Legislator Case Law & Legislation
847/2019 AI generated

Supreme Court dismisses retrial request as inadmissible due to lack of binding contrary precedent.

Case Number 847/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the applicant's request for a retrial of the administrative proceedings. The applicant argued that the lower court lacked jurisdiction because the relevant claims arose before June 11, 1985, while the consequences occurred after that date. However, the court found no binding contrary decision by the Administrative Court of Dispute Resolution to establish a conflict of law. Consequently, the court ruled that the retrial request was inadmissible as it would constitute an impermissible second substantive review.

Legislator headnote

AI generated

Art. 48 para. 1 of Law 345/1976; Art. 95 of the Constitution: A retrial request is inadmissible if no binding contrary decision exists to create a conflict of law requiring referral to the Supreme Court.

Keywords

AI generated
retrial request inadmissible binding precedent jurisdictional conflict substantive review administrative law Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Art. 48 para. 1 of Law 345/1976
Art. 95 of the Constitution
Art. 51 of Law 345/1976
Art. 559 para. 4 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
31/2008 of the Administrative Court of Dispute Resolution
352/2018 of the Supreme Court

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 847 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 847/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Κυριάκο Οικονόμου και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αιτούσας - αναιρεσίβλητης: Α. Α. Μ. συζύγου Γ. Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πολυχρόνη Πολυχρονιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του καθού η αίτηση - αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Νικόλαο Τσίρο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-2013 αγωγή της ήδη αιτούσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7327/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3234/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το το αναιρεσείον με την από 22-10-2015 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 352/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε εν μέρει την υπ' αριθμ. 3234/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κράτησε και δίκασε επί της ουσίας την υπόθεση και απέρριψε την από 29-12-2014 έφεση της αναιρεσίβλητης, κατά της υπ' αριθ. 7327/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με την από 7-5-2018 αίτηση για επανάληψη συζητήσεως της Α. Μ.. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και εισηγητής ορίστηκε ο Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Κανελλόπουλος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 1 του Ν. 345/1976 "περί κυρώσεως του Κώδικος περί του κατά το άρθρον 100 του Συντάγματος Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου", η αμφισβήτηση περί της ουσιαστικής αντισυνταγματικότητας ή της εννοίας διατάξεων τυπικού νόμου, αν γι' αυτές εκδόθηκαν αντίθετες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου αίρεται με απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 100 του Συντάγματος.

Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "Το Συμβούλιον της Επικρατείας, ο Άρειος Πάγος ή το Ελεγκτικόν Συνέδριον, εάν αποφασίσει επί της συνταγματικότητος ή της εννοίας νόμου τυπικού, κατ' αποδοχήν απόψεως διαφόρου εκείνης υπό την οποίαν είχεν εκδοθή απόφασις ετέρου εκ των δικαστηρίων τούτων, την οποίαν επεκαλέσθη τίς των διαδίκων ή είναι εξάλλου λόγου γνωστή εις το Δικαστήριον, υποχρεούται, εκδίδον την αντίθετον ως προς το θέμα απόφασίν του, να παραπέμψη τούτο δι' ειδικής αποφάσεώς του εις το Ειδικόν Δικαστήριον προς άρσιν της δημιουργηθείσης αμφισβητήσεως.

Εν τη περιπτώσει ταύτη η υπόθεσις παραμένει κατά τα λοιπά εκκρεμής εις το εκδόν την παραπεμπτικήν απόφασιν δικαστήριον, το οποίον μετά την έκδοσιν της αποφάσεως του Ειδικού Δικαστηρίου, κοινοποιουμένης προς αυτό μερίμνη του Γραμματέως τούτου, επιλαμβάνεται τη αιτήσει των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως της εκδικάσεως εκ νέου της υποθέσεως υποχρεούμενον να συμμορφωθή προς την απόφασιν του Ειδικού Δικαστηρίου".

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 50 παρ.3 του ιδίου νόμου (Ν. 345/1976) "Παν Δικαστήριον ενώπιον του οποίου εκκρεμεί υπόθεσις, επί της οποίας έχουν εφαρμογήν διατάξεις τυπικού νόμου, αίτινες αποτελούν αντικείμενον εκκρεμούς ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου αμφισβητήσεως, κατά το άρθρον 48, ως λάβη καθ' οιονδήποτε τρόπον γνώσιν ταύτης, οφείλει, αυτεπαγγέλτως, να αναβάλει την έκδοσιν οριστικής αποφάσεως μέχρι δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Ειδικού Δικαστηρίου".

Τέλος, με τις διατάξεις των παρ.1 έως 5 του άρθρου 51 του εν λόγω νόμου ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Η απόφασις του Ειδικού Δικαστηρίου δια της οποίας ήρθη αμφισβήτησις περί της ουσιαστικής αντισυνταγματικότητας ή της εννοίας (τυπικού) Νόμου, ισχύει έναντι πάντων από της εν δημοσία συνεδριάσει δημοσιεύσεώς της, επιφυλασσομένης της διατάξεως της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου. 2.

Δικαστικαί αποφάσεις και διοικητικαί πράξεις εκδιδόμεναι μετά την δημοσίευσιν της περί ής η προηγουμένη παράγραφος αποφάσεως του Ειδικού Δικαστηρίου, κρίνασαι δε κατά παράβασιν των δι' αυτής γενομένων δεκτών, υπόκεινται εις τα προβλεπόμενα ένδικα μέσα. Ειδικώς εάν τοιαύτη απόφασις εξεδόθη υπό του Συμβουλίου Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου χωρεί δια τον λόγον τούτον αίτησις επαναλήψεως της υφ' ήν εξεδόθη διαδικασίας, ασκούμενη εκ μέρους παντός διαδίκου, εντός ενενήκοντα ημερών από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως, τηρούμενης κατά τα λοιπά της ισχυούσης δι' έκαστον δικαστήριον διαδικασίας. 3.

Αι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται και επί των αποφάσεων αίτινες εξεδόθησαν προ της δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Ειδικού Δικαστηρίου κατά παράβασιν των διατάξεων των άρθρων 48 παρ. 2 και 50 παρ. 3. Εν τη περιπτώσει ταύτη η αίτησις επαναλήψεως διαδικασίας ασκείται εντός ενενήκοντα ημερών από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Ειδικού Δικαστηρίου. 4.

Το Ειδικόν Δικαστήριον δύναται, δι' ειδικώς ητιολογημένης προς τούτο σκέψεως της αποφάσεώς του, ισχυούσης έναντι πάντων, να κηρύξη και από προγενεστέρου της δημοσιεύσεως αυτής χρόνου το ανίσχυρον της ως αντισυνταγματικής κριθείσης διατάξεως. 5. Επί αναδρομικής κηρύξεως της αντισυνταγματικότητας νόμου, κατά την προηγουμένην παράγραφον 4, εφ' όσον εντός του χρονικού διαστήματος της αναδρομής είχεν εκδοθή αμετάκλητος δικαστική απόφασις κατ' εφαρμογήν της κηρυχθείσης ως αντισυνταγματικής διατάξεως, χωρεί αίτησις επαναλήψεως της εφ' ής εξεδόθη η απόφασις αύτη διαδικασίας, ασκουμένη εκ μέρους παντός διαδίκου εντός προθεσμίας έξ μηνών από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Ειδικού Δικαστηρίου.

Κατά τα λοιπά τηρείται η ισχύουσα διαδικασία εις το δικάζον δικαστήριον, υποχρεούμενον όπως μη εφαρμόση την κηρυχθείσαν ως αντισυνταγματικήν διάταξιν". Από το συνδυασμό των, ως άνω, προπαρατεθεισών διατάξεων του Ν. 345/1976, σαφώς προκύπτει ότι οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου υπόκεινται σε αναψηλάφηση (επανάληψη της διαδικασίας), λόγω αντιθέσεώς τους με απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (ΑΕΔ) και μόνον στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) Αν εκδόθηκαν μετά τη δημοσίευσή της αποφάσεως του ΑΕΔ, σε κάθε περίπτωση. Στην περίπτωση αυτή η αναψηλάφηση δικαιολογείται από την έναντι πάντων ισχύ της αποφάσεως του ΑΕΔ από τη δημοσίευση της σε δημόσια συνεδρίαση (άρθρο 51 § 1 Ν. 345/1976). β) Αν το ΑΕΔ κήρυξε το ανίσχυρο διατάξεως ως αντισυνταγματικής αναδρομικώς, η δε απόφαση του Αρείου Πάγου εκδόθηκε πριν από τη δημοσίευση της αποφάσεως του ΑΕΔ, εντός όμως του χρονικού διαστήματος της αναδρομής.

Στην περίπτωση αυτή η αναψηλάφηση δικαιολογείται από την αναδρομικότητα της ισχύος της αποφάσεως του ΑΕΔ (άρθρο 51 §4 Ν. 345/1976). γ) Αν εκδόθηκε πριν από τη δημοσίευση της αποφάσεως του ΑΕΔ "κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 48§2 και 50§3 του Ν. 345/1976". Στην τελευταία αυτή περίπτωση (υπό στοιχ. γ'), δηλαδή της προγενέστερης της αποφάσεως του ΑΕΔ και αντίθετης προς αυτήν αποφάσεως του Αρείου Πάγου, η οποία έδωσε την αφορμή σε άλλο ανώτατο δικαστήριο, που είχε διαφορετική άποψη, να παραπέμψει το ζήτημα στο ΑΕΔ, δεν επιτρέπεται, κατ' αρχήν, επανάληψη της διαδικασίας.

Συντρέχουν, όμως, εξαιρετικοί λόγοι για την ανατροπή αποφάσεων του Αρείου Πάγου, οι οποίες εκδόθηκαν πριν από τη δημοσίευση αντίθετης αποφάσεως του ΑΕΔ, στις περιπτώσεις που αυτές εκδόθηκαν "κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 48§2 και 50§3", δηλαδή είτε α) επί αποφάσεων που παρέλειψαν να παραπέμψουν το θέμα στο ΑΕΔ, αν και υπήρχε γνωστή αντίθετη απόφαση άλλου ανωτάτου δικαστηρίου (48§2), είτε β) επί αποφάσεων που παρέλειψαν να αναβάλουν την έκδοσή τους, αν και υπήρχε εκκρεμής ενώπιον του ΑΕΔ υπόθεση περί του ιδίου θέματος (50§3)., κατά την προαναφερόμενη έννοια.

Στις περιπτώσεις αυτές πράγματι μπορεί να λεχθεί ότι υπάρχει σημαντική αταξία στη διαδικασία που δικαιολογεί την ανατροπή τους. Στις λοιπές περιπτώσεις, δεν συντρέχει κάποιος από τους λόγους που, κατά τα προδιαληφθέντα, δικαιολογούν, σύμφωνα με το δικονομικό δόγμα, την αναψηλάφηση (επανάληψη της διαδικασίας), ή άλλος σοβαρός λόγος που να δικαιολογεί τη διακύβευση της ασφαλείας του δικαίου, την οποία συνεπάγεται η ανατροπή αποφάσεως ανωτάτου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 1/2012).

Εξάλλου, κατά την έννοια της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 51 παρ. 2 του ν. 345/1976 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας χωρεί μόνον όταν η απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (ΑΕΔ) ουδόλως ελήφθη υπ' όψιν από το δικάσαν Ανώτατο Δικαστήριο, όχι δε και όταν αμφισβητείται μόνον η υπ' αυτού δοθείσα ερμηνεία ή/και η εφαρμογή των κριθέντων από το ΑΕΔ στη συγκεκριμένη υπόθεση.

Και τούτο διότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας αποτελεί εξαιρετικό ένδικο μέσο, το οποίο αποσκοπεί να θεραπεύσει το πραγματικό γεγονός της τυχόν αγνοίας της αποφάσεως του ΑΕΔ από το δικάσαν Ανώτατο Δικαστήριο, όχι δε και να ιδρύσει οιονεί δευτεροβάθμιο δικαστικό έλεγχο της ουσιαστικής κρίσεως του τελευταίου (ΑΠ 1722/2012, ΣτΕ 3473/2011).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 94 του Συντάγματος, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε πριν αναθεωρηθεί με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων (Α' 84), "Η εκδίκαση των διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα διοικητικά δικαστήρια. Από τις διαφορές όσες δεν έχουν ακόμη υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά πρέπει να υπαχθούν υποχρεωτικά στη δικαιοδοσία τους μέσα σε πέντε έτη από την ισχύ του Συντάγματος.

Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί με νόμο". Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας που τους ανατίθενται με νόμο". Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 94 του Συντάγματος, όπως έχει μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, το οποίο καταλαμβάνει την παρούσα υπόθεση, ως εκ του χρόνου ασκήσεως της ένδικης αγωγής (11.10.2013) "Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου".

Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου "Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει". Εξάλλου, ο ν. 1406/1983 (Α' 183) ορίζει στην περίπτωση η' της παραγράφου 2 του άρθρου 1 ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας, οι οποίες κατά τις διατάξεις του υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, περιλαμβάνονται και αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά στην ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα.

Στην περίπτωση γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι η εκδίκαση των διαφορών αυτών από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια αρχίζει από 11 Ιουνίου 1985 και στην παράγραφο 2 του άρθρου 9 ορίζεται ότι "για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος, κατά τον οποίο εκδόθηκε η διοικητική πράξη ή συντελέστηκε η παράλειψη ή κατά τον οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της".

Σύμφωνα δε με το άρθρο 10 του ν. 1406/1983 "διοικητικές πράξεις που εκδίδονται ή παραλείψεις που συντελούνται ή αξιώσεις που γεννιούνται και είναι δικαστικώς επιδιώξιμες μέχρι τις χρονολογίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του προηγούμενου άρθρου, εξακολουθούν να υπόκεινται στα ένδικα ή ενδικοφανή μέσα, που προβλέπονται από τις ισχύουσες, κατά το χρόνο της έκδοσης, συντέλεσης ή γέννησής τους, διατάξεις και εκδικάζονται από τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις αυτές αρμόδια δικαστήρια ή διοικητικά όργανα".

Tέλος, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α' 164) ορίζεται ότι για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διατάξεως, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος.

Με την 2369/2007 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας παραπέμφθηκε στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο το ζήτημα της άρσης της αμφισβήτησης, ως προς την έννοια των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 9 παρ. 1 περ. γ ? και 2 και 10 του ν. 1406/1983. Ειδικότερα, το Συμβούλιο της Επικρατείας με την ως άνω παραπεμπτική του απόφαση έκρινε ότι τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν αγωγών κατά του Δημοσίου περί ευθύνης αυτού σε αποζημίωση ένεκα παράνομων πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων του κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί σ' αυτά, εφόσον οι σχετικές αξιώσεις γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες πριν από τις 11 Ιουνίου 1985, αφ' ότου, δηλαδή, τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια άρχισαν να έχουν δικαιοδοσία επί των διαφορών αυτών, υπάρχει δε η δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, μόνον εφόσον οι αξιώσεις προς λήψη αποζημίωσης εκτείνονται μέχρι τις 11 Ιουνίου 1985, ενώ, κατά το μέρος που οι αξιώσεις αυτές εκτείνονται μετά την ανωτέρω ημερομηνία, δικαιοδοσία να επιλύσουν τις διαφορές που ανάγονται στην περίοδο αυτή έχουν τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια έχουν.

Αντίθετα, ο Άρειος Πάγος με την 1700/1999 απόφασή του έκρινε ότι η διοικητική διαφορά ουσίας, που ανακύπτει από παράνομη πράξη ή παράλειψη των οργάνων του Δημοσίου, γεννεσιουργό υποχρεώσεως προς αποζημίωση, κατά τους όρους του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, εξακολουθεί να υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αν η πράξη αυτή εκδόθηκε ή η παράλειψη συντελέσθηκε πριν από τις 11 Ιουνίου 1985 και, επίσης, αν από την αδικοπραξία δημιουργήθηκε παρατεταμένη ζημιογόνος κατάσταση, χρόνος γεννήσεως της αξιώσεως προς αποζημίωση είναι ο χρόνος τελέσεως της αδικοπραξίας, η οποία, και όταν ακόμη δημιουργεί διαρκή ζημιογόνο κατάσταση, είναι έννομη σχέση στιγμιαία, που ολοκληρώνεται με την τέλεση της, έκτοτε δε μπορεί να επιδικασθεί και το σύνολο της αποζημιώσεως είτε έχει επέλθει η ζημία, είτε είναι μέλλουσα, εφόσον μπορεί να προσδιορισθεί.

Έτσι, ο Άρειος Πάγος με την ανωτέρω απόφαση του εδέχθη, αντιθέτως από το Συμβούλιο της Επικρατείας, ότι στις ως άνω περιπτώσεις η δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων εξακολουθεί συντρέχουσα και για αξιώσεις προς αποζημίωση, κατά το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ., οι οποίες εκτείνονται και μετά την 11 Ιουνίου 1985. Ενόψει των ως άνω αντίθετων αποφάσεων, εκδόθηκε η 31/2008 απόφαση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε ότι, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν αγωγών κατά του Δημοσίου περί ευθύνης αυτού σε αποζημίωση από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις οργάνων του κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, εφόσον οι σχετικές αξιώσεις γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες πριν από την 11η Ιουνίου 1985.

Η δικαιοδοσία δε αυτή των πολιτικών δικαστηρίων εξακολουθεί να υπάρχει και στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες οι συνέπειες των ανωτέρω παράνομων πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων του Δημοσίου εκτείνονται και μετά την ημερομηνία αυτή, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι σχετικές αξιώσεις είναι, είτε πριν, είτε μετά την ως άνω ημερομηνία, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, προσδιορίσιμες.

Αντιθέτως, εάν οι αξιώσεις αυτές γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες μετά την 11η Ιουνίου 1985, η επίλυση των σχετικών διαφορών ανήκει στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (Σ.τ.Ε. 2229/2016, 799/2017, 2622/2017). Από το περιεχόμενο αυτό της ανωτέρω 31/2008 απόφασης προκύπτει ότι το ΑΕΔ έκρινε αποκλειστικά και μόνον για τις προϋποθέσεις, υπό τις οποίες τα πολιτικά ή τα διοικητικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν αγωγών κατά του Δημοσίου περί ευθύνης αυτού σε αποζημίωση από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις οργάνων του κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί και, ειδικότερα, στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες οι συνέπειες των ανωτέρω παράνομων πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων του Δημοσίου εκτείνονται και μετά τις 11-6-1985, και δεν αποφάνθηκε για το πότε οι συγκεκριμένες αξιώσεις, που πηγάζουν από τις ανωτέρω παράνομες πράξεις ή παραλείψεις, είναι ή όχι προσδιορίσιμες.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, κατ' άρθρο 51 του ν. 345/1976, ζητείται η εξαφάνιση της 352/2018 απόφασης του Αρείου Πάγου (με την οποία έγινε δεκτή η από 22.10.2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της ήδη αιτούσας για αναίρεση της 3234/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών), λόγω του ότι δεν έλαβε υπόψη την 31/2008 απόφαση του ΑΕΔ και έκρινε, όσον αφορά τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων επί της ένδικης διαφοράς, κατά παράβαση των όσων με την ανωτέρω απόφαση του ΑΕΔ έγιναν δεκτά, αφού οι ένδικες αξιώσεις της δεν ήταν προσδιορίσιμες και, ως εκ τούτου, υφίσταται για την υπόθεση δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, προκειμένου, στη συνέχεια, να αναιρεθεί η ανωτέρω αναιρεσιβαλλόμενη 3234/2015 Απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 100 του Συντάγματος, σύμφωνα με με το άρθρο 48 παρ.2 του Ν. 345/76 για άρση της αποφατικής σύγκρουσης μεταξύ της εκδοθησομένης αποφάσεως του Αρείου Πάγου και της 299/2013 Αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, που έκρινε ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν έχουν δικαιοδοσία τα διοικητικά δικαστήρια.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 352/2018 απόφασης του Αρείου Πάγου, της οποίας ζητείται η εξαφάνιση με την υπό κρίση αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "... Η αναιρεσίβλητη (ήδη αιτούσα), με την ένδικη από 11-10-2013 αγωγή της, ισχυρίστηκε ότι στις 12-11-1984 υπέβαλε, κατ' εφαρμογή των άρθρων 19 § 1 του ν.1476/1984 και 2 του ν.193/1975, αίτηση, με την οποία ζήτησε την επαναφορά της στην υπηρεσία της, ως καθαρίστριας της Κεντρικής Αποθήκης Υλικού του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, και με σχετικό έγγραφο του Δ/ντή Διοικητικού του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας της ανακοινώθηκε ότι, με την υπ' αριθ. 70/7-3-1985 απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής του άρθρου 4 του ν.δ. 76/1974, απορρίφθηκε η αίτησή της αυτή, για τους λόγους που αναφέρονται στην εν λόγω απόφαση.

Ισχυρίστηκε περαιτέρω η αναιρεσίβλητη, ότι, κατ' εφαρμογή του άρθρου 12 του ν.1232/1982, υπέβαλε την από 4-7-1985 αίτησή της προς την Ειδική Επιτροπή Δευτεροβάθμιας Κρίσης του Υπουργείου Προεδρίας της Κυβερνήσεως, η οποία, μετά την άσκηση των αναφερόμενων ενδίκων βοηθημάτων, έγινε τελικά δεκτή με την 554/1-2-1994 απόφαση της εν λόγω Επιτροπής, ακολούθως δε ο Υπουργός Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την 23254/9-6-1994 απόφασή του, την επανέφερε στην υπηρεσία της, οπότε και επανήλθε, τοποθετήθηκε δε στη Δ/νση Υγείας της Νομαρχίας Αθηνών την 1-8-1994, χωρίς δικαίωμα λήψεως αναδρομικών αποδοχών.

Λόγω δε: α) της παραλείψεως της ως άνω Επιτροπής να γνωμοδοτήσει εντός της δίμηνης προθεσμίας του άρθρου 2 § 4 του ν. 193/1975 για την επαναφορά της στην υπηρεσία της, και β) της παράνομης απορρίψεως της αιτήσεώς της περί επαναφοράς της, υπέστη ζημία από την απώλεια των αποδοχών της που θα ελάμβανε, εάν είχε επαναφερθεί στην υπηρεσία της, κατά το χρονικό διάστημα από 12-1-1985 έως 31-7-1994, ανερχόμενη στο ποσό των 17.445.977 δραχμών.

Προσθέτοντας περαιτέρω ότι για τις αξιώσεις της εκ δραχμών 8.044.852, που αντιστοιχούν σε μέρος του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, ήτοι για το διάστημα από 11-6-1985 έως 31-12-1990, καθώς και για ποσό 152.000 δραχμών, που αντιστοιχεί στην ειδική μηνιαία αποζημίωση του άρθρου 41 § 8 του ν.2065/1992 για το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 31-7-1994, το Συμβούλιο της Επικρατείας με την υπ' αριθμ. 299/2013 απόφασή του αποφάνθηκε αμετακλήτως ότι στερούνται δικαιοδοσίας τα διοικητικά δικαστήρια, η αναιρεσίβλητη ζήτησε με την υπό κρίση αγωγή την επιδίκαση σ' αυτήν αποζημιώσεως, συνολικού ποσού 8.196.852 δραχμών (και ήδη 24.055,33 ευρώ), σύμφωνα με το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., για τη ζημία που υπέστη, κατά τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα, από την απώλεια των αποδοχών της, που θα ελάμβανε τότε, απότοκη, ως ελέχθη, της παράνομης παραλείψεως της Επιτροπής και του Υπουργού να εκδώσουν, εντός της δίμηνης προθεσμίας του άρθρου 2 § 4 του ν. 193/1975, τις αποφάσεις τους για την επαναφορά της στην υπηρεσία.

Ενόψει του περιεχομένου της αυτού, η ένδικη αγωγή υπάγεται, από άποψη διαχρονικού δικαίου, στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ως διοικητική διαφορά ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Κ.Πολ.Δ. Τούτο δε, διότι η επικαλούμενη παράλειψη της Επιτροπής, που τερματίστηκε με την έκδοση της απορριπτικής αποφάσεως, καθώς και η φερόμενη ως παράνομη εκτελεστή διοικητική πράξη του παραπάνω διοικητικού οργάνου, των οποίων απότοκος φέρεται να είναι η κατά την αγωγική βάση αποκαταστατέα ζημία της αναιρεσίβλητης, φέρονται να έχουν τελεστεί κατά τα έτη 1984 και 1985, και μάλιστα μέχρι 10-6-1985, δηλαδή πριν από την κατά την 11η Ιουνίου 1985 έναρξη της δικαιοδοσίας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.

Επομένως, το Εφετείο, με το να μην απορρίψει την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του και γι' αυτό ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια, είναι αβάσιμος". Από το περιεχόμενο της ανωτέρω προσβαλλόμενης με την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας απόφασης προκύπτει, ότι ο Άρειος Πάγος δεν έκρινε αντίθετα επί ζητήματος, το οποίο ετίθετο στη συγκεκριμένη υπόθεση και επί του οποίου είχε αποφανθεί το Α.Ε.Δ. με την 31/2008 απόφασή του και συγκεκριμένα δεν έκρινε αντίθετα όσον αφορά τις προϋποθέσεις για την ύπαρξη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων επί αξιώσεων από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις οργάνων του Δημοσίου σε περίπτωση που οι συνέπειες των ανωτέρω παράνομων πράξεων ή παραλείψεων εκτείνονται, όπως στην προκείμενη περίπτωση, και μετά τις 11-6-1985, για τις οποίες προϋποθέσεις και μόνον δεσμευόταν ο Άρειος Πάγος, αφού στην απόφαση δεν διαλαμβάνονται ρητές αντίθετες σκέψεις, αλλά ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ότι περιέχονται σε αυτή έμμεσες κρίσεις επί του ζητήματος αυτού.

Αντιθέτως, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, ουδόλως δεσμευόταν ο Άρειος Πάγος ως προς το ζήτημα, αν στην ένδικη υπόθεση οι συγκεκριμένες αξιώσεις της αιτούσας, συνεπεία των αναφερόμενων παραλείψεων των οργάνων του καθού, ήσαν ή όχι προσδιορίσιμες και, συνεπώς, η γενόμενη σιωπηρώς, με την προσβαλλόμενη απόφαση, υπαγωγή του πραγματικού της υποθέσεως στους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου δεν μπορεί να ελεγχθεί επί ασκήσεως αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, κατά το άρθρο 51 του ν. 345/1976, διότι άγει σε ανεπίτρεπτο, κατά το άρθρο 95 του Συντάγματος, δευτεροβάθμιο έλεγχο της ουσιαστικής κρίσης του Αρείου Πάγου.

Κατόπιν των ανωτέρω, εφόσον δεν υφίσταται η ως άνω προβαλλόμενη αντίθεση της 352/2018 αποφάσεως του Αρείου Πάγου προς την 31/2008 απόφαση του ΑΕΔ, αλλά απλώς αμφισβητείται η εφαρμογή στη συγκεκριμένη υπόθεση των κριθέντων από το ΑΕΔ, ότι δηλαδή επί αξιώσεων που γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες πριν από την 11η Ιουνίου 1985, εφόσον οι συνέπειες των παράνομων πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων του Δημοσίου εκτείνονται και μετά την ημερομηνία αυτή, η δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων εξακολουθεί να υπάρχει με την προϋπόθεση ότι οι σχετικές αξιώσεις είναι, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, προσδιορίσιμες, πρέπει η κρινόμενη αίτηση περί επαναλήψεως της διαδικασίας (αναψηλαφήσεως) προς το σκοπό ανακλήσεως της προσβαλλόμενης απόφασης να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν περιλαμβάνεται λόγω μη υποβολής αιτήματος από το καθού Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο παρέστη χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-5-2018 αίτηση της Α. Α. Μ. περί επαναλήψεως της διαδικασίας, επί της οποίας εκδόθηκε η 352/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουλίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ