Legislator Case Law & Legislation
847/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeals on termination compensation, upholding employer's calculated severance based on established business practice.

Case Number 847/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the employer against the lower court's ruling on termination compensation. The court found the employer's calculation of severance pay, which included specific allowances and night work multipliers, was valid because it reflected an established business practice applicable to all employees at the time of termination. Consequently, the appeal was rejected, and the employer was ordered to pay the legal costs of the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a termination compensation calculation based on an established business practice constitutes a valid basis for the lower court's decision, rendering an appeal challenging the amount inadmissible.

Keywords

AI generated
termination compensation business practice severance pay calculation appeal admissibility legal costs labor dispute established custom

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 12(3)(y) of Law 4093/2012
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 847 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 847/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Α)Των αναιρεσειόντων:1) Α. Ι. του Α., κατοίκου ..., 2) Γ. Κ. του Λ., κατοίκου ... 3)Κ. Α. του Ι. ..., 4) Κ. Γ. του Χ. κατοίκου ..., 5) Μ. Δ. του Α. κατοίκου ..., 6) Ν. Α. του Χ. ..., 7) Π. Ν. του Κ. κατοίκου ..., 8)Σ. Κ. του Δ. κατοίκου ..., 9) Τ. Α. του Ι. κατοίκου ..., 10) Α. Α. του Γ. κατοίκου ..., 11) Δ. Δ. του Ι. κατοίκου ..., 12) Κ. Β. του Θ. κατοίκου ..., 13) Μ. Α. του Γ. κατοίκου ..., 14) Μ. Κ. του Δ. κατοίκου ... 15) Π. Α. του Γ. κατοίκου ..., 16) Π. Ε. του Ι. κατοίκου ..., 17)Σ. Α. του Χ. κατοίκου ... 18)Σ. Φ. του Μ., κατοίκου ... και 19) Τ. Α. του Ε. κατοίκου ... που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευαγγελίας-Κωνσταντίνας Αποστολοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Αντωνίου Βάγια, Χρήστου Θεοδώρου και Αλεξίου Παπασταύρου, οι οποίοι κατέθεσε προτάσεις.

Β)Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ..., και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Αντωνίου Βάγια, Χρήστου Θεοδώρου και Αλεξίου Παπασταύρου, οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Α. Α. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευαγγελίας-Κωνσταντίνας Αποστολοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-8-2013 αγωγή των υπό στοιχείο Α) αναιρεσειόντων και την από 8-2-2019 αγωγή της υπό στοιχείο Β) αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν η 12/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 225/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι υπό στοιχείο Α αναιρεσείοντες με την από 28-2-2018 αίτησή τους και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 8-2-2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Η πληρεξούσια των υπό στοιχείο Α αναιρεσειόντων και οι πληρεξούσιοι της υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της υπό στοιχείο Α αναιρεσίβλητης και η πληρεξούσια του υπό στοιχείο Β αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι από α) 28-2-2018 και με αριθμό κατάθεσης 6/2018 και β) 8-2-2019 και με αριθμό κατάθεσης 3/2019 αιτήσεις αναίρεσης κατά της 225/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από την εναγομένη έφεσης κατά της 12/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 5-8- 2013 (με αριθμό κατάθεσης 117/2013) αγωγής, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ,1, 566 παρ.1 και 144).

Συνεπώς, είναι παραδεκτές (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (ΚΠολΔ 577 παρ.3). Ακολούθως, πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, αλλά και διότι έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (αρθ 573, 246 ΚΠολΔ).

2. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 5-8-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 117/2013 αγωγή τους, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι προσληφθήκανε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθούν στο εργοστάσιο της τελευταίας στη Χαλκίδα.

Ότι στις 26/3/2013 η αναιρεσίβλητη εντελώς αιφνιδιαστικά, κατόπιν προηγηθείσας απόφασης του Διοικητικού της Συμβουλίου της 25ης/3/2013, τους γνωστοποίησε ότι διακόπτει τη λειτουργία του ανωτέρω εργοστασίου και έκτοτε δεν τους απασχολεί. Ότι στο πλαίσιο υλοποίησης της απόφασής της περί απόλυσης διακοσίων είκοσι εννέα ( 229) εργαζομένων του ανωτέρω εργοστασίου, κατήγγειλε τις ατομικές συμβάσεις εργασίας των εννέα (9) πρώτων εναγόντων στις 3-6-2014 και την 1-7-2013 τις ατομικές συμβάσεις εργασίας των επόμενων δέκα (10) εναγόντων.

Ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους είναι άκυρη διότι έλαβε χώρα: α) κατά παράβαση του Ν. 1387/1983 περί ομαδικών απολύσεων, β) κατά παράβαση των υποχρεώσεων έγκαιρης ενημέρωσης και διαβούλευσης που απορρέουν από το ΠΔ 240/2006, αλλά και από συναφείς συμφωνίες που έχουν καταρτισθεί μεταξύ της Διοίκησης της αναιρεσίβλητης και των εκπροσώπων των εργαζομένων, γεγονός που καθιστά άκυρες τις καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 174 ΑΚ, άλλως του άρθρου 281 ΑΚ, άλλως γ) κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, διότι η αναιρεσίβλητη, επιδεικνύοντας φανερά αντιφατική συμπεριφορά προέβη σε αιφνίδια και αδικαιολόγητη, δεδομένης της οικονομικής ευρωστίας και βιωσιμότητας αυτής, διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου της και καταγγελία των συμβάσεων εργασίας του συνόλου των εργαζομένων, προσβάλλοντας δυσανάλογα τα έννομα αγαθά των εναγόντων, παρά το γεγονός ότι η επιχειρηματική της δράση επέτρεπε ηπιότερες λύσεις και εξυπηρετείτο από αυτές και δ) κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 3198/55 λόγω μη καταβολής της προσήκουσας αποζημίωσης απόλυσης.

Με βάση τα προαναφερόμενα, ζήτησαν : α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, β) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να αποδέχεται τις νομίμως προσφερόμενες υπηρεσίες τους με την απειλή χρηματικής ποινής, ποσού 300 ευρώ για κάθε ημέρα παραβίασης της εκδοθησόμενης απόφασης, γ) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να τους καταβάλει μισθούς υπερημερίας από την επομένη της άκυρης καταγγελίας της ατομικής σύμβασης εργασίας κάθε ενάγοντος μέχρι τις 31/12/2013, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, άλλως από το τέλος έκαστου μηνός, οπότε ο κάθε μισθός κατέστη απαιτητός έως την πλήρη εξόφληση, επικουρικώς δε, για την περίπτωση της απόρριψης του κυρίου αιτήματος περί αναγνώρισης της ακυρότητας των καταγγελιών τους, τη διαφορά της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκάστου ενάγοντος, άλλως από την επίδοση της αγωγής έως την πλήρη εξόφληση, όπως τα ποσά αυτά προσδιορίζονται λεπτομερώς στο αγωγικό δικόγραφο.

3. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας), με την υπ' αριθμόν 12/2015 απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη κατά την κύρια βάση αυτής. Εναντίον της απόφασης αυτής η αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας την από 2-3-2015 και με αρ. κατ. δικ. 54/2015 και αρ. προσδιορισμού 107/2015 έφεση.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την με αριθμό 225/2017 απόφασή του, αφού έκρινε, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης της αναιρεσίβλητης, ότι η εκκληθείσα έσφαλε ως προς την ερμηνεία του άρθρου 4 του ΠΔ 240/2006, δέχθηκε την έφεσή της, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και α) απέρριψε την αγωγή ως προς όλους τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, πλην του έκτου Ν.

Α. και του δέκατου Α. Α., β) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τον 6° από τους ενάγοντες Ν. Α. και συγκεκριμένα απέρριψε το κύριο αίτημα της αγωγής για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και επιδίκαση μισθών υπερημερίας και έκανε εν μέρει δεκτό το επικουρικό αίτημα περί συμπλήρωσης της αποζημίωσης, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει ως οφειλόμενη ελλείπουσα αποζημίωση στον έκτο ενάγοντα νομιμοτόκως το ποσό των 264,84 ευρώ, γ) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τον δέκατο ενάγοντα Α.

Α. και συγκεκριμένα αναγνώρισε την ακυρότητα της από 1.7.2013 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους της εναγομένης και υποχρέωσε την τελευταία να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας το συνολικό ποσό των 12.389,55 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση.

4. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2, 3 παρ. 1 και 6 παρ. 1 του Ν. 1387/1983, με τον οποίο έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 75/129 του Συμβουλίου της 17ης Δεκεμβρίου 1975 "περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών - μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις", όπως η παράγραφος 2 του άρθρου 1 έχει αντί κατασταθεί με το άρθρο 74 παρ. 1 Ν. 3863/2010, ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: "Ομαδικές απολύσεις θεωρούνται όσες γίνονται από επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν περισσότερους από είκοσι εργαζόμενους για λόγους που δεν αφορούν το πρόσωπο των απολυομένων και υπερβαίνουν κάθε ημερολογιακό μήνα τα όρια της επόμενης παραγράφου", "Τα όρια πέρα από τα οποία οι απολύσεις θεωρούνται ομαδικές καθορίζονται από τον αριθμό TOU προσωπικού που απασχολείται στην αρχή του μήνα και είναι τα εξής:

α) Μέχρι έξι (6) εργαζόμενους για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν είκοσι (20) έως εκατόν πενήντα (150) εργαζόμενους, β) Ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) του προσωπικού και μέχρι τριάντα (30) εργαζόμενους για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, που απασχολούν πάνω από εκατόν πενήντα (150) εργαζόμενους. Το ποσοστό αυτό καθορίζεται για κάθε ημερολογιακό εξάμηνο και ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς εργασίας με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η οποία εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως", "Οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται στο προσωπικό που απασχολείται με σχέση εργασίας σε όλες τις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις του ιδιωτικού τομέα καθώς και του Δημοσίου των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, που ασκούνται σύμφωνα με τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας.

Ως σχέση εργασίας νοείται εκείνη που δημιουργείται από την πραγματική απασχόληση του εργαζόμενου, ανεξάρτητα από το κύρος της σύμβασης εργασίας. Ο εργοδότης, πριν προχωρήσει σε ομαδικές απολύσεις, οφείλει να προέλθει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων με σκοπό να ερευνηθεί η δυνατότητα αποφυγής ή μείωσης των απολύσεων και των δυσμενών συνεπειών τους και ομαδικές απολύσεις, που γίνονται κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου αυτού είναι άκυρες".

Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Ν. 1387/1983 συνάγεται ότι κρίσιμο χρονικό σημείο, βάσει του οποίου καθορίζεται το ως άνω όριο, καθ' υπέρβαση του οποίου οι απολύσεις των επί σχέσει εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εργαζομένων, τις οποίες επιχειρεί ο εργοδότης στα πλαίσια οικονομοτεχνικών μεταβολών, κατά την άσκηση της επιχειρηματικής του δραστηριότητος, θεωρούνται ομαδικές, είναι η αρχή του μηνός, κατά τον οποίον ο εργοδότης εξωτερικεύει την πρόθεσή του να προβεί σε απολύσεις και όχι του μηνός, κατά τον οποίον θα υλοποιηθούν τελικώς οι απολύσεις και θα λυθούν οι καταγγελθείσες συμβάσεις εργασίας.

Η εξωτερίκευση της βουλήσεως του εργοδότη γίνεται είτε όταν προέλθει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων σχετικώς με τις σχεδιαζόμενες απολύσεις, είτε, εάν δεν προέλθει προηγουμένως σε διαπραγματεύσεις, όταν περιέλθουν στους εργαζομένους τα καταγγελτήρια των συμβάσεών τους εργασίας, τούτο δε ισχύει και εάν οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας γίνονται υπό προειδοποίηση συμφώνως προς την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 1 εδ.

α' Ν. 2112/1920, αφού η κοινοποίηση στον εργαζόμενο της καταγγελίας της συμβάσεως του εργασίας αποτελεί την έκφραση της αποφάσεως περί διακοπής της σχέσεως εργασίας, η δε εν τοις πράγμασι λήξη της εν λόγω σχέσεως κατά την παρέλευση της προθεσμίας προειδοποιήσεως, συνιστά απλώς και μόνον το αποτέλεσμα της εν λόγω αποφάσεως.

Η ανωτέρω ερμηνεία προκύπτει σαφώς και από την αιτιολογική έκθεση του Ν. 1387/1983, στην οποία, κεφ. Β' αρ. 4, διαλαμβάνονται τα εξής: "τα όρια πέρα από τα οποία οι απολύσεις χαρακτηρίζονται ομαδικές προσδιορίζονται κάθε φορά σε σχέση με τον αριθμό του προσωπικού που απασχολείται στην αρχή του μήνα, κατά τον οποίον ο εργοδότης εκδηλώνει τη βούλησή του να πραγματοποιήσει ομαδικές απολύσεις", και από την γραμματική διατύπωση της ως άνω διατάξεως του άρθρου 3 παρ. 1 Ν. 1387/1983 Ό εργοδότης πριν προχωρήσει σε ομαδικές απολύσεις οφείλει να προέλθει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων ..." θεσπίζουσα υποχρέωση του εργοδότη να προέλθει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, προτού προβεί σε καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας, είναι δε συμβατή και προς την Οδηγία 98/59, με την οποία έχουν κωδικοποιηθεί οι διατάξεις της προαναφερομένης Οδηγίας 75/129 ως και της μεταγενεστέρως εκδοθείσης οδηγίας 92/56.

5. Σύμφωνα με τις διατάξεις του προεδρικού διατάγματος 240/2006 (ΦΕΚ Α' 252/16.11.2006) "Περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων", το οποίο εκδόθηκε προκειμένου να προσαρμοσθεί ελληνική νομοθεσία προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2002/14/ΕΚ της 11.3.2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (E.E.L 80/23.3.2002), ορίζονται τα ακόλουθα : 1) Στο άρθρο 2 αυτού, υπό τον τίτλο "Σκοπός και Αρχές", ότι "1.

Σκοπός του παρόντος προεδρικού διατάγματος είναι η προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2002/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2002 "περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα" (EEL 80 της 23.3.2002), με στόχο τη θέσπιση ενός γενικού πλαισίου που καθορίζει τις ελάχιστες απαιτήσεις όσον αφορά το δικαίωμα για ενημέρωση και διαβούλευση των εργαζομένων στις επιχειρήσεις ή εγκαταστάσεις στην Ελληνική επικράτεια. 2.

Οι πρακτικές λεπτομέρειες ενημέρωσης και διαβούλευσης καθορίζονται και εφαρμόζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας και τις εργασιακές πρακτικές, ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματικότητά τους. 3. Κατά τον καθορισμό ή την εφαρμογή των πρακτικών λεπτομερειών ενημέρωσης και διαβούλευσης, ο εργοδότης και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων εργάζονται με πνεύμα συνεργασίας, σεβόμενοι αμοιβαία τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις και λαμβάνοντας υπόψη τους τόσο τα συμφέροντα της επιχείρησης ή της εγκατάστασης όσο και εκείνα των εργαζομένων", 4.

Οι διατάξεις του παρόντος δεν έχουν εφαρμογή στα πληρώματα των ποντοπόρων πλοίων", 2) Στο άρθρο 3 αυτούς υπό τον τίτλο "Πεδίο εφαρμογής"( ότι "Το παρόν Προεδρικό Διάταγμα εφαρμόζεται: α) στις επιχειρήσεις που απασχολούν τουλάχιστον 50 εργαζόμενους και β) στις εγκαταστάσεις που απασχολούν τουλάχιστον 20 εργαζόμενους.

Τα κατώτατα όρια των απασχολουμένων εργαζομένων στην επιχείρηση ή εγκατάσταση καθορίζονται σύμφωνα με τον αριθμό των εργαζομένων στην αρχή του ημερολογιακού μήνα, κατά τον οποίο τίθεται θέμα εφαρμογής του παρόντος, ανεξάρτητα από τις τυχόν μεταγενέστερες μεταβολές του αριθμού των απασχολουμένων κατά το διάστημα του μήνα.", 3) Στο άρθρο 4, υπό τον τίτλο "Πρακτικές λεπτομέρειες ενημέρωσης και διαβούλευσης" : "1.

Σύμφωνα με τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 1 και με την επιφύλαξη των τυχόν υφιστάμενων ευνοϊκότερων για τους εργαζόμενους διατάξεων ή πρακτικών, οι πρακτικές λεπτομέρειες άσκησης του δικαιώματος ενημέρωσης και διαβούλευσης στο ανάλογο επίπεδο, καθορίζονται ως ακολούθως: 2. Η ενημέρωση και διαβούλευση καλύπτουν:

α) την ενημέρωση σχετικά με την πρόσφατη και την πιθανή εξέλιξη των δραστηριοτήτων και της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης ή της εγκατάστασης, β) την ενημέρωση και τη διαβούλευση σχετικά με την κατάσταση, τη διάρθρωση και την πιθανή εξέλιξη της απασχόλησης μέσα στην επιχείρηση ή εγκατάσταση, καθώς και τα μέτρα πρόληψης που ενδεχομένως προβλέπονται σε περίπτωση ιδίως που η απασχόληση απειλείται, γ) την ενημέρωση και τη διαβούλευση σχετικά με αποφάσεις που μπορούν να επιφέρουν ουσιαστικές μεταβολές στην οργάνωση της εργασίας ή στις συμβάσεις εργασίας, συμπεριλαμβανομένων όσων καλύπτονται από τις ισχύουσες διατάξεις του ν. 1387/1983 'Έλεγχος ομαδικών απολύσεων και άλλες διατάξεις" [ΦΕΚ110 Α') και του π.δ. 178/2002 "Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων, ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου" (ΦΕΚ 162 Α'), 3.

Η ενημέρωση πραγματοποιείται κατά τον κατάλληλο χρόνο, τρόπο και περιεχόμενο, ώστε να μπορούν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να προβαίνουν στη δέουσα εξέταση και να προετοιμάζονται ενδεχομένως για διαβουλεύσεις, 4. Η διαβούλευση πραγματοποιείται: α) κατά τον κατάλληλο χρόνο, τρόπο και περιεχόμενο, β) στο ενδεδειγμένο επίπεδο διεύθυνσης και εκπροσώπησης ανάλογα με το θέμα που συζητείται, γ) βάσει των σχετικών πληροφοριών που παρέχει ο εργοδότης, σύμφωνα με το άρθρο 2 σημείο στ' και της γνώμης που έχουν δικαίωμα να διατυπώσουν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, δ) κατά τρόπον ώστε οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να μπορούν να συναντήσουν τον εργοδότη και να λαμβάνουν αιτιολογημένη απάντηση στη γνώμη, που ενδεχομένως διατύπωσαν, ε) προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία, όσον αφορά τις αποφάσεις που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του εργοδότη, οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο γ' του άρθρου αυτού.", 4) Στο άρθρο 5 υπό τον τίτλο "Ενημέρωση και διαβούλευση βάσει συμφωνίας", ότι "Οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν, στο κατάλληλο επίπεδο, συμπεριλαμβανομένου του επιπέδου της επιχείρησης ή της εγκατάστασης, να καθορίζουν ελεύθερα και οποτεδήποτε, μέσω συμφωνίας, τις πρακτικές λεπτομέρειες ενημέρωσης και διαβούλευσης των εργαζομένων.

Οι συμφωνίες αυτές και οι συμφωνίες, που υφίστανται κατά την 23.3.2005, καθώς και οποιεσδήποτε μεταγενέστερες ανανεώσεις αυτών, μπορούν να προβλέπουν, τηρουμένων των αρχών που αναφέρονται στο άρθρο 1 του παρόντος διατάγματος και υπό τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς της ισχύουσας νομοθεσίας, διατάξεις διαφορετικές από αυτές του άρθρου 4.",5) Στο άρθρο 6, υπό τον τίτλο "Εμπιστευτικές πληροφορίες", ότι, "1.

Υπό τις προϋποθέσεις και εντός των ορίων που θέτει η ισχύουσα νομοθεσία, οι εκπρόσωποι των εργαζομένων και οι εμπειρογνώμονες, που ενδεχομένως τους επικουρούν, δεν επιτρέπεται να αποκαλύπτουν στους εργαζόμενους ή σε τρίτους πληροφορίες που τους ανακοινώθηκαν ρητά ως εμπιστευτικές χάριν προστασίας των νομίμων συμφερόντων της επιχείρησης ή της εγκατάστασης.

Η υποχρέωση αυτή εξακολουθεί να υφίσταται οπουδήποτε και αν ευρίσκονται, ακόμη και μετά τη λήξη της θητείας τους. 2. Σε ειδικές περιπτώσεις και υπό τους όρους της ισχύουσας νομοθεσίας, ο εργοδότης δεν υποχρεούται να ανακοινώσει πληροφορίες ή να προβεί σε διαβουλεύσεις, όταν η φύση τους είναι τέτοια που, αντικειμενικώς, θα εμπόδιζαν σοβαρά τη λειτουργία της επιχείρησης ή της εγκατάστασης, ή θα έθιγαν αυτή.3.

Με την επιφύλαξη των υφισταμένων διοικητικών ή δικαστικών διαδικασιών, σε περίπτωση που ο εργοδότης απαιτεί εμπιστευτικότητα ή δεν παρέχει πληροφορίες σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να προσφύγουν με σχετική αίτησή τους στο Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης, το οποίο κρίνει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

Το δικαστήριο με την απόφασή του μπορεί να λάβει το κατά την κρίση του προσήκον μέτρο, είτε για την παροχή των πληροφοριών, είτε για τη διασφάλιση και την προστασία της εμπιστευτικότητάς τους.",6) Στο άρθρο 7, υπό τον τίτλο "Προστασία των εκπροσώπων των εργαζομένων", ότι "1. Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων απολαύουν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, της προβλεπόμενης από τις ισχύουσες διατάξεις προστασίας και των προβλεπόμενων εγγυήσεων και διευκολύνσεων, ώστε να μπορούν να επιτελούν απερίσπαστοι τα καθήκοντα, που τους έχουν ανατεθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 5, 9 και 10 και του άρθρου 15 του ν. 1264/1982 "Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων" (ΦΕΚ 79 Α' και του άρθρου 9 παρ. 1 και 3 του ν. 1767/1988 "Συμβούλια εργαζομένων και άλλες εργατικές διατάξεις - Κύρωση της 135 διεθνούς σύμβασης εργασίας" [ΦΕΚ 63 Α2].

Επίσης, στους εκπροσώπους των εργαζομένων χορηγείται άδεια με αποδοχές για το χρόνο που απαιτείται να εκπληρώνουν τα καθήκοντα, που απορρέουν από το παρόν Προεδρικό Διάταγμα. 3. Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων οφείλουν να ασκούν τα καθήκοντά τους με τρόπο που να μην εμποδίζεται η ομαλή λειτουργία της επιχείρησης και ο εργοδότης υποχρεούται να παρέχει σ' αυτούς κάθε δυνατή διευκόλυνση για την άσκηση των καθηκόντων τους.",7) Τέλος, στο άρθρο 8, υπό τον τίτλο "Προστασία των δικαιωμάτων", ότι "1.

Απαγορεύεται στους εργοδότες ή σε πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό τους ή σε οποιοδήποτε τρίτο να προβαίνουν σε πράξεις ή παραλείψεις με σκοπό να παρακωλύουν την άσκηση των δικαιωμάτων των εκπροσώπων των εργαζομένων, που απορρέουν από το παρόν διάταγμα. 2. α) Η μη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 6 του παρόντος διατάγματος συνεπάγεται την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 16 του ν. 2639/1998 "Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ 205 Α'), όπως ισχύει, β) Η παράβαση των διατάξεων του άρθρου 7 και της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, συνεπάγεται την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 16 του ν. 2639/1998, όπως ισχύει.".

Περαιτέρω, στο άρθρο 8 της παραπάνω Οδηγίας, για την ενσωμάτωση της οποίας στο εθνικό δίκαιο εκδόθηκε το ανωτέρω ΠΔ, υπό τον τίτλο "Προστασία των δικαιωμάτων", ορίζεται ότι "1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν τα δέοντα μέτρα για τις περιπτώσεις μη τήρησης της παρούσας οδηγίας από τον εργοδότη ή από τους εκπροσώπους των εργαζομένων ιδιαίτερα, φροντίζουν να υπάρχουν κατάλληλες διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες που να επιβάλλουν την εκπλήρωση των εκ της παρούσας οδηγίας υποχρεώσεων. 2.

Τα κράτη μέλη προβλέπουν τις κατάλληλες επιβλητέες κυρώσεις, όταν ο εργοδότης ή οι εκπρόσωποι των εργαζομένων παραβαίνουν την παρούσα οδηγία. Οι κυρώσεις αυτές πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές.". Οι λοιπές διατάξεις της Οδηγίας συνιστούν ακριβή διατύπωση των παραπάνω διατάξεων του ΠΔ 240/2006 γι' αυτό και δεν επαναλαμβάνονται εν προκειμένω.

Ακολούθως, στο άρθρο 174 ΑΚ ορίζεται άτι "η δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη ταυ νόμου, αν δε συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη", ενώ στο άρθρο 180 ΑΚ ορίζεται ότι "Η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε." Από την ερμηνεία των προαναφερθεισών διατάξεων προκύπτει ότι η επιβολή προστίμου ως κύρωση για την μη τήρηση των διατάξεων τού π.δ. 240/2006 είναι σύμφωνη με την διάταξη τού άρθρου 8 της οδηγίας 2002/14/ΕΚ, η οποία υποχρεώνει τα κράτη -μέλη να επιβάλουν την εφαρμογή της οδηγίας καθιερώνοντας διαζευκτικώς και κατ' επιλογήν της νομοθετικής εξουσίας είτε διοικητικές είτε δικαστικές κυρώσεις.

Επομένως, η διαβούλευση δεν έχει ταχθεί ως όρος του κύρους των εργοδοτικών αποφάσεων, όπως προκύπτει από την διατύπωση τού συνόλου των διατάξεων τού π.δ. 260/2006, γι' αυτό και δεν εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση οι διατάξεις των άρθρων 174 και 180 Α. Κ. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι όποτε ο νομοθέτης θέλησε να επέλθει ακυρότητα απολύσεως λόγω παραβιάσεως διατάξεως νόμου, το προέβλεψε ρητώς (π.χ.

άρθρο 3, 6 §1 ν. 1387/83). Ακολούθως, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 1/2016).

6.Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 4 και 8 του Π.Δ. 240/2006, 174 ΚΑΙ 180 ΑΚ κύρια βάση της αγωγής, παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.

Επ'αυτού, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα εξής: Ότι η ως άνω βάση της αγωγής των εναγόντων, επί της οποίας οι τελευταίοι στηρίζουν την αξίωσή τους για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας των εργασιακών συμβάσεών τους, που επήλθε ως συνέπεια της απόφασης της εναγομένης να διακόψει οριστικά την λειτουργία του εργοστασίου της στη Χαλκίδα, για το λόγο ότι η τελευταία παρέλειψε και δεν τήρησε την υποχρέωσή της να τους ενημερώσει προηγουμένως σχετικά και να διαβουλευθεί μαζί τους, ισχυριζόμενοι ότι η κύρωση αυτή (ακυρότητα) πρέπει να επιβληθεί ως αναγκαίο και αποτελεσματικό μέτρο, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ, για την επίτευξη του σκοπού της διάταξης του άρθρου 4 του ΠΔ 240/2006, όπως αυτή ερμηνεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις της Οδηγίας 2002/14/ΕΚ, είναι νόμω αβάσιμη.

Τούτο διότι, η επικαλούμενη συμπεριφορά της εναγομένης και αληθής υποτιθέμενη δεν συνεπάγεται, κατά το νόμο, την ανωτέρω κύρωση, καθόσον η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 περιπτ. α' του ΠΔ 240/2006 προβλέπει ότι, επί μη συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την, ενδιαφέρουσα εν προκειμένω και επικαλούμενη από τους ενάγοντες, διάταξη του άρθρου 4 αυτού, επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις σύμφωνα με το άρθρο 16 του ν. 2639/1998 "Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ 205 Α'), όπως αυτό ισχύει και ήδη ενόψει της κατάργησης του παραπάνω άρθρου με το άρθρο 33 παρ. 14 του νόμου 3996/2011, άρθρα 22 και 23 του νόμου 3996/2011.

Ότι ενόψει δε της σαφούς και μονοσήμαντης γραμματικής διατύπωσης της διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 2 περιπτ. Α' του ΠΔ 240/2006, το οποίο συμφωνεί απολύτως με το αντίστοιχο άρθρο 8 της Οδηγίας 2002/14/ΕΚ, δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση σύγκρουσης εθνικού και κοινοτικού δικαίου και, συνακόλουθα, ερμηνείας του πρώτου σύμφωνης με το περιεχόμενο και τους σκοπούς του δεύτερου.

Ότι (ειδικότερα, δεν διαπιστώνεται αντίθεση μεταξύ των παραπάνω διατάξεων, αφού η επιλογή του εθνικού νομοθέτη για επιβολή διοικητικών κυρώσεων από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας είναι εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας, την οποία το άρθρο 8 της Οδηγίας καταλείπει στα κράτη μέλη, στα οποία επιβάλει την υποχρέωση να φροντίζουν, ώστε να υπάρχουν οι κατάλληλες διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες που να επιβάλλουν την εκπλήρωση των εκ της οδηγίας υποχρεώσεων (παρ. 1) και να προβλέπουν τις κατάλληλες επιβλητέες κυρώσεις, όταν ο εργοδότης ή οι εκπρόσωποι των εργαζομένων παραβαίνουν αυτή, οι οποίες πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές (παρ. 2).

Ότι, επομένως, κατά την κοινοτική νομοθεσία η επιβολή διοικητικής κύρωσης, μέσω διοικητικής διαδικασίας, θεωρείται το ίδιο αποτελεσματική, ανάλογη και αποτρεπτική με οποιαδήποτε δικαστική κύρωση και διαδικασία, γΓ αυτό και στο κείμενο του άρθρου 8 της παραπάνω Οδηγίας τα δύο αυτά είδη κυρώσεων και διαδικασιών προβλέπονται διαζευκτικά.

Επομένως, υφίσταται συμφωνία της παραπάνω εθνικής και κοινοτικής διάταξης. Ακολούθως, το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την ως άνω κύρια βάση της αγωγής. Έτσι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, το Εφετείο με την ως άνω κρίση του ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και συνακόλουθα ο 1ος λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

7. Με τον 2° από τους λόγους αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 παρ. 2, 281 και 288 ΑΚ και 17 παρ. 1 και 106 παρ. 2, 22 παρ. 2 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος κρίνοντας ότι τα επικαλούμενα από αυτούς περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης να προβεί στις ένδικες καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, ήτοι αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., πλημμέλεια.

Σχετικά με τον λόγο αυτό, οι παραδοχές της προσβαλλομένης έχουν ως εξής: Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες, επιχειρούν να στηρίξουν τις ένδικες αξιώσεις τους για αναγνώριση της ακυρότητας των επίδικων καταγγελιών των εργασιακών συμβάσεών τους, καθώς και για, συνεπεία αυτής της ακυρότητας, καταβολή των αιτούμενων μισθών υπερημερίας, επικαλούμενοι ότι αυτές είναι καταχρηστικές, ως συνέπεια της απόφασης της εναγομένης να διακόψει οριστικά την λειτουργία του εργοστασίου της στη Χαλκίδα για λόγους οικονομοτεχνικούς, τους οποίους η ίδια (εναγόμενη) με υπαιτιότητα της προκάλεσε, χωρίς μάλιστα προηγουμένως είτε να ενημερώσει σχετικά τους εκπροσώπους των εργαζομένων και να διαβουλευθεί με αυτούς, είτε να ερευνήσει την λήψη άλλων -πλην της ανωτέρω απόφασης για παύση της λειτουργίας του συγκεκριμένου εργοστασίου- προσφορότερων και "ηπιότερων μέσων.

Ειδικότερα, οι ενάγοντες, με την, ως άνω, αγωγική βάση, ισχυρίζονται ότι α) η εναγόμενη εταιρεία αποφάσισε να διακόψει οριστικά τη λειτουργία του εργοστασίου της στην Χαλκίδα, επικαλούμενη την πτώση των αριθμών της παραγωγής και των πελατών, κατάσταση που η ίδια δημιούργησε και μεθόδευσε, αφενός μεν διά της κατάργησης της εναλλασσόμενης βάρδιας, καίτοι επρόκειτο για εργοστάσιο συνεχούς λειτουργίας επί 24ώρου βάσεως και της μεταφοράς της παραγωγής του στα άλλα δύο εργοστάσιά της, που λειτουργούν στο Βόλο και στο ..., αφετέρου με το να επιβάλει σύστημα εκ περιτροπής εργασίας, παρά το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι στα άλλα δύο προαναφερόμενα εργοστάσιά της εργάζονταν καθ' υπέρβαση του νόμιμου ωραρίου τους μη λαμβάνοντας ρεπό, β) ότι τούτο έπραξε η εναγόμενη προκειμένου να καταστεί δυνατή, διά της επικλήσεώς της ανωτέρω κατάστασης, η υλοποίηση της πιο πάνω απόφασής της και η συνεπεία αυτής απόλυση όλων των εργαζομένων του εργοστασίου, παρά το γεγονός ότι η πραγματικότητα ήταν πως το εργοστάσιο στη Χαλκίδα αποτελούσε οικονομικά βιώσιμη, σύγχρονη, άκρως ανταγωνιστική και κερδοφόρα επιχείρηση, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην αγωγή και (γ) ότι η εναγόμενη, επικαλούμενη τη μείωση της παραγωγής και της ζήτησης, αναφορικά με το συγκεκριμένο εργοστάσιο, αποφάσισε να το κλείσει , χωρίς προηγουμένου να μετέλθει άλλων ηπιότερων αποφάσεων και συγκεκριμένα, να διατηρήσει την έστω χαμηλή παραγωγή του παραπάνω εργοστασίου και ταυτόχρονα να κατανείμει ισομερώς τις εργασίες του συνόλου της επιχείρησής της και στα τρία εργοστάσιά της, αναμένοντας την επανεκκίνηση των έργων υποδομής και την ανάκαμψη της εθνικής οικονομίας ή να μεταβιβάσει το εργοστάσιο της Χαλκίδας σε άλλον ιδιοκτήτη.

Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η σχετική αγωγική βάση, ως προς τα παραπάνω τμήματά της, κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη. Τούτο, διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί των εναγόντων και αληθείς υποτιθέμενοι, δεν μπορούν να επιστηρίξουν την αιτούμενη αξίωσή τους για ακυρότητα των επίδικων καταγγελιών των εργασιακών συμβάσεών τους λόγω καταχρηστικής ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος της εναγόμενης, καθόσον κατατείνουν, άμεσα και έμμεσα, αφενός μεν στον ουσιαστικό έλεγχο της σκοπιμότητας και της αναγκαιότητας της επιχειρηματικής απόφασης της τελευταίας να παύσει οριστικά τη λειτουργία του εργοστασίου της στην Χαλκίδα, προκειμένου να αντιμετωπίσει τους οικονομοτεχνικούς λόγους που επικαλέστηκε, για να δικαιολογήσει την απόφασή της αυτή (πτώση παραγωγής και μειωμένη ζήτηση), συνεπεία των οποίων προέβη στις επίμαχες καταγγελίες, αφετέρου δε στην έρευνα του πως δημιουργήθηκαν οι οικονομοτεχνικές συνθήκες, που οδήγησαν στις επίμαχες καταγγελίες.

Ωστόσο, ένας τέτοιος έλεγχος εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, το οποίο μπορεί να ελέγξει τυχόν καταχρηστικότητα στην άσκηση του δικαιώματος της εναγόμενης να καταγγείλει τις εργασιακές συμβάσεις των εναγόντων ως συνέπεια της παραπάνω εργοδοτικής - επιχειρηματικής απόφασής της, στα κατωτέρω τρία στάδια και δη α) της ύπαρξης οικονομοτεχνικού λόγου και οικονομικού σκοπού, β) της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της επιχειρηματικής απόφασης της εναγόμενης να διακόψει οριστικά τη λειτουργία του εργοστασίου της στη Χαλκίδα και της καταγγελίας των εργασιακών συμβάσεων των εναγόντων και γ) της ορθής επιλογής των εναγόντων ως απολυομένων.

Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, η κατ' ουσίαν έρευνα στα ανωτέρω στάδια δεν είναι δυνατή καθόσον 1ον) οι ενάγοντες δεν επικαλούνται στην αγωγή, πέραν των ανωτέρω, πρόσθετα περιστατικά που να συνιστούν μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία της εναγόμενης ως προς αυτούς, οπότε υπό προϋποθέσεις και εφόσον αποδεικνύονταν, θα καθιστούσαν καταχρηστική την επιλογή της αυτή.

Ειδικότερα, οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ότι η εναγόμενη, καίτοι διέκοψε την λειτουργία του εργοστασίου της στη Χαλκίδα επικαλούμενη πτώση της παραγωγής του, λόγω μειωμένης ζήτησης και κατήγγειλε τις εργασιακές συμβάσεις τους συνεπεία της παραπάνω απόφασής της, εντούτοις συνέχισε την λειτουργία του εργοστασίου της, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο και προσέλαβε άλλους στη θέση τους με μικρότερους μισθούς και με μειωμένα ή καθόλου επιδόματα, αποσκοπώντας όχι πραγματικά στην αντιμετώπιση οικονομοτεχνικών προβλημάτων, αλλά στην μείωση του κόστους εργασίας, ή ότι προσχηματικά επικαλέστηκε τους ανωτέρω λόγους και προσχηματικά έκλεισε το εργοστάσιο της στην Χαλκίδα, προκειμένου να μπορέσει να "απαλλαγεί" από τους ενάγοντες, απολύοντας τους, επειδή ήταν ανεπιθύμητοι στην διοίκησή της λόγω της συνδικαλιστικής δράσης τους, των πολιτικών πεποιθήσεών τους ή για άλλους λόγους.

Αντιθέτως, οι ίδιοι οι ενάγοντες εκθέτουν στην αγωγή τους ότι κατά τον ίδιο τρόπο η εναγόμενη εταιρεία προέβη στην καταγγελία των εργασιακών συμβάσεων σχεδόν του συνόλου των εργαζομένων (229 άτομα) στο εργοστάσιο της στην Χαλκίδα, 2ον) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ανωτέρω απόφασης της εναγομένης και των απολύσεων των εναγόντων είναι αυταπόδεικτος, ενόψει και του προαναφερόμενου ισχυρισμού των τελευταίων περί καταγγελίας των εργασιακών συμβάσεων σχεδόν του συνόλου των εργαζομένων σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από τις επίδικες.

Άλλωστε, η πρώτη κύρια βάση της αγωγής, στηρίζεται στον ισχυρισμό των εναγόντων περί ακυρότητας των επίμαχων καταγγελιών, κατά παράβαση των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας περί ομαδικών απολύσεων, μετά την απόφαση της διοίκησης και δη του Υπουργού Εργασίας να μην εγκρίνει τις αιτούμενες από την εναγόμενη απολύσεις 229 εργαζομένων στο εργοστάσιο της Χαλκίδας, μετά την οριστική διακοπή της λειτουργίας αυτού, κι όχι μόνο αυτές των εναγόντων και 3ου) οι ενάγοντες δεν ισχυρίζονται και δεν εκθέτουν στην αγωγή τους περιστατικά που να υποδηλώνουν ότι η εναγόμενη εργοδότρια επέλεξε να απολύσει ειδικά αυτούς, προκειμένου να ανταπεξέλθει στα επικαλούμενα οικονομικά προβλήματα του εργοστασίου της στην Χαλκίδα, χωρίς να τηρήσει αντικειμενικά, υπηρεσιακά και κοινωνικά, κριτήρια σε σύγκριση με άλλους συναδέλφους τους, που έπρεπε να απολυθούν και δεν απολύθηκαν και συγκεκριμένα, δεν εκθέτουν τις ανάγκες την αρχαιότητα, την ηλικία, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των ίδιων και άλλων απολυτέων συναδέλφων τους.

Αντιθέτως, οι ενάγοντες βάλλουν κατά της επιχειρηματικής απόφασης της εναγομένης να παύσει την λειτουργία του εργοστασίου της στη Χαλκίδα και ζητούν να ελεγχθεί η απόφαση αυτή υπό το πρίσμα και πνεύμα της καταχρηστικότητας βάσει του άρθρου 281 ΑΚ, έλεγχος, ο οποίος δεν είναι επιτρεπτός.

Ότι, περαιτέρω, οι ενάγοντες, με το επικουρικό αίτημα της δεύτερης κύριας βάσης της αγωγής και με την τρίτη αγωγική βάση, επικαλούνται ότι οι επίμαχες καταγγελίες των εργασιακών συμβάσεων τους ως γενόμενες συνεπεία της ανωτέρω απόφασης της εναγομένης για διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου της στη Χαλκίδα, η οποία (απόφαση) λήφθηκε άνευ προηγούμενης ειδοποίησης και διαβούλευσης μεταξύ των εκπροσώπων της εργοδότριας και των εργαζομένων και κατά παράβαση της έως τότε επιχειρησιακής πρακτικής, είναι άκυρες ως ασκούμενες κατά κατάχρηση TOU σχετικού δικαιώματος της εναγομένης , καθόσον μάλιστα είχε δημιουργηθεί στους ενάγοντες η πεποίθηση ότι δεν κινδυνεύουν οι θέσεις εργασίας τους.

Τα ανωτέρω επικαλούμενα περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν μπορούν να θεμελιώσουν κατά νόμο την επικαλούμενη καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης να καταγγείλει τις εργασιακές συμβάσεις των εναγόντων. Τούτο διότι, με τους ανωτέρω αγωγικούς ισχυρισμούς, που συνίστανται στο ότι λόγω του αιφνιδιαστικού χαρακτήρα της ανωτέρω επιχειρηματικής απόφασης περί οριστικής διακοπής του παραπάνω εργοστασίου, συνεπεία της οποίας έλαβαν χώρα οι επίμαχες καταγγελίες, αυτές ασκήθηκαν κατά κατάχρηση του σχετικού εργοδοτικού δικαιώματος, επιχειρείται, κατ' έμμεσο τρόπο, ο ουσιαστικός δικαστικός έλεγχος της οικονομικής σκοπιμότητας και αναγκαιότητας της παραπάνω επιχειρηματικής απόφασης της εναγομένης εργοδότριας, ο οποίος δεν είναι δυνατός.

Όπως δε αναλυτικά προεκτέθηκε, επί καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης για λόγους οικονομοτεχνικούς ο δικαστικός έλεγχος της καταχρηστικής ασκήσεως του σχετικού εργοδοτικού δικαιώματος διέρχεται των προαναφερόμενών τριών σταδίων.

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει σε κατ' ουσίαν έρευνα των σταδίων αυτών. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, οι ενάγοντες δεν εκθέτουν στην αγωγή τους ποια ήταν η προγενέστερη εκείνη συμπεριφορά της εναγομένης που τους δημιούργησε εύλογα και δικαιολογημένα την πεποίθηση ότι το εργοστάσιο της Χαλκίδας θα συνεχίσει να λειτουργεί, ενόψει και των διαλαμβανόμενων στην αγωγή (αντιφατικών) ισχυρισμών των ίδιων, ότι η εναγόμενη στο άμεσο παρελθόν και δη τον Δεκέμβριο του 2012 είχε επιχειρήσει την εφαρμογή στο παραπάνω εργοστάσιο του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας, το οποίο τελικά δεν εφαρμόστηκε, λόγω αποτυχίας των σχετικών διαβουλεύσεων ανάμεσα στους εκπροσώπους της εργοδότριας και των εργαζομένων. Ακολούθως, και οι παραπάνω αγωγικές βάσεις κρίνονται απορριπτέες ως νόμω αβάσιμες ". Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές, που συμπυκνώνονται στο γεγονός ότι η επιχειρηματική συμπεριφορά της εργοδότριας να διακόψει τη λειτουργία του εργοστασίου της στη Χαλκίδα, όταν εκδηλώνεται στα ως άνω πλαίσια, δεν ελέγχεται ως καταχρηστική, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και συνακόλουθα ο 2ος λόγος αναίρεσης κατά τα δύο σκέλη του είναι αβάσιμος.

8. Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων κλπ., ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αποτελούν οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 3/1997), και όχι και οι μη νόμιμοι, επουσιώδεις και αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν' απαντήσει, ούτε η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν στοιχειοθετείται, όμως, σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό, απορρίπτει δηλ. αυτόν "εκ των πραγμάτων" κατ' ουσίαν. ( ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 10712020).

9. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη κατά την απόρριψη ως μη νόμιμου του ως άνω ισχυρισμού των εναγόντων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της εναγομένης να καταγγείλει τις ένδικες συμβάσεις εργασίας τους εξής πραγματικούς ισχυρισμούς: 1) Ότι η αναιρεσίβλητη με την καταγγελία των ως άνω συμβάσεων εργασίας χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους παραβίασε σχετική ενοχική υποχρέωση που είχε αναλάβει με ενοχικές συλλογικές συμφωνίες. 2) Ότι η αναιρεσίβλητη επτά μήνες πριν το κλείσιμο του εργοστασίου μείωσε το μετοχικό της κεφάλαιο κατά 70 εκατ.

ευρώ με σκοπό την επιστροφή του ποσού αυτού στους μετόχους, ενώ ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής διαβεβαίωνε ότι μετά τη μείωση αυτή, θα διασφαλιζόταν η απρόσκοπτη λειτουργία της εταιρίας. 3) Ότι η αναιρεσίβλητη, τρεις μήνες πριν το κλείσιμο του εργοστασίου, επέβαλε σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης με την μορφή της μίας μόνο ημέρας λιγότερης ανά εβδομάδα, διαβεβαιώνοντας τους αναιρεσείοντες ότι με το μέτρο αυτό διασφαλίζεται η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του εργοστασίου, ενώ την ίδια περίοδο απασχολούσε υπερεντατικά τους εργαζομένους της στα άλλα δύο εργοστάσιά της.

Οι ισχυρισμοί αυτοί όμως δεν αποτελούν "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων κλπ., ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αλλά επιχειρήματα των εναγόντων υπέρ των απόψεών τους περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας , που δεν μπορούν να στηρίξουν αυτοτελώς την ως άνω ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και ως εκ τούτου ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

10. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια και συγκεκριμένα άτι το Εφετείο με. την κρίση του ότι η ερειδόμενη στο άρθρο 281 ΑΚ βάση της αγωγής, σύμφωνα με την οποία οι επίδικες καταγγελίες έγιναν επί σκοπώ παραβίασης του νόμου περί ομαδικών απολύσεων και συνεπώς είναι άκυρες ως καταχρηστικές, υπό την έννοια ότι η αναιρεσίβλητη κατένειμε σκοπίμως τον αριθμό των απολύσεών τους σε διαδοχικές περιόδους αναφοράς κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να αποφύγει την εφαρμογή των δυσμενών για τα συμφέροντά της αναγκαστικών κανόνων του ν. 1387/1983 και ιδίως την υποχρέωση ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εκπροσώπους των εναγομένων, για την οποία δέχτηκε εσφαλμένα ότι δεν έπρεπε να γίνει σε προγενέστερο των απολύσεων χρονικό διάστημα, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι 1ον) οι επίδικες απολύσεις είναι κάτω του νόμιμου ορίου των ομαδικών απολύσεων και 2ον) δεν επικαλούνται οι ενάγοντες ότι η εναγομένη προέβη σε αυτές αφενός μεν από μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία προς το πρόσωπο τους, αφετέρου δε χωρίς να τηρήσει αντικειμενικά κριτήρια επιλογής των απολυτέων εργαζομένων, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1, 5 και 6 της Οδηγίας 98/59/ΕΚ, 1, 3, 4, 5 και 6 του ν. 1387/1983 καθώς και την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

11. Σχετικά με τον λόγο αυτό το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες, με την πρώτη βάση της κρινόμενης αγωγής τους, επιχειρούν να επιστηρίξουν την αξίωσή τους για αναγνώριση της ακυρότητας των καταγγελιών των εργασιακών συμβάσεων τους και την συνεπεία αυτής, αξίωση για καταβολή των αιτούμενων μισθών υπερημερίας, ισχυριζόμενοι ότι η εναγόμενη εργοδότρια παραβίασε τις διατάξεις του Ν. 1387/1983 περί ομαδικών απολύσεων, διότι δεν διαβουλεύθηκε και δεν ενημέρωσε τους εκπροσώπους των εργαζομένων καθόσον, κατά τα διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο, 1ον) έλαβε την απόφαση να παύσει οριστικά την λειτουργία του εργοστασίου της στη Χαλκίδα, στις 25.3.2013, χωρίς, προηγουμένως να καλέσει τους εκπροσώπους των εργαζομένων για διαβούλευση και ενημέρωση, πράττοντας τούτο (κλήση προς διαβούλευση και ενημέρωση) την ίδια ημέρα που ανακοίνωσε την απόφασή της αυτή και συγκεκριμένα, στις 26.3.2013, δι' επιστολής που απέστειλε στο σωματείο των εργαζομένων, καλώντας τους ταυτόχρονα για ενημέρωση, σχετικά με τους λόγους της ειλημμένης αυτής απόφασης και διαβούλευση για εφαρμογή του νόμου περί ομαδικών απολύσεων και συγκεκριμένα, σύμφωνα με την επιστολή αυτή, προκειμένου να τους ανακοινώσει τους λόγους των απολύσεων, τον αριθμό και τις κατηγορίες του προσωπικού, που ασχολείται στο εργοστάσιο της Χαλκίδας, τον αριθμό των εργαζομένων που θα απολυθούν και το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο πρόκειται να συμβεί αυτό, 2ον) κατά το χρονικό διάστημα από 26.3.2013 έως και 29.3.2013, η εναγόμενη αφενός μεν αρνήθηκε να αποδέχεται την εργασία των εργαζομένων στο εργοστάσιο της Χαλκίδας, διατεινόμενη ότι η διακοπή της λειτουργίας αυτού είναι οριστική και άμεση και ως εκ τούτου από την ανακοίνωση της σχετικής απόφασης δεν υφίσταται οποιαδήποτε βιομηχανική, εμπορική ή άλλη δραστηριότητα στο εργοστάσιο, αφετέρου δε επέδωσε στο σωματείο των εργαζομένων έγγραφο, με τίτλο "Στοιχεία του άρθρου 3 του Νόμου 1387/1983", με το οποίο ενημέρωνε εγγράφως τους εκπροσώπους των εργαζομένων ότι το σχέδιο απολύσεων οφείλεται στην απόφαση οριστικής διακοπής λειτουργίας του εργοστασίου παραγωγής τσιμέντου της Χαλκίδας και ότι αφορά διακόσιους είκοσι εννέα (229) εργαζομένους, πλην επτά (7) ατόμων της διοίκησης, των οποίων η διατήρηση της εργασιακής θέσης τους ήταν αναγκαία για την διεκπεραίωση εργασιών συναρτώμενων με την οριστική διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου, 3°ν) συνέχισε να αρνείται την προσφερόμενη εργασία των εργαζομένων παρά την προσφυγή αυτών στην Επιθεώρηση Εργασίας, κατά τη συμφιλιωτική διαδικασία του Ν. 1876/1990, 4ον) στις 16.4.2013 η εναγόμενη αιτήθηκε την έγκριση του Υπουργού Εργασίας για σχέδιο απολύσεων διακοσίων είκοσι εννέα (229) εργαζόμενων, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, 5ον) στις 29.4.2013, 9.5.2013 η εναγόμενη επέδωσε με δικαστικό επιμελητή, σε 11 και 11 συναδέλφους τους, αντίστοιχα, και στις 3.6.2013 στους 9 πρώτους εκ των εναγόντων (και σε μία άλλη συνάδελφο τους που δεν μετέχει στην παρούσα δίκη) και την 1.7.2013 στους λοιπούς δέκα εξ αυτών ατομικά κείμενα καταγγελίας των εργασιακών συμβάσεων τους, παρά το γεγονός ότι είχε προηγηθεί η αρνητική απόφαση του Υπουργού Εργασίας επί του αιτήματος της εναγόμενης για έγκριση σχεδίου ομαδικών απολύσεων, η οποία λήφθηκε στις 26.4.2013, μετά την σύμφωνη γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, το οποίο συγκλήθηκε και συνεδρίασε κατ' αίτηση του παραπάνω Υπουργού, παρουσία των εκπροσώπων της εργοδότριας και των εργαζομένων, στις 24.4.2013 και 6ον) οι ως άνω απολύσεις των εναγόντων χαρακτηρίζονται ως "ομαδικές", σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 1387/1983 και της κοινοτικής οδηγίας 75/129/ΕΚ, καθόσον ο αριθμός των απολύσεων (20 εργαζόμενοι επί συνόλου 214 στην αρχή του μηνός Ιουνίου 2013) αντιστοιχεί σε ποσοστό 9,35% που υπερβαίνει κατά πολύ το ποσοστό 5% που ορίζει ο νόμος, εντός περιόδου αναφοράς τριάντα (30) ημερών ενός ημερολογιακού μήνα και II.

η εναγόμενη εργοδότρια παραβίασε την διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Ειδικότερα, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι, ακόμη και εάν ήθελε κριθεί ότι οι ως άνω γενόμενες απολύσεις τους δεν χαρακτηρίζονται ως- "ομαδικές", υπό την ερμηνευτική εκδοχή ότι η αναφερόμενη στο άρθρο 1 του νόμου 1387/1983 χρονική μονάδα υπολογισμού του κατώτατου ορίου απολύσεων, η υπέρβαση του οποίου ενεργοποιεί την εφαρμογή του νόμου αυτού περί ομαδικών απολύσεων, δηλαδή ο "ημερολογιακός μήνας", είναι το χρονικό διάστημα από την πρώτη έως την τελευταία ημέρα εκάστου μήνα σύμφωνα με το ημερολόγιο, καθόσον τελικώς η εναγομένη κατένειμε τον αριθμό των απολυμένων εναγόντων κατά τρόπο ώστε ανά περίοδο αναφοράς να μην υπερβαίνουν το ποσοστό 5% που τίθεται ως ποσοτικό κριτήριο από το νόμο, πάντως οι απολύσεις αυτές έχουν γίνει κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος της εναγόμενης και δη επί σκοπώ αποφυγής της δέσμευσής της από την προαναφερόμενη απόφαση της διοίκησης να μην εγκρίνει τις αιτούμενες απολύσεις 229 εργαζομένων στο εργοστάσιο της Χαλκίδας και να αποφύγει τις διαβουλεύσεις που απαιτούνται κατά τον ανωτέρω νόμο.

Ιστορείται περαιτέρω στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, υπό τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, η προαναφερθείσα αγωγική βάση κρίνεται μη νόμιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα. Τούτο διότι οι προβαλλόμενοι προς επιστήριξή της ισχυρισμοί των εναγόντων εδράζονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης. Συγκεκριμένα, η διαδικασία που θεσπίζει ο ν. 1387/1983 (διαβούλευση - ενημέρωση εκπροσώπων εργοδότη και εργαζομένων, επί συμφωνίας αυτών απολύσεις σύμφωνα με αυτή, επί μη επίτευξης παρέμβαση της διοίκησης και απόφαση αυτής, που δεσμεύει τον εργοδότη, μη δυνατότητα διενέργειας των απολύσεων, πριν την παρέλευση των ανώτατων χρονικών ορίων του νόμου για ολοκλήρωση των πιο πάνω διαδικασιών), η τήρηση της οποίας είναι αναγκαία, προκειμένου να θεωρούνται νόμιμες και έγκυρες οι ομαδικές απολύσεις, αφορά αυτές τις τελευταίες και όχι την επιχειρηματική απόφαση του εργοδότη συνεπεία της οποίας αυτές σχεδιάζονται, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι ενάγοντες.

Επομένως, η θεσπιζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 3, 4 και 5 ν. 1387/1983 διαδικασία δεν αφορά και δεν απαιτείται να τηρηθεί στο προγενέστερο των απολύσεων χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο εργοδότης λαμβάνει την επιχειρηματική απόφαση, συνεπεία της οποίας παρίσταται ανάγκη να διενεργήσει ομαδικές απολύσεις, αλλά η τήρησή της απαιτείται πριν από τη' διενέργεια των απολύσεων αυτών και συγκεκριμένα κατά το χρονικό διάστημα μετά τη λήψη της επιχειρηματικής απόφασης του εργοδότη και πριν τη διενέργεια των απολύσεων.

Σύμφωνα δε με τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στην κρινόμενη αγωγή, στην ένδικη υπόθεση τηρήθηκαν οι παραπάνω διατάξεις του ν. 1387/1983, καθόσον η εναγομένη αφενός μεν την ίδια ημέρα (26-3-2013), που ανακοίνωσε στους εργαζομένους στο εργοστάσιο της στη Χαλκίδα, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, την από 25-3-2013 επιχειρηματική απόφασή της για οριστική παύση της λειτουργίας αυτού, κάλεσε και τους εκπροσώπους τους για ενημέρωση και διαβούλευση σχετικά με τους λόγους της απόφασης αυτής και τις σχεδιαζόμενες απολύσεις διακοσίων είκοσι εννέα (229) εργαζομένων επί συνόλου διακοσίων τριάντα έξι (236), αφετέρου δε μετά την παρέλευση, στις 15- 4-2013, του νόμιμου χρονικού διαστήματος των διαβουλεύσεων (20ήμερο), υπέβαλε αίτημα στον Υπουργό Εργασίας για έγκριση ομαδικών απολύσεων διακοσίων είκοσι εννέα (229) εργαζομένων.

Περαιτέρω, κατά το σαφές νοηματικό περιεχόμενο του άρθρου 1 §1 του Ν. 1387/1983, το χρονικό διάστημα, βάσει του οποίου υπολογίζονται τα όρια των απολύσεων (κατά αριθμητική μονάδα και ποσοστά, ανάλογα με το σύνολο του δυναμικού των εργαζομένων) που δεν θεωρούνται ομαδικές, είναι ο ημερολογιακός μήνας, δηλαδή το χρονικό διάστημα από την 1η ημέρα κάθε μήνα μέχρι την τελευταία ημέρα αυτού.

Αντίθετη ερμηνεία δεν είναι δυνατή, καθόσον, πέραν της ανωτέρω σαφούς γραμματικής διατυπώσεως της παραπάνω διατάξεως, εάν ο νομοθέτης ήθελε να ορίσει διαφορετική χρονική μονάδα αναφοράς και δη αυτήν των τριάντα ημερών, θα είχε χρησιμοποιήσει ακριβώς αυτήν την φράση, ενόψει και του ότι υπάρχουν μήνες με τριάντα μία ημέρες καθώς και ο Φεβρουάριος με είκοσι οκτώ ή είκοσι εννέα ημέρες.

Επιχείρημα που συνηγορεί προς την ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου, αντλείται και από σαφή γραμματική διατύπωση της διάταξης της δεύτερης παραγράφου του παραπάνω άρθρου, η οποία θέτει ως αφετηριακό χρονικό σημείο υπολογισμού του απασχολούμενου προσωπικού, με βάση το οποίο θα υπολογιστούν και τα όρια των απολύσεων, την πρώτη ημέρα κάθε ημερολογιακού μήνα.

Πρόσθετο επιχείρημα υπέρ της ανωτέρω κρίσης του Δικαστηρίου αντλείται από την υπ' αριθ. 32865/2.9.1983 Εγκύκλιο του Υπουργείου Εργασίας, στην οποία στο κεφάλαιο "Έννοια ομαδικών απολύσεων" αναφέρεται ότι "με τις διατάξεις του άρθρου αυτού (1) κρίθηκε σκόπιμο να διατηρηθεί η μέθοδος που ισχύει μέχρι σήμερα, σύμφωνα με την οποία τα όρια πέρα από τα οποία οι απολύσεις χαρακτηρίζονται ομαδικές, προσδιορίζονται κάθε φορά σε σχέση με τον αριθμό του προσωπικού που απασχολείται στην αρχή του κάθε μήνα, κατά τον οποίο ο εργοδότης εκδηλώνει την βούλησή του να πραγματοποιήσει ομαδικές απολύσεις.

Ζήτημα δε ερμηνείας του άρθρου 1 του Ν. 1387/1983, σύμφωνης με τα διαλαμβανόμενα στην κοινοτική οδηγία 98/59/ΕΚ, στην οποία γίνεται λόγος για απολύσεις που πραγματοποιούνται εντός περιόδου τριάντα ημερών, χωρίς να τίθεται κάποιο συγκεκριμένο, χρονικό σημείο έναρξης της 30θήμερης προθεσμίας, θεωρούμενης ως τέτοιας την αντίστοιχη ημέρα που πραγματοποιούνται οι απολύσεις, δεν συντρέχει ενόψει του ορίου που θέτει σε μία τέτοια ερμηνεία το σαφές νοηματικό περιεχόμενο της παραπάνω εθνικής διάταξης, όπως προκύπτει από τη γραμματική διατύπωσή της.

Ότι, κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η προαναφερθείσα αγωγική βάση (ακυρότητα των επίδικων καταγγελιών; διότι αυτές έλαβαν χώρα κατά κατάχρηση δικαιώματος με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων του ν. 1387/1983 περί ομαδικών απολύσεων) κρίνεται μη νόμιμη και για το λόγο ότι ο αριθμός των απολυόμενων ανά ημερολογιακό μήνα δεν υπερβαίνει το ποσοστό, που ορίζει ο νόμος βάσει του συνόλου των εργαζομένων ( 2140) την 1-6-2013 στο εργοστάσιο της εναγομένης στη Χαλκίδα. 'Οτι, περαιτέρω, ο αγωγικός ισχυρισμός περί ακυρότητας των επίδικων καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, που έλαβαν χώρα μετά την από 26-4-2013 απόφαση του Υπουργού Εργασίας να μην εγκρίνει το αίτημα της εναγομένης για ομαδικές απολύσεις διακοσίων είκοσι εννέα (229) εργαζομένων με σκοπό την παραβίαση της απόφασης αυτής, κρίνεται μη νόμιμος, διότι 1ον) η εναγομένη εργοδότρια νόμιμα προέβη στις επίδικες απολύσεις, οι οποίες είναι κάτω του νόμιμου ορίου των ομαδικών απολύσεων, παρά την ολική απόρριψη του συνόλου των ομαδικών απολύσεων από την διοίκηση, καθόσον οι επίδικες απολύσεις των εναγόντων δεν υπερβαίνουν το όριο που θέτει η διάταξη του άρθρου 1 ν. 1387/1983, πάνω από το οποίο οι γενόμενες απολύσεις θεωρούνται ομαδικές, επιπλέον δε δεν συμπίπτουν με τον αριθμό των απολύσεων (229), που δεν ενέκρινε ο Υπουργός Εργασίας και 2ον) οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ότι η εναγομένη προέβη στις συγκεκριμένες καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους αφενός μεν από μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία προς το πρόσωπο τους, αφετέρου δε χωρίς να τηρήσει αντικειμενικά κριτήρια (κοινωνικά και υπηρεσιακά) επιλογής αυτών προς απόλυση, καθόσον μάλιστα, όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι ίδιοι αναφέρουν στην αγωγή ότι η εναγομένη σχεδίασε και επιχείρησε την απόλυση συνολικά 229 εργαζομένων, μετά δε την απορριπτική απόφαση της διοίκησης προέβη σταδιακά σε απολύσεις, που ανά μήνα δεν υπερβαίνουν τον παραπάνω αριθμό, αλλά ούτε και το όριο που θέτει ο νόμος περί ομαδικών απολύσεων.

Έτσι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και συνακόλουθα ο 4ος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

12.Με τον 5° λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη το προς θεμελίωση της κύριας και επικουρικής βάσης της αγωγής (ακυρότητα καταγγελίας λόγω μη καταβολής της προσήκουσας αποζημίωσης και συμπλήρωση της οφειλόμενης αποζημίωσης αντίστοιχα) ισχυρισμό, ότι το ύψος των μηνιαίων αποδοχών των εναγόντων επί των οποίων έπρεπε να υπολογιστεί η οφειλόμενη σ'αυτούς αποζημίωση λόγω καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους είναι υπέρτερο του εμφαινομένου στις αποδείξεις μισθοδοσίας τους, επί του οποίου η αναιρεσίβλητη υπολόγισε τις αποζημιώσεις τους, διότι η εναγομένη τους κατέβαλε αντισυμβατικά μέχρι τον κρίσιμο χρόνο της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους μειωμένες αποδοχές σε σχέση με τις συμφωνημένες Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί αφορά την εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων και η κρίση αυτή είναι, κατ'αρθρο 561 παρ 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη.

13,Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο "δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην απόφαση. Για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν, νομίμως, στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραβλεφθεί. Εν όψει, όμως, του ότι μόνο ένα ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης, η παράβαση της ως άνω υποχρεώσεως ιδρύει τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος ως προκύπτον από το αποδεικτικό μέσο, που κατά την άποψή του δεν αξιολογήθηκε, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2016, 2/2008, 42/2002).

14.Με τον 6° λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη τις εξής δικαστικές αποφάσεις, τις οποίες νομότυπα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, ήτοι: την με αριθμό 739/2013 του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, την με αριθμό 255/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας (Τμήμα Εφέσεων), τις με αριθμούς 427/2015, 428/2015, 429/2015 και 436/2015 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας και τις με αριθμούς 143/2017 και 144/2017 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας (Τμήμα Εφέσεων), οι οποίες συνιστούν, ως διαδικαστικά έγγραφα άλλης δίκης, αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη πραγματικών γεγονότων στα οποία στηρίζεται η αγωγή (εν προκειμένω του ύψους των αποδοχών των εναγόντων), ως προς τα οποία μάλιστα έχουν δεσμευτική αποδεικτική δύναμη (άρθρα 312 και 440 ΚΠολΔ).

Εξαιτίας δε του ανωτέρω σφάλματος, το Δικαστήριο της ουσίας, κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα και διατακτικό αορρίπτοντας την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από τη ρητή διαβεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην περί των πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία, αλλά αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν τα ως άνω αποδεικτικά μέσα.

15.Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα nou προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ Ολομ. 15/2000, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1059/2017, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 386/2017).

Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους 7ο και 8ο λόγους αναίρεσης, ο εκ των αναιρεσειόντων Α. Ν. αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα αποδίδει σ' αυτή α) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παραλείποντας να κηρύξει την ακυρότητα της ένστασης της εναγομένης περί συγγνωστής πλάνης, η οποία δεν καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, παρά μόνο στις έγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με αποτέλεσμα, κατά παραδοχή αυτής, να απορριφθεί η αγωγή του κατά την κύρια βάση της, που αφορούσε στην αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και την εντεύθεν υποχρέωση της εναγομένης για καταβολή μισθών υπερημερίας, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ κα β) κακώς έκανε αυτή στη συνέχεια δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν.

Ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται στο αναιρετήριο ότι είχαν προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τον θεμελιωτικό του λόγου τούτου ισχυρισμό και, στη συνέχεια, ότι επανέφεραν τον ισχυρισμό αυτό στο Εφετείο.

Συνεπώς, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου και δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραδεκτού , κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Εξ άλλου, ο τρόπος προβολής της ένστασης αυτής ήταν σύννομος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 εδ, γ' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (25-9-2014), που όριζε ότι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά (ΑΠ 981/2018, 206/2016, 175/2009). Δεν έσφαλε, επομένως, το Εφετείο που στη συνέχεια εξέτασε και δέχθηκε κατ' ουσία την ένσταση αυτή και ως εκ τούτου ο 8ος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

16. Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της εφαρμοσθείσης διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφ' όσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑ Π6/2019, 9/2016).

Ανεπάρκεια αιτιολογιών υφίσταται και όταν η διατύπωση της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού είναι ενδοιαστική και δεν στοιχειοθετεί αναμφίβολο πόρισμα (ΑΠ 1112/2018, 1829/2011, 502/2008 ).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ένατο λόγο αναίρεσης, ο έκτος αναιρεσείων Α. Ν. ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, καθόσον η διατύπωση του πορίσματος, στο οποίο καταλήγει το Εφετείο ως προς το ζήτημα της καλόπιστης μη καταβολής πλήρους αποζημίωσης απόλυσης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης στον ανωτέρω αναιρεσείοντα, είναι ενδοιαστική, δεδομένου ότι από τη διατύπωση αυτής προκύπτει ότι το δικαστήρο της ουσίας δεν έχει σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση σχετικά με το λόγο της μη προσήκουσας καταβολής της αποζημίωσης και συγκεκριμένα με το αν τελικά η ελλιπής καταβολή οφείλεται σε εύλογη αμφιβολία ως προς την υποχρέωση καταβολής ή σε συγγνωστή πλάνη, δηλαδή στην αδυναμία της εναγομένης να διαγνώσει την υποχρέωσή της αν και κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια ή σε παραδρομή, δ) την ανεπάρκεια της αιτιολογίας επιτείνει το γεγονός ότι δεν αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επί ποιων αποδοχών και με ποιο τρόπο υπολόγισε η εναγομένη την αποζημίωση αυτού και έτσι παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ.

Άλλως, επικουρικά, κατά το 10ο λόγο αναίρεσης, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, ως προς το ίδιο κρίσιμο ζήτημα, το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 288 ΑΚ και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 3198/1955 και 5 παρ. 1 του ν. 2112/1920, καθόσον υπό τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε δεν συνέτρεχε περίπτωση εύλογης αμφιβολίας ή συγγνωστής πλάνης ή παραδρομής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης για το καταβληθέν σ' αυτόν ποσό της αποζημίωσης απόλυσης.

17. Οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά, με τη βασιμότητα των 9ου και 10ου λόγων αναίρεσης, είναι οι εξής: Ο έκτος ενάγων προσλήφθηκε την 1-9-2005 με την ειδικότητα του τεχνολόγου μηχανολόγου μηχανικού, ότι η εργασιακή του σύμβαση έληξε με την καταγγελία από μέρους της εναγομένης εταιρείας, η οποία έλαβε χώρα στις 3-6-2013.

Ότι ο έκτος ενάγων, κατά τον τελευταίο μήνα της απασχόλησής του στην εναγομένη, είχε τακτικές μηνιαίες αποδοχές ποσού 2.634,61 ευρώ , δηλαδή 2483,25 ευρώ από το βασικό μισθό ποσού 1.411,10 ευρώ και τα επιδόματα συζύγου 141,11 ευρώ, τέκνων 141,11 ευρώ, ανθυγιεινής εργασίας ποσού 282,22 ευρώ, επίδομα υπευθυνότητας 211,67 ευρώ, επίδομα ξένης γλώσσας 141,11 ευρώ, διαφορά καταβαλλόμενου154, 93 ευρώ συν 151,36 ευρώ (η μηνιαία αναλογία κουπονιών ποσού 820 ευρώ το έτος, και 68,33 ευρώ ο μέσος όρος του πριμ συμμετοχής ποσού 600 ευρώ το έτος και 50 ευρώ ο μέσος όρος του σχολικού επιδόματος για δύο τέκνα, 33,03 ευρώ το μήνα ο μέσος όρος αυτού).

Ότι η οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης ανέρχεται στο ποσό των 12.788, 84 ευρώ (2.634,61 Χ 4μήνες Χ1,21354229 (συντελεστής υπολογισμού επιδόματος αδείας κλπ)= 12.788,84 ευρώ. Ότι η εναγομένη κατέβαλε ως αποζημίωση στον έκτο ενάγοντα το ποσό των 12.524 ευρώ και συνεπώς η καταβληθείσα αποζημίωση υπολείπεται της οφειλομένης σ' αυτόν κατά το ποσό των 264,84 ευρώ.

Εκτίθεται περαιτέρω στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η εν λόγω διαφορά μεταξύ της οφειλομένης και της καταβληθείσας αποζημίωσης ανέρχεται σε πολύ μικρό ποσό, οφειλόμενη σε εσφαλμένο εκ μέρους της εναγομένης υπολογισμό για λόγο που δικαιολογείται από την καλή πίστη και δεν προκύπτει ότι έγινε από κακοβουλία, αλλά οφείλεται σε εύλογη αμφιβολία ή παραδρομή ως προς το ακριβές ποσό της αποζημίωσης, οπότε δεν επηρεάζεται η εγκυρότητα της καταγγελίας, όπως βάσιμα επικαλείται η εναγομένη.

Ότι η εν λόγω καταγγελία δεν είναι άκυρη εκ του λόγου αυτού και η εναγομένη δεν κατέστη υπερήμερη, αφού προέκυψε από συγκεκριμένες συνθήκες ότι η καταβολή ελλιπούς αποζημίωσης απόλυσης και μάλιστα για πολύ μικρό ποσό σε σχέση με το μέγεθος της αποζημίωσης είναι, λαμβανομένου υπόψη ότι σε ορισμένες περιπτώσεις καταβλήθηκε μεγαλύτερη αποζημίωση, δικαιολογημένη κατά τις αρχές της καλής πίστης και δεν προκύπτει από κακοβουλία αλλά οφείλεται σε εύλογη αμφιβολία ή παραδρομή ως προς το ακριβές ποσό της αποζημίωσης.

Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση της εναγομένης περί συγγνωστής πλάνης, έκρινε ότι η καταγγελία είναι έγκυρη και ότι ο έκτος ενάγων δικαιούται μόνο να απαιτήσει τη συμπλήρωση της ελλιπούς αποζημίωσης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 288 ΑΚ, δεδομένου ότι και υπό τις δύο εκδοχές που δέχθηκε το Εφετείο, ήτοι εύλογη αμφιβολία ή παραδρομή ως προς το ύψος της καταβληθείσας αποζημίωσης, δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία για την έλλειψη κακοβουλίας από μέρους της εναγομένης ως προς το ύψος της αποζημίωσης, αφού σύμφωνα με όλες τις παραδοχές της προσβαλλόμενης η καταβολή μικρότερου ποσού ήταν ανυπαίτια.

Επομένως, οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης, από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

18. Με τον 11ο λόγο αναίρεσης ο 10ος αναιρεσείων Α. Α., για τον οποίο , όπως προαναφέρθηκε, έγινε με την προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει δεκτή η αγωγή και συγκεκριμένα αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της από 1.7.2013 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους της εναγομένης και υποχρεώθηκε η τελευταία να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας το συνολικό ποσό των 12.389,55 ευρώ, νομιμοτόκως, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η εναγομένη αδυνατεί να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του, με αποτέλεσμα να απορρίψει το αίτημά του να υποχρεωθεί η εναγομένη να τις αποδέχεται, δεν έλαβε υπόψη τα κατωτέρω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλέστηκε και προσεκόμισε στα Δικαστήρια της ουσίας, προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι, παρά την επικαλούμενη από την εναγομένη διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου της στη Χαλκίδα, στην προκειμένη περίπτωση ήταν απολύτως δυνατή η αποδοχή της εργασίας του κατά την έννοια του άρθρου 656 ΑΚ.

Τα έγγραφα αυτά, είναι τα εξής: 1) Το με Αρ. Πρωτ. ...5-2013 έγγραφο του Λιμενικού Ταμείου Χαλκίδας, 2) Το με Αρ. Πρωτ. ...-9-2013 έγγραφο του Οργανισμού Λιμένων Ν. Εύβοιας, 3) Το με Αρ. Πρωτ. ...-1-2014 έγγραφο του ΟΛΝΕ, 4) Το από 3/1/2014 διπλότυπο είσπραξης ποσού 28.739,42€ για δικαιώματα χρήσης χερσαίας ζώνης λιμένος από την αναιρεσίβλητη, 5) Τ ο με Αρ .

Πρωτ. ... 14/664/09-05-2 313 έγγραφο της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας (Διεύθυνση Ανάπτυξης, Περιφερειακή Ενότητα Εύβοιας, Τμήμα Α' Αδειών), 6) Την με Αρ. Πρ. 50682/1417/12-9-2013 απόφαση Υπουργού Περιβάλλοντος περί έγκρισης περιβαλλοντικών όρων για την εκμετάλλευση λατομείου αργιλικού σχιστόλιθου, έκτασης 284735,746 τ.μ., 7) Την από 30/12/2013 Επιστολή της εναγομένης προς την Περιφέρεια Στ.

Ελλάδας, 8) Την με Αρ. Πρωτ. 412/Φ30/Α/67/3-2-2014 Διαπιστωτική Πράξη της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας με την οποία παρατάθηκε η άδεια εκμετάλλευσης του λατομείου αδρανών υλικών της αναιρεσίβλητης μέχρι 31/12/2015 και 9) Το με Αρ. Πρωτ. ...3569/756/4-3- 2014 έγγραφο του Υπουργείου Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, 10) Τον κατατεθειμένο στην Επιθεώρηση Εργασίας με Αρ.

Πρωτ. .../27-10-2015 Πίνακα Προσωπικού της αναιρεσίβλητης, 11) Τις με ημερομηνία 30 Ιουνίου 2015 επιστολές της αναιρεσίβλητης προς την κα Π. και προς τον κ. Γ. καθώς και την μετ' επικλήσεως προσκομισθείσα με αριθμό ...2016 ένορκη βεβαίωση στον Ειρηνοδίκη Χαλκίδας, η οποία δόθηκε μετά από προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης και 12) δεν έλαβε, επίσης, υπόψη την περιεχόμενη στις από 22-9-2016 έγγραφες προτάσεις της τελευταίας ενώπιον του Μον/λούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας (στα πλαίσια άλλης δίκης) ομολογία της ότι έχει διατηρήσει και απασχολεί στο εργοστάσιο όσους έχουν τοποθετηθεί αναγκαστικά, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2643/1998, επειδή προστατεύονται από τις απολύσεις βάσει των διατάξεων του ως άνω νόμου.

Ο λόγος αυτός, από το άρθρο 559 αριθ 11 γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, γιατί ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι ελήφθη υπόψη από το Εφετείο η ως άνω με αριθμό ...2016 ένορκη βεβαίωση στον Ειρηνοδίκη Χαλκίδας ( βλ προσβαλλόμενη απόφαση 2η σελ 23ου φύλλου), και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, καθώς και η προαναφερόμενη εξώδικη ομολογία της εναγομένης , από τη ρητή διαβεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο κατέληξε στην περί πραγμάτων κρίση του, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, τις ένορκες βεβαιώσεις, που είχαν ληφθεί νόμιμα, και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, καθώς και τις ομολογίες αυτών, και ως εκ τούτου καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφτηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία.

19. Αναφορικά με το αίτημα των εναγόντων περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου και συγκεκριμένα των Οδηγιών 98/59 και 2002/14 και, αντίστοιχα, των διατάξεων του Ν. 1387/1983 και του ΠΔ 240/2006, που ενσωματώνουν τις διατάξεις της προαναφερθείσας Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη, αυτό κρίνεται απορριπτέο ως αβάσιμο, εφόσον το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι ανακύπτει ζήτημα ερμηνείας του πρωτογενούς ή δευτερογενούς δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλ των Οδηγιών 98/59 και 2002,2014 καθώς και ερμηνείας του εσωτερικού δικαίου ( Ν 1337/1983 και Π.Δ 240/2006 ), κατά το μέρος που ενσωματώνουν όμοιες ρυθμίσεις της Ένωσης.

20.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η από 28-2-2018 αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

21.Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 της υπ αριθ. 6./28.2.2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α 38), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της ..., του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της ....

και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α 28) και στο πλαίσιο της χορηγηθείσας νομοθετικής εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2307/2014), ορίζεται ότι: "Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία τους.

Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του Ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς όρους εργασίας αποκλειστικώς εκείνοι οι όροι που αφορούν α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.

Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή τροποποιημένης ατομικής σύμβασης".

Με τη διάταξη της παρ. 6 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι κατά το στάδιο της μετενέργειας, ήτοι κατά τη χρονική περίοδο μετά την πάροδο του προβλεπομένου ως άνω τριμήνου από την καταγγελία συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης, οπότε λήγει η ισχύς των όρων αυτής, οι κανονιστικοί όροι συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή εξομοιουμένων με αυτές διαιτητικών αποφάσεων που αφορούν το βασικό μισθό και τα ανωτέρω επιδόματα εξακολουθούν να ισχύουν ως προσωρινά πλέον ενσωματωμένοι ενοχικοί όροι των ήδη εν ισχύει ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 453/2010), ενώ παύουν αμέσως να ισχύουν ρυθμίσεις αυτών που προέβλεπαν την καταβολή οποιουδήποτε άλλου επιδόματος.

Για την παύση της καταβολής των λοιπών ως άνω επιδομάτων, πλην δηλαδή των επιδομάτων ωρίμανσης (τριετιών, πολυετίας), τέκνων, σπουδών και επικίνδυνης εργασίας, δεν απαιτείται κατά νόμο συναίνεση του εργαζομένου, ούτε προηγούμενη ενημέρωση των μισθωτών, αφού αυτή επιβάλλεται ευθέως από το νόμο. Η επαναχορήγηση των καταργηθέντων ως άνω επιδομάτων μπορεί να γίνει με σχετική πρόβλεψη σε νέα συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση.

Δεν αποκλείεται βεβαίως η κατάρτιση νέας αντίθετης ατομικής συμφωνίας μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού ή η τροποποίηση της ήδη ισχύουσας τοιαύτης που να προβλέπει τη συνέχιση της χορήγησης των καταργηθέντων επιδομάτων, η οποία μπορεί να γίνει και σιωπηρά ( ΑΠ 1096/2018 ). Περαιτέρω, η επιχειρησιακή συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο και ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων, που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού, μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης, δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, μπορεί, όμως, να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας.

Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, είτε ρητά, με ανακοίνωση του, υπόσχεται στους εργαζόμενους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση χορηγεί συνεχώς τέτοιες στους εργαζόμενους, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους τελευταίους παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και συνεπώς ελευθέρως ανακλητής θέλησης.

Για την ύπαρξη, όμως, επιχειρησιακής συνήθειας απαιτείται η συμπεριφορά του εργοδότη να είναι γενική και απρόσωπη, να αντιμετωπίζεται, δηλαδή, το ίδιο θέμα κατά τρόπο γενικό, μακροχρόνιο και ομοιόμορφο. Η συνήθεια δε αυτή μπορεί να αναφέρεται και στο ύψος της καταβαλλόμενης κατά την αποχώρηση του μισθωτού αποζημιώσεως ( Ολ ΑΠ 1144/1983, ΑΠ 226/2014, ΑΠ 258/2012, ΑΠ 1277/2010, ΑΠ 1801/2008).

Ακολούθως, με την υποπαράγραφο ΙΑ 12 § 3 (ϋ) ν. 4093/2012 προβλέπεται για τους εργαζόμενους, που κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (4093/2012) έχουν υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη 17 έτη συμπληρωμένα και άνω, ότι, εκτός της προβλεπόμενης στην προηγούμενη περίπτωση αποζημίωσης, δικαιούνται επιπλέον αποζημίωσης η οποία αυξάνεται κατά ένα μηνιαίο μισθό για κάθε επιπλέον έτος υπηρεσίας μέχρι και τους 12 μηνιαίους μισθούς για όσους έχουν συμπληρώσει 28 έτη και άνω προϋπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη.

Για τον ανωτέρω υπολογισμό λαμβάνονται υπόψη: α) ο χρόνος προϋπηρεσίας που είχε συμπληρώσει ο υπάλληλος κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (4093/2012) ανεξάρτητα από το χρόνο απόλυσης του και β) οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης που δεν υπερβαίνουν το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Σε περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί, λαμβάνονται υπόψη για τον ανωτέρω υπολογισμό οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, με την επιφύλαξη του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955".

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, την ειδικά προβλεπόμενη επιπλέον αποζημίωση της περίπτωσης 3 της υποπαραγράφου ΙΑ. 12 του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 10 του άρθρου 34 ν. 4111/2013, την δικαιούνται μόνον εργαζόμενοι οι οποίοι στις 12-11-2012, ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 4093/2012, συμπλήρωσαν στον ίδιο εργοδότη υπηρεσία 17 ετών και άνω ( ΑΠ 84/2016 ).

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι ακόμα και μετά την έκδοση της παραπάνω ΠΥΣ, αν ο μισθωτός αμείβεται με αποδοχές, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται βάσει επιχειρηματικής συνήθειας και καταργηθέντα από την ΠΥΣ επιδόματα κλπ και με τον τρόπο αυτό οι μηνιαίες αποδοχές του ξεπερνούν το ποσό των 2000 ευρώ μηνιαίως και πάλι η αποζημίωση απόλυσής του θα υπολογιστεί με βάση τον προπεριγραφέντα περιορισμό των 2000 ευρώ μηνιαίως.? 22.

Με τον πρώτο λόγο, κατά το 1° σκέλος του, της από 8-2-2019 αίτησης αναίρεσης της εναγομένης εταιρείας αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ 1. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, κατ'εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των σχετικών με την αποζημίωση απόλυσης διατάξεων και ειδικότερα αυτή της υποπαραγράφου ΙΑ 12 § 3 (ϋ) ν. 4093/2012, υπολόγισε για τον μετά την 12.11.2012 χρόνο υπηρεσίας του αναιρεσιβλήτου Α. Α. ( 10ου ενάγοντος) την αποζημίωση απόλυσης με μηνιαίες αποδοχές, που υπερβαίνουν το ανώτατο όριο που θέτουν οι διατάξεις που αφορούν την αποζημίωση απόλυσης, καθόσον προσαύξησε τη νόμιμη μηνιαία βάση υπολογισμού τής αποζημιώσεως για την πέραν των 17 συμπληρωμένων ετών υπηρεσία του (€ 2.000,00) όχι μόνον κατά την αναλογία των επιδομάτων αδείας και εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων (συντελεστής 1,2135422), αλλά και κατά την αναλογία αμοιβής νυκτερινής εργασίας και εργασίας Κυριακών (συντελεστής 1,2520), πράγμα που οδηγεί σε υπέρβαση τού ανωτάτου νομίμου ορίου και έχει ως συνέπεια να δεχθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η οφειλόμενη για το πέραν των 16 ετών χρόνο υπηρεσίας αποζημίωση ανέρχονταν σε 30.387,09 ευρώ, αντί του ορθού των 20.000 ευρώ.

23.Το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη, όσον αφορά τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο: Ότι η εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ" , με έδρα στο ... χλμ της ... στην ..., εκμεταλλεύεται βιομηχανική επιχείρηση τσιμεντοβιομηχανίας και προς τούτο διατηρεί τρία εργοστάσια παραγωγής τσιμέντου στο ....

Ότι οι ενάγοντες προσλήφθηκαν και εργάστηκαν στο εργοστάσιο της εναγομένης στη Χαλκίδα, δυνάμει συμβάσεων παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατά τους χρόνους και με τις ειδικότητες, που αναφέρονται για ένα έκαστο ως κατωτέρω . Ότι ειδικότερα ο 10°ς ενάγων προσελήφθη στις 14-9-1984 με την ειδικότητα του χειριστή μηχανημάτων.

Ότι οι εργασιακές συμβάσεις των εναγόντων έληξαν δια της καταγγελίας τους εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας, η οποία έλαβε χώρα για τους πρώτους εννέα εξ αυτών στις 3.6.2013 και για τους λοιπούς δέκα την 1.7.2013. Περαιτέρω, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η εναγομένη εργοδότρια κατά την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, δεν κατέβαλε σε αυτούς ολόκληρη την οφειλόμενη αποζημίωση βάσει των τακτικών μηνιαίων αποδοχών τους τον τελευταίο μήνα πριν από την καταγγελία σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης.

Επί του ισχυρισμού αυτού πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Ότι κατά την επιχειρησιακή πρακτική, που είχε διαμορφωθεί και προκειμένου να καθίσταται ευχερής ο συνυπολογισμός στο βασικό μηνιαίο μισθό των εναγόντων Α) αφενός μεν της αναλογίας για τις μηνιαίες προσαυξήσεις των διαφόρων επιδομάτων, που χορηγούνταν μόνιμα, σταθερά και τακτικά και δη των επιδομάτων για εργασία κατά τις Κυριακές και τις αργίες, σε όσους εργάζονταν με εναλλασσόμενη βάρδια, για τις παροχές σε είδος (κουπόνια για τις εορτές Πάσχα και Χριστουγέννων), για πριμ συμμετοχής, για οικονομική ενίσχυση σπουδών μαθητών-σπουδαστών- νηπίων, ως και επίδομα βρεφονηπιακού σταθμού, για όσους είχαν τέκνα και για επίδομα αλλαγής προγράμματος εργασίας, σε όσους είχαν συμφωνήσει με την διοίκηση της εταιρείας την αλλαγή του προγράμματος εργασίας τους, προκειμένου να καλυφθεί η απώλεια ενός μέρους των προσαυξήσεων λόγω νυχτερινής εργασίας, Β) αφετέρου δε της αναλογίας για τις μηνιαίες προσαυξήσεις των επιδομάτων κανονικής αδείας, των εορτών του Πάσχα και των Χριστουγέννων και της παροχής εργασίας κατά τις νύχτες και τις Κυριακές, είχε διαμορφωθεί συγκεκριμένος τύπος υπολογισμού της αποζημίωσης και ειδικότερα ο ακόλουθος:

βασικός μισθός + μηνιαία αναλογία επιδομάτων όποιων και για όσους τα λάμβαναν (Κυριακές - αργίες, κουπόνια, πριμ συμμετοχής, επίδομα οικονομικής ενίσχυσης μαθητών - σπουδαστών, επίδομα βρεφονηπιακού σταθμού και επίδομα αλλαγής προγράμματος εργασίας) Χ 1,2135422 (συντελεστής υπολογισμού στην αποζημίωση της μηνιαίας αναλογίας για προσαυξήσεις επιδομάτων αδείας και εορτών) Χ 1,2520 (συντελεστής υπολογισμού στην αποζημίωση της μηνιαίας αναλογίας για προσαυξήσεις λόγω παροχής εργασίας τη νύχτα και κατά την ημέρα της Κυριακής).

Ότι, σύμφωνα με τον προαναφερθέντα τύπο υπολογισμού της αποζημίωσης, οι ενάγοντες έπρεπε να λάβουν, κατά την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας κατά τον μήνα Ιούνιο του έτους 2013 για τους εννέα πρώτους ενάγοντες και κατά το μήνα Ιούλιο του έτους 2013 για τους λοιπούς δέκα ενάγοντες, και σύμφωνα με το ύψος των τακτικών μηνιαίων αποδοχών τους κατά τον τελευταίο μήνα απασχόλησής τους, τις ακόλουθες αποζημιώσεις ...

Ειδικότερα ο δέκατος ενάγων, Α. Α. είχε τακτικές αποδοχές ποσού : 2.477,91 ευρώ [=2.344,63 ευρώ (οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του αποτελούμενες από τον βασικό μισθό ποσού 896,70 ευρώ και τα επιδόματα πολυετούς υπηρεσίας ποσού 538,02 ευρώ, συζύγου 89,67 ευρώ, ανθυγιεινής εργασίας ποσού 304,88 ευρώ, εικοσαετίας 87,83 ευρώ και διαφορά καταβαλλόμενου ποσού 427,53 ευρώ) + 133,28 ευρώ (η μηνιαία αναλογία για τα επιδόματα Κυριακής- αργίας 14,95 ευρώ το μήνα, κουπονιών ποσού 820,00 ευρώ/έτος και 68,33 ευρώ μ.ο/μήνα, πριμ συμμετοχής ποσού 600 ευρώ/έτος και 50,00 ευρώ το μήνα).

Συνεπώς, η οφειλόμενη αποζημίωση του δέκατου ενάγοντος, ως υπαλλήλου με 26 έτη υπηρεσίας, ανέρχεται : α) Για το χρόνο υπηρεσίας μέχρι τη συμπλήρωση 16 ετών στην εναγομένη : 2.477,91 ευρώ Χ 12 μήνες Χ 1,2135422 (συντελεστής -υπολογισμού επιδόματος αδείας κλπ) Χ 1,2520 (αναλογία νυκτερινών και Κυριακών) = 45.177,89 ευρώ, + β) Επιπλέον αποζημίωση (για τον άνω των 17 ετών χρόνο υπηρεσίας του στην εναγόμενη σύμφωνα με το άρθρο πρώτο υποπαράγραφος ΙΑ. 12 αρ. 3 του Ν. 4093/2012) : 2.000,00 ευρώ Χ 10 μήνες Χ 1,2135422 (συντελεστής υπολογισμού επιδόματος αδείας κλπ) Χ 1,2520 (αναλογία νυκτερινών και Κυριακών) = 30.387,09 και συνολικά 75.564,98 ευρώ.

Ότι η εναγόμενη κατέβαλε ως αποζημίωση το ποσό των 64.040,42 ευρώ και συνεπώς η καταβληθείσα αποζημίωση υπολείπεται της οφειλομένης στον δέκατο ενάγοντα αποζημίωσης κατά το ποσό των 11.524,56 (75.564,98 - 64.040,42) ευρώ. Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά, το Μονομελές Εφετείο Εύβοιας έκρινε ότι λόγω καταβολής μειωμένης αποζημίωσης στον Α.

Α. η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του τελευταίου είναι άκυρη και στη συνέχεια έκανε δεκτό το αίτημα του δέκατου ενάγοντος για καταβολή μισθών υπερημερίας από 2-7-2013 (επομένη της καταγγελίας) έως 30-11-2013, ήτοι μισθούς υπερημερίας πέντε μηνών και συνολικά υποχρέωσε την εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 2.477,91 Χ 5 = 12.389,55 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.

Κρίνοντας έτσι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες στη μείζονα σκέψης διατάξεις και ειδικότερα τη διάταξη της υποπαραγράφου ΙΑ 12 παρ. 3 (ϋ) του Ν. 4093/2012, κατά τον υπολογισμό της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης του αναιρεσιβλήτου Α. Α., αφού δέχθηκε ότι ο υπολογισμός αυτής έγινε με βάση τις τακτικές αποδοχές των 2000 ευρώ το μήνα, όπως ορίζουν οι προαναφερθείσες διατάξεις, αλλά το προσαύξησε κατά την αναλογία τού επιδόματος αδείας και των επιδομάτων Πάσχα και Χριστουγέννων (συντελεστής 1,2135422) και το προκύψαν μέγεθος το προσαύξησε και κατά την αναλογία αμοιβής νυκτερινής εργασίας και εργασίας Κυριακών (συντελεστής 1,2520), για το λόγο ότι, με βάση τις παραδοχές της, είχε δημιουργεί στην αναιρεσείουσα επιχειρησιακή συνήθεια ως προς τον ανωτέρω τρόπο υπολογισμού της αποζημίωσης απόλυσης, ο οποίος αφορούσε όλους τους εργαζόμενους και δεν μεταβλήθηκε μέχρι το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου, η συνήθεια δε αυτή μπορεί να αναφέρεται και στην αποζημίωση απόλυσης.

Επομένως, εφόσον λόγω της επιχειρησιακής αυτής συνήθειας υπολογίσθηκε η αποζημίωση απόλυσης με τον προαναφερόμενο τρόπο, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το 1° σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτού παρέλκει η εξέταση του 2ου σκέλους του ίδιου λόγου, με τον οποίο ισχυρίζεται επικουρικά η αναιρεσείουσα, ότι θα έπρεπε να επιδικαστεί στον αναιρεσίβλητο μόνο το υπολειπόμενο ποσό των 1.137,47 ευρώ, όπως αυτή το υπολογίζει, θεωρώντας ότι η οφειλόμενη αποζημίωση είναι 20.000 ευρώ και όχι 30.387,09 ευρώ, διότι η ελλιπής καταβολή της αποζημίωσης κατά το ποσό αυτό οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη και εύλογη αμφιβολία, που είναι ανεκτό κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, όπως βάσιμα προέβαλε με τη σχετική ένστασή της στο Εφετείο.

24. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει ν' απορριφθεί η από 8-2-2019 αίτηση αναίρεσης της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 28-2-2018 αίτηση αναίρεσης των Ι. Α. κλπ κατά της εταιρείας " ... Α.Ε" και την από 8-2-2019 αντίθετη αίτηση αναίρεσης της εταιρείας " ... Α.Ε" κατά του Α. Α..

Απορρίπτει την από 28-2-2018 αίτηση αναίρεσης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες να πληρώσουν στην αναιρεσίβλητη χίλια οχτακόσια (1800) ευρώ για τα δικαστικά έξοδα.

Απορρίπτει την από 8-2-2019 αίτηση αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ