Supreme Court dismisses appeal against final judgment on property ownership and orders appellant to pay legal costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the final judgment of the First Instance Court of Chalkidiki regarding property ownership. The appellant failed to prove the disputed land was expropriated or abandoned, relying solely on a forest protection law that did not apply to the specific property. Consequently, the court upheld the lower court's decision that the property belonged to the heirs and ordered the appellant to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; Articles 62, 73, 286, 313 of the Code of Civil Procedure; Article 2 of Law 1539/1938; Article 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; Article 22, 3 of Law 3693/1957: An appeal is inadmissible if the appellant fails to substantiate claims of expropriation or abandonment of public land, and the court must order the appellant to bear the legal costs of the losing party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 847 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 847/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 15 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων-καλούντων: 1) Μ.-Α. Π. του Μ. και της Ι., χήρας Α. Γ., 2) Ι. Γ. του Α. και της Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι με την από 23-11-2021 κλήση τους, δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη, ως εκ διαθήκης κληρονόμοι του αποβιώσαντος την 22-5-2021 αρχικού αναιρεσίβλητου Α. Γ. του Α. και της Μ., κατοίκου εν ζωή ..., εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τριμίντζιο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-2008 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος αρχικού αναιρεσιβλήτου Α. Γ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2010, 113/2015 μη οριστικές, 329/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 118/2021 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-11-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 09.11.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 118/10.09.2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, το οποίο απέρριψε την από 02.01.2020 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 329/28.11.2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 22.02.2008 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων.
Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.), αφού σημειωθούν τα ακόλουθα: Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επόμ. και 313§1 στοιχ. δ' του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά τη διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.
Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγώνας, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης.
Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής αποφάσεως, άρα και η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 του Κ.Πολ.Δ., κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ' αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αίτηση αναιρέσεως.
Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, ενώ ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα (Ολ.Α.Π. 31/2009, Ολ.Α.Π. 27/1987, Α.Π. 280/2023, Α.Π. 1290/2022, Α.Π. 1404/2021, Α.Π. 598/2020, Α.Π. 432/2020, Α.Π. 47/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, μετά τη συζήτηση της από 02.01.2020 εφέσεως στο ακροατήριο του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, στις 03.02.2021, και προτού εκδοθεί οριστική απόφαση από το Δικαστήριο, στις 10.09.2021, ο εφεσίβλητος απεβίωσε (22.05.2021), χωρίς για το γεγονός αυτό να λάβει γνώση το εκκαλούν.
Αυτό άσκησε την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως έχοντας την πεποίθηση ότι ο αντίδικός του ευρίσκετο εν ζωή. Μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, οι κληρονόμοι του αναιρεσιβλήτου, αφού επιμελήθηκαν του προσδιορισμού της συζητήσεως αυτής (αιτήσεως αναιρέσεως) γνωστοποίησαν στο αναιρεσείον τον επισυμβάντα θάνατο του εφεσιβλήτου - καθού η αίτηση αναιρέσεως και δήλωσαν ότι συνεχίζουν στα πρόσωπά τους τη δίκη.
Επομένως, σύμφωνα με τα ήδη αναφερθέντα, η άσκηση της αναιρέσεως έγινε παραδεκτά (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.). Η προσβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων, υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Ο ενάγων (Α. Γ. του Α. και της Μ.) ήγειρε κατά του εναγομένου (Ελληνικό Δημόσιο νομίμως εκπροσωπούμενο) την από 22.02.2008 αγωγή την οποία απηύθηνε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος του περιγραφομένου στην αγωγή ακινήτου, το οποίο είχε περιέλθει στην κυριότητά του με παράγωγο, άλλως πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία) τρόπο.
Η ως άνω έχουσα αγωγή εξεδικάσθη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2/08.01.2010 απόφαση δια της οποίας διατάχθηκε τεχνική πραγματογνωμοσύνη. Ακολούθησε η έκδοση της υπ' αριθμ. 4/23.03.2010 αποφάσεως του αυτού Δικαστηρίου δια της οποίας αντικαταστάθηκε ο αρχικά διορισθείς πραγματογνώμων με άλλη.
Με την υπ' αριθμ. 19/20.12.2010 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου αντικαταστάθηκε και πάλι η διορισθείσα πραγματογνώμων με άλλον πραγματογνώμονα. Ακολούθησε η έκδοση της υπ' αριθμ. 1/2011 αποφάσεως του αυτού Δικαστηρίου δια της οποίας αντικαταστάθηκε η διορισθείσα πραγματογνώμων με άλλη πραγματογνώμονα. Η πραγματογνώμων αυτή αντικαταστάθηκε, με την υπ' αριθμ. 4/23.05.2011 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου, με άλλον πραγματογνώμονα.
Μετά ταύτα, η υπόθεση εισήχθη ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου προς κρίση επί της ουσίας της υποθέσεως, εκδοθείσης της υπ' αριθμ. 113/19.03.2015 αποφάσεως, δια της οποίας αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της υποθέσεως και διατάχθηκε η διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης. Ο διορισθείς ως άνω πραγματογνώμων αντικαταστάθηκε και πάλι δια της υπ' αριθμ. 142/22.03.2017 αποφάσεως του ως άνω Δικαστηρίου με άλλον, ο οποίος διενήργησε τη διαταχθείσα πραγματογνωμοσύνη.
Ακολούθως, η υπόθεση εισήχθη στο ανωτέρω Δικαστήριο, με κλήση του ενάγοντος, προς εκφορά δικαστικής κρίσεως επί της ουσίας της υποθέσεως, εκδοθείσης της υπ' αριθμ. 329/28.11.2019 οριστικής αποφάσεως του Δικαστηρίου, δια της οποίας η αγωγή έγινε δεκτή. Την πρωτόδικη απόφαση εξεκάλεσε ενώπιον του Εφετείου Ευβοίας το εναγόμενο με την από 02.01.2020 έφεσή του δια της οποίας ζήτησε την τυπική και κατ' ουσίαν παραδοχή της εφέσεώς του, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, τη διακράτηση της υποθέσεως προς εκδίκαση, την αναδίκαση της από 22.02.2008 αγωγής και την απόρριψή της.
Επί της από 02.01.2020 εφέσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 118/10.09.2021 απόφαση του Εφετείου Ευβοίας δια της οποίας η ως άνω έφεση έγινε τυπικά δεκτή, αλλ' απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως του Εφετείου, το εκκαλούν ήσκησε την από 09.11.2021 αίτηση περί αναιρέσεώς της, η οποία απευθύνεται στο Δικαστήριο τούτο και εισάγεται προς συζήτηση με την από 23.11.2021 κλήση των δικαιοδόχων του, μετά τη συζήτηση επί της ως άνω εφέσεως, αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντος - εφεσιβλήτου, κατά τα ανωτέρω ήδη σημειωθέντα.
Οι παραδοχές, οι οποίες αποτέλεσαν έρεισμα για την εκφορά της έκκλητης κρίσεως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι, κατ' αντιγραφήν, οι ακόλουθες: "Η επίδικη έκταση βρίσκεται στη θέση "Πλατύς Γιαλός" του Δ.Δ. Πλατανιστού του Δήμου Καρύστου και, σύμφωνα με νεώτερη καταμέτρησή της, έχει εμβαδόν 27.268,30 τ.μ., και στο τοπογραφικό διάγραμμα, που συνοδεύει την υπ' αριθμ. 18/2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αγρονόμου - τοπογράφου - μηχανικού Σ.
Ρ., η διενέργεια της οποίας διατάχθηκε με την υπ' αριθμ. 113/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, απεικονίζεται με αξονική κόκκινη γραμμή μεταξύ των στοιχείων Κ1-Κ2-Κ3-Κ4-Κ5-Κ6-Κ7-Κ8-Κ9-Κ10-Κ11-Κ12-Κ13-Κ14-Κ15-Κ16-Κ17-Κ18-Κ19-Κ20-Κ21-Κ22-Κ23-Κ24-Κ25-Κ26-Κ27-Κ28-Κ29-Κ30-Κ31-Κ32-Κ33-Κ34-Κ35-Κ36-Κ37-Κ38-Κ39-Κ40-Κ31-Κ42-Κ43-Κ44-Κ45-Κ46-Κ47-Κ48-Κ49-Κ50-Κ51-Κ52-Κ53-Κ54-Κ1.
Το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος - εφεσίβλητου, αιτία αγοράς από την πωλήτρια Σ. Μ. του Γ. και της Π., δυνάμει των υπ' αριθμ. 6238/1993 (7.000 τ.μ. σύμφωνα με το συμβόλαιο αυτό) και 6514/1993 (19.270 τ.μ. σύμφωνα με το συμβόλαιο αυτό) πωλητήριων συμβολαίων της Συμβολαιογράφου Καρύστου Στυλιανής Μαστρογιάννη, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καρύστου, οι μεταβιβαζόμενες, δε, αυτές εκτάσεις εμβαδού 7.000 τ.μ.
και 19.270 τ.μ., αντιστοίχως, σύμφωνα με τους αμέσως ανωτέρω δύο τίτλους του ενάγοντος και εντός των ορίων αυτών συμπίπτουν με την ανωτέρω περιγραφόμενη έκταση, εμβαδού, σύμφωνα με νεώτερη καταμέτρηση, 27.268,30 τ.μ.. Στην κυριότητα, δε, της ανωτέρω πωλήτριας (δικαιοπάροχο του ενάγοντος - εφεσίβλητου) το ως άνω ακίνητο περιήλθε με αγορά από τον πωλητή Γ.
Μ. δυνάμει του υπ' αριθμ. 2698/1955 πωλητήριου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Καρύστου Παναγιώτη Παπαχατζή, που μεταγράφηκε νόμιμα, στον, δε, προαναφερόμενο πωλητή είχε περιέλθει από κληρονομιά της μητέρας του Μ., συζ. Μ.. Μ., το γένος Γ. Σ., δυνάμει της υπ' αριθμ. 27229/1929 δημόσιας διαθήκης του Συμβολαιογράφου Καρύστου Λεωνίδα Μπουρνιά, η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 52/1939 πρακτικό δημοσίευσης του Πρωτοδικείου Χαλκίδας, ο, δε, ως άνω, πωλητής αναμείχθηκε ενεργά στην κληρονομία αυτή.
Βέβαια στο αμέσως ανωτέρω συμβόλαιο (2698/1955) στη δικαιοπάροχο του ενάγοντος μεταβιβάστηκε το 50% μείζονος αγρού εμβαδού τεσσάρων στρεμμάτων και όχι 27.268,30 τ.μ. Ωστόσο, κατά το έτος 1955 στα αγοραπωλητήρια συμβόλαια, όπως και στο ανωτέρω, δεν υπήρχε αντίστοιχο τοπογραφικό διάγραμμα και ο ακριβής προσδιορισμός του πωλούμενου ακινήτου τελούσε, κυρίως, σε άμεση συνάρτηση με τα όρια του ακινήτου, που περιγράφονταν στο συμβόλαιο.
Το γεγονός αυτό επισημαίνεται και στην υπ' αριθμ. 18/2018 πραγματογνωμοσύνη του αγρονόμου - τοπογράφου - μηχανικού Σ. Ρ. (η διενέργεια της οποίας διατάχθηκε με την 113/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας), ο οποίος καταλήγει στο τελικό συμπέρασμα ότι η επίδικη ως άνω έκταση όπως αυτή αποτυπώνεται στους ανωτέρω δύο τίτλους ιδιοκτησίας του ενάγοντος - εφεσίβλητου (τα συμβόλαια δηλαδή του έτους 1993) ταυτίζεται με την έκταση που περιγράφεται στο υπ' αριθμ. 2698/1955 πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Καρύστου Παναγιώτη Παπαχατζή, αν και υπάρχει η ανωτέρω διαφοροποίηση ως προς τα τετραγωνικά μέτρα του επίδικου ακινήτου.
Μάλιστα, το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο σε αντίκρουση της άνω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης προσκομίζει την αποσταλείσα προς το Δικαστικό Γραφείο Χαλκίδας με αριθμ. πρωτ. 29-3-2019 έκθεση αντίκρουσης πραγματογνωμοσύνης της Δασολόγου του Δασαρχείου Αλιβερίου Π. Σ., στην οποία (έκθεση αντίκρουσης) και στην παράγραφο Ε' συμπεράσματα στην πρώτη παράγραφο αναφέρεται: "Συμφωνούμε με τον πραγματογνώμονα όπως τεκμηριώνει ότι η διαφορά στο εμβαδόν της επίδικης έκτασης που προκύπτει από τους τίτλους του 1993 και τον προηγούμενο τίτλο 1955 δεν αποτελεί κώλυμα στην αναγνώριση της έκτασης διότι "....ο καθ' όρια προσδιορισμός είναι επικρατέστερος του κατά μέτρα....", κατ' εφαρμογή της αρ. 133002/6552/πε/22-1-2016 εγκύκλιο ΥΠΕΝ", ενώ στην τέταρτη παράγραφο αναφέρεται επίσης: "Συμφωνούμε με τον πραγματογνώμονα με τα στοιχεία που αναλυτικά περιγράφει, ότι η επίδικη περιλαμβάνεται εξ ολοκλήρου στους τίτλους ιδιοκτησίας του ενάγοντος και όσον αφορά το εμβαδόν αποκλίσεις που διαπιστώθηκαν από τα κατά καιρούς τοπογραφικά που συντάχθηκαν είναι αποδεκτές και ο τρόπος με τον οποίο καταλήγει στο εμβαδόν των 27.268,30 τ.μ.
φαίνεται ορθός.". Σημειώνεται ότι η ίδια ως άνω Δασολόγος στην αντίστοιχη έκθεση αντίκρουσης, της από τον Αύγουστο του έτους 2011 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του Δασοπόνου Δ. Α., επισημαίνει ότι η διαφορά του εμβαδού στον τίτλο της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος - εφεσίβλητου συνιστά μεγάλη διαφορά, που δεν δύναται να οδηγήσει σε λαθεμένη οπτική εκτίμηση, ωστόσο η άνω Δασολόγος στη νέα ως άνω έκθεση αντίκρουσης της δεύτερης πραγματογνωμοσύνης θεωρεί ουσιαστικά ορθό το συμπέρασμα του πραγματογνώμονος.
Επομένως, βάσει των προαναφερομένων, ο ενάγων κατέστη κύριος της έκτασης αυτής με παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας, ήτοι δυνάμει των άνω πωλητήριων συμβολαίων, που μεταγράφηκαν νόμιμα, δεδομένου ότι η ανωτέρω έκταση περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας του, αλλά και στον τίτλο ιδιοκτησίας της δικαιοπαρόχου του, όπως προκύπτει από το συμπέρασμα της αμέσως ανωτέρω πραγματογνωμοσύνης, το περιεχόμενο της οποίας δεν αναιρείται από όλα τα λοιπά ως άνω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα.
Στην, δε, υπ' αριθμ. 28/2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του δασοπόνου Δ. Α. (σε αντικατάσταση του αρχικώς ορισθέντος πραγματογνώμονα), η διεξαγωγή της οποίας (πραγματογνωμοσύνης) διατάχθηκε με την υπ' αριθμ. 2/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, αναφέρεται ότι η ανωτέρω έκταση εμφάνιζε διαχρονικά από το έτος 1945 μέχρι και σήμερα ίχνη καλλιέργειας και ανθρώπινης δραστηριότητας, με αποτέλεσμα η μορφή της να ήταν αγροτική και να μην έχει απωλέσει τον αγροτικό της χαρακτήρα μέχρι και σήμερα, παρά το γεγονός ότι βρίσκεται σε αγρανάπαυση και εντός αυτής φύονται χορτολιβαδικά εδάφη και ότι εμφανίζεται ως αγρός και στο υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο. Ειδικότερα, το ως άνω ακίνητο κατείχε σε μείζονα έκταση πριν από το έτος 1880 ο Γ. Σ., τούτο μάλιστα προκύπτει και από συμβόλαια εκείνης της περιόδου αναφορικά με έτερα ακίνητα, στις περιγραφές των οποίων αναφέρεται ότι αυτά συνορεύουν με ιδιοκτησία Γ. Σ., ήτοι την ανωτέρω ιδιοκτησία (βλ. το υπ' αριθμ. ...
πωλητήριο συμβόλαιο, καθώς και το υπ' αριθμ. 14577/1896 προικώο). Στην κληρονομιά του Γ. Σ. υπεισήλθαν το έτος 1920 τα τέκνα του Μ. συζ. Μ.. Μ. και Α. Σπανός, οι οποίοι ακολούθως και περί το έτος 1928 προέβησαν σε άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας, στο πλαίσιο, δε, της διανομής αυτής στη θυγατέρα του αποβιώσαντος Γ.
Σ., ήτοι στη Μ., συζ. Μ.. Μ., περιήλθε η νομή του άνω ακινήτου, η οποία στη συνέχεια κατέλιπε, όπως προαναφέρθηκε, το ακίνητο αυτό στον υιό της Γ. Μ., ο οποίος το πώλησε δυνάμει του προαναφερόμενου πωλητήριου συμβολαίου στην ανωτέρω άμεση δικαιοπάροχο του ενάγοντος. Μάλιστα, η δικαιοπάροχος του ενάγοντος, Σ.
Μ., από της αγοράς του άνω ακινήτου το έτος 1955 ασκούσε συνεχώς και αδιαλείπτως πράξεις νομής επί του άνω ακινήτου συνιστάμενες κυρίως στην καλλιέργεια τμημάτων αυτού ανά ζώνες, λόγω του επικλινούς του εδάφους και γι αυτό είχαν κατασκευασθεί σε κάποια σημεία πεζούλες και στη συνεχή επίβλεψη των ορίων του, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί το δικαίωμα της κυριότητας της επί του άνω ακινήτου, ενώ και ο ενάγων μετά την αγορά αυτού το έτος 1993 δυνάμει των ως άνω συμβολαίων ασκεί πράξεις νομής επ' αυτού συνιστάμενες στην επίβλεψη και επιτήρηση του, όχι, όμως και στην καλλιέργεια του, γι αυτό και εντός του ως άνω επίδικου ακινήτου έχουν φυτρώσει είδη χορτολιβαδικής βλάστησης.
Επομένως, ο ενάγων, κατέστη κύριος της άνω εκτάσεως όχι μόνο με παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας, δεδομένου ότι απέκτησε την έκταση από την ανωτέρω δικαιοπάροχο του, που ήταν κυρία αυτής κατά το χρόνο της μεταβίβασης της με παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας και σε κάθε περίπτωση με πρωτότυπο τρόπο κτήσεως αυτής (έκτακτη χρησικτησία) καθόσον η δικαιοπάροχος του ενάγοντος, από το έτος 1955 συνεχώς και μέχρι το έτος 1993, οπότε και προέβη στις ως άνω μεταβιβάσεις, ασκούσε συνεχώς επ' αυτού τις προαναφερόμενες πράξεις νομής, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο κτήσεως αυτής (τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία) καθόσον από το έτος 1993 μέχρι την άσκηση της αγωγής, ήτοι, για χρόνο υπέρτερο της δεκαετίας, ο ενάγων - εφεσίβλητος ασκεί πράξεις νομής με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο τα ως άνω συμβόλαια, και σε κάθε περίπτωση με έκτακτη χρησικτησία με την προσμέτρηση και του χρόνου χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του (αρθρ. 1041, 1045 επ.
και 1051 ΑΚ). Το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται με την κρινόμενη έφεση (ισχυρισμούς, που προέβαλε και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) και στο πλαίσιο του σχετικού μεταβιβαστικού αποτελέσματος ως προς τους εν γένει ισχυρισμούς του ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου: α) ότι η επίδικη έκταση αποτελούσε ανέκαθεν δημόσια δασική έκταση (χορτολιβαδική) και επειδή οι καθ' ων δεν προσκόμισαν τίτλους κυριότητας επί δημοσίας εκτάσεως, που να αποδεικνύουν την κυριότητά τους έναντι των αρμοδίων αρχών (βλ.
ανωτέρω σκέψεις), ούτε και απέδειξαν κτήση κυριότητας επ' αυτής μέχρι τις 11-9-1915, η εν λόγω έκταση ανήκει, κατά τεκμήριο, στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται ως αβάσιμος δεδομένου ότι από όλα τα ως άνω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ουδόλως αποδείχθηκε ο δημόσιος δασικός χαρακτήρας της εν λόγω εκτάσεως.
Ειδικότερα σύμφωνα με την ανωτέρω υπ' αριθμ. 28/2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης η εν λόγω έκταση φέρει αγροτικό χαρακτήρα. Απόδειξη περί του αντιθέτου δεν δύναται να συναχθεί από την με αριθμ. πρωτ. 1779/9-11-2005 Πράξη του Δασαρχείου Ευβοίας δυνάμει της οποίας η ως άνω έκταση χαρακτηρίστηκε ως χορτολιβαδική, δεδομένου ότι η πράξη αυτή εκδόθηκε στη βάση φωτοερμηνειών ετών λήψης 1945 και 1960 και όχι σε προγενέστερο χρόνο, η οποία μάλιστα επειδή δεν καλλιεργούνταν σε όλη της την έκταση αλλά μόνο το νότιο τμήμα αυτής και ανά τμήματα στην υπόλοιπη αυτής έκταση υπάρχει και χορτολιβαδική βλάστηση, χωρίς ωστόσο να προκύπτει ο ανέκαθεν δασικός χαρακτήρας της έκτασης αυτής, ενώ πράξεις νομής δεν συνιστούν μόνο οι πράξεις καλλιέργειας μιας έκτασης, αλλά και οι πράξεις επίβλεψης αυτής ώστε να μην καταπατάται από τρίτους.
Οι, δε, αντιρρήσεις ενώπιον της πρωτοβάθμιας επιτροπής επίλυσης δασικών αμφισβητήσεων απορρίφθηκαν από την Πρωτοβάθμια Επιτροπή Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων του Ν. Ευβοίας με την υπ' αριθμ. 98/06 Β/18-12-2006 απόφαση της για λόγους τυπικούς και όχι ουσιαστικούς (βλ. την ως άνω απόφαση προσκομιζόμενη), ενώ έτερη έκταση όμορη του άνω ακινήτου, που εμφανίζει την ίδια ακριβώς μορφή με αυτό, έχει χαρακτηρισθεί ως έκταση αγροτική, β) ισχυρίζεται, περαιτέρω, το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητά του ως διαδόχου του Οθωμανικού Κράτους και ότι ο ενάγων δεν προσκόμισε τίτλους ιδιοκτησίας των απώτατων δικαιοπαρόχων του, σύμφωνα με το οθωμανικό δίκαιο, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην έφεση, που να αποδεικνύουν την κυριότητα αυτών (των απώτατων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος έναντι του Τουρκικού Δημοσίου) και ότι, σε κάθε περίπτωση, το ακίνητο αυτό υπήρξε τμήμα του συσταθέντος Ελληνικού Κράτους και προηγουμένως ιδιοκτησία του Οθωμανικού Κράτους, χωρίς να δεσπόζεται από ιδιώτη ή να έχει επ` αυτού οποιοδήποτε δικαίωμα διατηρηθέν ή μετεξελιχθέν σε εκείνο της κυριότητας, το οποίο καταλήφθηκε και δημεύθηκε κατά τον περί ανεξαρτησίας αγώνα και περιήλθε στην κυριότητά του "δικαιώματι πολέμου", κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, σύμφωνα με τα από 3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19-6/1-7-1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου και την από 9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως.
Ο ισχυρισμός αυτός του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι, σύμφωνα με όσα αναλυτικά έχουν εκτεθεί στην υπό στοιχ. Α νομική σκέψη της παρούσας, οι εκτάσεις της Ευβοίας προσαρτήθηκαν στο νεοσυσταθέν Ελληνικό Κράτος και δεν περιήλθαν σε αυτό ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου, όπως αυτό ισχυρίζεται, ούτε ανήκαν στο Τουρκικό Κράτος αλλά σε οθωμανούς ιδιώτες.
Με το πρωτόκολλο, δε, του Λονδίνου της 3ης Φεβρουάριου 1830, ορίσθηκε ότι οι Τούρκοι της Ευβοίας θα αποζημιώνονταν για τα κτήματα που τους ανήκαν, κάτι τέτοιο, δε, δεν απέδειξε το Δημόσιο ότι έπραξε και ότι κατέστη έτσι κύριο του ως άνω επίδικου ακινήτου. Αντίθετα λόγω αδυναμίας του κράτους να προβεί στην εξαγορά των εκτάσεων αυτών, τούτο έπραξαν Έλληνες και αλλοδαποί ιδιώτες, γ) ισχυρίζεται, περαιτέρω, το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο (επικουρικά), όπως το περιεχόμενο του δικογράφου της εφέσεως εκτιμάται από το Δικαστήριο, ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του ως αδέσποτο διότι, πριν και μετά την ισχύ του άρθρου 16 του νόμου της 21-6/10-7-1837, δεν υπήρχε κανένα εμπράγματο δικαίωμα ιδιώτη, άλλως ως εγκαταλελειμμένο κατά τη διάρκεια του αγώνα της Ανεξαρτησίας και πάντως πριν την 2-2-1830, άλλως, ως λιβάδι ή βοσκότοπος, σύμφωνα με το άρθρο 1 του β.δ.3/12-12-1833, άλλως, ως δασική έκταση (βλ.
υπό στοιχ. α ισχυρισμό) και επειδή δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις των Β.Δ. 26/4/8-5-1838, 26-6/8-7-1836 και 2/14-10-1836. Και ο ισχυρισμός αυτός του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου θα πρέπει να απορριφθεί διότι ουδόλως αποδείχθηκε, ότι το επίδικο έχει καταστεί αδέσποτο και ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 16 του Ν.
της 21.6/10-7-1837. Ούτε αποτελούσε ανέκαθεν λιβάδι ή βοσκότοπο, ώστε να ανήκει σ' αυτό σύμφωνα με το άρθρο 1 του από 3/15-12-1833 β.δ., ενώ, ουδόλως αποδείχθηκε ότι αυτό έφερε ανέκαθεν δασικό χαρακτήρα σύμφωνα με όσα έχουν ήδη ανωτέρω αναφερθεί. Μάλιστα, εντός του ακινήτου αυτού υπήρχε και γεώτρηση για το πότισμα τμημάτων αυτού, που καλλιεργούνταν ενώ όλοι στην περιοχή γνώριζαν ως κυρίους της έκτασης αυτής τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος - εφεσίβλητου, στο, δε, υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο η επίδικη έκταση εμφανίζεται ως αγρός και ανέκαθεν εμφάνιζε ίχνη καλλιέργειας και δ) ισχυρίζεται, τέλος, το εκκαλούν, ότι οι απώτατοι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος - εφεσίβλητου δεν έχουν θεμελιώσει επί του ακινήτου αυτού πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητας μέχρι τις 11-9-1915, ούτε και αποδεικνύεται η θεμελίωση τέτοιου δικαιώματος (βλ.
ανωτέρω σκέψεις). Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός του εκκαλούντος περί του ότι οι δικαιοπάροχοι του εφεσίβλητου δεν απέκτησαν το επίδικο με πρωτότυπο τρόπο (χρησικτησία) μέχρι την 11-9-1915 εφόσον μετά την ημερομηνία αυτή δεν μπορούσε να επέλθει χρησικτησία επί των δημοσίων κτημάτων σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.
ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων για το δικαιοστάσιο που έχουν εκδοθεί βάσει αυτού, με τα οποία είχε ανασταλεί η παραγραφή και αφετέρου του άρθρου 21 του από 22.4/16-5-1926 Ν. Δ/τος "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", κατά το οποίο "τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου εις ουδεμίαν υπόκεινται εις το μέλλον παραγραφήν, η δε αρξαμένη ουδεμία κέκτηται συνέπειαν αν μέχρι της δημοσιεύσεως του Δ/τος αυτού δεν συνεπληρώθη η τριακονταετής κατά τους ισχύοντας νόμους παραγραφή" και του άρθρου 4 του ΑΝ 1539/1938 "περί προστασίας δημοσίων κτημάτων", με τις οποίες ορίζεται ότι επί των δημοσίων δασών θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν ουδεμία πράξη νομής ενήργησε επί αυτών και ότι τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου δεν υπόκεινται σε καμία παραγραφή, κρίνεται ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος.
Τούτο, διότι, σύμφωνα με τα άνω αναφερόμενα, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι, το εκκαλούν, είχε ποτέ αποκτήσει, με τους επικαλούμενους στην έφεση του τρόπους, εμπράγματο δικαίωμα στο επίδικο, δεν απολαμβάνει και την προστασία των άνω διατάξεων που αφορούν στα δημόσια κτήματα, ο, δε, ενάγων, ως έχει αναφερθεί, δεν απαιτούνταν να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας του επί του ως άνω ακινήτου του απώτατου δικαιοπαρόχου του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου μέχρι τις 11-9-1915, ή, βάσει της διατάξεως του άρθρου 4 Ν. 3127/2003.
Ούτε και ασκούσε ποτέ πράξεις νομής επί της εκτάσεως αυτής το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του σχετικού λόγου εφέσεως. Το πρωτοβάθμιο επομένως Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως και ακολούθως έκαμε δεκτή την αγωγή έστω και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται και συμπληρώνεται με τις αιτιολογίες της παρούσας, ορθώς ερμήνευσε το νόμο και δη τις προαναφερόμενες διατάξεις και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και θα πρέπει για το λόγο αυτό να απορριφθούν οι ανωτέρω λόγοι έφεσης με τους οποίους το εκκαλούν υποστηρίζει τα αντίθετα.".
Κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 "Kanunname-i arazi" (οθΝπΓαιών) οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες: α. Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησία (mulk, arazi-i memluke) (οικόπεδα, οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κτλ), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβιβάσεως, β.
τις δημόσιες γαίες (arazi-i empiriye) (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσιάσεως (tassaruf), γ. τις αφιερωμένες γαίες (arazi-i mevkufe), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ.
τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (arazi-i metruke) (δημόσιοι δρόμοι, πλατείες κτλ), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο και ε. τις νεκρές γαίες (arazi-i mevat) (βουνά, ορεινά και πετρώδη μέρη, αδέσποτα), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε, δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο.
Με τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 22.02/03.02.1830 "Περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος", 04/16.06.1830 και 19.06/01.07.1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζεται, σε συνδυασμό με την από 27.06/09.07.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 03.02.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια αυτού, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους τους, οι οποίοι αποχώρησαν, και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του νόμου της 21.06/03.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", περιερχόμενα, κατά το άρθρο 16 αυτού, στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ("Όλα τα παρ' ιδιωτών, ή κοινοτήτων, μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, ή τα εγκαταλελειμμένα από των κληρονόμων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν εις το δημόσιον.").
Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχτηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατέχονταν μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και τα κατέλαβε είτε διαρκούντος του πολέμου, είτε ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους.
Η διαδοχή εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου του Τουρκικού Δημοσίου "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αριθμ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22.03.1829 με τον παράτιτλο: "Οροθεσία της Στερεάς και των Νήσων", διαλαμβάνοντας ότι "Αι νήσοι αι εις την Πελοπόννησον παρακείμεναι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες, θέλουσιν ωσαύτως συμπεριληφθή εντός αυτού τούτου του Κράτους.".
Η διαδοχή, όμως, αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (mulk, arazi-i memluke) και τα δικαιώματα εξουσιάσεως (tassaruf), τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών, σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες.
Ειδικότερα, οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίστηκαν, κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο, ως ιδιωτικές ανήκουσες στην, κατά τα άρθρα 1 και 2 του Οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 "Kanunname-i arazi" (οθΝπΓαιών), κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των έως τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.
Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον Σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου "δικαιώματι πολέμου" και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 27.06/09.07.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως (Α.Π. 23/2021, Α.Π. 34/2019, Α.Π. 160/2014).
Τούτο, όμως, συνέβη εφόσον επρόκειτο περί γαιών καθαράς ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, για εκτάσεις που αφορούσαν δάση, αιγιαλούς, κοινόχρηστα, βοσκές και εκτάσεις που, λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριο αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους "δικαιώματι πολέμου".
Και τούτο, διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες, κατά την ταυτότητά τους, ως τμήμα της εδαφικής εκτάσεως του Οθωμανικού Κράτους και ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους, διά των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίστηκε η εδαφική έκταση του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το Ελληνικό Κράτος, χωρίς καμιά αποζημίωση.
Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 04.06/16.06.1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται τα κτήματα υπό τον χαρακτηρισμό "βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα, θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (Ολ.Α.Π. 1/2013). Περαιτέρω, τα αδέσποτα ακίνητα καθιερώθηκε, το πρώτον το έτος 1837, να ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο με το άρθρο 16 του νόμου της 21.06/03.07.1837 "Περί διοικήσεως κτημάτων", με το οποίο ορίστηκε ότι: "Όλα τα παρ' ιδιωτών, ή κοινοτήτων, μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, ή τα εγκαταλελειμμένα από των κληρονόμων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν εις το δημόσιον.".
Στη συνέχεια, η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του α.ν. 1539/1938 και μετά την ισχύ του Α.Κ. με το άρθρο 972 αυτού. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βζρδ των ν. 1, 23 Πανδ. (47.1), Εισ. 47 (2. 1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδέσποτων, δηλαδή, των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό την ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος τούτων, και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 21.06/03.07.1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκαταλείψεώς του, δηλαδή απόφαση του κυρίου περί παραιτήσεως αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβιβάσεως του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο.
Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτή αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραιτήσεως από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν βζρδ, δεν απαιτούνταν ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή αυτού, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του Α.Κ..
Ο νόμος "Περί διακρίσεως κτημάτων" τροποποίησε τον προϊσχύσαντα αυτού κανόνα του βζρδ, κατά τον οποίο όποιος καταλάμβανε αδέσποτο αποκτούσε την κυριότητά του (Πανδ. 41.7), έτσι ώστε να μην απαιτείται πλέον η πραγματική κατάληψη των αδέσποτων ακινήτων, προκειμένου να επέλθει κτήση της κυριότητας. Η τροποποίηση αυτή υπαγορεύθηκε από την ανάγκη να καταστεί ευχερής η κτήση από το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ελλάδα, λόγω του απελευθερωτικού αγώνα.
Έτσι, τα κτήματα αυτά αποκτήθηκαν "δικαιώματι πολέμου", ανεξαρτήτως της καταλήψεώς τους κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από το Ελληνικό Δημόσιο ή τις Ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις (Α.Π. 1840/2017). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του β.δ. της 15.12.1833 "Περί διορισμού του φόρου βοσκής, και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 και 1834", που έχει ισχύ νόμου, "Όλα τα λιβάδια, διά την επικαρπίαν των οποίων δεν έχει τις παρουσιάση έγγραφον (ταπί) εκδοθέν επί Τουρκικής εξουσίας, θεωρούνται ως δημόσια και η νομή αυτών μένει ως και μέχρι τούδε εις το δημόσιον.".
Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την Ελληνική Επικράτεια και, επομένως, και σε αυτές, στις Κυκλάδες, που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχε, κατά τα προαναφερθέντα, καταστεί κύριό τους το Ελληνικό Δημόσιο (Α.Π. 783/2016). Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 του ν.
ΚΘ της 31.01/18.02.1864 "Περί βοσκησίμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητούμενων λιβαδιών άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.
ΨΝΖ της 27.03/01.04.1880 "Περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδιών" κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο, ως προς τα εθνικά, και οι Κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λιβάδια, διατηρούν έναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκήσιμων τόπων, επί των οποίων γίνονταν έως το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων (Α.Π. 987/2017). Επομένως, η ανωτέρω διάταξη του β.δ.
του έτους 1833 εισήγαγε για τα λιβάδια, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους και τα οποία δεν αναγνωρίστηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες, μαχητό τεκμήριο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. Δηλαδή, προϋπόθεση εφαρμογής του ως άνω τεκμηρίου είναι το διεκδικούμενο να ήταν λιβάδι κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του παραπάνω διατάγματος (Α.Π. 34/2019, Α.Π. 987/2017).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βζρδ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Εισ.Ν.Α.Κ., έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, όταν τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά τον χρόνο που αυτές ίσχυαν, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως νομής επ' αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στον χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν.20, 12 Πανδ. (5.8) ν.27 Πανδ. (18.1), 10, 15 παρ.3, 17 και 48 Πανδ.(41.3), 3 και 5 παρ.1 Πανδ. (41.10), 109 Πανδ. (50.16) και 2 παρ.7 και 1 Πανδ. (51.4) καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι, με την κτήση της νομής του πράγματος, δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ προϋπόθεση της συμπληρώσεως της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του έως τις 11.09.1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση).
Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.09.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (Α.Π. 1840/2017, Α.Π. 783/2016). Εξ ετέρου κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του β.δ. της 17.11/01.12.1836 "Περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίζεται η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί κάθε εκτάσεως που αποτελούσε, πριν την έναρξη της ισχύος του, δάσος, εξαιρέσει μόνον εκείνων των δασικών εκτάσεων για τις οποίες υφίσταται έγγραφη απόδειξη Τουρκικής Αρχής, ότι, πριν την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες, όπως και εκείνων οι οποίες ανήκαν σε ιδιωτικά χωριά και, υπό την προϋπόθεση, ότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις, υποβλήθηκαν στην επί των Οικονομικών Γραμματεία προς αναγνώριση οι σχετικοί περί ιδιοκτησίας τίτλοι, εντός της από το άρθρο 3 οριζόμενης ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από τη δημοσίευσή του (01.12.1836).
Με τις διατάξεις αυτές, θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, τεκμήριο κυριότητας, σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του ως άνω διατάγματος, στα όρια του Ελληνικού Κράτους και δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του παραπάνω διατάγματος.
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν.8 παρ. 1 κωδ. (7.32), ν.9 παρ. 1 Πανδ. (50.14) ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βζρδ, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα (δηλαδή πριν τις 23.02.1946), μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ' αυτού, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει, να συνυπολογίσει στον δικό του χρόνο νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.06/10.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι τα δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί έως τις 11.09.1915, όπως τούτο προκύπτει, αφενός μεν από τις διατάξεις του ν.
ΔΞΗ (4068)/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" και των διαταγμάτων, που εκδόθηκαν με βάση τη διάταξη του άρθρου 1§1 αυτού αφετέρου δε από τη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των Κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης, περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της Αεροπορικής Αμύνης κλπ".
Πλην όμως, προϋπόθεση της συμπληρώσεως της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του, έως τις 11.09.1915, για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα. Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.09.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 1045 του Α.Κ. για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία συνεχή εικοσαετία. Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερόμενων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, περιστατικά.
Ο διάδικος που προβάλλει χρησικτησία, πρέπει να επικαλεστεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχτούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θελήσεως του κατόχου να κατέχει το πράγμα σαν δικό του. Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση, η περιμάνδρωση, η περιτοίχιση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του κτλ χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στον χρόνο της χρησικτησίας.
Οι, στηριζόμενοι στις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γενέσεως του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος, και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση αυτών των ισχυρισμών (καταλυτικών ενστάσεων), πρέπει να αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και, για τον λόγο αυτό, τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών του και εντεύθεν της απορρίψεώς τους τις φέρει εκείνο (Ελληνικό Δημόσιο) και όχι ο ενάγων (Α.Π. 1182/2018).
Για να είναι όμως ορισμένη η αγωγή που στηρίζεται σε απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με χρησικτησία, δεν απαιτείται να εκτίθεται σ' αυτή ότι το ακίνητο δεν είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ούτε να δικαιολογείται για ποιο λόγο αυτό δεν συμβαίνει. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1045 και 1054 του Α.Κ., προκύπτει ότι ο ισχυρισμός ότι ορισμένο πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας συνιστά ένσταση του αντιδίκου του επικαλουμένου κτήση κυριότητας με χρησικτησία (Α.Π. 894/2020, Α.Π. 977/2007) που είναι διακωλυτική του επιδιωκομένου με την αγωγή δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο και πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο, αφού ούτε από το δικαστήριο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και, όταν εναγόμενο είναι το Ελληνικό Δημόσιο, αυτό επίσης πρέπει να επικαλεσθεί και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να αποδείξει, ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, διότι περιήλθε στην κυριότητά του με κάποιο νόμιμο τρόπο, τον οποίο πρέπει συγκεκριμένα να προσδιορίζει για να είναι ορισμένη η σχετική ένσταση του.
Η απλή άρνηση από τον ενάγοντα της ενστάσεως ανεπιδέκτου χρησικτησίας του επιδίκου, λόγω αποκτήσεως κυριότητας από το ίδιο, τον οποίο προβάλλει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, αλλά υποχρεώνει αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) σε απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν τη δική του κυριότητα στο επίδικο.
Έτσι, εάν το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το επίδικο είναι δημόσιο δάσος περιελθόν σ' αυτό ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, οπότε τεκμαίρεται ότι έχει επ' αυτού κυριότητα, ο ενάγων μπορεί να αρκεστεί στην άρνηση της ιδιότητας του επιδίκου ως δάσους και ως δημοσίου κτήματος, προς απόκρουση του ισχυρισμού της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου σ' αυτό, πλην όμως, λόγω του υφισταμένου τεκμηρίου κυριότητας, βαρύνεται με την απόδειξη του αρνητικού του ισχυρισμού ότι το επίδικο δεν φέρει τον χαρακτήρα δάσους ή δασικής εκτάσεως (Α.Π. 712/2015).
Περαιτέρω, στο άρθρο 62§1 εδάφ. β' του ν. 998/1979 "Περί των προστασίας δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 37§1 ν. 4280/2014, ορίζεται ότι, κατ' εξαίρεση, το κατά την §1 εδάφ. α' του ίδιου άρθρου τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων "...
δεν ισχύει στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης, των Νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και Κυκλάδων, των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων, της Δωδεκανήσου, πλην των νήσων που ισχύει ο κτηματολογικός κανονισμών καθώς και της περιοχής της Μάνης, όπως αυτή ορίζεται από τα διοικητικά όρια των Καλλικρατικών Δήμων Ανατολικής και Δυτικής Μάνης.".
Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς η μόνη και ορθή (Α.Π. 340/1985) ερμηνευτική άποψη για τη νομική θέση δασών στις άνω περιοχές, κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση αυτών των περιοχών και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας αυτού Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών που προβλέπεται στο β.δ.
της 17.11/01.12.1836 "Περί ιδιωτικών δασών", με αποτέλεσμα, προκειμένου περί δασών που βρίσκονται στις εν λόγω περιοχές, μόνη η επίκληση από το Ελληνικό Δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης εκτάσεως να μην αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ' αυτήν, αλλά (να) πρέπει το Ελληνικό Δημόσιο, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους τρόπους που προβλέπονται από τον Αστικό Κώδικα, μετά τις 23.02.1946, ή τυχόν ειδικούς νόμους (Α.Π. 284/2021, Α.Π. 984/2017).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Για να είναι δε ορισμένος και, κατά συνέπεια, παραδεκτός ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως δεν αρκεί να μνημονεύονται και να παρατίθενται οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, αλλά απαιτείται, επιπλέον, να εκτίθενται σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας (παραδοχές) και σε τι συνίσταται το σφάλμα της αποφάσεως ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου (Ολ.Α.Π. 57/1990).
Περαιτέρω, τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Για την πληρότητα των άνω λόγων, πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (Ολ.Α.Π. 32/1996), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (Α.Π. 1029/2021, Α.Π. 1040/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της αποφάσεως (Α.Π. 1373/2019), 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κτλ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλομμένη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της αποφάσεως, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμελείας που προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.Α.Π. 20/2005).
Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.Α.Π. 57/1990). Mε τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., των πλημμελειών αυτών συνισταμένων στο ότι το εκδώσαν την ανωτέρω απόφαση δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 3 και 8 του Οθωμανικού νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274, εφόσον δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό του ότι το επίδικο ακίνητο, λόγω της μορφής του, δεν ήταν δυνατό να αποτελούσε ακίνητο καθαράς ιδιοκτησίας, αλλά δημοσία γαία, με αποτέλεσμα να έχει περιέλθει σ' αυτό (Ελληνικό Δημόσιο), μετά την απελευθέρωση του νησιού της Ευβοίας από τους Οθωμανούς.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατ' αμφότερα τα σκέλη του είναι απαράδεκτος. Ως προς μεν το σκέλος του, το οποίο επιχειρείται να θεμελιωθεί στην περίπτωση α' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος για τον λόγο ότι το αναιρεσείον μέμφεται το εκδώσαν την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για το ότι ερμήνευσε το αποδεικτικό υλικό της υποθέσεως κατά τρόπο εσφαλμένο, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε εσφαλμένο αποτέλεσμα.
Περαιτέρω, η αξιολόγηση του ως άνω σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως προϋποθέτει την απαγορευομένη στο Δικαστήριο τούτο εκτίμηση του πραγματικού υλικού της υποθέσεως (άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ.). Ως προς δε το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να σημειωθεί ότι είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, ενόψει του ότι στο αναιρετήριο ουδεμία συγκεκριμένη αναφορά γίνεται για ανύπαρκτη, ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογίες.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και, στην περίπτωση παραπόνου για τη μη λήψη αυτών υπόψη, πρέπει να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους, και αν ακόμη έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως.
Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νομίμως προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Α.Π. 222/2008, Α.Π. 70/2008, Α.Π. 774/1996) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νομίμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 42/2002, Α.Π. 1874/2008, Α.Π. 105/2005) εφόσον βεβαίως προτάθηκαν παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις.
Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (Α.Π. 1134/1993). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 798/2010, Α.Π. 22/2005).
Για την πληρότητα όμως του ιδίου λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο, και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσκομιδή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 567/1996, Α.Π. 1535/1995).
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, το αναιρεσείον προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 11 περίπτ. γ' και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Οι πλημμέλειες αυτές συνίστανται στο ότι αφενός μεν το εκδώσαν την απόφαση δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του επικληθέντα και προσκομισθέντα νομίμως αποδεικτικά έγγραφα και δη α) την από 12.09.2012 έκθεση αντικρούσεως πραγματογνωμοσύνης, β) την υπ' αριθμ.
πρωτ. 1779/09.11.2005 πράξη χαρακτηρισμού της Διευθύνσεως Δασών Ν. Ευβοίας, με τα συνημμένα σε αυτήν τοπoγραφικά διαγράμματα, η οποία εκδόθηκε σε συνέχεια της υπ' αριθμ. πρωτ. ΔΥ/09.11.2005 εκθέσεως αυτοψίας της δασολόγου Π. Σ., γ) το υπ' αριθμ. πρωτ. 1725/06.08.2008 έγγραφο του Δασαρχείου Αλιβερίου και τις συνημμένες Α/Φ ετών 1945, 1960 και 1996, δ) την υπ' αριθμ. 98/06/2006 απόφαση της Β/θμιας Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων και ε) την υπ' αριθμ.
πρωτ. 62/06.05.2008 βεβαίωση της Β/θμιας Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων αφετέρου δε, αγνοώντας τα αμέσως προηγουμένως αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν διέλαβε στο σκεπτικό του (ορθές) αιτιολογίες για τον δασικό ή μη χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, παραδεκτώς προβάλλεται πλην όμως είναι αβάσιμος και, τούτο, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αναμφισβητήτως, προκύπτει ότι το εκδώσαν την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που επικλήθηκαν και προσκομίσθηκαν νομίμως από το αναιρεσείον, μάλιστα δε ορισμένα από τα ανωτέρω έγγραφα, ρητώς, αναφέρει και αξιολογεί.
Ο αυτός λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι απαράδεκτος διότι, υπό το πρόσχημα της αναιρετικής πλημμελείας, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφέρεται στην αξιολόγηση από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο του αποδεικτικού υλικού (άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζητήσεως, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο "πράγματα", δεν έχει προσαχθεί καμία απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει το δικαστήριο στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά. Ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος όταν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 292/2011, Α.Π. 96/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το δικαστήριο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στο σύνολο των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων (μάρτυρες, έγγραφα, πραγματογνωμοσύνη, ένορκες βεβαιώσεις) που μνημονεύονται σ' αυτή. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υπό την αιτίαση ότι το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 338§1 του Κ.Πολ.Δ. κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποία διώκεται η δικαστική διάγνωση.
Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋποθέσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεως του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιοριστεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή της διαδικασίας του ήδη καταργηθέντος άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ. και, ακολούθως, του άρθρου 237 του Κ.Πολ.Δ. σε όλες τις υποθέσεις. Αντίθετα αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 13 του Κ.Πολ.Δ.
λόγο αναιρέσεως (Α.Π. 658/2014, Α.Π. 692/2008). Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της πλημμελείας συνισταμένης στο ότι το εκδώσαν αυτή δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι αυτό (αναιρεσείον) είχε το βάρος αποδείξεως των ισχυρισμών του, συμφώνως προς τους οποίους το επίδικο ακίνητο περιήλθε σ' αυτό (αναιρεσείον) ως διάδοχο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, επειδή ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο, ότι το αυτό ακίνητο ανήκε σε Οθωμανό ιδιοκτήτη και το Ελληνικό Κράτος το κατέλαβε και το δήμευσε, άλλως ότι το ακίνητο είχε εγκαταλειφθεί από τον Οθωμανό ιδιοκτήτη του και δεν δεσποζόταν από αυτόν, και, τέλος, ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε σ' αυτό ως αδέσποτο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι, πράγματι, το αναιρεσείον είχε δικονομικό βάρος να αποδείξει ότι το επίδικο ακίνητο ήταν εξηρημένο χρησικτησίας, εφόσον είχε περιέλθει σ' αυτό με κάποιο από τους ανωτέρω τρόπους, δεδομένου ότι το μοναδικό υπέρ αυτού τεκμήριο ήταν αυτό του άρθρου 62§1 εδάφ.
β' του ν. 998/1979 "Περί των προστασίας δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 37§1 ν. 4280/2014, και υπό την προϋπόθεση ότι το επίδικο ακίνητο είχε δασικό χαρακτήρα, προϋπόθεση που δεν αντιστοιχεί σε παραδοχή του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από την περίπτωση α' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της πλημμελείας αυτής συνισταμένης στο ότι το εκδώσαν την άνω απόφαση δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένες ερμηνεία και εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 2 του α.ν. 1539/1938 "Περί Προστασίας των δημοσίων κτημάτων" κατά την οποία "1.
Επί των αδεσπότων και των δημοσίων κτημάτων εν γένει νομεύς θεωρείται το Δημόσιον έστω και αν ουδεμίαν ενήργησεν επ' αυτών πράξιν νομής." ενόψει του ότι, καίτοι το επίδικο ακίνητο αποτελεί δημοσία δασική έκταση, απήτησε αυτό (αναιρεσείον) να έχει υπό τη νομή του αυτό, ώστε να καταστούν τελεσφόροι οι ισχυρισμοί του, περί κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, και, τούτο, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και συγκεκριμένα αυτή συμφώνως προς την οποία το επίδικο ακίνητο αποτελεί δημοσία δασική έκταση, προϋπόθεση αντίθετη προς τις παραδοχές του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων, το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτών (αναιρεσιβλήτων), τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ., 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ.
Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 09.11.2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 118/10.09.2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου