Legislator Case Law & Legislation
849/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding contradictory reasoning and document distortion claims.

Case Number 849/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's decision, ruling it inadmissible for failing to meet statutory requirements. The appellant argued the lower court contained contradictory reasoning regarding statute of limitations and distorted the content of a specific request document. The court held that the alleged contradiction existed only in the reasoning section, not the operative part, and that the lower court merely evaluated evidence rather than misreading the document.

Legislator headnote

AI generated

Articles 522, 536, 536(2), 559(9), 559(17), 559(20) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court rejects an appeal based on alleged contradictions in the operative and reasoning parts of a judgment, and finds no distortion of a document when the lower court merely evaluates its evidentiary value rather than misreading its content.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal contradictory reasoning document distortion statute of limitations evidentiary evaluation Code of Civil Procedure operative part

Cited Legislation

AI generated
Article 522 of the Code of Civil Procedure
Article 536(1) of the Code of Civil Procedure
Article 536(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(9) of the Code of Civil Procedure
Article 559(17) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 849 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 849/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών ΛΑΪΚΟ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλούδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-6-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1680/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4644/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-12-2000 αίτησή του και τους από 15-1-2008 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 6-3-2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρου Νικάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως και των προσθέτων αυτής λόγων.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά μεν την διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, το οποίο αποτελεί εκδήλωση των αρχών της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης και της συζήτησης, τις οποίες καθιερώνει το άρθρο 106 του ίδιου ως άνω Κώδικα, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τα με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους καθοριζόμενα όρια, κατά δε την διάταξη του άρθρου 536 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση.

Σύμφωνα δε με το ίδιο άρθρο 536 παρ. 2 ΚΠολΔ οι ως άνω διατάξεις της παραγράφου 1 δεν εφαρμόζονται όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης δικάζει την υπόθεση κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση, όμως, κατά την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να απορρίψει την αναγνωριστική αγωγή ως απαράδεκτη λόγω παραγραφής της αξίωσης και της εντεύθεν έλλειψης εννόμου συμφέροντος προς έγερση αυτής, διότι η απόφαση που απορρίπτει την αγωγή για το λόγο αυτό, δεν είναι επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα της απόφασης που απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, η οποία αποκλείει την επανάσκηση από αυτόν νέας αγωγής.

Εξάλλου, ως αίτηση, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ, είναι εκείνη που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία.

Συνεπώς, η αιτιολογία με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απορρίπτει την έφεση, κρίνοντας ότι η πρωτοδίκως απορριφθείσα αγωγή είναι απορριπτέα με άλλη αιτιολογία, δεν αποτελεί αίτηση, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ώστε να θεωρείται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντικαθιστώντας αυτεπαγγέλτως την αιτιολογία της πρωτόδικης απόφασης, επιδικάζει πλέον του αιτηθέντος ή μη αιτηθέν και δεν ιδρύει την από την εν λόγω διάταξη πλημμέλεια.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων - ενάγων με την από 11-6-1996 αγωγή του, επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας εργάσθηκε, ως σιδηρωτής - πλύντης, στο αναιρεσίβλητο - εναγόμενο νοσοκομείο (Ν.Π.Δ.Δ.), ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι αυτό υποχρεούται να του καταβάλει ως διαφορές των αποδοχών του, για το από 1-1-1991 έως 16-7-1993 χρονικό διάστημα, το ποσό των 3.966.796 δραχμών.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο, με την υπ' αριθμ. 1680/1997 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη για τις αξιώσεις του αναιρεσείοντος του χρονικού διαστήματος από 1-1-1991 έως 31-12-1992, ποσού 2.694.626 δραχμών, λόγω δεδικασμένου, απορρέοντος από την υπ' αριθμ. 2691/1994 τελεσίδικη απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου ως προς το ύψος των αποδοχών του.

Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση ο αναιρεσείων και έτσι μεταβιβάστηκε στο Εφετείο το κεφάλαιο της αγωγής που απορρίφθηκε πρωτοδίκως. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο εξέτασε αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 52 εδ. γ' του Ν.Δ. 496/1974, την παραγραφή των ως άνω αξιώσεων του αναιρεσείοντος και ερευνώντας την αντένσταση του τελευταίου για διακοπή της παραγραφής, που επανέφερε αυτός με τις προτάσεις του, έκρινε ότι οι πιο πάνω αξιώσεις του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Δ.Δ.

παραγράφηκαν, λόγω της παρόδου χρονικού διαστήματος μεγαλύτερου των δύο ετών από το τέλος των ετών 1991 και 1992, κατά τα οποία γεννήθηκαν και ήταν δυνατή η δικαστική τους επιδίωξη, μέχρι την επίδοση, στις 14-6-1996, της ένδικης αγωγής. Την παραγραφή αυτή - δέχθηκε ακόμη το Εφετείο - δεν διέκοψε η με αριθμό 16753/31-12-1993 αίτηση του αναιρεσείοντος προς το αναιρεσίβλητο νοσοκομείο, καθόσον η εν λόγω αίτηση αφορούσε άλλες αξιώσεις του αναιρεσείοντος και όχι τις προαναφερόμενες.

Επίσης - είπε το Εφετείο - δεν διέκοψε την παραγραφή η άσκηση της προγενέστερης από 28-12-1992 αγωγής του αναιρεσείοντος, διότι με την αγωγή εκείνη επήλθε διακοπή της παραγραφής μόνο για το μέρος των αξιώσεων που ζητήθηκαν με την προγενέστερη αυτή αγωγή και όχι για το μέρος των ίδιων αξιώσεων που δεν επιδιώχθηκε (ήτοι για την αξίωση υπολογισμού του βασικού του ημερομισθίου, του επιδόματος τριετιών και της αμοιβής των δύο ωρών ημερησίως του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 201/1975, με βάση το κατώτατο όριο ημερομισθίου της από 3-4-1991 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.).

Ακολούθως το Εφετείο, αφού απέρριψε την αντένσταση διακοπής της παραγραφής του αναιρεσείοντος, αντικατέστησε τις αιτιολογίες του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατ' ουσίαν. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" μη προταθέντα, ούτε παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, ούτε επιδίκασε μη αιτηθέν.

Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 αιτιάσεις του πρώτου λόγου της αναιρέσεως είναι αβάσιμες, η δε από τον αριθμό 9 αιτίαση του ίδιου λόγου αναιρέσεως είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως στοιχειοθετεί και η παραδοχή ένστασης, που δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως, εκτός αν αυτή μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως.

Τέτοια ένσταση είναι και η στηριζόμενη στο άρθρο 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974 ένσταση παραγραφής των κατά των Ν.Π.Δ.Δ. αξιώσεων, για την οποία ορίζεται στο άρθρο 52 εδ. γ' του ίδιου Ν.Δ/τος ότι λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Η ρύθμιση αυτή, έχει γίνει δεκτό ότι εναρμονίζεται προς το άρθρο 106 του ΚΠολΔ και δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 του Συντάγματος αρχή της ισότητας ή στις διατάξεις των άρθρων 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (Ολ.

ΑΠ 22/2005). Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις αξιώσεις των υπαλλήλων των Ν.Π.Δ.Δ. κατ' αυτών, δεν αντίκειται στο άρθρο 4 του Συντάγματος, διότι έχει θεσπισθεί για λόγους δημοσίου συμφέροντος, ούτε στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ , η οποία δεν απαγορεύει την θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεως και δικαιούχων.

Επίσης η ίδια διάταξη δεν είναι αντίθετη ούτε και προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν τον νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα , όχι όμως και να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων, που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους (Ολ.

ΑΠ 31/2007). Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος από διαφορές αποδοχών, του χρονικού διαστήματος από 1-1-1991 έως 31-12-1992, έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974, την οποία έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως, δεν έλαβε παρά το νόμο υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ούτε παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974, την οποία ορθώς εφάρμοσε, κρίνοντας ότι η διάταξη αυτή δεν αντίκειται στην καθιερούμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε προσκρούει στα άρθρα 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης.

Συνεπώς, ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, ως προς το τρίτο σκέλος του, και ο από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου μοναδικός λόγος των προσθέτων λόγων αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά το άρθρο 51 εδ. β' του Ν.Δ. 496/1974, η διετής παραγραφή των απαιτήσεων κατά νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) των υπαλλήλων αυτών από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλης πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, που θεσπίζει το άρθρο 48 παρ. 3 του ίδιου Ν.Δ/τος, διακόπτεται και με την υποβολή προς το νομικό πρόσωπο αιτήσεως για την πληρωμή των παραπάνω απαιτήσεων.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τότε μόνο επέρχεται η διακοπή της προαναφερθείσας παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων, όταν οι τελευταίες, κατά περιεχόμενο και αίτημα, είναι οι ίδιες με τις περιλαμβανόμενες στη σχετική και από τον δικαιούχο υποβληθείσα αίτηση για την πληρωμή τους προς την αρμόδια αρχή, ώστε να μπορεί αυτή να διαγνώσει έτσι την ύπαρξή τους και το δικαιολογημένο ή όχι αυτών.

Εξάλλου, με το άρθρο 261 ΑΚ ορίζεται ότι η έγερση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή. Η παραγραφή αυτή αφορά μόνο την επίδικη αξίωση, δηλαδή την αξίωση της οποίας η πραγματική και νομική βάση ταυτίζονται με την αντίστοιχη βάση της αξίωσης που αποτέλεσε αντικείμενο της αγωγής. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως ότι οι περιεχόμενες στην υπ' αριθμ. 16753/31-12-1993 αίτηση του αναιρεσείοντος απαιτήσεις του προς το αρμόδιο όργανο του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ., όπως και οι απαιτήσεις της από 28-12-1992 προγενέστερης αγωγής του, δεν ταυτίζονται με τις περιλαμβανόμενες στην ένδικη αγωγή του απαιτήσεις αυτού και έτσι δεν διακόπηκε η παραγραφή των τελευταίων απαιτήσεων με την υποβολή της παραπάνω αίτησης και την άσκηση της ως άνω από 28-12-1992 αγωγής.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 51 εδ. β' του Ν.Δ. 496/1974 και 261 ΑΚ και ως εκ τούτου οι από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ αντίθετοι πέμπτος και έκτος λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Και συγκεκριμένα: 1) Ότι ο αναιρεσείων με την υπ' αριθμ. 16753/31-12-1993 αίτησή του δεν ζήτησε την πληρωμή της διαφοράς των αποδοχών του, λόγω μη υπολογισμού του βασικού του ημερομισθίου, σύμφωνα με την από 3-4-1991 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., ούτε την καταβολή του επιδόματος τριετιών και της αμοιβής του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 201/1975 με βάση το ως άνω ημερομίσθιο και 2) Ότι με την άσκηση της προγενέστερης από 28-12-1992 αγωγής επήλθε διακοπή της παραγραφής μόνο για το μέρος των αξιώσεων που ζητήθηκαν με την αγωγή εκείνη και όχι για το υπόλοιπο μέρος των ίδιων αξιώσεων, που δεν ζητήθηκε. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα περιστατικά, που φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη χωρίς να προταθούν, προέκυψαν από την εκτίμηση του περιεχομένου των παραπάνω εγγράφων, τα οποία προσκόμισε ο αναιρεσείων προς απόδειξη της αντενστάσεώς του περί διακοπής της παραγραφής και δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 559 αριθμός 17 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην απόφαση υπάρχει αντίφαση μεταξύ των διατάξεων του διατακτικού, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της και όχι όταν η αντίφαση υπάρχει μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού.

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις, διότι, ενώ απέρριψε την αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής των αξιώσεων του αναιρεσείοντος, ακολούθως, με την αντικατάσταση της αιτιολογίας της πρωτόδικης απόφασης, ενσωματώθηκε σ' αυτή η παραδοχή της περί μη διακοπής της παραγραφής και έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ταυτοχρόνως ότι η υπ' αριθμ. 16753/31-12-1993 αίτηση του αναιρεσείοντος διέκοψε και δεν διέκοψε την παραγραφή. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη αντίφαση δεν υπάρχει μεταξύ των διατάξεων του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Κατά το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ αναιρείται η απόφαση αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, δηλαδή σε έγγραφο που χρησιμεύει, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, ως αποδεικτικό μέσο, περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, όχι όμως όταν, εκτιμώντας το έγγραφο, ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει στην εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 16753/31-12-1993 αιτήσεώς του, δεχόμενο ότι με αυτή δεν ζητήθηκε η πληρωμή διαφοράς αποδοχών του, λόγω μη υπολογισμού του βασικού του ημερομισθίου σύμφωνα με την από 3-4-1991 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., ούτε η καταβολή του επιδόματος τριετιών και της αμοιβής του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 201/1975 με βάση το παραπάνω ημερομίσθιο και έτσι κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ότι δεν διακόπηκε η παραγραφή των επιδίκων αξιώσεών του. Όπως, όμως, προκύπτει από τις παραδοχές του Εφετείου, τούτο δεν διέπραξε σφάλμα στην ανάγνωση του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου, αλλά εκτίμησε το περιεχόμενο αυτού και κατέληξε στο ειρημένο σαφές αποδεικτικό πόρισμα περί μη διακοπής της παραγραφής.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ενόψει όλων των εκτεθέντων και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-12-2000 αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4644/1999 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και τους από 15-1-2008 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ