Supreme Court dismisses appeal as claimant lacks active standing to seek compensation for expropriation reversal damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding compensation for expropriation reversal. The appellant sought specific damages for property value changes and lost income during the period between expropriation and its reversal, arguing the First Instance Court erred in denying active standing. The court ruled that the right to claim such specific compensation only arises after the ownership transfer back to the claimant is finalized, a procedural step not yet completed at the time of the appeal. Consequently, the claimant lacked the necessary active standing to pursue these specific remedies, validating the lower court's judgment.
Legislator headnote
AI generatedΝ. 2882/1981, παρ. 2-6; Ν. 2882/2001, άρθρο 12 παρ. 6: The right to claim specific compensation for damages arising from the reversal of expropriation is conditional upon the completion of the ownership transfer back to the claimant; therefore, a claimant lacks active standing to seek such compensation before the reversal is legally finalized.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 848 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 848/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βούλγαρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας, Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας, που κατοικοεδρεύουν στην ... και στη ... από το Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας ..., που κατοικοεδρεύει στη ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παντελή Παπαδάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/2/2005 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Λάρισας.
Εκδόθηκε η 739/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/7/2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης ανέγνωσε την από 11/3/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του λόγου της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ και την απόρριψη των υπολοίπων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των παρ. 2, 3, 4, 5 και 6 του Ν. 2882/1981 προκύπτουν τα εξής: Η συντελεσμένη απαλλοτρίωση, που κηρύχτηκε υπέρ του Δημοσίου ή των Ν.Π.Δ.Δ., μπορεί να ανακληθεί ολικά ή μερικά, εφόσον η αρμόδια υπηρεσία κρίνει, ότι δεν είναι αναγκαία για την εκπλήρωση του αρχικού ή άλλου σκοπού, που χαρακτηρίζεται από το νόμο δημόσιας ωφέλειας και αποδέχεται την ανάκληση ο καθού η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτης .
Η κατά τις, ως άνω, διατάξεις ολική ή μερική ανάκληση της απαλλοτρίωσης γίνεται με απόφαση της αρχής η οποία την έχει κηρύξει με τη διαδικασία, που ορίζεται από το άρθρο 1, ύστερα από επιστροφή στον βαρυνόμενο, με τη δαπάνη της απαλλοτρίωσης, της αποζημίωσης που καταβλήθηκε αναπροσαρμοσμένη με βάση τον δείκτη τιμών καταναλωτή, που καταρτίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία.
Η αποζημίωση επιστρέφεται εφάπαξ μέσα σε έξι μήνες από την επίδοση στον καθού η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη της προηγούμενης απόφασης ή με τέσσερις εξαμηνιαίες δόσεις, αν η συνολική επιστρεπτέα αποζημίωση υπερβαίνει τα 2.000.000 δρχ., από τις οποίες η πρώτη δόση καταβάλλεται σε έξι μήνες από την επίδοση στον υπόχρεο της απόφασης περί επιστροφής της αποζημιώσεως .
Εάν παρέλθουν άπρακτες οι παραπάνω προθεσμίες η αρμόδια αρχή μπορεί να κηρύξει ματαιωθείσα την ανάκληση της απαλλοτρίωσης. Η απόφαση της ανάκλησης της απαλλοτρίωσης μεταγράφεται με επιμέλεια κάθε ενδιαφερόμενου στα βιβλία των μεταγραφών. Χωρίς την μεταγραφή αυτή δεν ανακτάται η κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα από τον καθού η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη, ούτε αποσβένυται το εμπράγματο δικαίωμα που τυχόν έχει συσταθεί με την απαλλοτρίωση επί του ακινήτου.
Εάν, μέχρι να ανακληθεί η συντελεσμένη απαλλοτρίωση, έγιναν στο απαλλοτριωμένο ακίνητο μεταβολές από τις οποίες γεννώνται απαιτήσεις του υπέρ ου ή του καθού η απαλλοτρίωση, οι σχετικές διαφορές υπάγονται στην αρμοδιότητα του Εφετείου στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο μέρος αυτής.
Συνεπώς, με βάση τις ανωτέρω διατάξεις, ο ιδιοκτήτης ακινήτου, που απαλλοτριώθηκε και η απαλλοτρίωση αυτού ανακλήθηκε, αποκτά δικαίωμα για την αποκατάσταση των ζημιών, που επήλθαν στο απαλλοτριωμένο ακίνητο από μεταβολές που έγιναν στο ακίνητό του το χρονικό διάστημα μέχρι την ανάκληση της απαλλοτρίωσης.
Η ικανοποίηση, όμως, της αξίωσης του ιδιοκτήτη για την καταβολή της αποζημίωσης τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της ολοκλήρωσης της διαδικασίας για την ανάκληση της απαλλοτριώσεως, δηλαδή από την μεταγραφή της απόφασης περί ανακλήσεως, με την οποία ο ιδιοκτήτης επανακτά την κυριότητα του απαλλοτριωθέντος, με την ιδιότητα δε αυτή είναι εκείνος που ζημιώνεται από τις επιβλαβείς μεταβολές στο απαλλοτριωθέν.
Οι, ως άνω, προϋποθέσεις για την γένεση του δικαιώματος καταβολής αποζημιώσεως προς αποκατάσταση των βλαβών του απαλλοτριωθέντος από μεταβολές, που επήλθαν σε αυτό το χρονικό διάστημα από τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως μέχρι την ανάκληση της αποτελούν τον γενεσιουργό λόγο του δικαιώματος για τον καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημιώσεως, ενώ για να γίνει αυτό απαιτητό είναι απαραίτητο να έχουν πραγματωθεί και οι, ως άνω, προϋποθέσεις με συνέπεια αν αυτές δεν έχουν πραγματωθεί κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής να μην νομιμοποιείται ενεργητικά ο καθού η απαλλοτρίωση να ζητήσει δικαστικά τον καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημιώσεως, ούτε και με τις διατάξεις του άρθρου 69 περ.
ε' του Κ.Πολ.Δ.. Και τούτο, διότι η διάταξη αυτή προϋποθέτει, ότι ο γενεσιουργός λόγος του δικαιώματος έχει ήδη πραγματοποιηθεί κατά τον ανωτέρω χρόνο της άσκησης της αγωγής και μόνο αυτό δεν έχει ακόμη καταστεί απαιτητό. Τέτοιο δικαίωμα καθορισμού αποζημιώσεως πριν πραγματωθούν οι ως άνω προϋποθέσεις δεν παρέχεται ούτε με την διάταξη του άρθρου 12 παρ 6 του Ν. 2882/2001, εφόσον με αυτήν προσδιορίζεται το χρονικό διάστημα εντός του οποίου πρέπει να έχουν γίνει οι βλάβες από τις μεταβολές στο απαλλοτριωθέν για την ύπαρξη του δικαιώματος όχι δε και ο χρόνος ασκήσεως αυτού, ο οποίος καθορίζεται από τις ανωτέρω δικονομικές διατάξεις.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με την από 11-2-2006 αίτηση της ενώπιον του Εφετείου Λάρισας, ζήτησε α) να καθοριστεί οριστική αποζημίωση για τις επί μέρους ζημίες από τις μεταβολές που επήλθαν στο ακίνητό της, του οποίου η απαλλοτρίωση ανακλήθηκε μετά την συντέλεσή της κατά το χρονικό διάστημα από την συντέλεση της απαλλοτριώσεως μέχρι την ανάκλησή της και για αποζημίωση προς αποκατάσταση των ζημιών από την απώλεια των εισοδημάτων που θα αποκόμιζε από το απαλλοτριωθέν β) να κριθεί οριστικά, ότι δεν υφίσταται λόγος καταβολής της αποζημίωσης για επιστροφή λόγω της ανακλήσεως της απαλλοτριώσεως του ακινήτου της που ορίστηκε με την 830/9-11-2004 απόφαση του Γ.Γ.
Περιφέρειας Θεσσαλίας διαφορετικά να κριθεί ότι οφείλει να επιστρέψει μόνο το ποσόν που έλαβε. Σύμφωνα, όμως, με όσα αναφέρονται στην, ως άνω, αίτηση δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί η προβλεπομένη από τις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη διαδικασία για την αναμεταβίβαση της κυριότητας του απαλλοτριωθέντος στην αναιρεσείουσα, και συγκεκριμένα δεν είχε κατά το χρόνο άσκησης της αιτήσεως καθορισμού αποζημιώσεως μεταγραφεί η πράξη περί ανακλήσεως της απαλλοτριώσεως.
Κατά συνέπεια το δικαίωμα της αναιρεσείουσας για τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης, όπως και για καταβολή αποζημιώσεως προς αποκατάσταση των βλαβών των απαλλοτριωθέντων που επήλθαν από τις μεταβολές σε αυτά δεν είχε γίνει απαιτητό και η αναιρεσείουσα δεν είχε ενεργητική νομιμοποίηση για την άσκηση της ως άνω αιτήσεως .
Επομένως, το Εφετείο το οποίο δέχτηκε τα ίδια και έκρινε, ότι η αιτούσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά για την υποβολή της αίτησης, ορθά εφάρμοσε τις, ως άνω, διατάξεις δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον μοναδικό κατ' εκτίμηση του δικαστηρίου λόγο της αναίρεσης, όχι δε και των περιπτώσεων 5, 10 και 19 που επικαλείται η αναιρεσείουσα, οι οποίοι δεν ιδρύονται με βάση εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στην αίτηση και συνεπώς είναι απαράδεκτοι.
Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου λόγω της ήττας της (αρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Ιουλίου 2007 αίτηση για αναίρεση της 739/2006 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων εφτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ