Supreme Court dismisses appeal on tort damages, ruling no contributory negligence exists for helmet failure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's judgment awarding damages to a motorcyclist. The court found that the appellant's failure to wear a helmet constituted contributory negligence under Article 300 of the Civil Code, which reduced the compensation due to the causal link between the negligence and the head injuries. Consequently, the court rejected the claim that the lower court erred in not fully considering the appellant's financial situation or in its assessment of damages.
Legislator headnote
AI generatedArticles 300 of the Civil Code; Article 12(6)(a) of Law 2696/1999: Contributory negligence by a motorcyclist failing to wear a mandatory helmet reduces damages if the injury is causally linked to the omission.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 847 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 847/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Κ. του Ε., 2) Α. Χ. του Δ., κατοίκων ... και 3) ... με την επωνυμία "..."", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεόντιο Σφαιρόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Τ. - Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ντοκατζή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-7-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14722/2013 μη οριστική και 18372/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 579/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-6-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 300 του Α.Κ. αν εκείνος που ζημιώθηκε, συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στην ζημία ή στην έκτασή της, το δικαστήριο, μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να μην επιδικαστεί από το δικαστήριο αποζημίωση στον ζημιωθέντα ή για να μειωθεί το ποσό της απαιτείται συντρέχον πταίσμα του και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος (υπαίτιας πράξεως ή παραλείψεως) και του επελθόντος αποτελέσματος.
Αν δεν υπάρχει ο απαιτούμενος αυτός αιτιώδης σύνδεσμος διατηρείται πλήρης η αξίωση αποζημιώσεως του ζημιωθέντος. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 6 εδ. α’ του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) "οι οδηγοί και οι επιβάτες μοτοποδηλάτων, μοτοσυκλετών και τρίτροχων οχημάτων χωρίς κουβούκλιο υποχρεούνται να φορούν προστατευτικό κράνος".
Η παράλειψη χρήσεως προστατευτικού κράνους από πρόσωπο, που υποχρεούται προς τούτο από το νόμο, αξιολογείται ως συντρέχουσα αμέλεια του προσώπου αυτού, κατά την έννοια της προεκτεθείσας διατάξεως του άρθρου 300 του Α.Κ., εφόσον η παράλειψη αυτή, ως εκ του είδους των σωματικών κακώσεων, συνδέεται αιτιωδώς με αυτές.
Αν το ίδιο αποτέλεσμα θα επερχόταν και με την χρήση προστατευτικού κράνους ή αν πέραν των σωματικών βλαβών που προκλήθηκαν στην κεφαλή του παθόντος δικυκλιστή προκλήθηκαν σωματικές βλάβες και σε άλλα μέρη του σώματός του, τότε για τις σωματικές βλάβες (εκτός εκείνων της κεφαλής) δεν συντρέχει η απαιτουμένη αιτιώδης συνάφεια και δεν καταλογίζεται συντρέχουσα αμέλεια για τις βλάβες αυτές στο παραλείψαν να προβεί σε χρήση κράνους πρόσωπο.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημιώσεως, αν επιδρά στο μέλλον του. Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι επιδικάζεται σε εκείνον που έχει υποστεί την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό, χωρίς σύνδεση με περιουσιακή ζημία, το ύψος του οποίου καθορίζεται με βάση ορισμένους προσδιοριστικούς παράγοντες, δηλαδή το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, την ηλικία, το φύλο και τις κλίσεις του παθόντος, καθώς και με την συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά την διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ.
αξιώσεως για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΠ 209/2017, ΑΠ 405/2015, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 150/2014). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2013).
Με τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Κατά δε την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 148/2008, ΑΠ 2075/ 2007, ΑΠ 44/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), σχετικώς με το κρίσιμο για την έκβαση των λόγων της αναιρέσεως ζήτημα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Τις απογευματινές ώρες της 30ής Μαΐου 2011 ο ενάγων, οδηγών την υπ’ αριθμ.
κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, της ιδιοκτησίας του, εκινείτο επί της οδού ... της Θεσσαλονίκης, με κατεύθυνση προς την οδό .... Στον αυτό χρόνο ο πρώτος εναγόμενος, οδηγών το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της συζύγου του - δευτέρας εναγομένης, που ήταν ασφαλισμένο για την εκ της κυκλοφορίας του έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο επίσης επί της οδού ..., αλλά με κατεύθυνση αντίθετη αυτής του ενάγοντος, περί την 19.10’ δε ώρα αμφότερα τα άνω τροχοφόρα προσήγγισαν, αντιθέτως κινούμενα, την περιοχή του ποδοσφαιρικού γηπέδου της ομάδος του ....
Στο προαναφερόμενο σημείο η ανωτέρω, όπου οι δύο οδηγοί εκινούντο, οδός ... είναι ευθεία και οριζόντια, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος δεκατεσσάρων (14,00) μέτρων και είναι διπλής κατευθύνσεως, με ένα ρεύμα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, διαχωριζόμενο από το αντίθετο με διπλή, καθ’ όλο το μήκος της, διαχωριστική γραμμή, κατά τον ως άνω δε χρόνο το οδόστρωμά της ήταν ξηρό, επικρατούσε καλοκαιρία, η ορατότητα ήταν ανεμπόδιστη, η κυκλοφορία οχημάτων κανονική και των πεζών πυκνή.
Στο προαναφερόμενο τοπικό και χρονικό σημείο και ενώ ο μεν ενάγων εκινείτο στο μέσον του ρεύματος πορείας του, λόγω των σταθμευμένων, κατά μήκος του δεξιού άκρου του οδοστρώματος, αυτοκινήτων, ο δε πρώτος εναγόμενος αναζητούσε εκεί, και στον έναντι, αριστερά κατά την κίνησή του, χώρο, ελεύθερο σημείο για τη στάθμευση του αυτοκινήτου του, ο τελευταίος, εντοπίσας το αναζητούμενο σημείο, πραγματοποίησε ανέλεγκτο, προς τον άνω σκοπό, αριστερό, κατά την κίνησή του, ελιγμό, διέβη την εκ δύο συνεχόμενων παραλλήλων γραμμών διαγράμμιση της οδού και εισήλθε, προκειμένου να το διασχίσει καθέτως, στο αντίθετο αυτής ρεύμα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί αιφνιδίως στην πορεία της μοτοσικλέτας του ενάγοντος και να επακολουθήσει, παρά τον αποφευκτικό, προς τα δεξιά, ελιγμό που πραγματοποίησε ο τελευταίος, η σύγκρουση των δύο οχημάτων, με την πρόσκρουση της μοτοσικλέτας επί του εμπροσθίου αριστερού τμήματος του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου και την, εν συνεχεία, πρόσπτωσή της επί εκεί σταθμευμένου Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου, κατ’ ακολουθίαν της οποίας ο ενάγων εκτινάχθηκε από τη θέση του και προσέκρουσε στην οπισθία αριστερή γωνία ενός εκεί σταθμευμένου, στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, λεωφορείου, καταπέσας, ακολούθως, στο έδαφος και υποστάς τις ως κατωτέρω σοβαρές σωματικές βλάβες. Εν όψει, μετά ταύτα, των συνθηκών της ενδίκου συγκρούσεως και της προπαρατεθείσης διαδρομής των γεγονότων, την αποκλειστική γι’ αυτή ευθύνη φέρει ο εναγόμενος οδηγός, ο οποίος, επιδεικνύων εντελώς αμελή οδηγική συμπεριφορά, παρεβίασε τόσο τους γενικούς κανόνες της επιμελούς οδηγήσεως, που επιβάλλουν στον οδηγό να κινείται με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ασκώντας ανά πάσα στιγμή τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του (άρθρα 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 -3 του Ν. 2696/1999), όσο και τους ειδικότερους επιτακτικούς κανόνες των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 8α και 21 παρ. 1 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Ν. 2696/1999), που επιβάλλουν στον οδηγό να μη διαβαίνει την εκ δύο συνεχόμενων γραμμών κατά μήκος διαγράμμιση της όπου κινείται οδού και, περαιτέρω και σε κάθε περίπτωση, όταν προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, να βεβαιώνεται προηγουμένως ότι δύναται να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο των λοιπών χρηστών της οδού.
Αποτέλεσμα της τοιαύτης αμελούς οδηγικής συμπεριφοράς του εναγομένου οδηγού ήταν να ενεργήσει ανελέγκτως τον κατά τα άνω ελιγμό, δηλονότι χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι δεν θα θέσει σε κίνδυνο τους λοιπούς χρήστες της οδού, να διέλθει ανεπιτρέπτως την εκ δύο συνεχομένων γραμμών διαχωριστική, των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας της όπου εκινείτο οδού, γραμμή, ν’ αποφράξει, με την ενέργειά του αυτή, την πορεία της εκεί κανονικώς κινούμενης μοτοσικλέτας του ενάγοντος και να επακολουθήσει, ως αποτέλεσμα απολύτως αιτιωδώς συνδεόμενο με την προαναφερθείσα παραβατική συμπεριφορά του, η σύγκρουση των δύο οχημάτων με τα ως άνω αποτελέσματα.
Υπό τις προπεριγραφείσες συνθήκες του ενδίκου συμβάντος δεν συνετέλεσε στην επέλευσή του πταίσμα του παθόντος ενάγοντος οδηγού της δικύκλου μοτοσικλέτας, δεδομένου ότι ο τελευταίος εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του και με την προσήκουσα ταχύτητα, προήλθε δε στη μόνη δυνατή, εν όψει των περιστάσεων, αποφευκτική ενέργεια και δη σε αποφευκτικό της συγκρούσεως ελιγμό, ο οποίος δεν κατέστη δυνατόν να την αποτρέψει αποκλειστικά και μόνο λόγω της αιφνίδιου, απροβλέπτου και εναντίον των ορισμών του Κ.Ο.Κ., ως ανωτέρω, κινήσεως του εναγομένου οδηγού.
Ο ισχυρισμός των εναγομένων περί υπερβολικής ταχύτητος της δικύκλου μοτοσικλέτας, συνεπαγομένης συνυπαιτιότητα του ενάγοντος οδηγού στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, αφ’ ενός δεν συνάδει με τα αποτελέσματα της συγκρούσεως, τα οποία, στην περίπτωση αυτή και με δεδομένη την μη παρά του ενάγοντος αναβάτη χρήση κράνους ασφαλείας, θα ήταν μοιραία γι’ αυτόν και αφ’ ετέρου δεν υποστηρίζεται από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία.
Πιο συγκεκριμένα, οι, ως κατωτέρω, σωματικές βλάβες του παθόντος ενάγοντος, αν και σοβαρές, είναι συμβατές με την ταχύτητα της μοτοσικλέτας του στα 50 χιλιόμετρα ανά ώρα, που αποτελούσε και το όριο κινήσεως των τροχοφόρων οχημάτων στην προαναφερθείσα οδό. Και τούτο εν όψει των περιστάσεων του τραυματισμού του και δη της προσπτώσεως του σώματός του στην πίσω αριστερή γωνία του εκεί σταθμευμένου λεωφορείου και ακολούθως στο έδαφος, πρόσπτωση η οποία, με την προαναφερθείσα ταχύτητα, γίνεται, κατά τους κανόνες της φυσικής, με την υπερβολική και δικαιολογούσα τις, ως κατωτέρω, σωματικές βλάβες του παθόντος, δύναμη των τριών (3) τόνων [.........].
Συμβατή, επίσης, με την άνω ταχύτητα είναι και η μετά τη σύγκρουση κίνηση της μοτοσικλέτας του ενάγοντος, η οποία, προσκρούσασα σε εκεί σταθμευμένο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, στο οποίο προκάλεσε επουσιώδεις βλάβες, ακινητοποιήθηκε στο χώρο του συμβάντος [............]. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει περαιτέρω ότι ο ενάγων διακομίστηκε, αμέσως μετά το συμβάν, με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης Α.Χ.Ε.Π.Α, όπου υποβλήθηκε σε σειρά απεικονιστικών εξετάσεων, εκ των οποίων, ο ακτινολογικός έλεγχος λεκάνης - ισχίων κατέδειξε κάταγμα ηβικού κλάδου με παρεκτόπιση και κάταγμα ιερού οστού, η υπολογιστική αξονική τομογραφία (ΟΤ) κοιλίας, παρουσία αιμορραγικού υγρού στον οπισθοπεριτόναιο και υποπεριτοναϊκό χώρο, κάταγμα ιερού οστού με παρεκτόπιση και ενδοαρθρική επέκταση, κάταγμα ηβικού κλάδου αριστερά και λαγονίου οστού αριστερά στη περιοχή της κοτύλης με ενδοαρθρική επέκταση και διάσταση της ηβικής σύμφυσης και η αξονική τομογραφία εγκεφάλου, υποσκληρίδια - επισκληρίδια αιμορραγική συλλογή (αιματώματα) κροταφικού θόλου δεξιά, εγκεφαλικό οίδημα, κατάγματα ελάσσονος πτέρυγος σφηνοειδούς οστού δεξιά, κάταγμα προσθίου τοιχώματος ιγμορείου δεξιά και κάταγμα ζυγωματικού οστού σύστοιχα με μικρού βαθμού παρεκτόπιση.
Πραγματοποιήθηκε καθαρισμός ρινικών θαλάμων και φάρυγγος, πρόσθιος πωματισμός ρινικής θαλάμης δεξιά προς επίσχεση της ρινορραγίας και, ακολούθως, οδηγήθηκε στο χειρουργείο, όπου διενεργήθηκε χειρουργική τραχειοστομία, τοποθετήθηκε τραχειοσωλήνας τραχειοστομίας και καθετήρας μετρήσεως της ενδοκρανίου πιέσεως, καθώς και σύστημα εξωτερικής οστεοσυνθέσεως στη λεκάνη με στόχο τη σταθεροποίηση του πυελικού δακτυλίου.
Αμέσως μετά μεταφέρθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (Μ.Ε.Θ.) του νοσοκομείου, όπου νοσηλεύθηκε σε φαρμακευτική καταστολή και με μηχανική υποστήριξη των ζωτικών του λειτουργιών, αλλά και διαδοχικές μεταγγίσεις (συνολικά έξι) αίματος. Την 1-6-2011 υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου και διαπιστώθηκε παρουσία καθετήρα πιέσεως δεξιά μετωπιαία, ύπαρξη του εγκεφαλικού οιδήματος σε επιδείνωση, αύξηση του μεγέθους των αιμορραγικών θλάσεων αριστερά στη μετωπιαία χώρα με παρουσία αέρα στο ενδοκράνιο και ευκρινέστερη απεικόνιση του επισκληριδίου αιματώματος δεξιά κροταφικά μεγίστου εύρους 0,67 εκατοστών.
Στις 10-6-2011 υποβλήθηκε σε διαγνωστική αγγειογραφία και επεμβατική ακτινολογία της κοιλιακής αορτής, λαγονίων και οσφυϊκών αρτηριών και διαπιστώθηκε διαφυγή στον κλάδο της αριστερής λαγονίου, που αντιμετωπίστηκε με υπερεκλεκτικό εμβολισμό της αριστερής έσω λαγονίου. Στις 15-6-2011 αφαιρέθηκαν τα ράμματα πέριξ της τραχειοστομίας και έγινε αλλαγή του τραχειοσωλήνα, ενώ την αυτή ημέρα υποβλήθηκε σε υπερηχογράφημα άνω κοιλίας, λόγω σηπτικής καταστάσεως και διαπιστώθηκε ότι η χοληδόχος κύστη απεικονίζετο με πεπαχυμένο τοίχωμα και έντονη περιχολοκυστική αντίδραση, καθώς, επίσης, συλλογή μικρής ποσότητος υγρού περιηπατικά.
Στις 16-6-2011, λόγω παρουσίας εικόνος οξείας αλιθισιακής χολοκυστίτιδος, υποβλήθηκε σε χολοκυστοστομία και τοποθετήθηκαν σωληνάκια παροχετεύσεως των υγρών. Στη συνέχεια, αποδεσμεύτηκε σταδιακά από τη μηχανική υποστήριξη της αναπνευστικής λειτουργίας και την φαρμακευτική καταστολή και στις 23-6-2011 διακομίστηκε στη Γ’ Χειρουργική Κλινική του άνω νοσοκομείου για περαιτέρω φροντίδα και νοσηλεία.
Εκεί παρέμεινε για συντηρητική αντιμετώπιση των λοιπών καταγμάτων του μέχρι και την 8-7-2011, οπότε εξήλθε από το νοσοκομείο με συστάσεις για αυστηρό κλινοστατισμό και πρόγραμμα σχεδόν καθημερινής φυσικοθεραπείας και ασκήσεων για τους επομένους τέσσερις (4) μήνες. Επίσης, για την πρόληψη και αποφυγή κατακλίσεων, του συνεστήθη η αγορά αεροστρώματος κατακλίσεων με μηχανισμό, μιας τραπεζοειδούς βακτηρίας, ενός κηδεμόνα οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης και συνέχιση της φαρμακευτικής και θεραπευτικής αγωγής με συνεχή καθαρισμό των τραυμάτων.
Εν συνεχεία, μετά τη σταθεροποίηση της γενικής καταστάσεώς του ακολούθησε λεπτομερέστερος εργαστηριακός έλεγχος στον οποίο υποβλήθηκε στο ιδιωτικό Διαγνωστικό Εργαστήριο "..." την 29-7-2011 και την 20-9-2011, εκ του οποίου διαπιστώθηκαν οι ακόλουθες πρόσθετες σωματικές του βλάβες: Κάταγμα στην ακρωμιακή απόφυση του αριστερού ώμου με συνοδό υπακρωμιακή θυλακίτιδα, τενοντοπάθεια του μυοτενόντιου πετάλου των στροφέων μυών και πιθανή ρήξη του άνω επιχειλίου χόνδρου της ωμογλήνης.
Κάταγμα στο πρόσθιο τόξο της πρώτης πλευράς του αριστερού ημιθωρακίου και γραμμοειδές κάταγμα της αριστερής ωμοπλάτης. Εκτεταμένη μετατραυματική οστεοποιός μυοσίτιδα στις περιοχές των καταγμάτων της λεκάνης, πέριξ της αριστερής κατ’ ισχίον αρθρώσεως και της ηβικής συμφύσεως. Μερική ρήξη του προσθίου χιαστού συνδέσμου και του οπισθίου κέρατος του έσω μηνίσκου στο αριστερό γόνατο, με συνύπαρξη ύγραρθρου, οστικών οιδημάτων στο έσω διαμέρισμα, κύστεως baker και τενοντίτιδος του τένοντος του τετρακεφάλου μυός.
Από τα μέσα Νοεμβρίου 2011 ο παθών ενάγων, που υπηρετούσε ως ειδικός φρουρός στην ομάδα ΔΙΑΣ της ΕΛΑΣ και ευρίσκετο, από της ημέρας εξόδου του από το νοσοκομείο και μέχρι της 12-6-2012, δηλονότι επί ένδεκα περίπου μήνες, σε συνεχομένη αναρρωτική άδεια, άρχισε να κάθεται στο κρεβάτι και από του Δεκεμβρίου του ιδίου έτους να βαδίζει με τη βοήθεια τραπεζοειδούς βακτηρίας, φορώντας ειδικό νάρθηκα στηρίξεως κορμού.
Αμέσως όμως με την έγερσή του οι βλάβες στο αριστερό γόνατο απέδωσαν επώδυνα συμπτώματα (πόνο, ύγραρθρο), η τεκμηρίωση - περιγραφή των οποίων έγινε με εξέταση μαγνητικής τομογραφίας, στην οποία υποβλήθηκε την 1-2-2012. Δύο μήνες μετά ο ενάγων εισήχθη στο 424 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο, όπου υποβλήθηκε σε επέμβαση αρθροσκοπήσεως και μερικής έσω μηνισκεκτομής αριστερού γόνατος, εμφανίσας, ως μετεγχειρητική επιπλοκή, επιπολής θρομβοφλεβίτιδα των άνω άκρων.
Εν τέλει, παρά την, ως ανωτέρω, σειρά επεμβάσεων στις οποίες ο ενάγων υπεβλήθη και την εν γένει αγωγή που έλαβε, οι εγκατασταθείσες στο σώμα του βλάβες περί την περιοχή της λεκάνης του κατέστησαν μόνιμες και οδήγησαν σε κατάσταση αναπηρίας του, κατά τα κατωτέρω εκτενέστερον εκτιθέμενα...[.........]. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων, οδηγός της εμπλακείσης στο ένδικο τροχαίο ατύχημα μοτοσικλέτας, δεν φορούσε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, όπως υποχρεούτο, προστατευτικό κράνος.
Προκύπτει, επίσης, από την προπαρατεθείσα περιγραφή των εκ του ενδίκου συμβάντος σωματικών του κακώσεων, ότι αυτός υπέστη σοβαρές τοιαύτες, τόσο κατά την περιοχή της κεφαλής του, όσο και κατά τα υπόλοιπα μέρη του σώματός του και, ιδία, περί την περιοχή της λεκάνης του. Ο κατά τα λοιπά, όμως, μέρη του σώματός του τραυματισμός του ενάγοντος, πλην αυτού κατά την κεφαλή του, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την τοιαύτη παράλειψή του, αφού οι κατά τα μέρη αυτά σωματικές του κακώσεις θα επήρχοντο σε κάθε περίπτωση, δηλονότι και αν ακόμη φορούσε κράνος ασφαλείας, δεδομένου ότι αυτό εκ των πραγμάτων προορίζεται να προστατεύει μόνο τη κεφαλή του δικυκλιστή και όχι τα υπόλοιπα μέρη του σώματός του, ο δε κατά το ένδικο συμβάν τραυματισμός του παθόντος κατά τα λοιπά, πλην της κεφαλής του, μέρη του σώματός του είναι συμβατός με τη σφοδρότητα του συμβάντος και δεν συνδέεται με την, ως άνω, παράλειψή του.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η παράλειψη αυτή του ενάγοντος δεν συνδέεται, τελικά, αιτιωδώς με το σύνολο των αγωγικών κονδυλίων του, παρά μόνο με αυτά που γενεσιουργό λόγο έχουν αποκλειστικά ή κατά ένα μέρος τον κατά την κεφαλή τραυματισμό του, όπως βασίμως, εν μέρει, ισχυρίζεται ο ενάγων με νόμιμη αντένστασή του, έναντι της ενστάσεως των εναγομένων για συνυπαιτιότητά του, εκ του γεγονότος ότι δεν έφερε κράνος, στην επέλευση και την έκταση του συνόλου των εκ του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος σωματικών του κακώσεων. [...........].
Υπό τη θεώρηση αυτή των πραγμάτων, η κατά τα άνω παράλειψη του ενάγοντος δεν συνδέεται αιτιωδώς: α).........., β)............, γ)............ δ) Με το αγωγικό κονδύλιο με το οποίο διώκεται η καταβολή της ειδικής, κατ’ άρθρο 931 Α.Κ., αποζημιώσεως, αφού το αίτημά του αυτό στηρίζεται αποκλειστικά στην κατάσταση αναπηρίας που περιήλθε λόγω των περί την περιοχή της λεκάνης του καταγμάτων και ε)..........
Αντίθετα, η άνω παράλειψη του ενάγοντος συνδέεται, κατά ένα μέρος, αιτιωδώς: 1)............, 2)......... 3) Με το αγωγικό κονδύλιο της χρηματικής ικανοποιήσεώς του, λόγω ηθικής βλάβης, το οποίο συνδέεται με την ψυχική και σωματική του ταλαιπωρία εκ του συνόλου των εκ του ενδίκου συμβάντος σωματικών του βλαβών, μεταξύ των οποίων και η βαρεία κρανιοεγκεφαλική του κάκωση.
Υπό τις περιστάσεις αυτές το Δικαστήριο κρίνει, κατά μερική παραδοχή της συναφούς, εκ της προμνησθείσης διατάξεως του άρθρου 300 Α.Κ., ενστάσεως των εναγομένων, ότι το εκ της προαναφερθείσης παραλείψεώς του ποσοστό συνυπαιτιότητος του ενάγοντος στην έκταση του κατά την κεφαλή τραυματισμού του και, μετά ταύτα, στη διαμόρφωση του ύψους των αιτιωδώς, εν μέρει, συνδεομένων με τη σωματική αυτή κάκωση, ως άνω, αγωγικών κονδυλίων πρέπει να ορισθεί σε 15%.[..........].
Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και ιδία την με επίκληση προσκομιζόμενη από 29.6.2012 ιατρική γνωμάτευση του πλαστικού χειρουργού ιατρού, Ν. Ο., προκύπτει ότι ο παθών ενάγων φέρει, ως αποτέλεσμα του τραυματισμού του στο ένδικο τροχαίο συμβάν και τις μετά ταύτα χειρουργικές επεμβάσεις στις οποίες υποβλήθηκε:
α) Δύσμορφη ρικνωτική ουλή στο ύψος του λαιμού, προκληθείσα εκ της τραχειοστομίας, η οποία, επί πλέον, εμφανίζει έντονο κνησμό, αιμωδία και άλγος κατά την κίνηση της κεφαλής, την οποία περιορίζει, β) εγκάρσια υπερτροφική ουλή στο δεξιό υποχόνδριο μετά τη χολοκυστεκτομή, όπου τα σημεία των παροχετεύσεων έχουν αφήσει έντονα δύσμορφα σημάδια με αλλαγή χρώσεως του δέρματος, χροιάς και υφής και γ) έντονα δύσμορφες ουλές σε αμφότερες τις λαγώνιες, από την εξωτερική οστεοσύνθεση του κατάγματος της λεκάνης, οι οποίες παρουσιάζουν υπεργέρσεις και εμβυθύνσεις της επιδερμίδος με αλλαγή χρώματος και αιμωδία της περιοχής.
Οι ανωτέρω δυσμορφίες χρήζουν αποκαταστάσεως τόσο για λειτουργικούς όσο και για αισθητικούς λόγους, η οποία θα επιχειρηθεί χειρουργικά στο άμεσο μέλλον και σε τρεις χρόνους. [.........]. Περαιτέρω, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και ιδία την προαναφερθείσα από 19-11-2013 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του χειρουργού ορθοπεδικού ιατρού, Ε.
Κ., προέκυψε ότι ο ενάγων κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο, ήτοι αυτόν της συζητήσεως της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εμφάνιζε σοβαρά προβλήματα υγείας και σωματικής αρτιμελείας, αποκλειστικά απότοκα του σοβαρού, κατά το ένδικο συμβάν, τραυματισμού του κατά την περιοχή της λεκάνης και της προπεριγραφείσης πορείας της αποθεραπείας του.
Ειδικότερα, εκ του λόγου ότι τα κατάγματα της λεκάνης έχουν πωρωθεί σε πλημμελή θέση, με μεγάλη διάσταση της προσθίου συνδεσμώσεως (ηβικής συμφύσεως), υφίσταται ασυμμετρία της λεκάνης με ατροφία των αριστερών γλουτιαίων μυών και επώδυνη δυσκινησία της συστοίχου κατ’ ισχίον αρθρώσεως, ενώ έχουν αναπτυχθεί εκεί πολλαπλές έκτοπες οστεοποιήσεις στα μαλακά μόρια.
Επίσης, στο αριστερό του γόνατο ανιχνεύονται ύγραρθρο, αστάθεια, ρήξη προσθίου χιαστού συνδέσμου, κύστη στην οπισθία επιφάνεια της αρθρώσεως και στοιχεία χονδροπαθείας πρώτου βαθμού, ενώ στον αριστερό του ώμο υπάρχει τενοντοπάθεια του πετάλου των στροφέων μυών και επώδυνη υπακρωμιακή θυλακίτιδα, με συνέπεια να βιώνει, σε καθημερινή βάση, άλγη που πηγάζουν από τις προπεριγραφόμενες βλάβες και τις απότοκες επιπλοκές τους.
Πλέον ειδικότερα, η ασυμμετρία της λεκάνης και του ιερού οστού σε χρόνια βάση δημιουργεί σοβαρότατα λειτουργικά προβλήματα στις αρθρώσεις των κάτω άκρων (κυρίως στις κατ’ ισχίων) και στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης με τελικό αποτέλεσμα την ταχύτερη ανάπτυξη επώδυνων συνδρόμων εκφυλιστικής αρθροπαθείας.
Πέραν τούτων, υφίσταται έλλειψη αισθητικότητος (αναισθησία) στην αριστερή πλευρά του περινέου του παθόντος, στον αριστερό του όρχη, στην οπισθία πλευρά του αριστερού του μηρού, στη σύστοιχη γαστροκνημία και στο έξω χείλος του ποδιού του, ενώ το αχίλλειο αντανακλαστικό του αριστερά είναι καταργημένο.
Εξ άλλου, εκ του λόγου ότι υπέστη κάταγμα, πλην των άλλων, και το ιερό οστό του παθόντος ενάγοντος, με τρώση των ιερών τρημάτων και των μέσω αυτών διερχομένων νευρικών στελεχών (ριζών), που ελέγχουν τους σφικτήρες μύες του εντέρου και της ουροδόχου κύστεως και συμβάλλουν στον κύκλο της γενετησίου λειτουργίας, αυτός αντιμετωπίζει δυσουρικά ενοχλήματα και στυτική δυσλειτουργία.
Η φύση και η σοβαρότητα των προπεριγραφεισών προβλημάτων υγείας του ενάγοντος καθιστούν αυτόν ανάπηρο σε ποσοστό, το οποίο ο άνω πραγματογνώμων, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τους συναφείς ορισμούς των Κανονισμών Προσδιορισμού Ποσοστών Αναπηρίας (ΦΕΚ 1506/Β’ /04-05-2012 - υποκεφάλαιο 2, σελίδα 23.431 και ΦΕΚ 819/Β’ /07-10-1993 - υποκεφάλαιο 4.5.5.
σελίδα 383), προσδιορίζει αβιάστως σε 67%, χωρίς, μάλιστα, ν’ αναμένεται στο μέλλον βελτίωση του συγκεκριμένου ποσοστού αναπηρίας του. Και τούτο γιατί οι βλάβες, κατ’ αρχάς, των νευρικών ριζών I1, I2 και Ι3 αριστερά έχουν πλέον χαρακτήρα μονιμότητος και, συνεπώς, δεν αναμένεται και βελτίωση της νευρολογικής σημειολογίας στο αριστερό σκέλος (μυϊκή αδυναμία με περιοχές πλήρους αναισθησίας), στην ουροδόχο κύστη (ατονική) και στη γενετήσια λειτουργία (στυτική δυσλειτουργία), ενώ, περαιτέρω, οι χειρουργικές επεμβάσεις που έχουν στόχο τη διόρθωση της εγκατεστημένης, μετατραυματικής ασυμμετρίας του πυελικού δακτυλίου (λεκάνη) δεν γίνονται συχνά διότι είναι δύσκολες, συνοδεύονται από πολλές επιπλοκές και έχουν πτωχό τελικό αποτέλεσμα.
Εν τέλει, όχι μόνο δεν αναμένεται βελτίωση της καταστάσεως του παθόντος ενάγοντος, αλλά η ανάπτυξη μετατραυματικών εκφυλιστικών αλλοιώσεων στα σημεία των αρχικών κακώσεων θα συνοδεύεται στο μέλλον από επιδείνωση της κλινικής του σημειολογίας και σοβαρή μείωση των κινητικών του ικανοτήτων. Ήδη, νεότερες εξετάσεις, στις οποίες υποβλήθηκε στο ενταύθα Γενικό Νοσοκομείο "Γ.
ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ", κατέδειξαν νευρογενή κύστη με αδυναμία κενώσεως και, μετά ταύτα, ακράτεια από υπερχείλιση, που καθιστά αναγκαίους τους διαλείποντες καθετηριασμούς και τη χρήση πεοκαλύπτρας. Διαπιστώθηκε, επίσης, νευρογενής δυστυτική δυσλειτουργία και υπογονιμότητα, προς δε και νευρογενής δυσκοιλιότητα και ακράτεια αερίων.
Πάντα δε ταύτα ως απόρροια των κατά το ένδικο συμβάν πολλαπλών σκελετικών του κακώσεων, που οδήγησαν σε κακώσεις των αντιστοίχων νευρικών οδών, ενώ, εν τέλει, στην υπό την αυτή ημερομηνία (18-5-2016) γνωμάτευσή του, ο επιμεληθείς των εξετάσεων ιατρός του άνω νοσοκομείου, αποφαίνεται ότι οι προπεριγραφείσες βλάβες του παθόντος ενάγοντος, όχι μόνο είναι μη αναστρέψιμες, αλλά προοδευτικά επιδεινώνονται.
Εν τέλει δε, ένεκεν της καταστάσεως στην οποία περιήλθε η υγεία του παθόντος ενάγοντος, αυτός είναι πλέον εφ’ όρου ζωής ανίκανος να εργασθεί σε επάγγελμα που απαιτεί αρτιμέλεια, ψυχοσωματική αρτιότητα και μυϊκή δύναμη. Είναι προφανές, μετά ταύτα, ότι η μόνιμη, πολύ σοβαρή και μη προβλεπομένη ν’ αποκατασταθεί στο μέλλον αναπηρία του ενάγοντος έχει επηρεάσει δραματικά όλες τις εκφάνσεις της ζωής του.
Ειδικότερα αυτός, που κατά μεν το χρόνο του συμβάντος διήνυε το εικοστό έβδομο, κατά δε το χρόνο της πρώτης στον πρώτο βαθμό συζητήσεως της αγωγής το εικοστό ένατο έτος της ηλικίας του, ήταν, μέχρι του τραυματισμού του, υγιής και ανύπανδρος. Η προπεριγραφείσα δε ατέλεια και έλλειψη της σωματικής ακεραιότητός του σε βάρος των προτέρων φυσικών προτερημάτων του αποτελεί, ως βλάβη του σώματός του, αρνητικό στοιχείο για τη μελλοντική κοινωνική και επαγγελματική του ανέλιξη, αφού είναι δεδομένη η εξ αυτής δυσμενής, στον τομέα αυτό, επίδραση.
Ήδη, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...-11-2015 γνωματεύσεως της Ανωτάτης Υγειονομικής Επιτροπής Θεσσαλονίκης της ΕΛΑΣ, στην οποία παραπέμφθηκε από την Επιτροπή Αναρρωτικών αδειών λόγω "δυσιάτου" παθήσεως, ο ενάγων, λόγω της προπεριγραφείσης καταστάσεως της υγείας του, κρίθηκε ανίκανος για την ενεργό υπηρεσία και ικανός μόνο για υπηρεσία γραφείου.
Μετά ταύτα η υπηρεσία του μετέθεσε αυτόν από τη θέση του ειδικού φρουρού της ομάδος ΔΙΑΣ, η οποία απαιτεί αρτιμέλεια, ψυχοσωματική αρτιότητα και μυϊκή δύναμη, σε θέση γραφείου, όπου μπορεί να εργάζεται μόνο πρωινές ώρες και μόνο τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδος, ενώ δεν θα μπορεί πλέον να φέρει όπλο, ούτε να διατίθεται σε υπηρεσία επιφυλακής.
Η εξέλιξη αυτή συνιστά όχι μόνο υπηρεσιακή του υποβάθμιση, αφού του στερεί τη δυνατότητα προαγωγών και ιεραρχικής εξελίξεως, αλλά και σημαντική μισθολογική τοιαύτη, δεδομένου ότι πλέον ο ενάγων στερείται των επιδομάτων που ελάμβανε στη μάχιμη θέση που υπηρετούσε (αποζημιώσεως για εργασία πέραν του πενθημέρου, επιδόματος αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητος για εκτέλεση νυκτερινής εργασίας), με συνέπεια την απώλεια αποδοχών, ύψους μεταξύ 300 έως 350 ευρώ κατά μήνα.
Επί πλέον δε έχει καταστεί επισφαλής ακόμη και η παραμονή του στην υπηρεσία, δεδομένου ότι, κατά τα προαναφερόμενα, η γενική κατάσταση της υγείας του θα βαίνει προοδευτικά επιδεινούμενη. Εξ άλλου, η κατάσταση στην οποία περιήλθε η σωματική υγεία του ενάγοντος και η αισθητική παραμόρφωση της εξωτερικής του εμφανίσεως δυσχεραίνει την προσωπική του ζωή και τις κοινωνικές συναναστροφές του, σε συνδυασμό δε και με το πρόβλημα στυτικής δυσλειτουργίας και ακράτειας, καθιστά ιδιαίτερα προβληματική την προσέγγιση με το άλλο φύλο και εντελώς αμφίβολη τη δυνατότητά του να δημιουργήσει οικογένεια.
Συνακολούθως και δεδομένου ότι η δυσμενής αυτή επίδραση του τραυματισμού του παθόντος ενάγοντος στο επαγγελματικό, οικονομικό και κοινωνικό του μέλλον δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 του Α.Κ., νόμιμη συντρέχει περίπτωση επιδικάσεως υπέρ αυτού ευλόγου, κατά τους ορισμούς της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ., αποζημιώσεως, το ύψος της οποίας, με βάση το φύλο και την ηλικία του, τη φύση της επαγγελματικής του δραστηριότητος, το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας του, της αρτίας, προ του τραυματισμού του, φυσικής του καταστάσεως και της αποκλειστικής ευθύνης του υπαιτίου οδηγού στην πρόκληση του ενδίκου συμβάντος κρίνεται ότι πρέπει να ορισθεί στο ποσόν των 100.000 ευρώ......".
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διατάξεως και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.
Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του παραδοχές που με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις καθιστούν σαφές ότι συντρέχει νόμιμη περίπτωση επιδικάσεως υπέρ του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου χρηματικής παροχής, κατά την διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., κρίνοντας ότι: α) εξ αιτίας του σοβαρού τραυματισμού του στην περιοχή της λεκάνης του και της πορείας της αποθεραπείας του, αυτός (ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος) κατέστη ανάπηρος σε ποσοστό 67%, ποσοστό που δεν αναμένεται να βελτιωθεί στο μέλλον, γιατί οι ως άνω αναφερόμενες προκληθείσες στην περιοχή της λεκάνης σωματικές βλάβες του όχι μόνο είναι μη αναστρέψιμες, αλλά αντιθέτως προοδευτικά θα επιδεινώνονται, λόγω της αναπτύξεως μετατραυματικών εκφυλιστικών αλλοιώσεων στα σημεία των αρχικών κακώσεων, που θα επιδεινώνουν την κλινική του σημειολογία και θα μειώνουν τις κινητικές του ικανότητες, β) αυτός (ενάγων) που, κατά τον χρόνο του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, υπηρετούσε ως ειδικός φρουρός της ομάδας "ΔΙΑΣ" της Ελληνικής Αστυνομίας, έχει πλέον καταστεί, εφ’ όρου ζωής, ανίκανος να εργαστεί σε επάγγελμα που απαιτεί αρτιμέλεια, ψυχοσωματική αρτιότητα και μυϊκή δύναμη, κριθείς ανίκανος για την ενεργό υπηρεσία και ικανός μόνο για υπηρεσία γραφείου, λόγος για τον οποίο η υπηρεσία του τον μετέθεσε από την θέση του ειδικού φρουρού της προαναφερόμενης ομάδας, η οποία απαιτεί αρτιμέλεια, ψυχοσωματική αρτιότητα και μυϊκή δύναμη, σε θέση γραφείου, με τις εντεύθεν δυσμενείς γι’ αυτόν συνέπειες (υπηρεσιακή υποβάθμιση, λόγω του ότι στερείται της δυνατότητας προαγωγών και ιεραρχικής εξελίξεως, αλλά και μισθολογική τοιαύτη, λόγω στερήσεως των επιδομάτων, τα οποία ελάμβανε στην μάχιμη θέση που υπηρετούσε), προσέτι δε ότι η παραμονή του στην υπηρεσία του έχει πλέον καταστεί επισφαλής, δεδομένου ότι η γενική κατάσταση της υγείας του θα βαίνει προοδευτικά επιδεινούμενη, γ) η κατάσταση στην οποία περιήλθε η σωματική υγεία του ενάγοντος και η αισθητική παραμόρφωση της εξωτερικής του εμφανίσεως περί την περιοχή της λεκάνης του θα έχει οπωσδήποτε δυσμενή επίδραση σε όλους τους τομείς της ζωής του, ήτοι στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξή του, καθ’ όσον δυσχεραίνεται η προσωπική του ζωή και οι κοινωνικές συναναστροφές του, σε συνδυασμό δε και με το πρόβλημα της στυτικής δυσλειτουργίας και ακράτειας, καθίσταται ιδιαίτερα προβληματική η προσέγγιση με το άλλο φύλλο και εντελώς αμφίβολη η δυνατότητά του να δημιουργήσει οικογένεια.
Πέραν των ανωτέρω στοιχείων, που ελήφθησαν υπόψη για τον καθορισμό του ευλόγου ποσού της, κατ’ άρθρο 931 του Α.Κ., χρηματικής παροχής, διαλαμβάνονται ακόμη στην προσβαλλομένη απόφαση η, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ηλικία του ενάγοντος - παθόντος (27 ετών), η άρτια, πριν από τον τραυματισμό του, φυσική του κατάσταση, το γεγονός ότι αυτός ήταν ανύπανδρος και η αποκλειστική ευθύνη του υπαίτιου οδηγού στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος.
Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της παραθέσεως ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως αυτοί (αναιρεσείοντες) διατείνονται, δεν διευκρινίζεται: 1) ποια είναι τα λειτουργικά προβλήματα που δημιουργεί η ασυμμετρία της λεκάνης και του ιερού οστού σε χρόνια βάση στα κάτω άκρα του αναιρεσιβλήτου, 2) εάν η αναπηρία του αναιρεσιβλήτου και το ποσοστό της (67%) έχει κριθεί ως προς την διά βίου μονιμότητά της και εάν αυτή θεωρείται ολική ή μερική, 3) δεν διαλαμβάνει αιτιολογία "για το πόθεν προκύπτει ότι οι χειρουργικές επεμβάσεις που έχουν στόχο την διόρθωση της εγκατεστημένης, μετατραυματικής ασυμμετρίας του πυελικού δακτυλίου (λεκάνη) δεν γίνονται συχνά [με βάση ποιες ιατρικές στατιστικές και πού (στο Εξωτερικό, στην Ελλάδα σε Δημόσια ή σε Ιδιωτικά Θεραπευτήρια), θεωρεί ότι "δεν γίνονται συχνά" οι εν λόγω χειρουργικές επεμβάσεις], διότι είναι δύσκολες [με βάση ποια ιατρικά δεδομένα, ποια ιατρική βιβλιογραφία και με ποιες ιατρικές δημοσιεύσεις, θεωρούνται αυτές ως "δύσκολες"], ότι αυτές συνοδεύονται από πολλές επιπλοκές [δεν αναφέρονται ποιες είναι αυτές οι επιπλοκές, πόσο συχνές είναι και εάν αυτές έχουν καταγραφεί στην ιατρική βιβλιογραφία] και ότι αυτές έχουν πτωχό τελικό αποτέλεσμα [επίσης με βάση ποιες ιατρικές στατιστικές και ποια ιατρική βιβλιογραφία], θεωρεί ότι οι ίδιες χειρουργικές επεμβάσεις έχουν "πτωχό τελικό αποτέλεσμα", 4) δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση της μάρτυρος, που εξετάστηκε με επιμέλεια του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, η οποία κατέθεσε ότι "ο ενάγων είναι σε θέση να οδηγεί μοτοσυκλέτα" και 5) αν και γίνεται δεκτό ότι "η κατάσταση στην οποία περιήλθε η σωματική υγεία του ενάγοντος και η αισθητική παραμόρφωση της εξωτερικής του εμφανίσεως δυσχεραίνει την προσωπική του ζωή και τις κοινωνικές του συναναστροφές....", δεν διαλαμβάνεται στις παραδοχές της το, αναγνωρισθέν από την ίδια (αναιρεσιβαλλομένη απόφαση) ποσοστό συνυπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου στην έκταση του κατά την κεφαλή τραυματισμού του κατά ποσοστό 15%, λόγω της παραλείψεώς του να φέρει κράνος.
Τούτο δε διότι οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ως άνω, υπ’ αριθμ. 1, 2 και 4 αιτιάσεις, ως ελλείψεις και ασάφειες, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται, προσέτι δε η υπ’ αριθμ. 3 αιτίαση είναι απαράδεκτη, καθ’ όσον η μη μνεία στην προσβαλλομένη απόφαση των αποδεικτικών μέσων από τα οποία το δικαστήριο μόρφωσε την κρίση του συνιστά παραβίαση του άρθρου 340 εδ.
β’ του Κ.Πολ.Δικ., η οποία όμως δεν αποστερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της (ΑΠ 894/2008, ΑΠ 137/2004). Περαιτέρω, ως προς την τελευταία αιτίαση, υπ’ αριθμ. 5, (αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.), ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος, εφόσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, κρίθηκε ότι η παράλειψη του ενάγοντος να φορεί κράνος δεν συνδέεται αιτιωδώς με τις προκληθείσες σωματικές βλάβες του στην περιοχή της λεκάνης, επί των οποίων αποκλειστικά και μόνον έκρινε, επιδικάζοντας την προαναφερόμενη χρηματική παροχή, συνακολούθως δε ορθώς δεν ελήφθη υπόψη για τον καθορισμό του ύψους αυτής το ποσοστό συνυπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου (15%) λόγω της παραλείψεώς του να φέρει κράνος, η δε μνεία στην προσβαλλομένη απόφαση και της "αισθητικής παραμορφώσεως της εξωτερικής εμφανίσεως (του ενάγοντος)" που "δυσχεραίνει την προσωπική του ζωή και τις κοινωνικές του συναναστροφές....", μεταξύ των στοιχείων που το Εφετείο έλαβε υπόψη για τον προσδιορισμό του ποσού αυτού, αφορά, ενόψει των προεκτεθεισών ρητών αναφορών του περί ελλείψεως της ως άνω αιτιώδους συνάφειας, μόνον στην αισθητική παραμόρφωση της εξωτερικής εμφανίσεώς του στην περιοχή της λεκάνης του (ασυμμετρία της λεκάνης, έντονα δύσμορφες ουλές σε αμφότερες τις λαγώνιες, από την εξωτερική οστεοσύνθεση των καταγμάτων της λεκάνης, οι οποίες παρουσιάζουν υπεργέρσεις και εμβυθύνσεις της επιδερμίδος με αλλαγή χρώματος).
Κατ’ ακολουθίαν, ο συναφής πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ’ εκτίμηση, οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απορριπτέος, στο σύνολό του, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.
Σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στην συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, την βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ’ αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσεως.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.. (Ολ.ΑΠ 9/2015).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το δικάσαν Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, δέχθηκε περαιτέρω, κατά το ενδιαφέρον τον υπό έρευνα δεύτερο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, της αιτήσεως αναιρέσεως μέρος, πλέον των αμέσως παραπάνω αναφερομένων, και τα εξής: "Εξ άλλου, ένεκεν του ενδίκου συμβάντος και του εξ αυτού σοβαρού τραυματισμού του ενάγοντος, ο τελευταίος υπέστη, ως εκ της εντεύθεν σωματικής και ψυχικής του ταλαιπωρίας, ηθική βλάβη, δικαιούμενος, μετά ταύτα, ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως.
Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις, κατά τα άνω, συνθήκες του ενδίκου τροχαίου συμβάντος, το μέγεθος της προκληθείσης στην υγεία του παθόντος ενάγοντος βλάβης και του εντεύθεν ψυχικού άλγους και σωματικής του ταλαιπωρίας, ιδία εν όψει του μακρού χρόνου αποθεραπείας του, των διαδοχικών επεμβάσεων στις οποίες υπεβλήθη και των εμμενόντων συνεπειών του τραυματισμού του, την αποκλειστική ευθύνη του υπαιτίου οδηγού στην πρόκληση του ενδίκου συμβάντος, το ποσοστό συνυπαιτιότητος του ενάγοντος στην έκταση του κατά την κεφαλή τραυματισμού του, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, τα διδάγματα της κοινής πείρας και όσα σχετικώς στην προηγηθείσα νομική σκέψη εκτέθηκαν, κρίνει ότι το προς χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος εύλογο χρηματικό ποσόν ανέρχεται στο ύψος των 120.000 ευρώ...".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, καθορίζοντας δηλαδή την χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου στο ποσό των 120.000 ευρώ, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερεί και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως.
Κατ’ ακολουθίαν, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο επιδικάζοντας στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 120.000 ευρώ, ως χρηματική του ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., καθώς επίσης και την αρχή της αναλογικότητας, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας της ως άνω διατάξεως που εφαρμόστηκε, την οποία και δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Συνεπώς, ο αυτός ως άνω (δεύτερος) λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο, κατ’ εκτίμηση, την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το εν λόγω δικαστήριο κατά τον καθορισμό του ποσού της οφειλόμενης στον αναιρεσίβλητο χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω της ηθικής βλάβης του, όφειλε, κατ’ άρθρο 932 του Α.Κ., να λάβει υπόψη του, πέραν των άλλων, και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, πλην όμως, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρεται σ’ αυτήν όλως αορίστως και γενικώς ότι ελήφθη υπόψη, εκτός άλλων, και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των δύο πρώτων εξ αυτών, χωρίς όμως να διαλαμβάνεται οποιοδήποτε πραγματικό περιστατικό σχετικό με την τοιαύτη κατάσταση τούτων, με συνέπεια να πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας, αφού δεν είναι δυνατόν να κριθεί εάν εφαρμόστηκε ορθά ή όχι η ως άνω διάταξη, κρίνεται απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις, για μη παράθεση ικανοποιητικών αιτιολογιών, αναφέρονται στην κατά την άποψη των αναιρεσειόντων πληρέστερη ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, υπό την επίκληση δε της προσβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου της άνω ουσιαστικής διατάξεως, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το πόρισμα που έχει εξαχθεί από αυτές, το οποίο όμως πόρισμα εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.6.2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …2017 αίτηση για αναίρεση της 579/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ