠ 9/1997). Ο μισθωτής, επομένως, δεν αποκλείεται, ενόψει και του άρθρου 44 του ως άνω π.δ/τος, που ορίζει ότι οι μισθώσεις του εν λόγω διατάγματος, εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο σ’ αυτό, διέπονται από τους συμβατικούς όρους τους και τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, να ζητήσει, κατά το άρθρο 288 του Α.Κ., αναπροσαρμογή του οφειλομένου αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή, συμβατική ή νόμιμη (αντικειμενική), μισθώματος, εφόσον εξαιτίας προβλεπτών ή απρόβλεπτων περιστάσεων επήλθε αδιαμφισβήτητα τόσον ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου ακινήτου, ώστε, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες, η εμμονή του εκμισθωτή στην καταβολή του ίδιου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, παρά την ανάγκη διασφαλίσεως των σκοπών του ως άνω νόμου και κατοχυρώσεως της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία πρέπει πάντοτε να συνεκτιμάται, η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο, το οποίο και αποκαθιστά την διαταραχθείσα καλή πίστη (Ολ.ΑΠ 3/2014, Ολ.ΑΠ 9/1997).
Ειδικότερα δε το έργο του δικαστηρίου, προκειμένου να αποφασίσει την αναπροσαρμογή, συνίσταται στην σύγκριση δύο ποσών, ήτοι του οφειλομένου αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή, συμβατική ή νόμιμη (αντικειμενική) μισθώματος και του "ελευθέρου" -για το οποίο κυρίως διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας- το οποίο παριστάνει την αξία της χρήσεως του μισθίου.
Οφείλει, δηλαδή το δικαστήριο να διαγνώσει αν μεταξύ των δύο αυτών ποσών υπάρχει διαφορά τόσο σημαντική, ώστε επιβάλλεται, κατά τις αρχές της καλής πίστεως, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, η αναπροσαρμογή του πρώτου (οφειλομένου), και ύστερα, αν διαπιστώσει τέτοια διαφορά, να αναπροσαρμόσει το ίδιο αυτό μίσθωμα στο επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει την δυσαναλογία και αποκαθιστά την διαταραχθείσα καλή πίστη.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2013).
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση στην συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013, ΑΠ 1325/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα, για την έρευνα των λόγων της αναιρέσεως, πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ’ αριθμ ...20-4-2006 σύμβασης μίσθωσης που συνήφθη μεταξύ της εναγομένης εταιρείας
και του ενάγοντος, μετά τη διενέργεια μειοδοτικού διαγωνισμού κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν 3103/2003, η πρώτη μίσθωσε στο δεύτερο ένα ακίνητο που βρίσκεται στον πρώτο όροφο οικοδομής, στη Λεωφόρο ..., στο δήμο Πυλαίας-Χορτιάτη, συνολικής επιφάνειας 710 τ.μ., καθώς και χώρων στάθμευσης 10 αυτοκινήτων, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει το ενάγον για τη στέγαση της Περιφερειακής Διεύθυνσης Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Κεντρικής Μακεδονίας, αντί μηνιαίου μισθώματος 10.000 ευρώ, το οποίο θα αναπροσαρμοζόταν για κάθε μισθωτικό έτος, πέραν του πρώτου, κατά ποσοστό ίσο με το δείκτη τιμών καταναλωτή, προσαυξημένο κατά μία ποσοστιαία μονάδα, ήταν δε καταβλητέο στο τέλος εκάστου τριμήνου.
Η μίσθωση αυτή ορίσθηκε για δώδεκα έτη, αρχής γενομένης από την παράδοση και παραλαβή του ακινήτου που έγινε στις 27-4-2006. Το κτίριο στο οποίο κείται το μίσθιο, είναι πολυτελούς κατασκευής, βρίσκεται δε στον οδικό άξονα που συνδέει το αεροδρόμιο με το κέντρο της πόλης και εξυπηρετείται από πολλές λεωφορειακές γραμμές που διέρχονται από την Λεωφ. ....
Μετά την κατάρτιση της άνω σύμβασης μισθώσεως επήλθε, αρνητική και μη παροδικού χαρακτήρα, μεταβολή των οικονομικών δεδομένων της χώρας με την προσφυγή προς δανειοδότηση στο Δ.Ν.Τ. και στο μηχανισμό στήριξης της Ε.Ε. στα μέσα του έτους 2010, προκειμένου να αποφευχθεί ένα ευρύτατης έκτασης πιστωτικό γεγονός, ενώ επακολούθησαν τα έτη 2011 και 2012 εκτενείς περικοπές μισθών και συντάξεων στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, έκτακτες φορολογικές επιβαρύνσεις και μείωση της αγοραστικής δύναμης του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού.
Συγχρόνως, σε άμεση συνάρτηση με τα παραπάνω γεγονότα, η βαθιά ύφεση, η απουσία ρευστότητας, οι κλυδωνισμοί του τραπεζικού συστήματος, ο περιορισμός κάθε μορφής δανειοδότησης - χρηματοδότησης, προκάλεσαν περιστολή της εμπορικής δραστηριότητας, κένωση εμπορικών καταστημάτων, ανεργία -που από 9% που ανερχόταν κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, έφθασε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής περίπου στο 24% -, έλλειψη επιχειρηματικού ενδιαφέροντος και κατακόρυφη μείωση της μισθωτικής αξίας των διαθέσιμων ακινήτων, σε αντιστοιχία με τη μείωση τζίρου και καθαρών κερδών των εμπορικών επιχειρήσεων.
Για το λόγο αυτό υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων μερών η υπ’ αριθμ .../22-10-2010 τροποποιητική σύμβαση μίσθωσης, με την οποία αναπροσαρμόσθηκε - μειώθηκε το μηνιαίο μίσθωμα από την 1-7-2010 έως και την 30-6-2013 κατά 20%, δηλ. ορίσθηκε στο ποσό των 9.374,36 ευρώ, συμφωνήθηκε δε περαιτέρω ότι καμία αναπροσαρμογή δε θα επιβληθεί για το ανωτέρω χρονικό διάστημα και ότι μετά την 1-7-2013 το μίσθωμα θα αναπροσαρμόζεται ετησίως.
Στη συνέχεια, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 4081/2012, μειώθηκε αυτοδικαίως και αναγκαστικά το μηνιαίο μίσθωμα στην επίδικη μίσθωση, κατά τα οριζόμενα στην άνω διάταξη ποσοστά και έτσι το μηνιαίο μίσθωμα από 1-10-2012 και εφεξής ανήλθε στο ποσό των 7.330,77 ευρώ, ήτοι μειωμένο κατά 2.043,59 ευρώ και ανερχόμενο σε (7.330, 77 : 719 =) 10,32 ευρώ/τ.μ.
Ωστόσο, το εν λόγω μίσθωμα προσκρούει, ενόψει των ειδικών συνθηκών που επικρατούν στην αγορά, στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, στην αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 Α.Κ. της καλόπιστης και σύμφωνης, με τα συναλλακτικά ήθη, εκπλήρωσης των παροχών, από την οποία, εξάλλου, δεν επιτρέπεται παραίτηση, είτε ρητή, είτε σιωπηρή......
Εξαιτίας της άνω μεταβολής των οικονομικών συνθηκών, στις οποίες στήριξαν τα μέρη τη σύμβασή τους και οι οποίες δεν είναι πρόσκαιρες, αλλά έχουν πλέον παγιωθεί και ενόψει του ότι, σημαντικός αριθμός ακινήτων παραμένουν κενά, ενώ οι νέες μισθώσεις, κυρίως μεγάλων ακινήτων, είναι περιορισμένες, μειώθηκε η μισθωτική αξία του ακινήτου.
Ειδικότερα, το ενάγον επικαλείται ως συγκριτικό στοιχείο ότι, για τη στέγαση της "..., στη ..., εμβαδού 1.000 τ.μ., καταβάλλει μηνιαίως μίσθωμα 7.500 ευρώ, ενώ με το υπ’ αριθμ .../5-9-2016 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, το Ελληνικό Δημόσιο μίσθωσε από την εταιρία, με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΙΑ", γραφεία του 5ου ορόφου της οικοδομής, επί της συμβολής των οδών ..., εμβαδού 440 τ.μ.
και βοηθητικούς χώρους, εμβαδού 140 τ.μ., καθώς και 4 θέσεις στάθμευσης στο υπόγειο πάρκινγκ του κτιρίου, προκειμένου να στεγασθεί το ... και η Διεύθυνση Αναδασώσεων Κεντρικής Μακεδονίας, αντί μηνιαίου μισθώματος 3.300 ευρώ (ήτοι 5,68 ευρώ/τ.μ.). Αντίθετα το επικαλούμενο ως συγκριτικό στοιχείο ότι με την από 24-4-2013 διακήρυξη μειοδοτικής διαδικασίας μίσθωσης ακινήτου αναζητήθηκε κτίριο συνολικής επιφάνειας 2.045 τ.μ.
στην Α’ και Β’ Δημοτική Κοινότητα του δήμου Θεσσαλονίκης για τη στέγαση της ..., με μηνιαίο μίσθωμα 10.000 ευρώ (ήτοι 4,90 ευρώ/τ.μ.) και με την από 26-3-2013 διακήρυξη μειοδοτικής διαδικασίας μίσθωσης ακινήτου αναζητήθηκε κτίριο συνολικής επιφάνειας 2.280 τ.μ. στην Α’ και Γ’ Δημοτική Κοινότητα του δήμου Θεσσαλονίκης για τη στέγαση της ..., με μηνιαίο μίσθωμα 11.500 ευρώ (ήτοι 5,04 ευρώ/τ.μ.) και ότι για τις δημοπρασίες αυτές κατατέθηκαν προσφορές και, επομένως, υπήρξε ενδιαφέρον για το επίπεδο αυτό του μισθώματος, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, διότι δεν προκύπτει ότι καταρτίσθηκαν εν συνεχεία μισθώσεις με το ύψος αυτό του μισθώματος, δεδομένου ότι κανένα αντίστοιχο μισθωτήριο δεν προσκομίζεται.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από την εναγόμενη μισθωτήρια, ακίνητα, που κείνται στο ίδιο κτίριο με το μίσθιο, εκμισθώνονται από την τελευταία και δη: α) δυνάμει του από 23-5-2005 συμφωνητικού εκμισθώθηκε στο Συμβούλιο Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης, ακίνητο, εμβαδού 291 τ.μ.
και αποθήκη 18 τ.μ. στο υπόγειο του κτιρίου, αντί μηνιαίου σήμερα, μετά τη μείωση, μισθώματος 2.995,90 δηλαδή (2.995,90 ευρώ : 309 τ.μ. =) 9,7 ευρώ/τ.μ., β) δυνάμει του από 8-3-2005 συμφωνητικού εκμισθώθηκε στην ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "Μονάδα Οργάνωσης της διαχείρισης του κοινοτικού πλαισίου στήριξης ΜΟΔ Α.Ε.", που ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, υπό την εποπτεία του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, ο δεύτερος όροφος, συνολικού εμβαδού 1.838 τ.μ., πλέον υπόγειου χώρου, εμβαδού 196 τ.μ., αντί μισθώματος, όπως αυτό ισχύει σήμερα μετά τη μείωσή του, ύψους 18.277,57 ευρώ, δηλαδή (18.277,57 ευρώ : 2.034 τ.μ. =) 8,99 ευρώ ανά τ.μ.
Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, καθώς και: α) ότι το επίδικο μίσθιο βρίσκεται επί της λεωφόρου ..., η οποία είναι η κεντρική οδική αρτηρία που συνδέει την ανατολική Θεσσαλονίκη με το αεροδρόμιο, β) ότι οι κτιριακές εγκαταστάσεις στο οποίο κείται το μίσθιο που καταλαμβάνει έκταση 710 τ.μ., είναι πολυτελούς κατασκευής και ότι η διάταξη του άρθρου 288 Α.Κ.
έχει τεθεί τόσο υπέρ του εκμισθωτή, όσο και υπέρ του μισθωτή, κρίνει ότι ανάμεσα στο "ελεύθερο" μίσθωμα (που προσδιορίστηκε από τα άνω συγκριτικά στοιχεία) και το συμφωνημένο, υπάρχει, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, διαφορά και δη, ότι επήλθε ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου μετά τη σύναψη της μίσθωσης, ώστε να επιβάλλεται κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών να αναπροσαρμοσθεί το οφειλόμενο μίσθωμα στο επίπεδο που αίρει τη δυσαναλογία και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 288 Α.Κ.
Σταθμίζοντας δε, όλα τα προαναφερόμενα και το σύνολο των συνθηκών, που σχετίζονται με τη μίσθωση και τους συμβαλλόμενους, όπως το σκοπό της σύμβασης, το συμφέρον αμφότερων των μερών, το μέγεθος της επένδυσης της εναγομένης, επί του κτιρίου στέγασης της Περιφερειακής Διεύθυνσης Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Κεντρικής Μακεδονίας, τον επιχειρηματικό κίνδυνο που ανέλαβε από την επίδικη μίσθωση, την συμβατική γνώση της για την επιλεξιμότητα των δαπανών, το κέρδος από την εκτέλεση της μίσθωσης, το οποίο σίγουρα ανέμενε, χωρίς να παραβλέπει την ανάγκη εκπλήρωσης της σύμβασης και τη βεβαιότητα και ασφάλεια των συναλλαγών, εκτιμάται, ότι για να πληρωθούν οι παραπάνω όροι, πρέπει το επίδικο μίσθωμα να μειωθεί στο ποσό των 6.390 ευρώ, δηλαδή (6.390 ευρώ : 710 τ.μ. =) 9,00 ευρώ ανά τ.μ., από τον ως άνω αναφερόμενο χρόνο, ήτοι από το χρόνο επίδοσης της αγωγής".
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 340/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί η επικουρική βάση της αγωγής (από το άρθρο 288 του Α.Κ.) ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, και μετά την διακράτηση της υποθέσεως και την εκδίκαση αυτής κατ’ ουσίαν, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, κατά την ως άνω επικουρική βάση της και αναπροσάρμοσε το μηνιαίο μίσθωμα του επιδίκου μισθίου ακινήτου από το ποσό των 7.330,77 ευρώ στο ποσό των 6.390 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ., καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση της εν λόγω διατάξεως (του άρθρου 288 του Α.Κ.).
Ειδικότερα, στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρεται το μεν, ότι μετά την κατάρτιση της επίδικης συμβάσεως μισθώσεως επήλθε, αρνητική και μη παροδικού χαρακτήρα, μεταβολή των οικονομικών συνθηκών της χώρας, που είχε ως αποτέλεσμα την προσφυγή προς δανειοδότηση στο Δ.Ν.Τ. και στον μηχανισμό στηρίξεως της Ευρωπαϊκής Ενώσεως στα μέσα του έτους 2010, το δε, ότι η δυσμενής αυτή οικονομική κατάσταση εξακολούθησε και κατά την διάρκεια των ετών 2011 και 2012, αλλά και μεταγενέστερα μέχρι και την άσκηση της ένδικης από 28.2.2014 αγωγής, με εκτενείς περικοπές μισθών και συντάξεων στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, έκτακτες φορολογικές επιβαρύνσεις και μείωση της αγοραστικής δυνάμεως του μεγαλυτέρου μέρους του πληθυσμού, συνέπεια των οποίων υπήρξε η βαθιά ύφεση, η απουσία ρευστότητας, οι κλυδωνισμοί του τραπεζικού συστήματος, ο περιορισμός κάθε μορφής δανειοδοτήσεως - χρηματοδοτήσεως, που προκάλεσαν περιστολή της εμπορικής δραστηριότητας, κένωση εμπορικών καταστημάτων, συνεχώς αυξανόμενη ανεργία -που από 9%, που ανερχόταν, κατά τον χρόνο της καταρτίσεως της μισθωτικής συμβάσεως, ανήλθε, κατά τον χρόνο της ασκήσεως της αγωγής, σε 24%-, έλλειψη επιχειρηματικού ενδιαφέροντος και κατακόρυφη μείωση της μισθωτικής αξίας των διαθέσιμων προς μίσθωση ακινήτων.
Ακόμη στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρεται: Α] το ύψος: α) του συμβατικά καθορισθέντος αρχικού μηνιαίου μισθώματος του επιδίκου μισθίου ακινήτου, που ανερχόταν στο ποσό των 10.000 ευρώ, β) του συμβατικά καθορισθέντος, μετά από την λαβούσα χώρα, στις 22.10.2012, (συμβατική) αναπροσαρμογή, οφειλομένου τοιούτου από 1.7.2012, που ανερχόταν στο ποσό των 9.374,36 ευρώ και γ) του καθορισθέντος, μετά τη νόμιμη, κατά την διάταξη του άρθρου 2 του ν. 4081/2012, αναπροσαρμογή του οφειλομένου μηνιαίου μισθώματος, που ανερχόταν από 1.10.2012 στο ποσό των 7.330,77 ευρώ και Β] ότι "το εν λόγω μίσθωμα", ήτοι το τελευταίο μίσθωμα των 7.330,77 ευρώ, "προσκρούει, εν όψει των ειδικών συνθηκών που επικρατούν στην αγορά, στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και στα προβλεπόμενα από την αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ., περί της καλόπιστης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των παροχών".
Ακολούθως, το δικάσαν Εφετείο εκθέτει στην προσβαλλομένη απόφασή του τα διάφορα συγκριτικά στοιχεία που έλαβε υπόψη και αξιολογώντας την διαπιστωθείσα μεταξύ του "ελευθέρου" μισθώματος και του καταβαλλομένου, μετά την προεκτεθείσα, αντικειμενική (νόμιμη) αναπροσαρμογή, τοιούτου υπάρχουσα διαφορά, ως τοιαύτη, εξ αιτίας της οποίας δημιουργείται, κατά τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, η ανάγκη αναπροσαρμογής του τελευταίου καταβαλλομένου μισθώματος των 7.330,77 ευρώ, αναπροσάρμοσε τούτο, κρίνοντας ότι η μείωση του μηνιαίου μισθώματος στο επίπεδο των 6.390 ευρώ είναι αναγκαία, προκειμένου να αρθεί, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και να αποκατασταθεί η διαταραχθείσα καλή πίστη.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με τις αιτιάσεις ότι: α) για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 288 του Α.Κ. το δικάσαν Εφετείο αρκέστηκε σε μεταβολή των συνθηκών μετά την κατάρτιση της μισθωτικής συμβάσεως, χωρίς να διαλαμβάνεται σ’ αυτήν (προσβαλλομένη απόφαση) καμιά απολύτως μεταβολή των συνθηκών, μετά την 1.10.2012, οπότε έλαβε χώρα η τελευταία νόμιμη αναπροσαρμογή του μισθώματος και β) παρέβλεψε εντελώς την τελευταία εκ του νόμου αναπροσαρμογή, όπως τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι έκρινε καταληκτικά "ότι πρέπει να αναπροσαρμοστεί το συμφωνηθέν μεταξύ των διαδίκων μίσθωμα" κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, εφόσον, όπως έχει ήδη εκτεθεί, διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη απόφαση παραδοχές, ως προς μεν την πρώτη αιτίαση, περί παρατεταμένης και συνεχώς επιδεινούμενης οικονομικής κρίσεως, η οποία (οικονομική κρίση) αντιμετωπίστηκε από το δικαστήριο της ουσίας ως ένα ενιαίο φαινόμενο, που εξακολούθησε και μετά την 1.10.2012 και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, στις 28.2.2014, να συρρικνώνει την οικονομική ζωή και να μειώνει τα μισθώματα των εμπορικών ακινήτων, ως προς δε την δεύτερη αιτίαση, για τον λόγο ότι ρητώς αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι μετά την τελευταία αυτοδίκαιη και αναγκαστική μείωση του μισθώματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 4081/2012, αυτό καθορίστηκε σε 7.330,77 ευρώ μηνιαίως από 1.10.2012 και ότι "το εν λόγω μίσθωμα προσκρούει, ενόψει των ειδικών συνθηκών που επικρατούν στην αγορά, στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, στην αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 Α.Κ.
της καλόπιστης και σύμφωνης, με τα συναλλακτικά ήθη, εκπλήρωσης των παροχών". Και είναι μεν γεγονός ότι σε δύο σημεία του αιτιολογικού της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται ότι "...επήλθε ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου μετά την σύναψη της μισθώσεως, ώστε να επιβάλλεται κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών να αναπροσαρμοστεί το οφειλόμενο μίσθωμα στο επίπεδο που αίρει τη δυσαναλογία και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη....." (βλ.
σελ. 22 στιχ. 8 έως 13 της προσβαλλομένης αποφάσεως) και "πρέπει, αφού εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση... να γίνει δεκτή η αγωγή κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη, να αναπροσαρμοστεί το συμφωνηθέν μεταξύ των διαδίκων μίσθωμα στο ποσό των 6.390 ευρώ κατά μήνα" (βλ. σελ. 23 στιχ. 10 έως 18 της προσβαλλομένης αποφάσεως), τούτο όμως έγινε προφανώς εκ παραδρομής και δεν οδηγεί στο αντίθετο συμπέρασμα, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 288 του Α.Κ., τον οποίο η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο αναφερόμενος στην προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. όρος "ζητήματα", επί των οποίων η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση αιτιολογιών καθιστούν την απόφαση αναιρετέα, είναι ταυτόσημος του όρου "πράγματα", των οποίων η παρά το νόμο λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στην θεμελίωση ή κατάλυση του ασκούμενου δικαιώματος με την αγωγή ή την ένσταση, όχι όμως και εκείνοι που ανάγονται στην βαρύτητα ενός αποδεικτικού μέσου και γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και την αιτιολόγηση του εξαγόμενου πορίσματος, που διατυπώθηκε στην απόφαση σαφώς, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, ούτε τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως ή ως αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως κ.λπ., οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία (Α.Π. 545/2014, Α.Π. 1182/2012).
Τελικά, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 67/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.
πλημμέλεια, επειδή το δικάσαν Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την προπαρατεθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ., διαλαμβάνοντας το μεν, αντιφατικές αιτιολογίες, καθ’ όσον: α) ενώ υπολογίζει την αξία του επιδίκου μισθίου κατά τον κρίσιμο χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής, εντούτοις λαμβάνει υπόψη της ως συγκριτικό στοιχείο μίσθωση που καταρτίστηκε δύο (2) έτη μετά τον κρίσιμο χρόνο (υπ’ αριθμ. .../5.9.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως) και β) ενώ για τον καθορισμό της μισθωτικής αξίας του επιδίκου μισθίου ακινήτου υπολογίζει μόνο την επιφάνεια της κυρίας χρήσεως αυτού, για τον καθορισμό της μισθωτικής αξίας των συγκρινομένων μισθίων ακινήτων υπολογίζει και την επιφάνεια των βοηθητικών χώρων αυτών, το δε ανεπαρκείς τοιαύτες, καθ’ όσον, ενώ δέχεται ότι το επίδικο μίσθιο έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που το καθιστούν ξεχωριστό στην αγορά και αυξάνουν την μισθωτική του αξία (πολυτελής κατασκευή, θέση αυτού σε κεντρικό σημείο της πόλεως, ύπαρξη συγκοινωνίας), εντούτοις ουδεμία αναφορά διαλαμβάνεται σχετικώς με το εάν τα μίσθια ακίνητα, τα οποία έλαβε υπόψη ως συγκριτικά στοιχεία έχουν ή όχι αντίστοιχα χαρακτηριστικά ή εάν έχουν άλλα χαρακτηριστικά που τυχόν αντισταθμίζουν την έλλειψη των ανωτέρω, που η ίδια (προσβαλλομένη απόφαση) δέχεται ότι έχει το επίδικο.
Όμως ο λόγος αυτός προβάλλει, με το πρόσχημα της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας, αιτιάσεις για την βαρύτητα των πιο πάνω αποδεικτικών μέσων και γενικά για την εκτίμηση των αποδείξεων, την ανάλυση και την στάθμισή τους από το Εφετείο, καθώς και για την σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε, σαφώς και αιτιολογημένα, το αποδεικτικό του πόρισμα, οι οποίες (αιτιάσεις) είναι απαράδεκτες.
Εξ άλλου, το Εφετείο έλαβε υπόψη του το ανωτέρω αναφερόμενο μισθωτήριο συμφωνητικό και το συνεκτίμησε ελεύθερα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, μαζί με άλλα συγκριτικά στοιχεία, τα οποία επίσης μνημονεύονται στην προσβαλλομένη απόφασή του, προσέτι δε δέχθηκε ως υπαρκτά όλα τα ως άνω στοιχεία υπεροχής του επιδίκου μισθίου ακινήτου και για τον λόγο αυτό αναπροσάρμοσε το μηνιαίο μίσθωμα αυτού στο προαναφερθέν ποσό των 6.390 ευρώ, δηλαδή σε 9 ευρώ/τ.μ.
Επομένως, ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 522 και 535 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την παραδοχή λόγου εφέσεως ως βασίμου, εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση και, αν η ουσία της υποθέσεως ερευνήθηκε στον πρώτο βαθμό, κρατεί την υπόθεση και την δικάζει κατ’ ουσίαν. Στην περίπτωση αυτή είναι αρμόδιο να ερευνήσει όλα τα πρωτοδίκως υποβληθέντα για την οριστική διάγνωση της διαφοράς αναγκαία ζητήματα.
Στην εξέταση αυτή υποβάλλονται και οι ενστάσεις, εάν, λόγω της απορρίψεως της αγωγής, δεν εξετάστηκαν καθόλου πρωτοδίκως, ως ασκηθείσες επικουρικώς, ήτοι μόνον για την περίπτωση της παραδοχής της αγωγής. Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. ως "πράγματα" θεωρούνται και οι ενστάσεις και, συνεπώς, αν, ύστερα από την παραδοχή της αγωγής κατ’ έφεση, η οποία είχε πρωτοδίκως απορριφθεί, το Εφετείο δεν προχωρήσει στην εξέταση των προταθεισών εναντίον της αγωγής ενστάσεων, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως από την τελευταία διάταξη (άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δικ.).
Εάν όμως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τις ενστάσεις αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που δικάζει την έφεση του ενάγοντος, ο οποίος παραπονείται γιατί απερρίφθη η αγωγή του, δεν μπορεί να ερευνήσει τις απορριφθείσες ενστάσεις, δίχως έφεση ή αντέφεση του εναγομένου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και παραδεκτώς επισκοπούμενα, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., διαδικαστικά έγγραφα και ιδία αυτά της αγωγής και της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με την ένδικη από 28.2.2014 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επικαλούμενο την συνδρομή των προϋποθέσεων της διατάξεως του άρθρου 388 του Α.Κ., άλλως του άρθρου 288 του Α.Κ., ζήτησε την αναπροσαρμογή (μείωση) του κατά τον χρόνο της ασκήσεως της αγωγής καταβαλλομένου από αυτό μηνιαίου μισθώματος του επιδίκου μισθίου ακινήτου από το ποσό των 7.330,77 ευρώ στο ποσό των 3.550 ευρώ.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 340/2015 οριστική απόφασή του, απέρριψε: α) την κυρία βάση της αγωγής ως αόριστη, άλλως ως μη νόμιμη, β) την παραδεκτώς προβληθείσα από την εναγομένη προς απόκρουση της επικουρικής βάσεως της αγωγής ένστασή της περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος, ως μη νόμιμη και γ) την επικουρική βάση της αγωγής ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν.
Το Εφετείο, ενώπιον του οποίου ήχθη η υπόθεση, κατόπιν εφέσεως του ηττηθέντος ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, διαμαρτυρομένου για την απόρριψη της μεν κυρίας βάσεως της αγωγής του ως αόριστης, άλλως ως μη νόμιμης, της δε επικουρικής βάσεως ως αβάσιμης κατ’ ουσίαν, όπως από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, απέρριψε τον πρώτο λόγο της εφέσεως που αφορούσε στην απόρριψη της κυρίας βάσεως της αγωγής, δέχθηκε ως και κατ’ ουσίαν βασίμους τους συναφείς δεύτερο και τρίτο λόγους της εφέσεως, που αφορούσαν στην απόρριψη της επικουρικής βάσεως αυτής (αγωγής), εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το αφορών στην επικουρική βάση της αγωγής κεφάλαιό της, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά την επικουρική βάση της και αναπροσάρμοσε το μηνιαίο μίσθωμα του επιδίκου μισθίου ακινήτου από το ποσό των 7.330,77 ευρώ στο ποσό των 6.390 ευρώ.
Με το να πράξει έτσι το Εφετείο και να μην προχωρήσει, μετά την παραδοχή της επικουρικής βάσεως της αγωγής ως εν μέρει κατ’ ουσίαν βάσιμης, στην εκ νέου έρευνα της ως άνω απορριφθείσας πρωτοδίκως ενστάσεως, αφού δεν είχε ασκηθεί αυτοτελής έφεση ή αντέφεση εκ μέρους της εναγομένης - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.
Πρέπει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι στην συγκεκριμένη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, θα μπορούσε να είχε παραδεκτά ασκηθεί εκ μέρους της εναγομένης - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, αντέφεση και με τις, ενώπιον του Εφετείου, προτάσεις, κατ’ άρθρο 654 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εφόσον είναι προφανές ότι το σχετικό κεφάλαιο της πρωτόδικης αποφάσεως (απόρριψη της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως) συνέχεται αναγκαστικά με τα υπό της εφέσεως του εκκαλούντος προσβαλλόμενα κεφάλαια αυτής, κατ’ άρθρο 523 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., υπό την προϋπόθεση όμως ότι η εφεσίβλητη θα καταλόγιζε συγκεκριμένα σφάλματα στην πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία, κατά τα προεκτεθέντα, είχε ήδη απορριφθεί αιτιολογημένα η ως άνω ένστασή της και θα ζητούσε την εξαφάνιση αυτής (πρωτοβάθμιας αποφάσεως) κατά το μέρος αυτό, πράγμα όμως που δεν έπραξε, αρκεσθείσα μόνον στο να επαναφέρει, με τις προτάσεις της, ενώπιον του Εφετείου, την ως άνω ένστασή της, όπως ακριβώς την είχε διατυπώσει και πρωτοδίκως, χωρίς να προσάπτει οποιαδήποτε πλημμέλεια στην απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που, όπως προαναφέρθηκε, είχε απορρίψει αυτήν αιτιολογημένα, προσέτι δε και χωρίς να αναφέρει για ποιους λόγους είχε απορριφθεί η εν λόγω ένστασή της.
Επομένως, ο συναφής τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 περ. α’ και β’ του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο όρος "επιδίκασε" του εν λόγω άρθρου νοείται με την ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε για μη αιτηθέν ή περισσότερο από το αιτηθέν.
Ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 9 περ. β’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., μέμφεται το Εφετείο, διότι επιδίκασε πέραν του αιτηθέντος, ισχυριζόμενη ότι αν και το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με την ένδικη αγωγή του ζήτησε την διάπλαση του καταβαλλομένου επιδίκου μηνιαίου μισθώματος σε συγκεκριμένο ποσό μέχρι τις 31.12.2014, για δε το μετέπειτα χρονικό διάστημα και μέχρι την συμβατική λήξη της μισθώσεως, στις 27.4.2018, ζήτησε να αναπροσαρμόζεται αυτό με βάση τις προβλέψεις της μεταξύ τους καταρτισθείσας μισθωτικής συμβάσεως, εντούτοις, με την προσβαλλομένη απόφαση ορίστηκε ότι το διαπλασθέν (μειωθέν) μηνιαίο μίσθωμα θα παραμείνει αμετάβλητο (χωρίς δηλαδή αναπροσαρμογή, κατά τα οριζόμενα στην μεταξύ τους σύμβαση) και μετά τις 31.12.2014 και μέχρι την προαναφερομένη συμβατική λήξη της μισθώσεως.
Όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και παραδεκτώς επισκοπούμενα, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., διαδικαστικά έγγραφα και ιδία αυτά της αγωγής και της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με την ένδικη από 28.2.2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../2014 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επικαλούμενο την συνδρομή των προϋποθέσεων της διατάξεως του άρθρου 388 του Α.Κ., άλλως του άρθρου 288 του Α.Κ., ζήτησε την αναπροσαρμογή (μείωση) του κατά τον χρόνο της ασκήσεως της αγωγής καταβαλλομένου από αυτό μηνιαίου μισθώματος του επιδίκου μισθίου ακινήτου από το ποσό των 7.330,77 ευρώ στο ποσό των 3.550 ευρώ "από την επίδοση της αγωγής και μέχρι 31.12.2014, ημερομηνία, μετά την οποία θα εξακολουθεί να ισχύει η συμβατική κατ’ έτος αναπροσαρμογή, υπολογιζόμενη επί του αναπροσαρμοσθέντος (μειωθέντος) μισθώματος που θα καταβάλλεται δυνάμει της εκδοθησομένης απόφασης του Δικαστηρίου σας".
Το Εφετείο, όπως από την προσβαλλομένη απόφασή του προκύπτει, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, κατά το αφορών στην επικουρική βάση της αγωγής κεφάλαιό της, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά την εν λόγω βάση της (επικουρική) και αναπροσάρμοσε το μηνιαίο μίσθωμα του επιδίκου μισθίου ακινήτου από το ποσό των 7.330,77 ευρώ στο ποσό των 6.390 ευρώ από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την συμβατική λήξη της μισθώσεως.
Αναπροσαρμόζοντας, επομένως, το Εφετείο το μηνιαίο μίσθωμα στο προεκτεθέν ποσό των 6.390 ευρώ για το χρονικό διάστημα από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την συμβατική λήξη της μισθώσεως, στις 27.4.2018, ορίζοντας, δηλονότι, ότι αυτό (διαπλασθέν μίσθωμα) θα παραμείνει αμετάβλητο (χωρίς αναπροσαρμογή, κατά τα οριζόμενα στην μεταξύ των διαδίκων μισθωτική σύμβαση) και μετά τις 31.12.2014, επεδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν.
Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 9 περ. β’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. και ο συναφής τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα ανωτέρω αναφερόμενα, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής στο οποίο αναφέρεται ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως (πλημμέλεια από τον αριθμό 9 εδ. β’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.). Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ., όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν, κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι όταν μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως, αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως και την έκταση της αναιρέσεως αυτής, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο της ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική, επί της υποθέσεως, απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο.
Εν προκειμένω, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά το προεκτεθέν κεφάλαιό της, πρέπει ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει κατά το ως άνω μέρος της. Επομένως, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, κατά την επικουρική βάση της και αναπροσαρμόστηκε το μηνιαίο μίσθωμα στο προεκτεθέν ποσό από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την συμβατική λήξη της μισθώσεως, πρέπει να οριστεί ότι η ως άνω αναπροσαρμογή του μηνιαίου μισθώματος ισχύει από την επομένη της επιδόσεως της ένδικης αγωγής μέχρι και τις 31.12.2014. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσης αναιρετικής δίκης κατανεμόμενα κατά τον λόγο της κατ’ ίσο μέρος εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου μέρους τούτων, πρέπει επίσης να συμψηφιστούν στο σύνολό τους (άρθρα 178 παρ. 1 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα, ενόψει της νίκης της (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1.1.2016, ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1622/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό της παρούσας μέρος της.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρεθέν μέρος της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Αναπροσαρμόζει το μηνιαίο μίσθωμα του περιγραφομένου στο σκεπτικό της παρούσας επιδίκου μισθίου ακινήτου στο ποσό των έξι χιλιάδων τριακοσίων ενενήντα (6.390) ευρώ για το χρονικό διάστημα από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι τις 31.12.2014.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης.
Και
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2018.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ