Supreme Court dismisses appeal on co-ownership rights, upholding lower court's finding of shared use.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two women against a first-instance judgment regarding their co-ownership of an apartment. The appellants argued that the lower court erred in finding they did not exclusively use the property, claiming they had no right to the benefits derived from it. The court rejected this, ruling that the lower court correctly established facts showing the appellants held keys, entered freely, and kept personal items inside, thereby proving shared use under the Civil Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 785, 786, 787, 788, 789 of the Civil Code: In co-ownership, each co-owner has the right to use the common property unless it impedes others; the court must base its decision on clear factual findings regarding actual usage patterns.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 848 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 848/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Α. χήρας Γ. Θ., το γένος Ι. Σ., 2) Ε.-Ε. Θ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Κατραμπάτζο και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Θ. του Ε., κατοίκου Η.Π.Α., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Κούρτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/12/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλλιθέας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 649/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 11340/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 20/11/2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 20-11-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, 11340/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος κατά της 649/2011 απόφασης του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας, με την οποία το τελευταίο Δικαστήριο, είχε δικάσει επί της από 3-12-2009 αγωγής των αναιρεσειουσών και δέχθηκε αυτήν εν μέρει, υποχρεώνοντας τον ηττηθέντα εναγόμενο να καταβάλει στις ενάγουσες τα επιδικασθέντα χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο. Μετά, δε, την εξαφάνιση της άνω πρωτόδικης απόφασης, το κατ' έφεση Δικαστήριο, δικάζοντας επί της αγωγής, απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785 εδ. α', 786, 787, 792 παρ. 2, 961, 962, 963, 1113 ΑΚ, συνάγονται τα εξής: Αν ένα δικαίωμα, όπως εκείνο της κυριότητας επί ακινήτου, ανήκει σε περισσότερους από κοινού, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, υπάρχει ανάμεσά τους κοινωνία κατ' ιδανικά μέρη. Αφότου υπάρχει τέτοια κοινωνία, κάθε κοινωνός έχει δικαίωμα να κάνει χρήση του κοινού ακινήτου, εφόσον αυτή δεν εμποδίζει τη σύγχρηση των λοιπών κοινωνών, έχει, δε, ανάλογη μερίδα στους καρπούς αυτού.
Καρποί του κοινού πράγματος νοούνται τα ωφελήματα γενικώς από το πράγμα, ήτοι όχι μόνο οι κυρίως καρποί είτε φυσικοί είτε πολιτικοί είναι αυτοί, αλλά και κάθε όφελος το οποίο παρέχει η χρήση του πράγματος (ΑΠ 6/2016, ΑΠ 448/2015). Σύμφωνα με τα άρθρα 788 και 789 ΑΚ, στους κοινωνούς που έχουν την πλειοψηφία των μερίδων του κοινού πράγματος, παρέχεται η αποφασιστική αρμοδιότητα και το αντίστοιχο δικαίωμα να προβούν στον καθορισμό του αρμόζοντος στο επίκοινο τρόπου τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσής του, υπό τους περιορισμούς βέβαια που τίθενται από τις διατάξεις των άρθρων 789, 790, 792 και 793 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 174, 180 και 281 του ίδιου κώδικα, χωρίς, ωστόσο, να απαιτείται η από τους τελευταίους τήρηση κάποιων διατυπώσεων και δη της λήψης της σχετικής απόφασης σε συντεταγμένη σύσκεψη του συνόλου των κοινωνών, αλλά αρκούσης ακόμα και μόνης της, από τους πλειοψηφούντες κοινωνούς, διενέργειας της αντίστοιχης διαχειριστικής πράξης (ΑΠ 671/2019).
Στην περίπτωση δε, που η χρησιμοποίηση του κοινού πράγματος δεν καθορίστηκε με κοινή συμφωνία ή με πλειοψηφία, όπως συμβαίνει και όταν δεν μπορεί, από λόγους νομικούς ή πραγματικούς, να επιτευχθεί πλειοψηφία, καθένας από τους κοινωνούς έχει δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο να κανονίσει με τον τρόπο που είναι ο πιο πρόσφορος και συμφέρει περισσότερο σε όλους τους κοινωνούς, τη χρησιμοποίηση αυτού (άρθρο 790 ΑΚ).
Εξάλλου, το ατομικό δικαίωμα κάθε κοινωνού για χρήση του κοινού πράγματος είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από το αντίστοιχο δικαίωμα των λοιπών κοινωνών, παρέχει άμεση εξουσία πάνω στο κοινό πράγμα, χωρίς να εξαρτάται η άσκησή του από τη συναίνεση των λοιπών συγκοινωνών, δεν εξαρτάται, δε, από τη μερίδα του στο κοινό, δεδομένου ότι η διάκριση του πράγματος σε ιδανικά μέρη είναι απλώς θεωρητική και δεν παρουσιάζει πρακτική εκδήλωση.
Τούτο σημαίνει ότι οι υλικές πράξεις δια των οποίων ασκείται το δικαίωμα χρήσης του πράγματος είναι ανεπίδεκτες ποσοτικής κατάτμησης, ώστε κατ' αποτέλεσμα κάθε κοινωνός εκμεταλλεύεται ολόκληρο το κοινό πράγμα, αδυνατώντας να ασκήσει επ' αυτού τόση μόνον εξουσία, όση αντιστοιχεί στη μερίδα του. Βέβαια, το δικαίωμα συνολικής χρήσης του κοινού πράγματος από τον κοινωνό πρέπει να μην παρεμποδίζει τη σύγχρηση από μέρους των λοιπών κοινωνών, εφόσον αυτή πράγματι ασκείται ή αξιώνεται απ' αυτούς (ΑΠ 2348/2009).
Ως χρήση του πράγματος νοείται η υλική απόλαυση απευθείας από τον κοινωνό των χρησιμοτήτων του κοινού για τις προσωπικές του ανάγκες. Στο πεδίο του άρθρου 787 ΑΚ ανήκουν οι περιπτώσεις στις οποίες συντρέχει η αντικειμενική προϋπόθεση να προσφέρεται το κοινό για σύγχρηση, δηλαδή να είναι δυνατή από τη φύση του η παράλληλη, ταυτόχρονη ή χρονικά καταμεριζόμενη, χρήση από περισσότερους κοινωνούς.
Όμως, με την ως άνω διάταξη σκοπείται ο καθορισμός του μέτρου, δηλαδή της έκτασης του δικαιώματος κάθε κοινωνού αναφορικά με τη χρήση του κοινού, όχι και ο τρόπος, το είδος της χρήσης αυτού, ο οποίος μπορεί να καθοριστεί είτε με βάση τους κανόνες που ρυθμίζουν τη διοίκηση του κοινού, είτε από τον προορισμό αυτού, είτε κατά τους κανόνες της καλής πίστης.
Σε περίπτωση, όμως, αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι, ανεξάρτητα αν ζήτησαν ή όχι να κάνουν και αυτοί χρήση του πράγματος στην έκταση που το χρησιμοποίησε ο άλλος, να απαιτήσουν απ' αυτόν, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματός τους μερίδα από το όφελος (καρπούς και γενικότερα ωφελήματα) που αυτός αποκόμισε ή εξοικονόμησε και το οποίο συνίσταται στην αξία της επιπλέον της ιδανικής του μερίδας χρήσης του κοινού (ΑΠ 1121/2017, ΑΠ 2191/2007).
Ειδικότερα, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, το όφελος αυτό συνίσταται στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσης μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσης κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια (ΑΠ 802/2017, ΑΠ 187/2015, ΑΠ 1614/2013, ΑΠ 564/2012), και η οποία (μισθωτική αξία) θα μπορούσε να επιτευχθεί στην ελεύθερη αγορά και υπό συνθήκες ανοικτών και ελεύθερων διαπραγματεύσεων μεταξύ των υποψήφιων μισθωτών του και, εφόσον δεν συμφωνούν όλοι οι συγκύριοι, των εχόντων την πλειοψηφία των μερίδων του κοινού πράγματος κοινωνών.
Κατά τα λοιπά ο τρόπος που ο κοινωνός χρησιμοποίησε αποκλειστικά για λογαριασμό του το κοινό πράγμα είναι κατ' αρχήν αδιάφορος και μπορεί αυτός να το έχει εκμισθώσει ή να το έχει χρησιδανείσει σε άλλον ή να το έχει ιδιοχρησιμοποιήσει με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή έστω και διατηρώντας αυτό αδρανές ή προκειμένου για ακίνητο διατηρώντας το κλειστό και ανεκμετάλλευτο, εφόσον με τον τρόπο αυτό αποκλείει στην πράξη τη σύγχρηση των λοιπών κοινωνών και ο ίδιος έχει οποτεδήποτε την ευχέρεια να το εκμεταλλευτεί κατά την κρίση και το συμφέρον του (ΑΠ 1417/2019, ΑΠ 852/2019, ΑΠ 1121/2017, ΑΠ 276/2016).
Συνεπώς, στη παρεχόμενη από τις παραπάνω διατάξεις σχετική αγωγή προς απόδοση των ωφελημάτων, η οποία απορρέει από το δικαίωμα κυριότητας και ανήκει σ' εκείνον ο οποίος, κατά τον προαναφερόμενο κρίσιμο χρόνο, που συνέβη το θεμελιωτικό της σχετικής αξίωσης γεγονός, ήταν κύριος αυτού, καθώς και στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας που θα εκδοθεί, αρκεί, για την πληρότητα και το ορισμένο αυτής, να αναφέρεται το κοινό ακίνητο, η επ` αυτού μερίδα του ενάγοντος, ότι ο εναγόμενος έκανε κατά τον επίδικο χρόνο αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου και επίσης, το κατά τον επίδικο χρόνο όφελος του εναγομένου κοινωνού από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, συνιστάμενο στην αξία αυτής, η οποία προκειμένου περί αστικού ακινήτου ταυτίζεται με την μισθωτική αξία του μεριδίου του εκτός χρήσεως κοινωνού, της οποίας, συνεπώς αρκεί η αναφορά (ΑΠ 187/2015, ΑΠ 767/2014, ΑΠ 564/2012, ΑΠ 362/2010, ΑΠ 1761/2008).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι, η αγωγή, επί της οποίας έκρινε, σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό, το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 28/1998).
Ο λόγος αυτός μπορεί να δημιουργηθεί και από την εσφαλμένη εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, το οποίο παραδεκτώς ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ήτοι αν το δικαστήριο της ουσίας ζήτησε περισσότερα ή αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο περιστατικά, τα οποία περιέχονταν στην αγωγή (ΑΠ 231/2004).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες, με τους δύο πρώτους αναιρετικούς λόγους, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, την, εκ του αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ισχυριζόμενες, με τον πρώτο τούτων, ότι το Δικαστήριο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 787 ΑΚ, με ψευδή ερμηνεία αυτής, αποδίδοντας σ' αυτήν ερμηνεία ευρύτερη της προσήκουσας, δεχόμενο ότι η δυνατότητα αυτών πρόσβασης στο επίκοινο ακίνητο και η διατήρηση σ' αυτό πραγμάτων ιδιοκτησίας τους αποτελούν χρήση του ακινήτου αυτού από τις ίδιες ως κοινωνούς, ταυτίζοντας αυτή τη χρήση με την κατά προορισμό χρήση του πράγματος και με τον δεύτερο εξ αυτών ότι, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 786 και 787 ΑΚ με τη μη εφαρμογή τους, υπό την έννοια της μη επιδίκασης αποζημίωσης χρήσης σ' αυτές, μολονότι δέχθηκε ότι μόνο ο αναιρεσίβλητος προέβαινε σε περιοδική κατά τον προορισμό του ιδιοχρησιμοποίηση του επίκοινου διαμερίσματος ως τόπο διαμονής του κατά το χρόνο που επισκέπτονταν την Ελλάδα και ότι δεν υπήρχε συμφωνία των κοινωνών για τη χρήση του από αυτόν, ενώ οι ίδιες απλά είχαν ελεύθερη πρόσβαση σ' αυτό.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, ύστερα από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, δέχθηκε και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ότι οι διάδικοι κατέστησαν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου κατά τον προσδιοριζόμενο νόμιμο τρόπο.
Ότι το ακίνητο αυτό είχαν αγοράσει ο αναιρεσίβλητος και ο αδελφός του Γ. Θ. και εγκατέστησαν σ' αυτό τη μητέρα τους Ε. χήρα Ε. Θ., μέχρι το θάνατό της στις 13-10-2004. Ότι <<Στο κοινό διαμέρισμα υπήρχε εγκατεστημένη η οικοσκευή της θανούσας και διάφορα κινητά πράγματα οικιακής χρήσης του εναγομένου, ο οποίος ζούσε μόνιμα στην Αμερική και διέμενε σ' αυτό όποτε βρισκόταν στην Αθήνα.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η θανούσα, μητέρα του εναγομένου και του δικαιοπαρόχου των εναγουσών, κατέλιπε κατά το θάνατό της την από 20-12-1994 ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 710/11-2-2005 πρακτικό δημοσίευσης διαθήκης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά από αίτηση του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Βαρβενιώτη και με την οποία η θανούσα, μεταξύ άλλων, εγκαθιστούσε μοναδικό κληρονόμο της στην οικοσκευή της, το ρουχισμό της και άλλα αντικείμενα που βρίσκονταν στην κατοικία της στο επίκοινο διαμέρισμα, τον εναγόμενο.
Απ' τη δημοσίευση της άνω διαθήκης κι εφεξής, οι σχέσεις των εναγουσών και του εναγομένου άρχισαν να διαταράσσονται, αντικείμενο δε διαφωνίας τους αποτέλεσε, πλην άλλων, και η χρήση του κοινού διαμερίσματος. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι μετά τη δημοσίευση της διαθήκης της θανούσας Ε. χήρας Ε. Θ., οι ενάγουσες εξέφρασαν στον εναγόμενο την επιθυμία τους να εκμισθώσουν το κοινό διαμέρισμα, προκειμένου να τους αποφέρει εισόδημα.
Ο εναγόμενος δεν συμφωνούσε με την εκμίσθωση του διαμερίσματος σε τρίτον. Το Σεπτέμβριο του 2005 οι ενάγουσες απέστειλαν στον εναγόμενο, μέσω του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, την από 2-9-2005 επιστολή, με την οποία, θεωρώντας ότι ο εναγόμενος έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, ζητούσαν να τους καταβάλει αποζημίωση για την από μέρους του χρήση του διαμερίσματος από 1-2-2005, καλώντας τον επιπλέον να εκκενώσει το διαμέρισμα απ' την οικοσκευή του, σε περίπτωση που δεν επιθυμούσε τη συνέχιση της χρήσης αυτού, ώστε να μπορούν να το εκμισθώσουν σε τρίτο.
Ο εναγόμενος απαντώντας εγγράφως στην άνω επιστολή στις 15-9-2005, δήλωσε στις ενάγουσες ότι το διαμέρισμα δεν κατοικείτο από κανέναν και αρνήθηκε να συμπράξει στην εκμίσθωσή του σε τρίτο, εκδηλώνοντας ενδιαφέρον να αγοράσει τα μερίδια των συγκοινωνών του. Αναφερόμενος δε στα υπάρχοντα εντός του διαμερίσματος έπιπλα της μητέρας του, στην ίδια ως άνω επιστολή του ο εναγόμενος ανέφερε ότι δεχόταν να τα απομακρύνει με την προϋπόθεση ότι και η πρώτη ενάγουσα θα απομάκρυνε τα έπιπλά της απ' την οικία του στη ...
της ..., ώστε να εκκενωθεί ο χώρος και να τα τοποθετήσει εκεί. Ακολούθησε νέα επιστολή των εναγουσών προς τον εναγόμενο στις 23-12-2005, στην οποία οι τελευταίες αφού εξέθεσαν ότι ο εναγόμενος είχε ζητήσει να μην εκμισθωθεί το διαμέρισμα, ώστε να το χρησιμοποιεί ο ίδιος κατά το χρόνο παραμονής του στην Ελλάδα, τον καλούσαν να τους αποσαφηνίσει εάν πράγματι επιθυμούσε να κάνει χρήση του διαμερίσματος με τον αυτονόητο όρο της καταβολής εκ μέρους του μισθώματος που αναλογούσε στο μερίδιο συγκυριότητάς του.
Ο εναγόμενος απάντησε στην άνω επιστολή στις 22-1-2006, επαναλαμβάνοντας την πρότασή του να αγοράσει τα μερίδια των συγκοινωνών του, αρνούμενος την υποχρέωσή του περί καταβολής ενοικίου για το κοινό διαμέρισμα, στο οποίο, όπως δήλωνε, διέμενε μία εβδομάδα το χρόνο κι όποτε βρισκόταν στην Ελλάδα, και ζητώντας εκ νέου να εκκενωθεί το σπίτι του στο ...
της ... απ' την πρώτη ενάγουσα, ώστε να μεταφέρει εκεί την οικοσκευή του απ' το επίμαχο διαμέρισμα. Ακολούθως και αφού δεν επιτυγχανόταν καμία συνεννόηση ανάμεσα στις αντίδικες πλευρές, στις 3-7-2006 η δεύτερη ενάγουσα κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά του εναγομένου την με αρ. Κατ. 121728/28/2006 αγωγή προσβολής της διαθήκης της άνω κληρονομούμενης γιαγιάς της, η οποία (αγωγή) αφορούσε, μεταξύ άλλων, και την οικοσκευή στο κοινό διαμέρισμα, ο δε εναγόμενος άσκησε στις 13-12-2006 σε βάρος των νυν εναγουσών τη με αρ.
κατ. 218800/12821/18-12-2006 αγωγή διανομής του επίκοινου διαμερίσματος στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Τέλος, οι ενάγουσες άσκησαν σε βάρος του εναγομένου την από 13-7-2007 με αρ. κατ. 210/2007 αγωγή στο Ειρηνοδικείο Καλλιθέας, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί ο τελευταίος να τους καταβάλει αποζημίωση για την αποκλειστική εκ μέρους του χρήση του κοινού.
Μετά την άσκηση της άνω αγωγής σε βάρος του, την 1-8-2007 ο εναγόμενος απομάκρυνε την οικοσκευή του απ' το κοινό διαμέρισμα. Ακολούθως, επί της άνω με αρ. κατ. 121728/2006 αγωγής της δεύτερης ενάγουσας (προσβολής της διαθήκης της γιαγιάς της) εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1574/2010 του άνω Δικαστηρίου, που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 3485/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία συμπληρώθηκε η νόμιμη μοίρα της δεύτερης ενάγουσας σε ποσοστό 21,6% εξ αδιαιρέτου επί όλων των κληρονομιαίων ακινήτων της αποβιώσασας, μεταξύ των οποίων και της επίμαχης οικοσκευής, ενώ επί της 218800/12821/18-12-2006 αγωγής διανομής του κοινού ακινήτου που άσκησε ο νυν εναγόμενος, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3507/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η πώληση του κοινού διαμερίσματος με πλειστηριασμό και συνακόλουθα η διανομή του πλειστηριάσματος στους συγκοινωνούς κατά το ποσοστό συγκυριότητάς τους.
Αποδείχθηκε, επομένως, ότι κατά το θάνατο της Ε. χήρας Ε. Θ. παρέμεινε μέσα στο διαμέρισμα, στο οποίο αυτή διέμενε εν ζωή, και το οποίο ανήκε στη συγκυριότητα των αντιδίκων κατά τα άνω ποσοστά, η οικοσκευή της, την οποία με την παραπάνω διαθήκη της κατέλιπε στον εναγόμενο. Οι ενάγουσες δεν αποδέχθηκαν το γεγονός αυτό και οι σχέσεις τους με τον εναγόμενο, ο οποίος τόσο πριν το θάνατο της μητέρας του, όσο και μετά το θάνατό της, όταν ερχόταν στην Ελλάδα, διέμενε για μικρά χρονικά διαστήματα στο διαμέρισμα της οδού Δημοσθένους 16-18, διερράγησαν.
Οι ενάγουσες θεωρούσαν ότι ο εναγόμενος έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού διαμερίσματος με την διαμονή του σ' αυτό κατά τον ερχομό του στην Ελλάδα, την διατήρηση της οικοσκευής της μητέρας του εντός αυτού και την άρνησή του να συμπράξει στην εκμίσθωσή του σε τρίτο πρόσωπο. Από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε συμφωνία, ρητή ή σιωπηρή, των αντιδίκων πλευρών ότι το διαμέρισμα θα το χρησιμοποιεί αποκλειστικά ο εναγόμενος, ούτε αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, εν τοις πράγμασι, έστω και χωρίς συμφωνία, χρησιμοποιούσε αποκλειστικά το διαμέρισμα, αποκλείοντας τις ενάγουσες απ' τη χρήση αυτού.
Απεναντίας αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες διέθεταν κλειδιά του διαμερίσματος και μπορούσαν να εισέρχονται σ' αυτό ακώλυτα, όπως κι έκαναν άλλωστε, όπως αποδεικνύεται και απ' τις από 7-4-2005 και 8-7-2005 χειρόγραφες επιστολές της πρώτης ενάγουσας προς τον εναγόμενο, στις οποίες η εν λόγω διάδικος κάνει λόγο για ελεύθερη είσοδό της στο επίδικο διαμέρισμα, όπου υπήρχαν και κινητά πράγματα που η ίδια θεωρούσε ότι ανήκαν στη θυγατέρα της, δεύτερη ενάγουσα.
Η διαφωνία των δύο πλευρών έγκειτο στον τρόπο εκμετάλλευσης του κοινού διαμερίσματος, καθώς οι μεν ενάγουσες επιθυμούσαν την εκμίσθωσή του, ο δε εναγόμενος την αγορά του απ' αυτές, πράγμα που τους πρότεινε, όπως προεκτέθηκε, δίχως να έχει λάβει είτε θετική είτε αρνητική απάντηση από μέρους τους. Οι ενάγουσες γνώριζαν ότι είχαν ελεύθερη πρόσβαση στο διαμέρισμα, κι έκαναν ακώλυτη χρήση αυτού, διατηρώντας σ' αυτό, όπως οι ίδιες ομολογούν, και δικά τους κινητά πράγματα.
Όταν μάλιστα την 1 Αυγούστου 2007 ο εναγόμενος μετέφερε την οικοσκευή που του είχε αφήσει η μητέρα του με την παραπάνω διαθήκη απ' το κοινό διαμέρισμα, κατόπιν ρητού αιτήματος των εναγουσών, όπως αποδείχθηκε, η πρώτη ενάγουσα κατήγγειλε στο αστυνομικό τμήμα Καλλιθέας την παραπάνω κίνησή του, εκθέτοντας ότι ο εναγόμενος απομάκρυνε χωρίς να την ενημερώσει την οικοσκευή της μητέρας του, για την οποία εκκρεμούσε δικαστική διαμάχη, και στην οποία συμπεριλαμβάνονταν και κινητά πράγματα ιδιοκτησίας του συζύγου της.
Συνακόλουθα ουδέποτε αποδείχθηκε ότι υπήρξε από μέρους του εναγομένου αποκλειστική χρήση του κοινού διαμερίσματος και κατ' επέκταση υποχρέωσή του να αποζημιώσει τις ενάγουσες για την αιτία αυτή>>. Ενόψει των εκτιθέμενων ανωτέρω παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, οι προβαλλόμενοι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Τούτο διότι, το Δικαστήριο, κρίνοντας επί της ουσίας την υπόθεση, δέχθηκε ότι δεν συνέτρεχε αναγκαία προϋπόθεση για τη γέννεση της ασκούμενης με την αγωγή των αναιρεσειουσών αξίωσης απόδοσης από τον αναιρεσίβλητο των ωφελημάτων του επίδικου επίκοινου αυτών διαμερίσματος, ήτοι η αποκλειστική χρήση τούτου από τον αναιρεσίβλητο συγκοινωνό.
Την κρίση του δε αυτή στήριξε όχι μόνο στη δυνατότητα που παρέχονταν στις αναιρεσείουσες επίσης για χρήση του διαμερίσματος, κατέχουσες τα κλειδιά αυτού και έχουσες ακώλυτη πρόσβαση στους χώρους του, χωρίς να αποκλείονται στη χρήση του από αυτόν, αλλά και στην πραγματική χρήση του διαμερίσματος από τις ίδιες που διατηρούσαν ατομικά τους πράγματα εντός του επίδικου και εισέρχονταν σ' αυτό.
Έτσι, ορθά δέχθηκε ότι οι αναιρεσείουσες έκαναν χρήση του κοινού διαμερίσματος, αφού αυτός ο, κατά τις παραδοχές του Δικαστηρίου, τρόπος εκμετάλλευσης του διαμερίσματος από εκείνες, αποτελεί την κατά την έννοια των διατάξεων που εφαρμόστηκαν χρήση του διαμερίσματος από τις ίδιες και αποκρούει την αποκλειστική χρησιμοποίηση από τον αναιρεσίβλητο.
Για την πλήρωση της έννοιας της σύγχρησης του διαμερίσματος, από τις αναιρεσείουσες συγκοινωνούς, δεν ήταν αναγκαίο να το χρησιμοποιούν αυτές ως κατοικία, κύρια ή δευτερεύουσα, αρκεί δε η υλική πράξη της αποθήκευσης ή φύλαξης σ' αυτό προσωπικών κινητών πραγμάτων. Έτσι, το Δικαστήριο που δίκασε κατ' έφεση, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 786 και 787 ΑΚ και δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τους προβαλλόμενους δύο πρώτους λόγους πλημμέλεια.
Ο λόγος αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ή των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων που προβλέπεται στο άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, είναι αντίστοιχος με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 του ίδιου Κώδικα. Ο λόγος αυτός, που αναφέρεται στην έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκη (ΑΠ 1042/2017).
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό την επίκληση πλημμέλειας εκ του αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι στερείται νόμιμης βάσης καθόσον περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αποκλειστικής χρήσης του επιδίκου κοινού διαμερίσματος.
Ειδικότερα, παραπονούνται ότι τα γεγονότα στα οποία στηρίχθηκε δεν μπορούν με πληρότητα να επιστηρίξουν τη σύγχρηση από αυτές του κοινού ακινήτου και είναι ανεπαρκή για τη στήριξη αυτής της κρίσης, ενώ θα έπρεπε να αναφέρονται γεγονότα περί της κατά τον προορισμό του ως κατοικίας χρήσης, ήτοι περιστατικά χρήσης αυτής ως δευτερεύουσας κατοικίας ή άλλες υλικές πράξεις που να καταδεικνύουν άμεση άσκηση εξουσίας επί του ακινήτου και τη χρήση του, όπως άπλωμα ρούχων ή την απογευματινή ραστώνη στη βεράντα του.
Στην προκείμενη περίπτωση, υπό τις εκτεθείσες ανωτέρω, κατά την εκτίμηση των προβαλλόμενων με τους δύο πρώτους λόγους της αναίρεσης πλημμελειών, ουσιώδεις ουσιαστικές παραδοχές του, το Δικαστήριο που δίκασε κατ' έφεση, περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες για το ότι η εκ μέρους του αναιρεσίβλητου χρήση του επίκοινου διαμερίσματος δεν ήταν αποκλειστική, αλλά χρήση τούτου έκαναν και οι συγκοινωνοί αυτού αναιρεσείουσες, με τρόπο ώστε με τις παραδοχές του αυτές να ελέγχεται στη συγκεκριμένη περίπτωση η συνδρομή των όρων που απαιτούνται από τον ουσιαστικό κανόνα που εφαρμόστηκε.
Την κρίση αυτή στηρίζουν ειδικότερα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανελέγκτως στην ελάσσονα πρόταση της απόφασής του ότι αποδείχθηκαν και συγκεκριμένα ότι οι αναιρεσείουσες κατείχαν κλειδιά του κοινού ως άνω ακινήτου και ελεύθερα εισέρχονταν σ' αυτό, χωρίς να εμποδίζονται ή να αποκλείονται από τη χρήση του, καθώς και ότι εντός αυτού διατηρούσαν κινητά πράγματα.
Οι παραδοχές αυτές δικαιολογούν το αποδεικτικό του πόρισμα στο οποίο κατέληξε από την εκτίμηση των αποδείξεων περί χρήσης του κοινού διαμερίσματος και από τις αναιρεσείουσες και, συνεπώς, της μη συνδρομής στη συγκεκριμένη περίπτωση, της, κατά την εφαρμοσθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 787 ΑΚ, προϋπόθεση της αποκλειστικής χρήσης από τον αναιρεσίβλητο για την απόδοση της ωφέλειας στις αναιρεσείουσες.
Εξάλλου, δεν ήταν αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης να αναφέρονται και άλλες, εκτός των ανωτέρω, υλικές πράξεις των αναιρεσειουσών στο κοινό ακίνητο, προκειμένου να στηριχθεί κρίση για χρησιμοποίηση τούτου και από αυτές, όπως ισχυρίζονται στο αναιρετήριο. Με βάση τα ως άνω γενόμενα δεκτά, το Δικαστήριο που δίκασε ως Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 787 ΑΚ και, επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται από τις αναιρεσείουσες η από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τις αναιρεσείουσες κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, οι αναιρεσείουσες που νικήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-11-2018 αίτηση των Α. χήρας Γ. Θ., το γένος Ι. Σ. και Ε.-Ε. Θ. του Γ., για αναίρεση της 11340/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ