Legislator Case Law & Legislation
847/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's partial rejection of seizure objection and reordering of priority ranking.

Case Number 847/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's final decision regarding a seizure objection. The appellant argued that the First Instance Court erred in calculating fees and failed to consider relevant facts under Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court held that the lower court correctly applied the priority ranking rules and that the appellant's arguments regarding the calculation of fees were inadmissible as they challenged the court's substantive assessment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 559, 975 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible when it challenges the substantive assessment of facts by the lower court or relies on arguments that do not constitute a legal error affecting the outcome.

Keywords

AI generated
seizure objection priority ranking appeal admissibility substantive assessment legal error fees calculation Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 495 and 564(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 975(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1) and 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 847 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 847/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Χρήστο Τζανερρίκο, και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κομπλιώνα και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Νταφούλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποίηση: Δ. Μ. - Κ., κάτοικο ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/9/2012 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 191/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 33/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/6/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 15-6-2018 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 33/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της 191/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, ως προς τον, μη διάδικο στην παρούσα, έκτο εφεσίβλητο Δ.

Λ. του Ν., ενώ έγινε δεκτή η έφεση ως προς τους λοιπούς εφεσίβλητους, μεταξύ των οποίων και η ήδη αναιρεσείουσα. Μετά την εξαφάνιση της οριστικής απόφασης, που είχε αποφασίσει διαφορετικά, το Εφετείο, δικάζοντας επί της από 3-9-2012 ανακοπής της αναιρεσίβλητης κατά του 12458/2012 πίνακα κατάταξης της συμβολαιογράφου Λαμίας Δήμητρας Μητραντζά-Καβαλίκα, δέχθηκε κατά ένα μέρος την ανακοπή και μεταρρύθμισε τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, αποβάλλοντας από αυτόν, εκτός των άλλων, και την αναιρεσείουσα, κατά το αναφερόμενο χρηματικό ποσό, και κατατάσσοντας προνομιακά την αναιρεσίβλητη και στο επιπλέον ποσό, στο οποίο είχε αυτή καταταγεί.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016).

Δεν αποτελούν "πράγματα", και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη, οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ανακοπής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ ΑΠ 469/1984, ΑΠ 141/2017).

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997, ΑΠ 195/2017, ΑΠ 69/2016), ρητά ή σιωπηρά (ΑΠ 839/2010) είτε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων, δεχόμενο ότι αποδείχθηκαν περιστατικά αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 11/1996, ΑΠ 852/2015) και συνάγεται τούτο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 54/2017, ΑΠ 1386/2015).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 151, 585, 590, 933 επ., 972, 979 και 980 ΚΠολΔ συνάγονται τα ακόλουθα: Με την ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή της ανακοπής του άρθρου 583 επ. του ίδιου Κώδικα και για την οποία έχουν εφαρμογή τα άρθρα 933 επ. αυτού, στο βαθμό που εναρμονίζονται και προσιδιάζουν στην ανακοπή αυτή, δεν προσβάλλεται η εκτελεστική διαδικασία μέχρι τον πλειστηριασμό, αλλά μόνο η διαδικασία κατάταξης ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, που αρχίζει από την αναγγελία των απαιτήσεων των δανειστών του καθ' ου η εκτέλεση και λήγει με τη σύνταξη του πίνακα κατάταξης.

Οι λόγοι της ανακοπής μπορεί να αναφέρονται είτε στην ύπαρξη ή στο μέγεθος της απαίτησης του δανειστή που κατατάχτηκε ή του προνομίου της ή σε προβολή ενστάσεων κατ' αυτής είτε στην απλή αμφισβήτηση ή άρνηση της εν λόγω απαίτησης ή του προνομιακού χαρακτήρα και της κατάταξής της. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, συνάγεται ότι, σε άσκηση ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης, νομιμοποιούνται μόνο ο επισπεύδων, οι αναγγελθέντες δανειστές και ο καθ' ου η εκτέλεση, εφόσον έχουν έννομο συμφέρον, το οποίο ως θεσμός επιβάλλει και περιορίζει τη δικαιοδοτική παρέμβαση μόνο στις περιπτώσεις που η δικαστική απόφαση είναι αναγκαία και ικανή να προστατεύσει το προβαλλόμενο δικαίωμα ή προστατευτέο έννομο συμφέρον.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής (του άρθρου 933 ΚΠολΔ) και των άρθρων 68 και 262 παρ. 2 ΚΠολΔ, υπάρχει έννομο συμφέρον για άσκηση ανακοπής από τον επισπεύδοντα και τους αναγγελθέντες δανειστές, όταν η παραδοχή του αιτήματος της ανακοπής περιλαμβάνει, όχι μόνο την ακύρωση της κατάταξης του καθ' ου η ανακοπή, αλλά και τη δυνατότητα κατάταξης του ανακόπτοντος, με συνέπεια, αν, παρά την ακύρωση της κατάταξης του καθ' ου η ανακοπή, κριθεί ότι ο ανακόπτων δεν έχει δικαίωμα κατάταξης, η ανακοπή να απορρίπτεται ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος (ΑΠ 944/2018, ΑΠ 1227/2014, ΑΠ 120/2005).

Περαιτέρω, η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο ενάγων προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος και της ενεργητικής νομιμοποίησης του τελευταίου δεν συνιστά ένσταση και συνακόλουθα πράγμα, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής (AΠ 1556/2018, ΑΠ 154/2017, ΑΠ 151/2017, ΑΠ 980/2014).

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη της την προταθείσα πρωτόδικα και επαναφερθείσα νόμιμα στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ένσταση, ότι η ανακόπτουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να αμφισβητήσει με την ανακοπή της την κατάταξη αυτής, καθόσον δεν προσέβαλε με αυτήν και την κατάταξη των άλλων αναγγελθέντων δανειστών που κατετάγησαν πριν και μετά από αυτήν.

Υπό το περιεχόμενο τούτο, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, ανεξάρτητα από την αοριστία του, συνιστάμενη στο ότι δεν αναφέρονται οι αναγγελθέντες δανειστές των οποίων δεν προσεβλήθη η κατάταξη, είναι απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η αμφισβήτηση του εννόμου συμφέροντος της αναιρεσίβλητης ανακόπτουσας για την άσκηση της ανακοπής κατά της κατάταξης της αναιρεσείουσας στον επίδικο πίνακα κατάταξης, δεν αποτελεί ένσταση, αλλά, υπό τη μορφή που προβάλλεται, αιτιολογημένη άρνηση της βάσης της ανακοπής και, συνεπώς, αφού δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν μπορεί να ιδρύσει τον, από την επικαλούμενη ως άνω διάταξη, αναιρετικό λόγο.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1, 585, 933, 972 παρ. 1, 974 και 979 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της ανακοπής που ασκείται κατά του πίνακα κατάταξης δανειστών στην αναγκαστική εκτέλεση και με την οποία προβάλλονται αιτιάσεις που αφορούν την ορθότητα του πίνακα κατάταξης, πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία κάθε δικογράφου, που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα, και τους λόγους της ανακοπής που αποτελούν την ιστορική της βάση (ΑΠ 1491/2003).

Οι λόγοι αυτοί μπορούν να στηρίζονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, αναγόμενες, α) στην ύπαρξη της ίδιας της απαίτησης του ανακόπτοντος δανειστή ή του προνομίου της, στην περίπτωση που αυτή δεν κατατάχθηκε καθόλου ή ως προνομιακή στον προσβαλλόμενο πίνακα, οπότε ο ανακόπτων υποχρεούται να εκθέσει στην ανακοπή του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την απαίτησή του ή το προνόμιό της, ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση από το δικαστήριο της νομιμότητας του λόγου της ανακοπής του και η άμυνα του καθ' ου, β) σε προβολή ενστάσεων του ανακόπτοντος κατά της απαίτησης του καθ' ου, που κατατάχθηκε στον προσβαλλόμενο πίνακα και γ) σε απλή αμφισβήτηση ή άρνηση από τον ανακόπτοντα της γένεσης ή της ύπαρξης της καταταχθείσας απαίτησης του καθ' ου ή του προνομίου της, η οποία έχει αναγγελθεί, οπότε ο τελευταίος υποχρεούται να επικαλεσθεί με τις προτάσεις του και να αποδείξει τα παραγωγικά της απαίτησής του ή του προνομίου της πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 1783/2001), αρκεί δε στην περίπτωση αυτή μόνη η άρνηση της απαίτησης του καθ' ου από τον ανακόπτοντα για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος της ανακοπής του, αφού ο καθ' ου βαρύνεται πλέον αυτός να αποδείξει την ύπαρξη, το μέγεθος και τον τυχόν προνομιακό χαρακτήρα της απαίτησής του (ΑΠ 1501/2006, ΑΠ 1340/2004, ΑΠ 404/2003), είτε στο δικονομικό δίκαιο και αναφέρονται στον προνομιούχο χαρακτήρα και την τάξη της κατάταξης (ΑΠ 739/2017, ΑΠ 189/2016, ΑΠ 1353/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, και τους λόγους της έφεσης, δηλαδή τις αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις οποίες περιλαμβάνεται και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Στην τελευταία περίπτωση δεν είναι απαραίτητο να εξειδικεύονται στο εφετήριο τα επί μέρους σφάλματα της απόφασης ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, αλλά αρκεί να μνημονεύεται ότι εξαιτίας του σφάλματος αυτού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λόγω του κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, είναι υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, μετά από καθολική επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης και όχι βάσει των τυχόν αποδιδομένων ειδικότερων σφαλμάτων εκτίμησης (ΑΠ 1284/2019, ΑΠ 1003/2017).

Εξάλλου, ο λόγος από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεσης ιδρύεται, πέραν εκείνων που ανωτέρω εκτέθηκαν, και όταν το Εφετείο, ενεργώντας καθ' υπέρβαση των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης του εναγομένου, ερευνά κεφάλαια της υπόθεσης που δεν είχαν προσβληθεί με την έφεση και απορρίπτει, εν όλω ή εν μέρει, την αγωγή ως προς αυτά (ΑΠ 1588/2017).

Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας τον οποίο προέβαλε με τις εμπρόθεσμα κατατεθείσες προτάσεις της, ότι η πρωτόδικη απόφαση εξέθετε αναλυτικά και συγκεκριμένα όλα τα στοιχεία από τα οποία αποδεικνύονταν ότι όλοι οι καθ' ων η ανακοπή είχαν καταθέσει τα απαραίτητα κατά το νόμο στοιχεία που δικαιολογούν την κατάταξη αυτών και ως προς τούτο δεν προσεβλήθη με το μοναδικό λόγο έφεσης, καταστάσα ως προς αυτή την κρίση της τελεσίδικη και έτσι υπέπεσε στην εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού με τη λήψη υπόψη του ισχυρισμού αυτού έπρεπε να απορριφθεί η έφεση.

Στην προκείμενη περίπτωση, από το δικόγραφο της από 3-9-2012 ανακοπής της αναιρεσίβλητης, την εκδοθείσα επ' αυτής 191/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, το δικόγραφο της από 3-11-2014 έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της απόφασης αυτής και την προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση, το περιεχόμενο των οποίων, ως διαδικαστικών εγγράφων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν, εκτός των άλλων, και τα εξής:

Με την ανακοπή, η αναιρεσίβλητη, προβάλλοντας άρνηση της ύπαρξης των απαιτήσεων των καθ' ων η ανακοπή αναγγελθέντων και καταταγέντων προνομιακά στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης δανειστών, του ύψους αυτών καθώς και του προνομίου τους, με τη μερικότερη αιτιολογία ότι δεν προσκομίστηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, ζητούσε την αποβολή αυτών από τον πίνακα κατάταξης και την κατάταξη της ίδιας στη θέση αυτών.

Με την οριστική ως άνω απόφαση, απορρίφθηκε η ανακοπή κατ' ουσίαν, δεχόμενο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι οι αναγγελθείσες απαιτήσεις των καθ' ων η ανακοπή και ειδικότερα της ήδη αναιρεσείουσας, αποδεικνύονταν βάσιμες από τα αναφερόμενα έγγραφα, τα οποία αυτή είχε καταθέσει εμπροθέσμως στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο.

Με το δεύτερο λόγο της έφεσης, η ήδη αναιρεσίβλητη, ισχυρίστηκε, εκτός των άλλων, ότι η εκκαλούμενη ως άνω απόφαση εξαιτίας κακής ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων που εφάρμοσε, καθώς και εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, δέχθηκε ότι πρέπει να καταταχθούν οι εφεσίβλητοι καθ' ων η ανακοπή για το σύνολο των απαιτήσεων για τις οποίες είχαν αναγγελθεί στον πίνακα κατάταξης, ενώ έπρεπε να γίνουν δεκτές μόνο οι απαιτήσεις που αναφέρονται στο χρονικό διάστημα από 9-11-2009 έως 9-11-2011 και όχι για εκείνο πριν την 9-11-2009 ούτε μετά την 9-11-2011 και ζήτησε να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να γίνει δεκτή ως προς αυτό η ανακοπή της.

Είναι σαφές ότι με την έφεση προβάλλεται παράπονο για την πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά και την εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 975 παρ. 3 ΚΠολΔ, από την πρωτόδικη απόφαση ως προς την κρίση της περί της κάλυψης των απαιτήσεων των καθ' ων η ανακοπή, ειδικότερα δε και της αναιρεσείουσας, με το εκ της διάταξης αυτής προνόμιο κατάταξης στον πίνακα., όσο και ως προς το ποσό για το οποίο έπρεπε να γίνει η προνομιακή κατάταξη.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεχόμενο το λόγο αυτό της έφεσης, μετά από την επανεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει διαφορετικά, δέχθηκε κατά το αντίστοιχο μέρος την ανακοπή και μεταρρύθμισε τον πίνακα κατάταξης.

Συνεπώς, το Εφετείο έλαβε υπόψη του και ερεύνησε την ορθότητα της οριστικής απόφασης, μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, με την οποία αποδίδονταν το σφάλμα της εσφαλμένης εκτίμησης του αποδεικτικού υλικού, χωρίς να είναι αναγκαίο για την έρευνα της ορθότητας των επί της ουσίας παραδοχών αυτής, η εξειδίκευση κάθε σφάλματος που αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων, συνεπώς και η ειδική προσβολή της κρίσης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι κατατέθηκαν στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο όλα τα έγγραφα που δικαιολογούν την κατάταξη των απαιτήσεων των καθ' ων η ανακοπή στον πίνακα κατάταξης, και επίσης, έλαβε υπόψη του τον προβαλλόμενο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για την παραδοχή της απόφασης περί των προσκομισθέντων αποδεικτικών της απαίτησής της εγγράφων, τα οποία αναλυτικά περιγράφει στο σκεπτικό του και με βάση τα οποία καταλήγει στην παραδοχή περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ύπαρξης απαίτησης και του ύψους αυτής. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην εκ του προβαλλόμενου ως άνω αναιρετικού λόγου πλημμέλεια και ο σχετικός περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις (ΑΠ 1223/2015, ΑΠ 659/2015). Στον κανόνα ουσιαστικού δικαίου περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Κατά το αρχικό κείμενο των διατάξεων του άρθρου 975 αρ. 3 και 4 ΚΠολΔ, στην τρίτη τάξη των προνομίων κατατάσσονται οι απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας και οι απαιτήσεις δασκάλων, εφόσον όλες αυτές προέκυψαν κατά τους τελευταίους έξι μήνες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού, στην τετάρτη δε τάξη (κατατάσσονται) οι απαιτήσεις των δικηγόρων από αμοιβές, αποζημιώσεις και έξοδα εφόσον προέκυψαν από ενέργειες που έγιναν μέσα στο τελευταίο έτος πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού ενώπιον δικαστηρίων και επιδικάστηκαν με τελεσίδικη απόφαση.

Ακολούθησαν α) ο ν. 1545/1985, με το άρθρο 31 του οποίου ορίστηκε: "Στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 του ΚΠολΔ κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν σαν βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας, καθώς και οι απαιτήσεις των διδασκάλων εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης.

Αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας κατατάσσονται, ανεξάρτητα από τον χρόνο που προέκυψαν, στην τάξη αυτή (...)", β) ο ν.2479/1997, με το άρθρο 6 παρ. 16 του οποίου ορίζεται: "Στις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 975 ΚΠολΔ, όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 31 του ν. 1545/1985, υπάγονται οι απαιτήσεις από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις των δικηγόρων, είτε αμείβονται κατά υπόθεση είτε με πάγια περιοδική αμοιβή (.........).

Η παρ. 5 του άρθρου 975 καταργείται, μεταβαλλόμενης αναλόγως της αριθμήσεως των επόμενων παραγράφων του ίδιου άρθρου". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι από την έναρξη της ισχύος του ν. 2479/1997 (6-5-1997) οι κατά τα ανωτέρω απαιτήσεις των δικηγόρων από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις κατατάσσονται οριστικά ή τυχαία, στην τρίτη τάξη των προνομιούχων απαιτήσεων, υπό την προϋπόθεση ότι προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού, ενώ ήδη και οι απαιτήσεις αυτές συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ των άλλων, ευθέως στην ρηθείσα διάταξη του άρθρου 975 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 56 του ν. 3924/2011.

Έτσι, ενόψει της σαφούς διατύπωσης της άνω διάταξης, ως προς το χρόνο μέσα στον οποίο πρέπει να προέκυψαν οι ειρημένες απαιτήσεις για να είναι προνομιούχες, στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αρχική ημερομηνία του πλειστηριασμού αποτελεί την αφετηρία αναδρομικού υπολογισμού της διετίας των απαιτήσεων αυτών.

Αν συνεπώς ο πλειστηριασμός έγινε αργότερα, λόγω αναβολής, αναστολής ή ματαίωσής του κατά την ημερομηνία που είχε αρχικά ορισθεί, το ανωτέρω προνόμιο απολαμβάνουν οι εν λόγω απαιτήσεις, που προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημέρα που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό, όχι δε και οι απαιτήσεις που προέκυψαν μετά την ημερομηνία που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό και έως και την ημέρα, που τελικά αυτός διενεργήθηκε.

Αν πρόθεση του νομοθέτη ήταν να εξοπλίσει με το προνόμιο αυτό τις απαιτήσεις των δικηγόρων (και τις εργατικές απαιτήσεις) ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν, θα όριζε τούτο κατά τρόπο ρητό και σαφή, όπως για τις αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας, για τις οποίες ρητώς όρισε ότι κατατάσσονται στην τρίτη τάξη ανεξάρτητα από τον χρόνο που γεννήθηκαν, χωρίς να γίνεται διάκριση για τις πριν ή μετά την ημερομηνία ορισμού του πρώτου ή της πραγματικής διενέργειας του πλειστηριασμού (Ολ ΑΠ 22/2000, ΑΠ 1434/2017, ΑΠ 1046/2014, ΑΠ 1853/2014, ΑΠ 1819/2011).

Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα, μέμφεται το Εφετείο, ισχυριζόμενη ότι με τις παραδοχές του, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 975 αρ. 3 ΚΠολΔ και 31 εδ. α' του ν. 1545/1985. Ειδικότερα, διατείνεται ότι, μολονότι οι απαιτήσεις αυτής που είχαν προνομιακό χαρακτήρα και αντιστοιχούσαν στο διάστημα των δύο ετών πριν από την ημερομηνία που είχε οριστεί για τον πρώτο πλειστηριασμό, ήτοι του διαστήματος από 9-11-2009 έως 9-11-2011, ανέρχονταν με βάση τις μηνιαίες αποδοχές της σε 168.000 ευρώ, το Εφετείο με εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω επικαλούμενων διατάξεων και εσφαλμένο υπολογισμό έκρινε και κατέταξε αυτήν συνολικά μόνο στο ποσό των 63.000 ευρώ.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτά επισκοπούμεη απόφαση, προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους και έλαβε υπόψη του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι στις 28-3-2012, με επίσπευση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία <<...>> εκπλειστηριάστηκε το περιγραφόμενο ακίνητο της οφειλέτριας αυτής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία <<...>>, επειδή, δε το πλειστηρίασμα που επιτεύχθηκε δεν επαρκούσε για την πλήρη ικανοποίηση των απαιτήσεων όλων των αναγγελθέντων δανειστών, η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, συμβολαιογράφος Λαμίας Δήμητρα Μητραντζά-Καβαλίκα, συνέταξε τον 12458/2012 πίνακα κατάταξης, στον οποίο, μετά την προαφαίρεση του ποσού εξόδων εκτέλεσης, επί του υπολοίπου των 15.319.211,05 ευρώ, κατέταξε κατά τη σημειούμενη σειρά προνομιακά τους αναφερόμενους δανειστές, που είχαν αναγγελθεί, μεταξύ των οποίων την ήδη αναιρεσείουσα για το ποσό των 238.000 ευρώ για τις υπηρεσίες που παρείχε ως δικηγόρος με βάση τη Σύμβαση Επιστημονικής Υπευθύνου που τη συνέδεε με την οφειλέτρια εταιρεία, ότι σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα έγγραφα για την απόδειξη των απαιτήσεων της αναιρεσείουσας αποδεικνύεται η ουσιαστική βασιμότητα αυτών, για τις οποίες είχε αναγγελθεί με την από 10-4-2012 αναγγελία της και αφορούν το χρονικό διάστημα από την 1-3-2008 έως 26-3-2012, ότι από τις απαιτήσεις αυτές, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταταγεί προνομιακά, σύμφωνα με το άρθρο 975 παρ. 3 ΚΠολΔ, μόνο για εκείνες που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα των δύο ετών πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού, ήτοι 9-11-2011, και συγκεκριμένα της διετίας 9-11-2009 έως 9-11-2011, ποσό που υπολόγισε σε 63.000 ευρώ και όχι για τις προγενέστερες της διετίας αυτής απαιτήσεις ήτοι του διαστήματος από 1-3-2008 έως 9-11-2009, ούτε του διαστήματος μετά την ημερομηνία αυτή, ήτοι από 9-11-2011 έως 26-3-2012, συνολικού δηλαδή διαστήματος 25 μηνών και συνολικού ποσού 175.000 ευρώ.

Με βάση τις άνω παραδοχές της, η προσβαλλόμενη εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, εκτός των άλλων, και ως προς την αναιρεσείουσα, και δικάζοντας επί της ανακοπής της αναιρεσίβλητης κατά του πίνακα κατάταξης, δέχθηκε αυτήν εν μέρει και μεταρρύθμισε τον πίνακα αποβάλλοντας την αναιρεσείουσα από το κριθέν χρηματικό ποσό ως προς το οποίο έκρινε ότι δεν εμπίπτει στο προνόμιο της διάταξης του άρθρου 975 παρ. 3 ΚΠολΔ και κατέταξε στο ποσό τούτο την αναιρεσίβλητη.

Υπό τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 975 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά τις τροποποιήσεις με τα άρθρα 31 του ν. 1545/1985 και 6 παρ. 16 του ν.2479/1997, κρίνοντας ότι προνομιακά δεν κατατάσσονται οι απαιτήσεις που αφορούν το χρονικό διάστημα πριν από τη διετία πριν την ημερομηνία του πρώτου πλειστηριασμού ήτοι του διαστήματος από 1-3-2008 έως 9-11-2009, ούτε του διαστήματος μετά την ημερομηνία του πρώτου πλειστηριασμού, ήτοι από 9-11-2011 έως 26-3-2012 και δεν υπέπεσε στην προβαλλόμενη με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ο οποίος είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, ο λόγος αυτός, προσβάλλοντας τον υπολογισμό του ποσού της αμοιβής για τις υπηρεσίες της αναιρεσείουσας που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα της διετίας πριν την ημερομηνία του πρώτου πλειστηριασμού (9-11-2009 έως 9-11-2011) σε 63.000 ευρώ, αντί του ορθού των 168.000 ευρώ, είναι απαράδεκτος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητα περί εσφαλμένου υπολογισμού του ποσού, καθόσον υπό την επίφαση της εσφαλμένης εφαρμογής των άνω ουσιαστικών διατάξεων, προσβάλλει την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση των πραγμάτων από το Εφετείο.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-6-2018 αίτηση της Α. Κ. του Δ. για αναίρεση της 33/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ