Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds and orders correction of first-instance verdict errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal as inadmissible due to a lack of specific grounds for review under Article 510 of the Code of Criminal Procedure. While the appeal was procedurally accepted, the court found the arguments failed to identify logical gaps or contradictions in the lower court's reasoning. Consequently, the court ordered a formal correction of the first-instance verdict regarding the appellant's guilt status and remanded the case for further correction of the benefit-in-lieu-of-fine section.
Legislator headnote
AI generatedArticles 464, 466, 473, 474, 504, 505, 510, 578 of the Code of Criminal Procedure; An appeal is inadmissible if it fails to specify grounds for review, but the court may order a correction of the lower court's verdict if errors are evident and remand the case for rectification.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 848 / 2024 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 848/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Παναγιώτα Πασσίση, Κωνσταντίνα Νάκου και Λεωνίδα Χατζησταύρου-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σκιαδαρέση (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κοντοθανάση, για αναίρεση της αποφάσεως 328/2023 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Έδεσσας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεσή της για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 16-8-2023 αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 832/2023.
Αφού άκουσε 1) Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε Α) να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί στην ουσία της η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και Β) να συμπληρωθεί το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, έτσι ώστε στην σελίδα 14 των πρακτικών της και πριν την κήρυξη του κατηγορουμένου ως ενόχου να τεθούν τα εξής:
"Διopθώvει κατ' άρθρ. 145 παρ. 1, 2 ΚΠΔ, όπως αντικ. με άρθρ. 115 ν. 4855/21, την πρωτοβάθμια υπ' αριθμ. 585/3-6-2022 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας, αφενός μεν όσον αφορά στο αιτιολογικό της και συγκεκριμένα στην σελίδα 9, στον στίχο 22 των πρακτικών αυτής, πριν την λέξη "εξόφλησε" να τεθεί η λέξη "δεν", καθώς επίσης στην ίδια σελίδα, στον στίχο 27, αντί της λέξης "αθώος" να τεθεί η λέξη "ένοχος", αφετέρου δε όσον αφορά στο διατακτικό της και συγκεκριμένα στην σελίδα 9, στον στίχο 34 των πρακτικών αυτής αντί της λέξης "αθώος" να τεθεί η λέξη "ένοχος", και 2) τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 14-8-2023 αίτηση του αναιρεσείοντος Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 24-8-2023, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 328/3-5-2023 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ). Είναι, συνεπώς, αυτή παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 144 και 331 ΚΠΔ, η διαδικασία στο ακροατήριο του δικαστηρίου γίνεται προφορικά, για τη συζήτηση συντάσσονται πρακτικά και η απόφαση απαγγέλλεται προφορικά και διατυπώνεται εγγράφως, λαμβάνει ύπαρξη με την απαγγελία αυτής από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, δημόσια στο ακροατήριο, η δε υπογραφή και σύνταξη αυτής πιστοποιούν απλώς το περιεχόμενό της, με βάση την σημειωθείσα βούληση του δικαστή στα πρόχειρα πρακτικά, θεωρηθέντα και υπογραφέντα μετά το πέρας της συνεδρίασης (ΑΠ 468/2020, ΑΠ 1299/1983).
Κατά το άρθρο δε 145 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, όταν στην απόφαση υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις, που δεν παράγουν ακυρότητα, το δικαστήριο που την εξέδωσε και, στην περίπτωση που κατ' αυτής έχει ασκηθεί ένδικο μέσο, το δικαστήριο που αποφασίζει για τούτο, εφόσον δεν το απέρριψε ως απαράδεκτο, ύστερα από αίτηση του Εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, διατάσσει τη διόρθωση ή συμπλήρωσή της, εφόσον από αυτήν δεν επέρχεται ουσιώδης μεταβολή της απόφασης και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο.
Από τις διατάξεις αυτές, σαφώς συνάγεται ότι το Εφετείο ή ο Άρειος Πάγος, ως δικαστήριο του ένδικου μέσου, είναι αρμόδιο, κατ' αίτηση ή αυτεπαγγέλτως, για τη διόρθωση ή τη συμπλήρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον το ένδικο μέσο δεν απορρίφθηκε ως απαράδεκτο και το επιληφθέν Δικαστήριο υπεισέρχεται στην έρευνα (από νομική ή/και ουσιαστική άποψη) των λόγων, αντίστοιχα της έφεσης ή της αναίρεσης, γεγονός που προϋποθέτει ότι έχει μεταβιβαστεί στο δικαστήριο αυτό το κεφάλαιο, όπου εμπίπτει η διορθωτέα ή συμπληρωτέα διάταξη.
Διαφορετικά, αν η διόρθωση ή η συμπλήρωση αφορά σε κεφάλαιο της απόφασης, που δεν προσβάλλεται με την έφεση ή την αναίρεση (ή αν, στην περίπτωση της αναίρεσης, αφορά σε σκέλος της πρωτόδικης απόφασης, που δεν είχε μεταβιβαστεί στο Εφετείο), η σχετική αρμοδιότητα παραμένει στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, στο οποίο το Εφετείο ή ο Άρειος Πάγος παραπέμπει την υπόθεση, ως καθ' ύλη αρμόδιο δικαστήριο, για να προβεί στη διόρθωση ή στη συμπλήρωση της απόφασής του (Ολ.
ΑΠ 365/1982, ΑΠ 333/2023, ΑΠ 132/2022, ΑΠ 706/2016). Ουσιώδης μεταβολή υπάρχει, ιδίως, όταν εκφέρεται νέα δικαιοδοτική κρίση, επιβάλλεται κύρια ποινή, παρεπόμενη ποινή ή μέτρο ασφαλείας. Η διόρθωση ή η συμπλήρωση μπορεί να αφορά, εκτός από τις άλλες παραλείψεις και στα όσα αναφέρονται ως προς την ταυτότητα του κατηγορουμένου, την απάλειψη προφανών παραδρομών του αιτιολογικού και τη διευκρίνιση του διατακτικού της απόφασης, όταν αυτό έχει ασάφειες ή είναι διαφορετικό από εκείνο που απαγγέλθηκε στο ακροατήριο ή που σημειώθηκε στα πρακτικά.
Η διόρθωση ή η συμπλήρωση διατάσσεται με απόφαση ή διάταξη, ύστερα από κλήτευση και ακρόαση των διαδίκων που εμφανίστηκαν. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των ένδικων μέσων, σαφώς συνάγεται ότι η αίτηση διόρθωσης δεν αποτελεί είδος ένδικου μέσου, αλλά ένδικο βοήθημα (ΑΠ 1164/2000). Ως διόρθωση της απόφασης νοείται η αποκατάσταση της πραγματικής βούλησης του δικαστηρίου, με την παράθεση σε αυτήν στοιχείων αναγκαίων, τα οποία παραλείφθηκαν ή διατυπώθηκαν εσφαλμένα από παραδρομή ή αβλεψία ή από άλλη παρόμοια αιτία και όχι η άρση σφαλμάτων, που δημιουργούν ακυρότητα ή των ουσιαστικών σφαλμάτων, τα οποία είναι αντικείμενο της κρίσης του ανώτερου δικαστηρίου, το οποίο επιλαμβάνεται της υπόθεσης, κατόπιν άσκησης ένδικου μέσου.
Εντεύθεν, απαραίτητη προϋπόθεση της διόρθωσης είναι η ύπαρξη ή η παράλειψη τέτοιου στοιχείου και η αιτία στην οποία οφείλεται αυτό (AΠ 170/2020, ΑΠ 1330/2018, ΑΠ 806/2014). Κατά βάση, λαμβάνεται υπόψη, για τη διόρθωση, η απόφαση όπως απαγγέλθηκε δημόσια στο ακροατήριο και με σημείωση του διευθύνοντος τη συζήτηση επί του φακέλου της δικογραφίας ή στο ιδιαίτερο χειρόγραφο σημείωμά του, σε συνδυασμό και με την καταχώριση από τον γραμματέα στο οικείο βιβλίο ή από τον εισαγγελέα στο πινάκιο του εισαγγελέα (ΑΠ 30/2013, ΑΠ 1108/2011, ΑΠ 1331/2009).
Από τις ως άνω δε διατάξεις του άρθρου 145 του ΚΠΔ, δεν ορίζεται χρόνος, μέσα στον οποίο πρέπει να γίνει η συμπλήρωση ή διόρθωση απόφασης, η οποία, καταρχήν, μπορεί να γίνει οποτεδήποτε και ανατρέχει στον χρόνο έκδοσης της συμπληρούμενης ή διορθούμενης απόφασης (ΑΠ 1973/2009).
Εξάλλου, υπέρβαση εξουσίας, που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 στοιχ. Θ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν το ποινικό δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα, που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του ή υπαγόταν στη δικαιοδοσία του αλλά δεν συνέτρεχαν οι όροι άσκησής της (θετική υπέρβαση εξουσίας) και όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα, που υπαγόταν στη δικαιοδοσία του και είχε υποχρέωση να αποφασίσει (αρνητική υπέρβαση εξουσίας) (Ολ.
ΑΠ 6/2017). Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 470 εδ. α' του ΚΠΔ, επί ενδίκου μέσου, που ασκήθηκε εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν επιτρέπεται να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση. Με τη διάταξη αυτή, η παράβαση της οποίας συνιστά υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει τον λόγο αναίρεσης της απόφασης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Θ' του ΚΠΔ, καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου, με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως, και, ειδικότερα, είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχείρισης αυτού, κυρίως με την αναγνώριση βαρύτερης ενοχής από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ή την καταδίκη για πράξη, για την οποία δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη ούτε έλαβε χώρα καταδίκη στον πρώτο βαθμό (νομική χειροτέρευση), διαπιστούμενη με τη σύγκριση του περιεχομένου των διατακτικών της προσβαλλόμενης με το ένδικο μέσο απόφασης και της εκδιδόμενης από το δικαστήριο του ένδικου μέσου (ΑΠ 1288/2022, ΑΠ 1025/2022).
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντ. και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε (Ολ.
ΑΠ 1/2005). Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ.
ΑΠ 1/2020, ΑΠ 29/2021). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474, 476 παρ. 1, 509 και 510 ΚΠΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και, κατ' ακολουθίαν, το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά απόφασης, πρέπει στη δήλωση άσκησής της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι, για τους οποίους ασκείται.
Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρ. 512 παρ.1 εδ. α' ΚΠΔ). Δεν αρκεί η απλή επανάληψη του κειμένου της διάταξης, που προβλέπει τον λόγο αναίρεσης, χωρίς παράθεση των περιστατικών, που θεμελιώνουν την προβαλλόμενη αιτίαση και προσδιορίζουν την επικαλούμενη νομική πλημμέλεια (Ολ.
ΑΠ 2/2002, ΑΠ 118/2022). Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης, για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλει το Σύνταγμα και, δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τί συνίσταται η έλλειψη αυτή και, εάν μεν ελλείπει παντελώς αιτιολογία, πρέπει να προτείνεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της απόφασης, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση, εάν δε υπάρχει αιτιολογία αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, πρέπει να διευκρινίζεται σε τί συνίσταται η έλλειψή της και να προσδιορίζονται οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.
ΑΠ 2/2002, ΑΠ 949/2023, ΑΠ 1444/2022). Για το ορισμένο δε του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης, της έλλειψης νόμιμης βάσης της απόφασης, πρέπει να προσδιορίζονται οι ασάφειες ή οι αντιφάσεις ή τα λογικά κενά των παρατιθεμένων από την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικών περιστατικών, συνεπεία των οποίων καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος για τη σωστή ή όχι εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, που εφαρμόσθηκαν και προβλέπουν τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες κάποιος καταδικάσθηκε (ΑΠ 624/2012, ΑΠ 1824/2002).
Συναφώς, σε περίπτωση απόλυτης ή σχετικής ακυρότητας, για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται σε τί συνίσταται η ακυρότητα αυτή, από ποια αιτία εχώρησε, αν δε αυτή αναφέρεται σε διάταξη που αφορά στην τήρηση των διατάξεων, που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, καθώς και την άσκηση των δικαιωμάτων, που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις, που επιβάλλει ο νόμος (άρθρο 171 παρ. 1 δ' ΚΠΔ), πρέπει να προσδιορίζεται ειδικώς σε τί συνίσταται η παραβίαση των δικαιωμάτων του αυτών και ποια η διάταξη που παραβιάστηκε (ΑΠ 817/2018, ΑΠ 1921/2017, ΑΠ 1137/2017).
Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος, ήδη αναιρεσείων, δυνάμει του υπ' αριθμ. 294/ 24-6-20 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέα Έδεσσας, παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας, προκειμένου να δικαστεί για μη καταβολή αποδοχών σε εργαζόμενους, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση και, ειδικότερα, για το ότι στις 31-12-2018 ως εργοδότης και συγκεκριμένα νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας εμπορίας τροφίμων "ΕΣΚΑΡΟΜ Α.Ε" α) αφενός μεν, δεν κατέβαλε σε 349 εργαζόμενους αποζημίωση άδειας για το έτος 2018, συνολικού ύψους 103.113,42 ευρώ, β) αφετέρου δε, δεν κατέβαλε σε 321 εργαζόμενους επίδομα άδειας, για το ίδιο έτος, συνολικού ύψους 74.596,63 ευρώ.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της υπ' αριθμ. 585/3-6-2022 απόφασης του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό της εξόφλησης των οφειλόμενων αποδοχών του επιδόματος άδειας, ενώ, τόσο η εξετασθείσα στο ακροατήριο ως μάρτυρας κατηγορίας, Επιθεωρήτρια Εργασίας Χ.
Ρ., όσο και ο εξετασθείς μάρτυρας υπεράσπισης Ν. Τ. κατέθεσαν ότι εκ των υστέρων ο κατηγορούμενος είχε εξοφλήσει ολοσχερώς το επίδομα άδειας σε όλους τους εργαζόμενους και εξακολουθούσε να οφείλει σε όλους την αποζημίωση άδειας, οπότε η εισαγγελέας της έδρας του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας πρότεινε την αθώωση αυτού για το διακριτό σκέλος της κατηγορίας, που αφορούσε στην εξοφληθείσα οφειλή του επιδόματος αδείας και την ενοχή του για το έτερο σκέλος, που αφορούσε στη μη καταβολή της αποζημίωσης άδειας.
Όπως δε προκύπτει από το ενυπόγραφο χειρόγραφο σημείωμα του προεδρεύοντος πλημμελειοδίκη Δημητρίου Στάθη στην τελευταία σελίδα του κατηγορητηρίου, που φέρει ημερομηνία 3-6-2022, αυτός δέχθηκε επακριβώς την ως άνω εισαγγελική πρόταση και επέβαλε στον κατηγορούμενο φυλάκιση δεκαοκτώ (18) μηνών με τριετή αναστολή και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ για το καταδικαστικό σκέλος, που αφορούσε στη μη καταβληθείσα αποζημίωση άδειας, κατ' εξακολούθηση.
Ακολούθως, στις 8-6-2022, η δικηγόρος Έδεσσας Δήμητρα Πάντση, ως πληρεξούσια του καταδικασθέντος, άσκησε την υπ' αριθμ. 70/2022 έφεση ενώπιον της γραμματέως της έδρας Σ. Γ. εναντίον της ανωτέρω απόφασης και της καταδίκης του "για μη καταβολή αποζημίωσης άδειας". Όμως, στην καθαρογραφείσα την 8-7-2022 απόφαση, από αβλεψία και παραδρομή καταχωρίσθηκαν και υπογράφηκαν εσφαλμένα τα εξής: (α) Όσον αφορά στο επίδομα άδειας:
Στο αιτιολογικό ότι δεν καταβλήθηκε και, συνεπώς, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, ενώ στο διατακτικό ότι κηρύσσεται αυτός ένοχος, (β) Όσον αφορά στην αποζημίωση άδειας: Στο αιτιολογικό ότι εξοφλήθηκαν όλοι οι 349 εργαζόμενοι και, ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος, ενώ στο διατακτικό ότι κηρύσσεται αυτός αθώος.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Έδεσσας, το οποίο εκδίκασε κατ' έφεση την υπόθεση, εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 328/2023 απόφαση, στην οποία, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε τα αναφερόμενα, ως προς το είδος τους, αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, αναγνωσθέντα έγγραφα), δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: ".....ο κατηγορούμενος στα Σεβαστειανά του Δήμου Σκύδρας, την 31.12.2018, ενεργώντας με πρόθεση ως εργοδότης και συγκεκριμένα ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δ.
Κ. ΕΜΠΟΡΙΚΗ-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-Εμπόριο Κατεψυγμένων και Νωπών Τροφίμων" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΣΚΑΡΟΜ Α.Ε.", με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα στους κατωτέρω εργαζόμενους της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρίας τις οφειλόμενες από τη σχέση εργασίας αποδοχές και χορηγίες, που καθορίστηκαν από τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας.
Ειδικότερα, αν και απασχόλησε με την ιδιότητά του τους κατωτέρω εργαζόμενους σε εργασίες της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρίας εντός του χρονικού διαστήματος από 01 01.2018 έως 31.12.2018, εν τούτοις δεν τους κατέβαλε έως την 31.12.2018, όπως όφειλε, δεδουλευμένες αποδοχές που αυτοί εδικαιούντο και χορηγίες και συγκεκριμένα σε 349 εργαζομένους που απασχολήθηκαν στην ανωτέρω ανώνυμη εταιρία, όπως αναγράφονται στις ονομαστικές μισθολογικές καταστάσεις που ενσωματώνονται και αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος, δεν κατέβαλε την αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας έτους 2018, συνολικού ποσού 103.113,42 ευρώ, όπως αναλυτικά αναγράφονται για κάθε εργαζόμενο στις συνημμένες ονομαστικές μισθολογικές καταστάσεις που ενσωματώνονται και αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος:
Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, περί ανεπίτρεπτου από το Δικαστήριο της εξέτασης των λόγων αθώωσής του δια την αποδιδομένη σε αυτόν κατηγορία της μη καταβολής αποζημίωσης αδείας, λόγω μη ασκηθείσης εμπροθέσμου και νομότυπου έφεσης κατ' αυτής, λεκτέον ότι, το αιτιολογικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο, περιέχουν με πληρότητα, όλα τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία της αντικειμενικής και της υποκειμενικής υποστάσεως του ανωτέρω εγκλήματος της μη καταβολής αποζημίωσης αδείας, για το οποίο καταδικάστηκε πρωτοδίκως ο κατηγορούμενος-εκκαλών και δεν χρειαζόταν η παράθεση άλλων περιστατικών για την επάρκεια της αιτιολογίας.
Με σαφήνεια και χωρίς οποιαδήποτε αντίφαση προσδιορίζεται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης ως άνω αποφάσεως, κατά τις αναιρετικώς ανέλεγκτες περί τα πράγματα παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας, η ποινική ευθύνη του εκκαλούντος, η δε αναφορά στο διατακτικό της αθώωσής του για την πράξη αυτήν, που συνέβη από γραφική παραδρομή, δεν έχει καμία επιρροή, δεν δημιουργεί αντίφαση και δεν αποτελεί πλημμέλεια στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι στο σκεπτικό υφίσταται πλήρης περιγραφή της, ήτοι περί μη καταβολής της αποζημίωσης αδείας του έτους 2018.
Άλλωστε και από την επισκοπούμενη παραδεκτά έφεση, προκύπτει ότι στο σκεπτικό αυτής ρητά αναφέρεται το μέρος της πρωτόδικης απόφασης που εκκαλείται, ήτοι η μη καταβολή αποζημίωσης αδείας και ως εκ τούτου για το αδίκημα αυτό η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο και είχε εξουσία να κρίνει επ' αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 502§2 του Κ.Π.Δ".
Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης, της μη καταβολής σε εργαζόμενους δεδουλευμένων αποδοχών κατ' εξακολούθηση (παρ. 1 άρθρ. μόνου του α.ν. 690/1945, άρθρ. 28 παρ. 1 ν. 3996/2011, 1, 3 και 5 παρ. 1, 4 και 7 του α,ν, 539/1945, 98 ΠΚ) και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ (18) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με το ακόλουθα διατακτικό: "...στα Σεβαστειανά του Δήμου Σκύδρας, την 31.12.2018, ενεργώντας με πρόθεση ως εργοδότης και συγκεκριμένα ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δ.
Κ. ΕΜΠΟΡΙΚΗ-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-Εμπόριο Κατεψυγμένων και Νωπών Τροφίμων" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΣΚΑΡΟΜ Α.Ε." με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα, δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα στους κατωτέρω εργαζόμενους της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρίας τις οφειλόμενες από τη σχέση εργασίας αποδοχές και χορηγίες, που καθορίστηκαν από τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας.
Ειδικότερα, αν και απασχόλησε με την ιδιότητά του τους κατωτέρω εργαζόμενους σε εργασίες της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρίας εντός του χρονικού διαστήματος από 01.01.2018 έως 31.12.2018, εν τούτοις δεν τους κατέβαλε έως την 31.12.2018, όπως όφειλε, δεδουλευμένες αποδοχές που αυτοί εδικαιούντο και χορηγίες και συγκεκριμένα:
σε 349 εργαζομένους που απασχολήθηκαν στην ανωτέρω ανώνυμη εταιρία, όπως αναγράφονται στις ονομαστικές μισθολογικές καταστάσεις που ενσωματώνονται και αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος, δεν κατέβαλε την αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας έτους 2018, συνολικού ποσού 103.113,42 ευρώ, όπως αναλυτικά αναγράφονται για κάθε εργαζόμενο στις συνημμένες ονομαστικές μισθολογικές καταστάσεις που ενσωματώνονται και αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος".
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διαπιστώνοντας και μνημονεύοντας ρητά στο σκεπτικό του την προφανή παραδρομή και αβλεψία, κατά την καθαρογραφή της ανωτέρω πρωτοβάθμιας απόφασης και κρίνοντας, ορθώς, ότι ενώπιόν του είχε αχθεί με το εφετήριο το κεφάλαιο της εκκληθείσας απόφασης, που αφορούσε στην καταδίκη του κατηγορουμένου, που πράγματι υπήρξε, για κατ' εξακολούθηση μη καταβολή σε 349 εργαζόμενους αποζημίωσης άδειας του έτους 2018, συνολικού ύψους 103.113,42 ευρώ, προέβη, κατ' ουσία, αρμοδίως σε διόρθωση της πρωτοβάθμιας απόφασης, μόνο κατά το ως άνω μεταβιβασθέν μέρος της και, ακολούθως, εξέτασε επί της ουσίας την υπόθεση, εκφέροντας καταδικαστική κρίση, όπως είχε αποφανθεί στην πραγματικότητα και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Με τον πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι: α) καθ' υπέρβαση εξουσίας το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός μεν κατά παράβαση του άρθρου 470 ΚΠΔ χειροτέρευσε τη θέση του, ως κατηγορουμένου, αφετέρου δε, κατά παράβαση του άρθρου 502 παρ. 2 ΚΠΔ, παραβίασε το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, που αυτός είχε ασκήσει, αφού έκρινε για κεφάλαιο της πρωτοβάθμιας απόφασης (το αθωωτικό μέρος της), το οποίο δεν είχε προσβληθεί με το εφετήριο και, συνεπώς, δεν είχε μεταβιβαστεί στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και β) παραβιάστηκε το τεκμήριο αθωότητάς του (άρθρ. 71 ΚΠΔ και 6 παρ. 2, 1 της ΕΣΔΑ) και προκλήθηκε έτσι απόλυτη ακυρότητα της ακροαματικής διαδικασίας.
Όμως, όπως προεκτέθηκε, το πραγματικό περιεχόμενο της πρωτόδικης απόφασης ήταν αυτό, όπως απαγγέλθηκε από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, δημόσια στο ακροατήριο και αποτυπώθηκε στο προαναφερόμενο από 3-6-2022 ενυπόγραφο χειρόγραφο σημείωμα του προεδρεύοντος πλημμελειοδίκη του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας, στην τελευταία σελίδα του κατηγορητηρίου.
Συνεπώς, σαφώς προκύπτει από τα ανωτέρω ότι το Εφετείο έκρινε μεταβιβασθέν ενώπιόν του κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης (το καταδικαστικό μέρος της), που πράγματι μεταβιβάστηκε σ' αυτό, ενώ δεν τίθεται ζήτημα χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου, αφού το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κατέληξε στην ίδια καταδικαστική κρίση με αυτήν του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ως προς το κεφάλαιο της αποζημίωσης μη ληφθείσας αδείας, ενώ δεν ασχολήθηκε με το απαλλακτικό σκέλος της υπόθεσης. Σημειώνεται, επίσης ότι, εφόσον, όπως προεκτέθηκε, η διόρθωση απόφασης δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά ένδικο βοήθημα, δεν τίθεται ζήτημα χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου από την ανωτέρω, κατ' ουσίαν, μερική διόρθωση της πρωτόδικης απόφασης, στην οποία προέβη το Εφετείο.
Εξάλλου, το Εφετείο ουδόλως παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, αφού το απαλλακτικό μέρος της πρωτόδικης απόφασης δεν εθίγη.
Συνεπώς, οι ως άνω λόγοι της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ο τρίτος αναιρετικός λόγος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα λόγω έλλειψης ακρόασης, είναι εντελώς αόριστος, γι' αυτό είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Ομοίως, ασαφείς και αόριστοι και, εντέλει, απαράδεκτοι είναι οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης αντιστοίχως, καθόσον ουδόλως διευκρινίζεται σε τί συνίσταται η έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας, ούτε προσδιορίζονται οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης, επιπλέον δε, δεν προσδιορίζονται οι ασάφειες ή οι αντιφάσεις ή τα λογικά κενά των παρατιθέμενων από την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικών περιστατικών, συνεπεία των οποίων καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Συνεπώς, οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι. Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠΔ, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Έδεσσας προέβη, κατ' ουσίαν, σε μερική διόρθωση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο ως προς το μεταβιβασθέν σ' αυτό μέρος της (των οφειλών της αποζημίωσης μη ληφθείσας άδειας). Όμως, το Εφετείο δεν διατύπωσε και τυπικά αυτό που ουσιαστικά έπραξε, ότι, δηλαδή, κατ' άρθρο 145 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ διόρθωσε κατά το ανωτέρω μέρος την πρωτόδικη απόφαση. Γι' αυτό, θα πρέπει, κατά τούτο, να συμπληρωθεί αυτεπαγγέλτως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση από τον αρμόδιο προς τούτο Άρειο Πάγο, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, επειδή, όπως προεκτέθηκε, η πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας, παρά την ως άνω αυτεπάγγελτη διόρθωση, παραμένει εσφαλμένη κατά το έτερο σκέλος της (των οφειλών του επιδόματος άδειας), δηλαδή το πράγματι αθωωτικό, πλην όμως, φαινομενικά, εκ παραδρομής, καταδικαστικό, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Έδεσσας, προκειμένου να προβεί αυτό στη σχετική διόρθωσή της, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-8-2023 αίτηση του αναιρεσείοντος Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ` αριθμ. 328/3-5-2023 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας.
Συμπληρώνει το διατακτικό της υπ' αριθμ. 328/23 αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, έτσι ώστε στην σελίδα 14 των πρακτικών της και πριν την κήρυξη του κατηγορουμένου ως ενόχου να τεθούν τα εξής:
"Διορθώνει κατ' άρθρ. 145 παρ. 1, 2 ΚΠΔ, όπως αντικ. με άρθρ. 115 ν. 4855/21, την πρωτοβάθμια υπ' αριθμ. 585/3-6-2022 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας, αφενός μεν όσον αφορά στο αιτιολογικό της και συγκεκριμένα στην σελίδα 9, στον στίχο 22 των πρακτικών αυτής, πριν την λέξη "εξόφλησε" να τεθεί η λέξη "δεν", καθώς επίσης στην ίδια σελίδα, στον στίχο 27, αντί της λέξης "αθώος" να τεθεί η λέξη "ένοχος", αφετέρου δε όσον αφορά στο διατακτικό της και συγκεκριμένα στην σελίδα 9, στον στίχο 34 των πρακτικών αυτής αντί της λέξης "αθώος" να τεθεί η λέξη "ένοχος".
Παραπέμπει, περαιτέρω, την υπόθεση στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Έδεσσας, προκειμένου να προβεί στη διόρθωση της υπ' αριθμ. 585/3-6-2022 απόφασής του ως προς το πράγματι αθωωτικό, πλην όμως, φαινομενικά, εκ παραδρομής, καταδικαστικό σκέλος της, που αφορά στην καταβολή του επιδόματος άδειας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ