Supreme Court annuls appeal court verdict for insufficient and contradictory reasoning in traffic accident liability case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court of Athens' decision due to insufficient and contradictory reasoning regarding the driver's liability. The court found a logical inconsistency between accepting the driver's sudden action as the sole cause of the accident and the victim's potential ability to avoid it given the driver's prior operation of the vehicle. Consequently, the case was remanded to a different judge at the same court for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court annuls a judgment if it lacks a legal basis due to insufficient or contradictory reasoning that prevents verification of the correct application of substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 848 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 848/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΑΕ", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας για παράβαση νόμου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Μ. του Μ. (I. M. του M.), ατομικώς και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της Ι. Μ. του Λ. (J. M. του L.) και 2) Κ. Μ. του Λ. (K. M. του L.), κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Σουρλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3228/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1731/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-9-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 20-3-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των δεύτερου και τρίτου λόγων της 713/2014 αίτησης αναίρεσης, την παραδοχή του πρώτου λόγου αυτής και την αναίρεση της 1731/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 686/2011).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "...Οι Οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή...". Κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 του ίδιου νόμου (Κ.Ο.Κ.) "Ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους".
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 38 του νόμου αυτού "1. Οι πεζοί υποχρεούνται να χρησιμοποιούν τα πεζοδρόμια ή τα ειδικά γι' αυτούς ερείσματα. Κατ' εξαίρεση, μπορούν να χρησιμοποιούν το οδόστρωμα, αφού λάβουν τις αναγκαίες προφυλάξεις... 2. Αν είναι αδύνατη η χρησιμοποίηση των πεζοδρομίων ή των ερεισμάτων, που προορίζονται για τους πεζούς, ή δεν υπάρχουν πεζοδρόμια ή ερείσματα οι πεζοί μπορούν να βαδίζουν στο οδόστρωμα, κατά τρόπον ώστε να μην παρεμποδίζουν την κυκλοφορία".
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έκανε εν μέρει δεκτή αγωγή των αναιρεσιβλήτων, στρεφόμενη και κατά του αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ. και αναγνώρισε ότι αυτό οφείλει να καταβάλει σ' αυτούς τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο του συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών Λ.
Μ., ο οποίος προκλήθηκε σε αυτοκινητικό ατύχημα από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, που ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε.", της οποίας στη συνέχεια ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας και υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της το αναιρεσείον ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ.
Ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας το Εφετείο δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα εξής: "Στις 26-5-2008 και περί ώρα 14.50' έγινε ατύχημα στην πλατεία φόρτωσης φορτηγών μπροστά από τις αποθήκες κονιαμάτων του εργοστασίου της Α.Ε. ΤΣΙΜΕΝΤΩΝ "..." που βρίσκεται επί της οδού ...
στην ... και πλησίον της παραλίας αυτής. Παραπλεύρως της ως άνω πλατείας διέρχεται εσωτερικός δρόμος του εργοστασίου που οδηγεί προς την έξοδο και προς τις λοιπές εγκαταστάσεις του εργοστασίου και την παραλία όπου γίνεται η φόρτωση των κονιαμάτων σε φορτηγά πλοία. Ο δρόμος αυτός έχει πλάτος 5,70 μ. και σημαίνεται και προς τις δύο κατευθύνσεις με πινακίδες Κ-25 (προσοχή άλλοι κίνδυνοι) και Ρ-32, με την οποία η μέγιστη ταχύτητα περιορίζεται σε 10 χ/ω, καθώς και πινακίδα συχνών διαβάσεων πεζών.
Κατά το ένδικο ατύχημα τραυματίσθηκε θανάσιμα ο Μ. Λ. του Κ., ηλικίας 47 ετών, κάτοικος εν ζωή ... σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας του ανηλίκου τέκνου τους Ι. Μ. και του δευτέρου ενάγοντος Κ. Μ. Ο θανών εργαζόταν στην εταιρεία "Α. Φ. Α.Ε.Β.Ε." από τις 28-8-2000 με την ειδικότητα του αδειούχου χειριστή περονοφόρου οχήματος και εκτελούσε εργασίες φόρτωσης ενσακκιασμένου τσιμέντου της εταιρείας ...
σε φορτηγά και πλοία, καθόσον η εταιρεία "Α. Φ. Α.Ε.Β.Ε.", δυνάμει εργολαβικής συμβάσεως που είχε καταρτίσει με την Α.Ε ΤΣΙΜΕΝΤΩΝ "...", είχε αναλάβει την εκτέλεση εργασιών φόρτωσης ενσακκιασμένου τσιμέντου σε πλοία. Επίσης η εταιρεία ... είχε αναθέσει στους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων (Κ. και Π. Γ.), ιδιοκτήτες του με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΔΧΦ αυτοκινήτου (ελκυστήρα με επικαθήμενο) κατά ποσοστό 50% ο καθένας, την εκτέλεση μεταφορών σύμφωνα με τις οδηγίες της εταιρείας. Την παραπάνω ημερομηνία και περί ώρα 14.30' ο πρώτος εναγόμενος, έχοντας συνδέσει στον ως άνω ελκυστήρα πλατφόρμα ανοικτού τύπου (επικαθήμενο), οδήγησε αυτό στην ως άνω πλατεία φόρτωσης φορτηγών και το στάθμευσε σε ευθεία γραμμή μπροστά από τις αποθήκες κονιαμάτων με μέτωπο προς το στεγασμένο χώρο των αποθηκών και παράλληλα προς τις αποθηκευμένες στα δεξιά του παλέτες με σάκους κονιαμάτων, προκειμένου να φορτωθεί με τις εν λόγω παλέτες, είχε δε την εντολή μετά την ολοκλήρωση της φόρτωσης να οδηγήσει το φορτηγό στο λιμένα του εργοστασίου, όπου το φορτίο θα μεταφορτωνόταν σε πλοίο.
Η φόρτωση γινόταν με το με αριθμό κυκλοφορίας ... περονοφόρο όχημα (κλάρκ) της εταιρείας "Α. Φ. Α.Ε.Β.Ε.", που χειριζόταν ο αδειούχος χειριστής Α. Δ.. Λίγο πριν τελειώσει η φόρτωση, προσήλθε στο σημείο, περί ώρα 14.45', ο Μ. Λ., ο οποίος εργαζόταν σε άλλο χώρο του εργοστασίου και συγκεκριμένα μετέφερε πυρότουβλα με άλλο περονοφόρο όχημα της ως άνω εταιρείας.
Ο Α. Δ., αφού ολοκλήρωσε τη φόρτωση, ακινητοποίησε το όχημα που χειριζόταν στο πίσω δεξιό μέρος της πλατφόρμας του φορτηγού, σε θέση λοξή δεξιά σε σχέση με το φορτηγό, και έσβησε τη μηχανή, το μέσο δε της αριστερής πλευράς του περονοφόρου οχήματος ήταν σε απόσταση μισού μέτρου από την πίσω δεξιά γωνία της πλατφόρμας.
Ο θανών πλησίασε στο περονοφόρο όχημα από την αριστερή πλευρά και συνομιλούσε με τον οδηγό του και τον οδηγό του φορτηγού (α' εναγόμενο) για το ποιος θα μεταβεί στο λιμάνι με το μηχάνημά του για να ξεφορτώσει το φορτηγό και να κάνει τη μεταφόρτωση στο πλοίο, κατέληξαν δε την εργασία αυτή να την κάνει ο Μ.
Λ.. Και ενώ οι δύο χειριστές των περονοφόρων οχημάτων συνέχιζαν τη συνομιλία, ο οδηγός του φορτηγού έφυγε από το σημείο και ανήλθε στη θέση του οδηγού του οχήματός του, χωρίς προηγουμένως να τους ζητήσει να απομακρυνθούν από το σημείο γιατί προτίθεται να εξέλθει άμεσα από το προαύλιο χώρο των αποθηκών και να μεταβεί στο λιμάνι του εργοστασίου.
Ο α' εναγόμενος αφού έθεσε αμέσως σε λειτουργία τη μηχανή του φορτηγού και αφού γέμισαν τα καζανάκια των αερόφρενων, άρχισε μετά από ένα λεπτό περίπου να πραγματοποιεί οπισθοπορεία, η οποία έγινε σε ευθεία γραμμή. Όμως, πριν ξεκινήσει την προς τα πίσω κίνηση του φορτηγού, δεν ήλεγξε προηγουμένως το χώρο δεξιά και αριστερά και όπισθεν αυτού, για να βεβαιωθεί ότι ήταν ελεύθερος και ότι μπορεί να πραγματοποιήσει με ασφάλεια την κίνηση του φορτηγού προς τα πίσω.
Έτσι δεν αντιλήφθηκε ότι το ως άνω περονοφόρο όχημα και ο πεζός Λ. Μ. εξακολουθούσαν να βρίσκονται στο ίδιο σημείο, που τους είχε αφήσει λίγο πριν ανέβει στο φορτηγό αυτοκίνητο δηλαδή στο πίσω δεξιό τμήμα του φορτηγού, με συνέπεια κατά τη διενέργεια της οπισθοπορείας να παρασύρει με την πλατφόρμα του φορτηγού τον ως άνω πεζό, που στεκόταν ανάμεσα στην πίσω δεξιά γωνία της πλατφόρμας και της αριστερής πλευράς του περονοφόρου οχήματος, να τον εγκλωβίσει ανάμεσα στα δύο ως άνω οχήματα και να τον τραυματίσει βαρύτατα στην κοιλιακή χώρα και στην πύελο.
Αμέσως μετά το ατύχημα ο παθών διακομίσθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Πειραιά "ΤΖΑΝΕΙΟ", όπου περί ώρα 02.55' της 27-05-2008 απεβίωσε συνεπεία βαρέων κακώσεων κοιλίας και πυέλου (βλ. την 529/28-5-2008 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του ιατροδικαστή Β. Δ.). Σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί το ένδικο ατύχημα και ο θανάσιμος τραυματισμός του Λ.
Μ. οφείλονται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου Κ. Γ. (α' εναγομένου), η οποία συνίσταται στο ότι, ξεκινώντας από την πλατεία φόρτωσης και επιχειρώντας με κίνηση προς τα πίσω να εισέλθει στον εσωτερικό δρόμο του εργοστασίου "...", δεν κατέβαλε κατά την οπισθοπορεία του την προσοχή που όφειλε (άρθρα 12 παρ. 1 ΚΟΚ, 330 ΑΚ) και μπορούσε να καταβάλει και κυρίως δεν βεβαιώθηκε προηγουμένως, όπως όφειλε (άρθρο 21 παρ. 1 ΚΟΚ), ότι μπορούσε να κινηθεί προς τα πίσω χωρίς κίνδυνο ή παρακώληση όλων όσων χρησιμοποιούσαν την ως άνω πλατεία, τη στιγμή μάλιστα που γνώριζε, όταν ανήλθε στο όχημά του, ότι πίσω και δεξιά της πλατφόρμας του οχήματός του βρισκόταν το περονοφόρο όχημα με οδηγό τον Α.
Δ. και ο πεζός Λ. Μ., οι οποίοι συνομιλούσαν μεταξύ τους για θέματα της εργασίας τους. Όφειλε, επομένως, πριν ενεργήσει την οπισθοπορεία, να ελέγξει το χώρο για να βεβαιωθεί ότι ήταν ελεύθερος, ώστε να πραγματοποιήσει με ασφάλεια την προς τα πίσω κίνηση. Αν ήλεγχε, όπως όφειλε και μπορούσε θα διαπίστωνε, δεδομένου ότι ένα τμήμα του περονοφόρου οχήματος εξερχόταν από το πίσω δεξιό τμήμα της πλατφόρμας και ήταν ορατό από τη θέση του οδηγού μέσω των καθρεπτών του φορτηγού, ότι οι ως άνω εργαζόμενοι βρίσκονταν ακόμη στο σημείο που τους είχε αφήσει πριν ανέλθει στο φορτηγό και δεν θα επιχειρούσε την προς τα πίσω κίνηση.
Αντίθετα ο θανών δεν συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος και του θανάσιμου τραυματισμού του, καθόσον ο οδηγός του φορτηγού ενήργησε αιφνιδιαστικά, απροειδοποίητα και απρόσμενα και κατά παράβαση βασικών κανόνων οδηγικής συμπεριφοράς. Ως εκ τούτου δεν μπορούσε να αποφύγει το ατύχημα οσηδήποτε επιμέλεια και αν κατέβαλε.
Επομένως ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι το θύμα συνετέλεσε στην επέλευση του θανάσιμου τραυματισμού του για το λόγο ότι δεν απομακρύνθηκε από το χώρο φόρτωσης των εμπορευμάτων κατά το χρόνο που ο πρώτος εναγόμενος επρόκειτο να ενεργήσει οπισθοπορεία, είναι αβάσιμος και απορριπτέος...". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις εκ πλαγίου με ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης, συνεπώς δε υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.
Ειδικότερα, υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής, ότι "ο α' εναγόμενος αφού έθεσε σε λειτουργία τη μηχανή του φορτηγού και αφού γέμισαν τα καζανάκια των αερόφρενων, άρχισε μετά από ένα λεπτό περίπου να πραγματοποιεί οπισθοπορεία, η οποία έγινε σε ευθεία γραμμή" (φύλλο 7ο σελ. β') και της ετέρας, ότι "ο θανών δεν συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος και του θανάσιμου τραυματισμού του, καθόσον ο οδηγός του φορτηγού ενήργησε αιφνιδιαστικά, απροειδοποίητα και απρόσμενα...".
Και τούτο διότι, ανεξάρτητα από την δεδομένη, κατά τις παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας, υπαιτιότητα του οδηγού, ο οποίος όφειλε, πριν ενεργήσει κίνηση προς τα πίσω, να ελέγξει τον χώρο για να βεβαιωθεί ότι ήταν ελεύθερος, κάτι που μπορούσε να διαπιστώσει, εφόσον κατά τις παραδοχές αυτές ήταν ορατή η θέση του θύματος από τον καθρέπτη του φορτηγού, η επί ένα λεπτό λειτουργία της μηχανής του φορτηγού, πριν αυτό κινηθεί, αίρει το αιφνιδιαστικό, απροειδοποίητο και απρόσμενο της ενέργειας (εκκίνησης) του οδηγού του φορτηγού και ο θανών λογικά θα έπρεπε να αναμένει κίνηση του ως άνω αυτοκινήτου και θα μπορούσε ευχερώς να απομακρυνθεί στο διάστημα αυτό από το πίσω δεξιό μέρος του φορτηγού.
Περαιτέρω, δεν διευκρινίζεται επαρκώς, αν ο οδηγός του φορτηγού είχε τη δυνατότητα να μετακινήσει το αυτοκίνητο από τον προαύλιο χώρο όπου βρισκόταν, χωρίς να ενεργήσει την οπισθοπορεία, την οποία ενήργησε. Επομένως, τα όσα ισχυρίζεται το αναιρεσειον με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κρίνονται βάσιμα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καλύπτει στο σύνολό της την προσβαλλόμενη απόφαση και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών διατυπουμένων με την ένδικη αίτηση λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία ορίζει στο ποσό των 3.000 ευρώ και κατανέμει κατ' ίσα μέρη, ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1731/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Μονομελές Εφετείο Αθηνών, αποτελούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Και
Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ