Supreme Court dismisses appeal against divorce decree due to lack of appearance and insufficient grounds for appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a divorce judgment because the respondent failed to appear or be represented at the hearing. The appellant argued the lower court lacked sufficient reasoning, but the court found the appellate court had clearly established facts regarding the respondent's conduct. Consequently, the appeal was rejected as the respondent's absence precluded the application of the relevant procedural rules.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 567(1) of the Code of Civil Procedure; The cassation appeal is inadmissible if the respondent does not appear, and the appeal fails when the lower court's reasoning is clear and sufficient regarding the evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 849 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 849/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Στανέλλο.
Της αναιρεσιβλήτου: Θ. Π. του Π., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρεβέζης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 199/2012 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 12-9-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 2-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση .../22.10.2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πρέβεζας Β. Ε., επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την στο τέλος αυτής περιλαμβανόμενη πράξη, με την οποία ορίστηκε ως η ημέρα συζήτησης αυτής, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος, καθώς και κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη.
Η τελευταία, όμως, δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ., όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε, κατά τη σειρά της, από το οικείο πινάκιο. Άρα, πρέπει (αρθρ. 567 παρ.1 ΚΠολΔ)η συζήτηση της υπόθεσης να χωρίσει, ως να ήταν και αυτή παρούσα. Κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός εδράζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή στηρίζει την κρίση της, σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, σε περιστατικά που δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου στην περίπτωση κανόνα δικαίου, στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες).
Δεν έχει, όμως εφαρμογή η ως άνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις του νομικού συλλογισμού ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, εφ’ όσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Ειδικότερα δε, έλλειψη νόμιμης βάσης υπάρχει, όταν από τις αιτιολογίες, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ. 1/1999). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Ως προσβολή της προσωπικότητας θεωρείται κάθε διατάραξη από πράξεις τρίτων των επί μέρους εκφάνσεων αυτής, όπως είναι η εικόνα του προσώπου, η τιμή, η υπόληψη, το απόρρητο της ιδιωτικής ζωής, η πίστη, το επάγγελμα, η ελευθερία ανάπτυξης οικονομικής δραστηριότητας κλπ.
Παράνομη είναι η προσβολή της προσωπικότητας, όταν η βλαπτική πράξη του τρίτου απαγορεύεται από διάταξη νόμου ή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή επιχειρείται κατ’ ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας από πλευράς έννομης τάξης, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκησή του.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 59 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του, έχει κατά του υπαιτίου αξίωση για ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που έπαθε, η οποία (ικανοποίηση) συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού ή σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 58 και 914 επ. του ΑΚ προκύπτει ότι, επί παράνομης προσβολής της προσωπικότητας, ο νόμος παρέχει στον θιγόμενο και σε βάρος εκείνου που προκαλεί την προσβολή, αξίωση για άρση της προσβολής και για μη επανάληψή της στο μέλλον ανεξάρτητα από τη συνδρομή υπαιτιότητας (αντικειμενική ευθύνη) και αξίωση για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, εφόσον συντρέχει και το στοιχείο της υπαιτιότητας (Ολ ΑΠ 13/99).
Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 367 του ΠΚ, δεν αποτελούν άδικη πράξη: α) οι δυσμενείς κρίσεις ..., β) ..., γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή ... . Με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται, ότι η προηγούμενη διάταξη (της παρ. 1) δεν εφαρμόζεται:
α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 ΠΚ (συκοφαντικής δυσφήμησης) και β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης (άρθρα 361 και 362 ΠΚ) αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον..
Και στην περίπτωση, όμως, αυτή ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδήλωσης δεν αίρεται και, συνεπώς, παραμένει η παρανομία ως ουσιαστικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η παραπάνω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμηση ή όταν από τον τρόπο ή από τις περιστάσεις που αυτή έγινε προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικά σε προσβολή της τιμής άλλου και ενέχει αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου ή περιφρόνηση αυτού.
Τέτοιος ειδικός σκοπός εξύβρισης εμφαίνεται στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν ο τρόπος αυτός δεν ήταν, αντικειμενικά, αναγκαίος για την απόδοση της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί για την άσκηση νομίμου δικαιώματος ή από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ο οποίος, ωστόσο, χρησιμοποίησε αυτόν τον τρόπο για να προσβάλει την τιμή του άλλου.
Επειδή δε η ύπαρξη του ειδικού σκοπού εξύβρισης συνιστά νομική έννοια που ελέγχεται αναιρετικά, το δικαστήριο της ουσίας, όταν δέχεται, ότι προκύπτει ειδικός σκοπός εξύβρισης από τον τρόπο εκδήλωσης της μειωτικής συμπεριφοράς ή από τις περιστάσεις τέλεσης της πράξης, πρέπει να διαλάβει, σαφώς και επαρκώς, στην απόφασή του πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν τις παραδοχές, ότι ο συγκεκριμένος τρόπος εκδήλωσης της μειωτικής συμπεριφοράς του υπαιτίου δεν ήταν πράγματι αναγκαίος για την αντικειμενική απόδοση της σκέψης του, ότι ο υπαίτιος γνώριζε τον ηπιότερο και αναγκαίο τρόπο εκδήλωσης της μειωτικής συμπεριφοράς του και ότι χρησιμοποίησε συνειδητά τον συγκεκριμένο, μη αντικειμενικά αναγκαίο, με τον ειδικό σκοπό να προσβάλει την τιμή άλλου.
Σε αντίθετη περίπτωση, παραβιάζονται εκ πλαγίου οι ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 και 2 ΠΚ, οι οποίες έχουν αναλογική εφαρμογή και στις έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου, η δε παραβίαση αυτή στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δικάζοντας επί αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης κατά του ήδη αναιρεσείοντος περί καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη η πρώτη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του τελευταίου, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα:
Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στην Πάργα Πρέβεζας, στις4 28-4-2001. Μετά το γάμο τους εγκαταστάθηκαν στην Πάργα σε διαμέρισμα του εκκαλούντος (ήδη αναιρεσείοντος) που βρίσκεται στην ίδια πολυκατοικία, όπου διέμεναν και οι γονείς του... Οι σχέσεις των διαδίκων κατά τα πρώτα χρόνια του γάμου τους ήταν αρμονικές, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα...
Μετά τη γέννηση και του δεύτερου παιδιού τους το 2005, άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα στις σχέσεις του ζευγαριού, λόγω κυρίως του αυταρχικού χαρακτήρα του εναγομένου, με αποτέλεσμα οι σχέσεις των διαδίκων να αρχίσουν σταδιακά να κλονίζονται. Η αποξένωση στις σχέσεις τους έφθασαν σε τέτοιο σημείο, ώστε, όπως ομολόγησε και ο ίδιος ο εναγόμενος με την από 25-2-2010 αγωγή διαζυγίου που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας...
ήδη από διετίας (πριν την άσκηση της εν λόγω αγωγής του) απλώς συγκατοικούσαν στο ίδιο σπίτι, ενώ στην πραγματικότητα βρίσκονταν σε σωματική και ψυχική διάσταση. Περί τα μέσα του 2009, ο εναγόμενος άρχισε να κατηγορεί την ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) για εξωσυζυγικές σχέσεις και παραμονές των Χριστουγέννων του ίδιου έτους της κοινοποίησε την από 18-12-2009 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας...
Με την αίτησή του αυτή ζητούσε τη μετοίκησή της από τη συζυγική οικία και την ανάθεση σ’ αυτήν της επιμέλειας των δύο .ανηλίκων τέκνων τους. Αμέσως μετά την κοινοποίηση αυτή, η .ενάγουσα αναγκάστηκε να αποχωρήσει από τη συζυγική οικία και να εγκατασταθεί μαζί με τα δύο ανήλικα τέκνα της στην οικία των γονέων της στην Αγιά Πρέβεζης.
Στην ανωτέρω αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία προσυπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εναγομένου, αλλά και από τον ίδιο τον εναγόμενο, τότε αιτούντα, αναγράφονται μεταξύ των άλλων και οι εξής, κατά λέξη, φράσεις και με τα ακόλουθα στοιχεία γραφής: Στη σελίδα 5, στίχος 7: "Η ΜΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΚΑΘΗΣ". 2) Στη σελίδα 8, στίχοι 12-15: "Η καθής ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΑ ΜΟΙΧΕΥΕΤΑΙ και ΕΧΕΙ ΠΛΕΟΝ ΣΧΕΔΟΝ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΕΙ ΚΑΘΕ ΠΡΟΣΧΗΜΑ.
Μοιχεύεται συστηματικά με άτομο που εργάζεται περιστασιακά ως σερβιτόρος και τον επισκέπτεται σε χώρους δικούς του". 3) Στη σελίδα 9 παρ. 1: "Η καθής αδιαφορώντας για τα κοινωνικά σχόλια και την παρατήρησή της από ανθρώπους που γνωρίζουν πολύ καλά ότι είναι παντρεμένη, ΜΟΙΧΕΥΕΤΑΙ ΧΩΡΙΣ ΑΙΔΩ, ΕΝΩ ΜΕ ΤΟ ΣΥΖΥΓΟ ΤΗΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΕΡΩΤΙΚΗ ΕΠΑΦΗ ΕΔΩ ΚΑΙ 6 ΜΗΝΕΣ" 4) Στη σελίδα 12 παρ. 3 και 4: "Ποια θα είναι η αντοχή των γονέων μου και η δική μου, όταν θα βλέπω στο σπίτι που χτίστηκε με τους κόπους και τον ιδρώτα των γονέων μου THN ΜΟΙΧΑΛΙΔΑ ΑΝΕΜΠΟΔΙΣΤΑ ΝΑ ΒΕΒΗΛΩΝΕΙ ΤΟ ΧΩΡΟ, ΠΟΥ ΣΤΕΓΑΣΕ ΤΑ ONΕΙΡΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΟΥ;;;
Είναι προφανές ότι η μοιχαλίδα καθής πρέπει να αποχωρήσει από την ιερή συζυγική εστία και να στεγάσει την ντροπή της αλλού". Επίσης, στο από 5-2-2010 σημείωμα που κατέθεσε ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου μετά τη συζήτηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, αναγράφονται τα ακόλουθα: "...ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙ ΕΓΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΥΣΔΗΜΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ 2009, ΠΟΥ ΤΗ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΩ ΜΟΙΧΑΛΙΔΑ;;;".
Όπως δε περαιτέρω αποδείχθηκε, η ενάγουσα από. το έτος 2008 είχε συνάψει εξωσυζυγική σχέση με τον Γ. Β., ο οποίος σημειωτέον, απεβίωσε τον Ιανουάριο του 2010, προσβληθείς από την επάρατο νόσο. Οι συναντήσεις τους γινόταν κυρίως στην οικία του... όπου η ενάγουσα μετέβαινε, προφασιζόμενη στον εναγόμενο σύζυγό της, αλλά και στους γονείς του, ότι πρόκειται να επισκεφθεί τους γονείς της στην Αγιά Πρέβεζας.
Η σχέση αυτή δεν άργησε να γίνει γνωστή σε κάποιους κατοίκους της μικρής και κλειστής κοινωνίας της Πάργας και τελικά και στον εναγόμενο, στον οποίο μάλιστα είχαν σταλεί από άγνωστους αποστολείς μηνύματα στο κινητό του τηλέφωνο, που τον πληροφορούσαν για την εξωσυζυγική .αυτή σχέση της ενάγουσας. Ο εναγόμενος προσπάθησε βέβαια να αποκαλύψει τη σχέση αυτή της συζύγου του, παρακολουθώντας την με ειδικές συσκευές που εγκατέστησε στην οικία τους, χωρίς όμως κάποιο αποτέλεσμα.
Οι συζητήσεις, όμως και οι φήμες για τη σχέση αυτή της ενάγουσας πλήθαιναν στον κοινωνικό περίγυρο των διαδίκων συζύγων, ενώ οι σχέσεις των τελευταίων είχαν πλέον διακοπεί πλήρως, καθώς ο εναγόμενος κατηγορούσε πλέον καθαρά: την ενάγουσα για τη σχέση της αυτή... Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι (με την 120/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας η οποία εκδόθηκε επί της ανωτέρω αίτησης ασφαλιστικών μέτρων του εναγομένου, καθώς και επί της αντίθετης αίτησης της ενάγουσας, έγινε δεκτή, κατά πιθανολόγηση, η εξωσυζυγική σχέση της τελευταίας και απορρίφθηκε η αίτησή της για διατροφή της.
Θα πρέπει να σημειωθεί, επίσης, ότι οι διάδικοι άσκησαν αντίθετες αγωγές διαζυγίου, επί των οποίων εκδόθηκε η 6/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας. Με την απόφαση αυτή λύθηκε ο γάμος των διαδίκων για λόγους που αφορούν και τους δύο, ενώ έγινε δεκτό, ότι η ενάγουσα απλώς είχε δημιουργήσει μία "ιδιαίτερη οικειότητα" με τον Γ.
Β., η οποία παρεξηγήθηκε από το σύζυγό της. Σημειωτέον, ότι δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο, ότι η απόφαση αυτή έχει καταστεί αμετάκλητη Κατά συνέπεια και με βάση τα ανωτέρω, τα όσα ισχυρίστηκε ο εναγόμενος με την πιο πάνω αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και το σχετικό του σημείωμα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων για την εξωσυζυγική σχέση της ενάγουσας ήταν απόλυτα αληθή και συνακόλουθα δεν τίθεται θέμα δυσφήμησης της τελευταίας από τον εναγόμενο ενώπιον του Δικαστή και της Γραμματέως του εν λόγω Δικαστηρίου ή ενώπιον τρίτων κάτοικων της Πάργας, προς τους οποίους, άλλωστε, δεν αποδείχθηκε ότι ο ίδιος ο εναγόμενος προέβαινε σε ψευδείς διαδόσεις".
Ακολούθως το Εφετείο, κατ’ αποδοχή της εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που είχε δεχθεί, ότι τα περί μοιχείας επικληθέντα από αυτόν γεγονότα ήσαν ψευδή και στη συνέχεια, εξετάζοντας την περί προσβολής προσωπικότητας της αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και επιδικάσεως σ’ αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, δέχθηκε τα ακόλουθα:
Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος ισχυρίστηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις του ότι οι πιο πάνω επίμαχες φράσεις που περιελήφθησαν στην αίτηση του περί λήψης ασφαλιστικών μέτρων, αποτελούν ενάσκηση του δικαιώματος του να ζητήσει τη μετοίκηση της ενάγουσας από τη συζυγική οικία, λόγω της κατά τα ανωτέρω συμπεριφοράς της.
Ο ισχυρισμός αυτός, είναι νόμιμος, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ. Πλην, όμως, είναι απορριπτέος ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της αντένστασης που πρότεινε καθ’ υποφοράν με την αγωγή της η ενάγουσα και συγκεκριμένα, κατ’ εκτίμηση των όσων αναφέρει στην αγωγή της, ότι οι φράσεις αυτές είναι υβριστικές, καθώς υπερβαίνουν κατά πολύ το καθήκον ευπρέπειας και το αναγκαίο μέτρο για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του εναγομένου.
Ειδικότερα, ο εναγόμενος είχε κάθε δικαίωμα κατ’ αρχήν να επικαλεσθεί με την από 18-12-2009 αίτηση του και το επ’ αυτής από 5-2-2010 σημείωμα την εξωσυζυγική σχέση της συζύγου του και να αναφέρει μάλιστα σ’ αυτήν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, προκειμένου να θεμελιώσει την αξίωσή του για μετοίκησή της από τη συζυγική οικία εξ αιτίας της συμπεριφοράς της αυτής και της έντασης .
που είχε δημιουργηθεί στις σχέσεις τους. Από τον τρόπο, όμως, που άσκησε το δικαίωμά του αυτό και ειδικότερα από την επανειλημμένη χρήση των ίδιων φράσεων, όπως "η καθής συστηματικά μοιχεύετο", "μοιχεύεται συστηματικά", "μοιχευόταν χωρίς αιδώ", "όταν θα βλέπω στο σπίτι.... τη μοιχαλίδα ανεμπόδιστα να βεβηλώνει το χώρο", "είναι προφανές ότι η μοιχαλίδα" και "που την χαρακτηρίζω μοιχαλίδα" και μάλιστα με κεφαλαία γράμματα για ορισμένες φράσεις, προκύπτει ειδικός σκοπός εξύβρισης της ενάγουσας...
εκ μέρους του εναγομένου... Τούτο δε, αν επί πλέον ληφθεί υπόψη ότι η κατ’ επανάληψη χρήση των φράσεων αυτών δεν ήταν πραγματικά αναγκαία για τη θεμελίωση του σχετικού του δικαιώματος, δεδομένου ότι το επιδιωκόμενο με την αίτησή του αποτέλεσμα, η μετοίκηση δηλαδή της ενάγουσας από τη συζυγική οικία, μπορούσε να επιτευχθεί με τη χρησιμοποίηση έστω άπαξ της φράσης για τη συστηματική μοιχεία της ενάγουσας ή με τη χρησιμοποίηση ηπιότερων φράσεων, όπως καθής αντί μοιχαλίδα.
Αντί, όμως, να χρησιμοποιήσει τον τρόπο αυτό για τη θεμελίωση του σχετικού του δικαιώματος, που ασφαλώς γνώριζε ότι αρκούσε για την επίτευξη του επιδιωκόμενου απ’ αυτόν σκοπού, χρησιμοποίησε τις ανωτέρω πομπώδεις φράσεις με το συγκεκριμένο μη αναγκαίο τρόπο που προεκτέθηκε, με αποκλειστικό και ειδικό σκοπό την εξύβριση της ενάγουσας, την προσβολή δηλαδή της τιμής της, καθώς και τον ονειδισμό και την καταφρόνησή της.
Λόγω δε της ανωτέρω εξυβριστικής συμπεριφοράς του εναγομένου, η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 3000 ευρώ που κρίνεται εύλογο, αν ληφθούν υπόψη οι συνθήκες υπό τις οποίες ‘ έλαβε χώρα η αδικοπραξία σε βάρος της ενάγουσας καθώς και ο τρόπος και ο βαθμός της προσβολής της τιμής της, όπως εκτέθηκε ανωτέρω....".
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που στηρίζουν πλήρως το αποδεικτικό της πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 367 παρ.2 εδ.β του ΠΚ που εφαρμόσθηκε και την μη συνδρομή εκείνων της παραγράφου 1 την οποία ορθά δεν εφάρμοσε.
Ειδικότερα και αναφορικά με τον ειδικό σκοπό εξυβρίσεως της αναιρεσίβλητης, από τις προεκτεθείσες παραδοχές προκύπτει, ότι το Εφετείο, δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων ενήργησε με τέτοιο ειδικό σκοπό, που προκύπτει από την επανειλημμένη χρήση των ίδιων φράσεων, όπως "η καθ’ ης συστηματικά μοιχεύετο", "μοιχεύεται συστηματικά", "μοιχευόταν χωρίς αιδώ", "όταν θα βλέπω στο σπίτι ....την μοιχαλίδα ανεμπόδιστα να βεβηλώνει το χώρο", "είναι προφανές ότι η μοιχαλίδα" και μάλιστα με τη χρησιμοποίηση κεφαλαίων γραμμάτων για ορισμένες φράσεις.
Επίσης το Εφετείο δέχτηκε, ότι ο αναιρεσείων χρησιμοποίησε εν γνώσει του τις εν λόγω μειωτικές εκφράσεις, η επανειλημμένη χρήση των οποίων δεν ήταν πραγματικά αναγκαία για τη θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος του, αφού το επιδιωκόμενο με την αίτησή του αποτέλεσμα, δηλαδή η μετοίκηση της αναιρεσίβλητης από τη συζυγική οικία, μπορούσε να επιτευχθεί, είτε με την χρησιμοποίηση, άπαξ έστω της φράσης περί συστηματικής μοιχείας, είτε με τη χρησιμοποίηση ηπιότερων λέξεων, όπως "η καθ’ ης", αντί των ανωτέρω πομπωδών φράσεων και λέξεων, που υπερβαίνουν τα όρια του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος για προβολή και υποστήριξη της αίτησης του και αποσκοπούσαν μόνο στην προσβολή της τιμής, τον ονειδισμό και την καταφρόνηση της αναιρεσίβλητης.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ δύο λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι.
Μετά ταύτα, πρέπει ν’ απορριφθεί, στο σύνολο της, η κρινόμενη αίτηση και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, ως αντικ. με το άρθρο 12 παρ. 2του Ν. 4055/2012). Διάταξη για τη δικαστική δαπάνη δεν θα διαληφθεί στην παρούσα, αφού η αναιρεσίβλητη, λόγω της απουσίας της, δεν υπεβλήθη σε δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Σεπτεμβρίου 2013 αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της 199/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ