Legislator Case Law & Legislation
848/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of rights claim but remands case for further trial on damages.

Case Number 848/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' claim that the lower court ignored their argument regarding the abuse of rights due to the respondent's eleven-year delay. The court found the appellants' evidence insufficient to prove the respondent's inaction created a reasonable belief that the claim would not be pursued. Consequently, the appeal was allowed only regarding the specific damages awarded, and the case was remanded for retrial with a different panel.

Legislator headnote

AI generated

Articles 166, 202, 204, 361, 513 et seq. of the Civil Code; Article 281 of the Civil Code; Article 559, paragraph 8, item 8 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the abuse of rights is inadmissible if the ignored claim was legally unfounded or if the delay did not create a reasonable belief of non-pursuit without other specific circumstances causing disproportionate harm.

Keywords

AI generated
abuse of rights unreasonable delay reasonable belief legal unfounded claim remand for retrial Civil Code Article 281 Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 166, 202, 204, 361 and 513 et seq. of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Article 559, paragraph 8, item 8 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Athens Supreme Court 8/2001
Athens Supreme Court 1/1997
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 848 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 848/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α'1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη - Εισηγητή, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων : 1) Χ1, 2) Χ2, οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Μιχαήλ Παπαδάκη και 3) Χ3, τον οποίο εκπροσώπησε ο προαναφερόμενος πληρεξούσιος δικηγόρος.

Της αναιρεσίβλητης : ........, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Γεώργιος Διαμαντόπουλος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 120/2000 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 680/2002 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3 Φεβρουαρίου 2003 αίτησή τους, που φέρεται σε συζήτηση με την από 31 Ιουλίου 2006 κλήση της πρώτης αναιρεσείουσας - καλούσας.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, ανέγνωσε την από 20 Δεκεμβρίου 2004 έκθεσή του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσίας, Αρεοπαγίτη Μιχαήλ Μαργαρίτη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου μέρους του έκτου λόγου και την απόρριψη κατά λοιπά της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Με την από 31-7-2006 κλήση της δεύτερης των αναιρεσειόντων εισάγεται η ένδικη αίτηση αναιρέσεως προς εκδίκαση κατά την παρούσα δικάσιμο (19-11-2007), κατά την οποία, μετά τον επελθόντα στις 5-2-2006 θάνατο του πρώτου των αναιρεσειόντων, οι Χ2 και Χ3 (τέκνα του), δηλώσαντες με το επιδοθέν στην αναιρεσίβλητη από 21-5-2007 εξώδικο έγγραφό τους ότι συνεχίζουν τη δίκη, υπεισήλθαν στη δικονομική θέση του αποβιώσαντος ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου του (βλ.

σχετ. το από ..... ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο της εκδοθείσας από τον Ληξίαρχο Παλαιού Φαλήρου με αριθμό .... ληξιαρχικής πράξεως θανάτου, το ακριβές αντίγραφο του με αριθμό πρωτοκόλλου .... πιστοποιητικού του Δημάρχου Παλαιού Φαλήρου, το ..... πιστοποιητικό της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών και τα ακριβή αντίγραφα της από 25-5-2006 εκθέσεως και του με αριθμό ......

πιστοποιητικού του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Κορίνθου). II. Από τις διατάξεις των άρθρων 166, 202, 204, 361 και 513 επ. ΑΚ προκύπτει ότι αν η προστεθείσα σε συμβολαιογραφικό προσύμφωνο πωλήσεως ακινήτου διαλυτική αίρεση πληρωθεί, αν δηλαδή επέλθει το μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός, από το οποίο εξαρτάται η σύναψη της οριστικής συμβάσεως πωλήσεως, τότε ανατρέπεται αυτοδικαίως ολόκληρο το προσύμφωνο και επανέρχεται η προηγούμενη κατάσταση, με συνέπεια τα μέρη να απαλλάσσονται από την υποχρέωση συμπράξεως προς κατάρτιση της συμβάσεως πωλήσεως και να υποχρεούνται να επιστρέψουν τις εκατέρωθεν παροχές, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Αξίωση αποζημιώσεως στην περίπτωση αυτή έχει μόνο το ωφελούμενο από την πλήρωση της αιρέσεως μέρος και εφόσον το άλλο μέρος κατά τη διάρκεια της εκκρεμότητας ματαίωσε ή έβλαψε υπαιτίως το δικαίωμα που εξαρτάται από την αίρεση, δηλαδή το δικαίωμα εκείνο που γεννιέται από την επάνοδο της προηγούμενης καταστάσεως (άρθρο 204 ΑΚ).

Εξάλλου, μέσω του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ελέγχεται και η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων τον προσήκοντα κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε κατ' εκτίμηση, ως αποδειχθέντα τα εξής: Με το ....... συμβολαιογραφικό προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Μηλέων Ευσταθίου Ρακή, οι διάδικοι ανέλαβαν την υποχρέωση να συνάψουν σύμβαση πωλήσεως, δυνάμει της οποίας οι αναιρεσείοντες, συγκύριοι των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση δύο συνεχόμενων εδαφικών εκτάσεων, θα μεταβίβαζαν κατά κυριότητα και θα παρέδιδαν στην αναιρεσίβλητη τις εν λόγω εδαφικές εκτάσεις, εμβαδού τεσσάρων στρεμμάτων της μιας και περίπου δώδεκα στρεμμάτων της άλλης, αντί συνολικού τιμήματος 4.000.000 δραχμών, εκ του οποίου η τελευταία ένα μέρος εκ δραχμών 1.800.000 κατέβαλε αυθημερόν (1-7-1988) σε εκείνους, ενώ το υπόλοιπο εκ δραχμών 2.200.000 όφειλε να καταβάλει σ' αυτούς κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου την .....

Με το ίδιο συμβόλαιο συμφωνήθηκε ότι αν, έως ότου υπογραφεί η οριστική σύμβαση πωλήσεως, οι ανωτέρω εδαφικές εκτάσεις θεωρηθούν ως δασικές ή διακατεχόμενες και, άρα, ως μη δυνάμενες να οικοδομηθούν, τότε το προσύμφωνο θα καθίσταται άκυρο και τα πράγματα θα επανέρχονται στην προηγούμενη κατάσταση με την επιστροφή των εκατέρωθεν παροχών.

Μετά την υπογραφή του άνω προσυμφώνου και πριν από την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως, η αναιρεσίβλητη διεπίστωσε ότι μία εκ των ειρημένων εδαφικών εκτάσεων είχε εμβαδόν ενός (1) στρέματος αντί των τεσσάρων στρεμμάτων που αναγράφονται στο προσύμφωνο και ότι τμήμα εμβαδού 8.055,39 μ2 της άλλης εδαφικής εκτάσεως των δώδεκα στρεμμάτων είναι δάσος αειφύλλων πλατυφύλλων, με συνέπεια να είναι ανέφικτη η ανοικοδόμηση των εν λόγω εκτάσεων εξαιτίας των σχετικών απαγορεύσεων του Δασικού Κώδικα.

Σε σχέση με την πρώτη (μικρότερη0 εδαφική έκταση, το εφετείο έκρινε αμετακλήτως (η εν λόγω κρίση του δεν είχε προσβληθεί από την αναιρεσίβλητη με αίτηση αναιρέσεως), ότι, όπως προκύπτει από το ερμηνευτικώς αποσαφηνισθέν περιεχόμενο του επίμαχου προσυμφώνου, τα μέρη απέβλεψαν στον κατά όρια προσδιορισμό αυτής της εκτάσεως και , άρα, δεν υπάρχει ευθύνη των αναιρεσειόντων για έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας (άρθρο 550 ΑΚ).

Στις 10-7-1988 η αναιρεσίβλητη συνεχίζει το Εφετείο, ενημέρωσε προφορικώς τους αναιρεσείοντες για το δασικό χαρακτήρα του άνω τμήματος και την εκ του λόγου τούτου απαγόρευση ανοικοδομήσεως των ειρημένων εδαφικών εκτάσεων και την 1-11-1988 επέδωσε σ' αυτούς την από 8-8-1988 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία ζήτησε να της επιστρέψουν το προκαταβληθέν εκ δραχμών 1.800.000 μέρος του τιμήματος εντόκως από την 1-7-1988.

Ακολούθως, το Εφετείο, κρίνοντας ότι η αναιρεσίβλητη με την ανωτέρω δήλωσή της υπαναχώρησε από το προσύμφωνο πωλήσεως και ότι κατά συνέπεια - αυτό έχει λυθεί αυτοδικαίως και τα μέρη έχουν αξίωση για "αμοιβαία" επιστροφή των εκατέρωθεν παροχών, κατεδίκασε τους αναιρεσείοντες να πληρώσουν στην αναιρεσίβλητη α) το ποσό των 1.800.000 δραχμών για το παροκαταβληθέν μέρος του τιμήματος.

β) το ποσό των 150.000 δραχμών "ως αποζημίωση για τη θετική ζημία της δαπάνης συντάξεως προσυμφώνου" και γ) το ποσό των 2.000.000 δραχμών ως εύλογη αποζημίωση, εξαιτίας της υπαναχωρήσεως της ίδιας (αναιρεσίβλητης). Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρεβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις ως άνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και εκείνες των άρθρων 383, 385, 387 και 390 ΑΚ, αφού, βάσει των εκτεθεισών πραγματικών του διαπιστώσεων που καταφάσκουν τόσο τη συνομολόγηση όσο και την πλήρωση διαλυτικής αιρέσεως, ανετράπη αυτοδικαίως το προσύμφωνο και εξέλιπε το αντικείμενο υπαναχωρήσεως, με συνέπεια η αναιρεσίβλητη, πέραν του προκαταβληθέντος εκ δραχμών 1.800.000 μέρους του τιμήματος, να μη δικαιούται να αξιώσει και την επιδικασθείσα ως άνω εκ δραχμών 150.000 και 2.000.000 αποζημίωση, η οποία άλλωστε δεν ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 204 ΑΚ.

Επομένως, ο υπαγόμενος στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ εκτός λόγου του αναιρετηρίου, όπως συμπληρώθηκε με την από 20-12-2004 έκθεσή του αρχικώς ορισθέντος Εισηγητή Αρεοπαγίτη Μιχαήλ Μαργαρίτη, είναι βάσιμος. Κατόπιν τούτου, παρελκύει η εξέταση των πρώτου, δευτέρου, τρίτου, τετάρτου και πέμπτου λόγων, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8, 9, 11, 14, 17, 19 και 20 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο εφετείο α) ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους περί αοριστίας του ανωτέρω αγωγικού κονδυλίου των 150.000 δραχμών, άλλως παρά το νόμο δεν απέρριψε το κονδύλιο αυτό ως αόριστο, β) ότι επεδίκασε εύλογη αποζημίωση 2.000.000 δραχμών χωρίς να υπάρχει σχετικό αίτημα, άλλως έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα, αφού με την αγωγή εζητείτο διαφυγόν κέρδος και όχι εύλογη αποζημίωση, γ) ότι διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές "διατάξεις" (εννοείται :

αιτιολογίες) ως προς την επιδίκαση εύλογης αποζημιώσεως, δ) ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 8-8-1988 εξώδικης δηλώσεως της αναιρεσίβλητης, δεχθέν ότι με το έγγραφο αυτό η τελευταία υπαναχώρησε από το προσύμφωνο, ενώ αυτή αξίωσε μόνο την επιστροφή του προκαταβληθέντος τιμήματος των 1.800.000 δραχμών και ε) ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους περί ασκήσεως από την αναιρεσίβλητη του δικαιώματος αναστροφής της προσυμφωνημένης πωλήσεως, αλλ' ούτε και τα προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού προσκομισθέντα έγγραφα, ήτοι το .....

πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μηλέων Νικολάου Ραπτοδήμου και το επίμαχο συμβολαιογραφικό προσύμφωνο.

III. Για τη θεμελίωση του προβλεπομένου στο άρθρο 559 αρ. 8 β' ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως προϋποτίθεται, μεταξύ άλλων, ότι ο μη ληφθείς υπόψη αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός είναι νόμω βάσιμος, αφού, σε αντίθετη περίπτωση, αυτός (ισχυρισμός) δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Δεν ιδρύεται έτσι ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας αγνόησε ισχυρισμό νόμω αβάσιμο. Εξάλλου, όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η επί μακρό χρόνο (μικρότερο πάντως εκείνου της παραγραφής) αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του και η εξαιτίας αυτής δημιουργία εύλογης πεποιθήσεως στον υπόχρεο περί μη ασκήσεως αυτού (δικαιώματος) δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την επακολουθούσα άσκησή του, αλλά θα πρέπει να συντρέχουν και άλλες ειδικές περιστάσεις αναγόμενες είτε στη συμπεριφορά του δικαιούχου είτε στην αιτιωδώς με αυτή συνδεόμενη συμπεριφορά του υποχρέου, συνεκτιμωμένου προς τούτο και του ενδεχομένου η ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως να προκαλέσει αφόρητες ή απλώς δυσμενείς συνέπειες για την οικονομική θέση και τις εν γένει σχέσεις του υποχρέου (Ολ ΑΠ 8/2001, 1/1997).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των καταθεισών στην έκκλητη δίκη έγγραφων προτάσεών τους, οι αναιρεσείοντες, προς θεμελίωση της προβληθείσας από αυτούς ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως των αγωγικών δικαιωμάτων, ισχυρίσθηκαν ότι η μη άσκηση από την αναιρεσίβλητη της αξιώσεώς της επί ένδεκα χρόνια και η μη όχλησή τους ούτε και για την επιστροφή σ' αυτή της εκ δραχμών 1.800.000 προκαταβολής, την οποία θα μπορούσε να εισπράξει και με εκτέλεση του προσυμφώνου, δημιούργησαν στους ίδιους την εύλογη πεποίθηση ότι η αναιρεσίβλητη δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της, η άσκηση του οποίου άλλωστε έπρεπε να γίνει χωρίς υπαίτια βραδύτητα και να μην οδηγεί σε κερδοσκοπία επί ζημία αυτών. Τα περιστατικά όμως αυτά δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ, δεν ενέχουν δηλαδή προφανή υπέρβαση των αξιολογικών ορίων που θέτει η εν λόγω διάταξη, και ως εκ τούτου η σχετική ένσταση είναι νόμω αβάσιμη. Επομένως, ο έβδομος λόγος του αναιρετήριου, με τον οποίο, υπαγόμενο στη ρύθμιση του αριθμού 8 (όχι και του αριθμού 9) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγεται το εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη την ανωτέρω ένσταση των αναιρεσειόντων, είναι αβάσιμος, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην πρώτη (μείζονα) πρόταση αυτού του συλλογισμού.

Κατ' ακολουθίαν, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί μόνο κατά το μέρος της επιδικάσεως στην αναιρεσίβλητη των αγωγικών κονδυλίων αποζημιώσεως εκ δραχμών 150.000 και 2.000.000 και να παραπεμφθεί κατά το μέρος αυτό η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 680/2002 απόφαση του Εφετείου Λάρισας κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει αντιστοίχως την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο με άλλη σύνθεση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμά των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ