Supreme Court dismisses appeal against appeal rejection due to insufficient factual description in the notice of objection.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by Sarres Plastoindustry against the Athens Court of Appeal's decision to dismiss a notice of objection. The appellant argued procedural errors regarding the objection's rejection, but the court found the objection factually incomplete as it failed to specify the legal relationship underlying the claim. Consequently, the court ruled that the objection was void for lack of necessary factual details, rendering the appeal baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 979(2), 933, 585(2) of the Code of Civil Procedure; Article 559(1), 14 of the Code of Civil Procedure: A notice of objection must contain a precise description of the claim and the factual circumstances establishing the legal relationship; failure to do so renders the objection void and inadmissible, making any appeal based on this procedural defect unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 849 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 849/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΣΑΡΡΗΣ ΠΛΕΚΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντολέοντα Λεοντάρα, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.
Της αναιρεσιβλήτου:Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμάι "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα , η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της, Ευαγγελία Αλέκου, η οποία ανακάλεσε την από 5 Μαρτίου 2009, δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ και παρέστη αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 1 Σεπτεμβρίου 2004 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 985/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1426/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26 Απριλίου 2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός , ανέγνωσε την από 10 Μαρτίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 979 παρ. 2, 933 και 585 παρ. 2 ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 216 παρ. 1 και 217 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 και 120 του ίδιου Κώδικα, και τους λόγους αυτής, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στον καθού να αμυνθεί και στο δικαστήριο να ελέγξει τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της απαίτησης καθώς και την ύπαρξη του προνομίου της.
Ειδικότερα, η ανακοπή, ως εισαγωγικό δικόγραφο της περί την εκτέλεση δίκης, πρέπει να περιέχει ακριβή περιγραφή της απαίτησης της οποίας ζητείται η κατάταξη και του προνομίου της, δηλαδή παράθεση των πραγματικών περιστατικών τα οποία κατά νόμο θεμελιώνουν την ενεργητική νομιμοποίηση του ανακόπτοντος, αλλά και τη συγκεκριμένη έννομη σχέση από την οποία πηγάζει η απαίτησή του και το προνόμιό της.
Η ελλιπής παράθεση των περιστατικών τούτων καθιστά την ανακοπή αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα, μη δυνάμενη να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή με την αναφορά σε άλλα έγγραφα (ΑΠ 440/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της ένδικης εκ του άρθρου 979 παρ. 2 ΚΠολΔ ανακοπής, η εκτίμηση του περιεχομένου της οποίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ισχυρίσθηκε ότι: "Με επίσπευση της ιδίας και προς ικανοποίηση απαίτησής της, ποσού 344.171 ευρώ, εκπλειστηριάστηκαν ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Λάβδα - Μπόμπου, τα ακίνητα, ήτοι πέντε οριζόντιες ιδιοκτησίες, τα οποία ανήκαν στην οφειλέτιδά της και καθ'ης η εκτέλεση Μαρίας συζ.
Γεωργίου Γουναλάκη (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη) και ότι το πλειστηρίασμα ανήλθε στο ποσό των 198.170 ευρώ. Ότι η ως άνω απαίτησή της απορρέει από τις υπ' αριθμ. 1932/1996, 2221/1997 και 11383/1998 Διαταγές Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες η καθ'ης η εκτέλεση διατάχθηκε να της καταβάλει το ως άνω ποσό των 344.171 ευρώ και οι οποίες κατέστησαν τελεσίδικες.
Ότι μέρος της ως άνω απαίτησής της, ήτοι το ποσό των 196.625,09 ευρώ, ασφαλίζεται με υποθήκη επί των πλειστηριασθέντων ακινήτων, κατά τα ειδικότερον εκτιθέμενα. Ότι η καθ'ης τράπεζα αναγγέλθηκε στον ως άνω πλειστηριασμό για απαίτησή της, συνολικού ποσού 176.082,16 ευρώ, που ασφαλίζονταν με προσημείωση υποθήκης και υποθήκη επί καθενός των πλειστηριασθέντων ακινήτων, η σειρά των οποίων προηγούνταν της δικής της υποθήκης.
Ότι ενώ η ίδια απαίτηση της καθ' ης η ανακοπή ασφαλίζονταν με προσημείωση υποθήκης και υποθήκη και επί άλλων ακινήτων της καθ' ης η εκτέλεση, τα οποία πλειστηριάστηκαν στις 3-3-1999 και η ίδια κατατάχθηκε με βάση τα ως άνω προνόμιά της στον υπ' αριθμ. ... πίνακα κατάταξης δανειστών της Συμβολαιογράφου Αθηνών Βαρβάρας Σγούρας για το ποσό των 66.103 ευρώ, το οποίο και εισέπραξε, καθόσον ο εν λόγω πίνακας κατέστη τελεσίδικος, κατατάχθηκε και στον ανακοπτόμενο πίνακα πλειστηριασμού για ολόκληρη την ασφαλιζόμενη απαίτησή της των 176.082,16 ευρώ, ενώ μετά τη μερική εξόφλησή της κατά το ποσό των 66.103 ευρώ, έπρεπε να καταταγεί, για το υπόλοιπο ασφαλιζόμενο με τις πολλαπλές υποθήκες και προσημειώσεις υποθηκών ποσό των 110.272,57 ευρώ.
Ότι αυτή (ανακόπτουσα), κατατάχθηκε ως ενυπόθηκη δανείστρια μόνο για το ποσό των 9.013,83 ευρώ, ενώ έπρεπε να καταταγεί και για το μερικώς εξοφληθέν ποσό της πιο πάνω απαίτησης της καθ'ης των 66.103 ευρώ, για το οποίο εσφαλμένα η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος κατέταξε την καθ'ης. Με βάση τα παραπάνω ζητεί τη μεταρρύθμιση του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης, έτσι ώστε να αποβληθεί η καθ' ης για το ποσό των 66.103 ευρώ και να καταταγεί αυτή για το αντίστοιχο ποσό".
Με το περιεχόμενο αυτό η ανακοπή αυτή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, είναι αόριστη και εκ τούτου απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι στο δικόγραφο αυτής δεν εκτίθενται με πληρότητα τα θεμελιωτικά και εξειδικεύοντα την απαίτηση της αναιρεσείουσας πραγματικά περιστατικά, και δη δεν γίνεται επίκληση της συγκεκριμένης έννομης σχέσεως από την οποία πηγάζει η απαίτησή της, μόνη δε η αναφορά στις διαταγές πληρωμής, με τις οποίες έχει εξοπλισθεί η απαίτησή της κατά της καθ'ης η εκτέλεση οφειλέτιδάς της τελεσίδικα, δεν αρκεί για την πληρότητα της ανακοπής.
Επομένως το Εφετείο που έκρινε αόριστη την ένδικη ανακοπή, και αφού εξαφάνισε την αντίθετη απόφαση του Πρωτοδικείου που την είχε απορρίψει και μη νόμιμη ακολούθως απέρριψε την ανακοπή ως αόριστη κατά το δεύτερο λόγο της, δεν κήρυξε παρά το νόμο ακυρότητα, ούτε παρέλειψε να λάβει υπόψη του "πράγματα" που είχαν προταθεί από την αναιρεσείουσα για τη θεμελίωση της ανακοπής της, και οι αντίθετοι πρώτος και δεύτερος κατά το ένα μέρος του λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τις διατάξεις αντίστοιχα του άρθρου 559 αριθ. 14 και 18 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμοι, όπως αβάσιμος κρίνεται και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερος μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.
κατά την απόρριψη του ίδιου λόγου της ανακοπής της αναιρεσείουσας ως αόριστου.
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Τέτοια παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου υφίσταται και όταν το δικαστήριο κρίνει εσφαλμένα το νομικώς ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ή της ανακοπής ήτοι αξιώνει περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη νομική θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκείται σε λιγότερα.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Τέτοια εσφαλμένη κήρυξη απαραδέκτου υφίσταται και όταν το δικαστήριο θεωρεί αόριστη την ποσοτικά ή ποιοτικά ορισμένη αγωγή ή ανακοπή ήτοι την εξειδικεύουσα με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας η ανακοπή της αναιρεσείουσας κατά το δεύτερο λόγο της απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, όχι για νομική αοριστία, ώστε να ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, αλλά, για ποσοτική - ποιοτική αοριστία.
Επομένως, ο τρίτος και τελευταίος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνεται αβάσιμος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-4-2007 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΣΑΡΡΗΣ πλεκτοβιομηχανία Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1426/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ