Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for non-appearance and substantive grounds for vague interest claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a partnership against a bank's judgment, ruling that the appellants failed to appear for the hearing as required by law. The court found the appellants' arguments regarding the legality of interest calculations were vague, unsupported by specific legal grounds, and inconsistent with their own contract terms. Consequently, the appeal was rejected entirely, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(2) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to appear for the hearing, and a second ground of appeal is inadmissible if it is vague, unsupported by specific legal grounds, and inconsistent with the appellant's own contract terms.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 848 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 848/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:1.της τελούσης σε εκκαθάριση τελούσης Ο.Ε με την επωνυμία "...Ο.Ε" που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα 2.... 3.... 4. ... και 5...., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Της αναιρεσιβλήτου: Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα ως καθολικής διαδόχου της πρώην "ΙΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσενέ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 9 Μαΐου 2005 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2405/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 631/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19 Απριλίου 2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός , ανέγνωσε την από 11 Μαρτίου 2008 έκθεσή του , με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από την προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παριστάμενη αναιρεσίβλητη υπ'αριθ. ...,..., ..., ... και ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θες/νίκης ..., προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της από 27-3-2008 κλήσης της αναιρεσίβλητης, για νέο προσδιορισμό δικασίμου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, (μετά τη ματαίωση της αρχικής δικασίμου που είχε οριστεί για την 17-3-2008) με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιβλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα σε καθένα των πέντε αναιρεσειόντων - καθ'ων η κλήση, χωρίς να είναι αναγκαία η επίδοση προς αυτούς κεκυρωμένου αντιγράφου της ένδικης αίτησής τους. Οι αναιρεσείοντες όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίστηκαν, ούτε κατέθεσαν έγγραφες δηλώσεις κατά το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ..Δ., κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των αναιρεσειόντων. ( αρθ. 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωση της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφα που προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ.
του Κ.Πολ.Δ, και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης όπως η αγωγή ή ανακοπή. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής υπάρχει όταν το Δικαστήριο κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ ΑΠ 1/1999).
Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του επί της ουσίας πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 442/1993).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται, αν παραβιάστηκαν κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης ορισμοί του νόμου, που καθιερώνουν κατ' εξαίρεση ορισμένη αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Όταν τα αποδεικτικά αυτά μέσα εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο κατά τον κανόνα που θέτει το άρθρο 340 του Κ.Πολ.Δ, οπότε δεν ελέγχεται αναιρετικά τέτοια εκτίμηση (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.πολ.Δ.), δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης.
Έτσι παρέπεται, ότι δεν ιδρύονται οι λόγοι αυτοί αναίρεσης από τους αριθμούς 20 και 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά αποδείξεις και πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην αποδεικτική αξιολόγηση εγγράφων ή άλλων αποδεικτικών μέσων.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την κατ'αρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ επισκόπηση από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου του δικογράφου της από 9-5-2005 ανακοπής των αναιρεσειόντων κατά της αναιρεσίβλητης Τράπεζας και κατά της ΣΤ' επαναληπτικής περίληψης της με αριθ. ... κατασχετήριας έκθεσης εν υποθήκης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ...., ειδικά δε καθόσον αφορά το δεύτερο λόγο της ανακοπής (που αφορούν οι λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης), προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες εκθέτουν τα ακόλουθα "...
ο γενόμενος ανατοκισμός (πανωτόκια), είναι παράνομος, που αυτός όπως προκύπτει από τη σχετική ανάλυση υπολοίπων λογαριασμών της καθής, κατάστημα ... οδού ..., ανέρχεται στο ποσό των 47.244, 65 ευρώ (ποσό μη λογιστικοποιημένων τόκων), ενώ το καθαρό οφειλόμενο υπόλοιπο αυτής δηλ. της Α' από εμάς, είναι μόνο 22.212,90 ευρώ (2054,16 + τόκοι 3976,02 + 16.140,67 + τόκοι 41.87= 22.212,90 ευρώ) μέχρι της 6-3-2005".
Ο λόγος αυτός της ανακοπής των αναιρεσειόντων μετά την απόρριψη του ως απαράδεκτου κατ' αρθ. 935 του Κ.Πολ.Δ από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, "γιατί είχε προβληθεί και με προγενέστερη ανακοπή των αναιρεσιόντων και είχε απορριφθεί", επαναφέρθηκε στο Εφετείο Θες/κης με την από 8-3-2006 έφεση των αναιρεσειόντων, όπου και απορρίφθηκε και πάλι αλλά ως αόριστος με τις ακόλουθες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: "Με το δεύτερο λόγο της Εφέσεως, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι, ο γενόμενος ανατοκισμός είναι παράνομος.
Κατ' αρχήν, με την ανακοπή τους οι εκκαλούντες αναγνωρίζουν ότι το ύψος της καθαρής οφειλής τους ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των 22.219,90 ευρώ, χωρίς να αμφισβητούν το αρχικό κεφάλαιο της απαίτησης. Ωστόσο, ενώ υπολογίζουν οι ίδιοι αυθαίρετα τους τόκους, δεν αναφέρουν το παραμικρό ώστε να στηρίξουν το σχετικό ισχυρισμό τους, ήτοι για ποιο λόγο δεν είναι νόμιμος ο ανατοκισμός στον οποίο προέβη η εφεσίβλητη Τράπεζα και τον οποίο έχουν συνομολογήσει και οι ίδιοι υπογράφοντας την υπ' αρ. ...
σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, η οποία ορίζει ότι ο ανατοκισμός θα γίνεται με βάση τα συνομολογηθέντα με τη σύμβαση και ισχύοντα σύμφωνα με το νόμο και τις εκάστοτε ΠΔΤΕ. Άλλωστε, δεν αναφέρεται απ' τους εκκαλούντες ο παραμικρός λόγος για τον οποίο ο επικαλούμενος ανατοκισμός είναι παράνομος, αν υπάρχει συμφωνία ανατοκισμού, αν είναι τρίμηνος, εξάμηνος κλπ, αλλά όπως αυθαίρετα και χωρίς την παραμικρή επίκληση έστω μιας διάταξης νόμου παρουσιάζουν ένα κονδύλιο τόκων "νόμιμο".
Περαιτέρω, ο σχετικός ισχυρισμός των εκκαλούντων είναι εντελώς αόριστος, καθώς δεν αναφέρονται τα ποσά που κατά την κρίση του παράνομα ανατοκίστηκαν από την εφεσίβλητη Τράπεζα, παρά μόνο γίνεται σκόπιμα γενικόλογη και επιλεκτική αντιγραφή ποσών από την ανάλυση υπολοίπων λογαριασμών των εκκαλούντων και ένας όλως αυθαίρετος (όπως ήδη προελέχθη) υπολογισμός κάποιων τόκων.
Συνεπώς, και ο δεύτερος λόγος της εφέσεως θα πρέπει ν' απορριφθεί, καθ' ολοκληρίαν ως αόριστος και μη επιδεχόμενος δικαστική κρίση. Κατ' ακολουθίαν, τα ανωτέρω δεχθέν και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, παρότι με διαφορετική αιτιολογία (απαράδεκτος ο δεύτερος λόγος της ανακοπής), ορθά ήχθη στο ίδιο αποτέλεσμα, αν και με διαφορετική αιτιολογία, και όσα αντίθετα υποστηρίζονται με το δεύτερο λόγο Έφεσης είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν ως τέτοια, κατ' επέκταση δε πρέπει να απορριφθεί και η υπό κρίση έφεση η οποία είναι αβάσιμη".
Συνεπώς, οι από το άρθρο 559 αριθ. 20 και 12 του Κ.Πολ.Δ, αντίστοιχα πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται από τους αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση με τις πιο πάνω παραδοχές της, οι πλημμέλειες ότι το Εφετείο: α)παραμόρφωσε το περιεχόμενο του λογαριασμού της αναιρεσίβλητης που αναφέρει το υπόλοιπο του λογαριασμού της πρώτης από αυτούς, και β) παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ ως προς την πλήρη αποδεικτική ισχύ της ομολογίας της αναιρεσίβλητης, όπως αυτή προέκυπτε από το ίδιο έγγραφο της (λογαριασμό), αλλά και από την υπ' αριθ. 13956/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης, κατά την απόρριψη ως αόριστου του δευτέρου λόγου ανακοπής τους, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-4-2007 αίτηση της Ο.Ε ,,, κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6311/2007 απόφασης του Εφετείου Θες/νίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ