Supreme Court allows appeal against insurance company's liability judgment regarding drunk driving accident compensation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the insurance company's appeal against a lower court judgment ordering it to pay compensation for a passenger killed in a drunk driving accident. The court found the lower court erred by including elements of fault and causation in its judgment when the law requires the insurer to pay regardless of the driver's fault. Consequently, the case was remanded for retrial to determine the specific amount of liability without prejudging the driver's culpability.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2, 6, 10, and 11 of Law 489/1976; Article 6b of Presidential Decree 237/1986: The insurer cannot raise contractual defenses against the victim's claim and must pay the agreed sum, while the burden of proving the driver's fault and lack of causal link rests solely on the insured.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 847 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 847/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΕ NATIONAL UNION", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τoν πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπαδόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Μ., 2) Π. Μ. και 3) Γ. Μ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μαρκάτο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-9-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 255/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 54/2013 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-4-2014 αίτησή της και τους από 24-1-2105 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Χυτήρογλου διάβασε την από 6-3-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρώτου, δεύτερου και πέμπτου πρόσθετων σ' αυτήν λόγων αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 § 1, 6 § 1, 10 § 1 και 11 § 1 του Ν. 489/1976 "περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα, επί οδού, υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος (2 § 1).
Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπεύθυνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου (6 § 1). Το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή (10 § 1). Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατά το άρθρο 10 § 1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σε αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού (11 § 1).
Με τη διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 3557/2007, που ισχύει από 14-5-2007, προστέθηκε στο Π.Δ. 237/1986, με το οποίο κωδικοποιήθηκε ο νόμος 489/1976, η διάταξη του άρθρου 6β με την παρ. 1 της οποίας "εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α)..., β) από οδηγό ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος ...".
Προϋποθέσεις για την εφαρμογή της άνω διάταξης είναι α) ο σχετικός όρος εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη να έχει ενταχθεί νομίμως στη σύμβαση ασφαλίσεως, β) ο οδηγός να οδηγεί όχημα τελών υπό την επίδραση οινοπνεύματος, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), και γ) να συντρέχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της οδήγησης υπό την επίδραση οινοπνεύματος και του ατυχήματος.
Ο εξεταζόμενος λόγος εξαιρέσεως δεν θεωρείται ότι αποτελεί περιεχόμενο κάθε ασφαλιστικής συμβάσεως αλλά ισχύει ενόσω έχει ενταχθεί νομίμως στη σύμβαση ασφαλίσεως μετά από συμφωνία στα πλαίσια εφαρμογής των διατάξεων των άρθ. 361 ΑΚ, 189, 192 Εμπ. Ν. των συμβαλλομένων μερών, είτε, με ενσωμάτωσή του στη σύμβαση ασφαλίσεως, είτε, με παραπομπή της συμβάσεως στους όρους της προϊσχύσασας Κ4/585/1978 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795/8-9-1978, τ.
Α.Ε. και ΕΠΕ) με τις προϋποθέσεις που ίσχυαν και υπό το καθεστώς ισχύος της εφόσον αυτή καταργήθηκε ήδη, με την διάταξη του άνω άρθρου 17 παρ. 1 εδ. γ' του ν. 3557/2007. Η συνομολόγηση του όρου αυτού, που αποτελεί αληθώς καλυμμένο συμβατικό όρο σε βάρος του λήπτη της ασφάλισης, δεν απαλλάσσει τον ασφαλιστή από την υποχρέωσή του να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, παρέχει, όμως, σ' αυτόν, (ασφαλιστή), το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο ή τον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου και να ζητήσει από αυτούς ό,τι κατέβαλε στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας του.
Καθένα από τα πρόσωπα αυτά ευθύνεται αυτοτελώς, δηλαδή υπάρχει παράλληλη και εις ολόκληρον ευθύνη, κατά το άρθρο 926 του ΑΚ, ενός εκάστου των προαναφερθέντων προσώπων, έναντι του ασφαλιστή. Πλην όμως τα ως άνω πρόσωπα δεν έχουν ευθύνη εξ αναγωγής από μόνον το γεγονός ότι φέρουν την ως άνω ιδιότητα. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να μπορεί η εν λόγω παράβαση να αποδοθεί σε υπαιτιότητα ενός εκάστου από τα ως άνω πρόσωπα, δηλαδή του οδηγού, του ασφαλισμένου και του αντισυμβαλλόμενου, ζήτημα που έχει ιδιαίτερη πρακτική σημασία εάν τα δύο τελευταία πρόσωπα είναι διαφορετικά από τον οδηγό.
Ειδικότερα, το ζήτημα της ως άνω υπαιτιότητας δεν ρυθμίζεται (γενικά ή ειδικά) στο Ν. 2496/1997, (περί ασφαλιστικής συμβάσεως κ.λπ.), ούτε στο Ν. 3557/ 2007, (ούτε στα άρθρα 25 και 26 της ήδη καταργηθείσας Κ4/585/1978 AYE). Όμως, από την προσφυγή στις γενικές διατάξεις του ΑΚ, που ρυθμίζουν την περίπτωση της ομαλής εξέλιξης της σύμβασης, (άρθρα 330, 335, 336, 337 ΑΚ), και καθιερώνουν την αρχή της τεκμαιρομένης υπαιτιότητας, συνάγεται ότι, κατ’ αρχήν υπάρχει αυτή και στο πρόσωπο του ιδιοκτήτη του οχήματος, ο οποίος παραχωρεί την οδήγησή του σε πρόσωπο, το οποίο τελεί υπό την επήρεια οινοπνεύματος και δεν απαιτείται να το επικαλεσθεί στη σχετική αγωγή του ο ασφαλιστής (δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της).
Αντιθέτως, ο εναγόμενος - ιδιοκτήτης για να καταρρίψει το εις βάρος του τεκμήριο υπαιτιότητας, πρέπει, κατ’ ένσταση, να επικαλεσθεί (και να αποδείξει) ότι δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα, διότι δεν εγνώριζε, ούτε μπορούσε να γνωρίζει, ότι το πρόσωπο στο οποίο παραχώρησε την οδήγηση δεν είναι ικανό προς οδήγηση, επειδή τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος.
Εξάλλου, δεν αποτελεί, επίσης, στοιχείο της βάσης της εξ’ αναγωγής αγωγής του ασφαλιστή το οποίο, τεκμαίρεται, κατ’ αρχήν, ότι υπάρχει, το στοιχείο της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράβασης του όρου της απαλλαγής του ασφαλιστή και της πρόκλησης του τροχαίου ατυχήματος. Κατά συνέπεια, ο ιδιοκτήτης ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης, πρέπει, κατ’ ένσταση να επικαλεσθεί και να αποδείξει την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας (ή) και την έλλειψη υπαιτιότητας, ώστε να μην τελεσφορήσει η εναντίον του αναγωγή του ασφαλιστή (βλ.
ΑΠ 991/2011). Αν η ικανοποίηση του παθόντος γίνεται στα πλαίσια συναφθέντος μεταξύ αυτού και του ασφαλιστή εξώδικου συμβιβασμού, ο τελευταίος, εν όψει και της διατάξεως του άρθρου 23 παρ. 2 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε., δεν αναπτύσσει άμεση δεσμευτική ενέργεια για τον αντισυμβαλλόμενο - ασφαλισμένο. Ο ασφαλιστής, αξιώνοντας από τον τελευταίο με αγωγή τα καταβληθέντα στον τρίτο ποσά, οφείλει να διαλάβει σ’ αυτή τις συνθήκες του ατυχήματος, τα περιστατικά, που θεμελιώνουν την ευθύνη για το ατύχημα στο πρόσωπο του αντισυμβαλλόμενου - ασφαλισμένου (Α.Κ. 914, 922 άρθ. 2 επ.
Ν. ΓΠΝ/1911), τη ζημία, που υπέστη ο τρίτος κατά τρόπο ορισμένο, και τα καταβληθέντα στον παθόντα τρίτο ποσά. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται η άμυνα του εναγόμενου να αμφισβητήσει τα καταβληθέντα ποσά, ως πράγματι οφειλόμενα, προσκομίζοντας την προσήκουσα ανταπόδειξη. Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 554 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής, δήθεν, αοριστίας της αγωγής ή ένστασης.
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ’ αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση, απλώς, των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, ασφαλιστική εταιρεία, που είχε αναλάβει συμβατικά την ασφάλιση, έναντι κινδύνων τρίτων, του αυτοκινήτου των δύο πρώτων των αναιρεσιβλήτων ζήτησε με την εναντίον αυτών και του οδηγού του, αγωγή, να υποχρεωθούν, να της καταβάλουν το ποσό που πλήρωσε ως αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης στους συγγενείς τού, κατά την διάρκεια του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, που συνέβη από υπαιτιότητα του οδηγού, αποβιώσαντος συνεπιβάτη.
Και τούτο διότι, κατά συμβατικό μεταξύ των όρο, απαλλασόταν κάθε ευθύνης επειδή ο τρίτος αυτών, οδηγός του αυτοκίνητου, κατά τον χρόνο του ατυχήματος τελούσε υπό την επήρεια κατανάλωσης οινοπνεύματος άνω των νομίμων ορίων. Με την προσβαλλομένη απόφαση, η οποία επικύρωσε την πρωτόδικη, κατά το μέρος που πλήττεται με την αναίρεση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή διότι δεν αναφέρονται περιστατικά που να συγκροτούν αδικοπρακτική συμπεριφορά εκ μέρους των εναγομένων (ήδη αναιρεσιβλήτων) ή επικουρικά του αδικαιολογήτου πλουτισμού αλλά μόνο τέτοια αφορώντα την μεταξύ των συμβαλλομένων υπάρχουσα ασφαλιστική σύμβαση και την εκ μέρους του οδηγού παραβίαση του ασφαλιστικού βάρους (οδήγηση με κατανάλωση οινοπνεύματος άνω του επιτρεπομένου ποσοστού).
Σύμφωνα όμως, με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν αρκεί για την παραδοχή ως νόμιμης της αγωγής, η αναφορά στην αγωγή των περιστατικών υπό τα οποία συνέβη το ατύχημα, ο λόγος εξαίρεσης που συνομολόγηθηκε μεταξύ των διαδίκων και τα ποσά που κατέβαλε, εναπόκειται δε στους εναγόμενους, ανταποδεικτικά, να αποδείξουν την έλλειψη υπαιτιότητας στο πρόσωπό των και την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και του επελθόντος αποτελέσματος και να αμφισβητήσουν το ποσό της ζημίας της ενάγουσας.
Από την παραδεκτή, (άρθ. 562 ΚΠολΔ), επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα ενάγοντας τους αναιρεσίβλητους, περιέλαβε όλα τα αναγκαία στοιχεία για την νομιμότητά της ήτοι, 1) την μεταξύ αυτής και των δύο πρώτων καταρτισθείσα σύμβαση ασφαλίσεως δυνάμει της οποίας ανέλαβε την υποχρέωση να καλύπτει ασφαλιστικά, έναντι κινδύνων τρίτων, ζημιές που προκαλούνται από το ασφαλισμένο αυτοκίνητο, 2) τα περιστατικά υπό τα οποία έγινε το ατύχημα με συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό του συνεπιβάτη, 3) ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου (γ' εναγόμενος) τελούσε υπό την επήρεια κατανάλωσης οινοπνεύματος άνω του επιτρεπομένου ορίου και 4) το ποσό που κατέβαλε ως αποζημίωση στα πλαίσια του μεταξύ αυτής και των παθόντων καταρτισθέντος συμβιβασμού.
Περιέλαβε, δηλαδή, όλα τα αναγκαία στοιχεία για την νομιμότητα της αγωγής χωρίς να πρέπει να αναφερθεί σε στοιχεία υπαιτιότητας των εναγομένων και αιτιώδους συνάφειας τής υπό την επήρεια οινοπνεύματος οδήγησης του αυτοκινήτου αφού εναπόκειται στους αναιρεσίβλητους -εναγομένους να επικαλεστούν και αποδείξουν την έλλειψη των άνω στοιχείων και ότι δεν υποχρεούνται να καταβάλουν τα ποσά που αυτή πλήρωσε, κατόπιν συμβιβασμού, ως αποζημίωση στους συγγενείς του παθόντος.
Επομένως, θα πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο περί τούτου πρώτος λόγος αναιρέσεως για πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 άρθ. 559 Κ.Πολ.Δ. και αναιρεθεί κατά το μέρος που προσβάλλεται η απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, αφού η εμβέλεια του συγκεκριμένου εκτείνεται σε όλο το μέρος τής, διά της αναιρέσεως προσβαλλομένης απόφασης και των προσθέτων λόγων αυτής.
Παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλο δικαστή προκειμένου να ερευνηθεί κατά το αναιρούμενο μέρος της. Διαταχθεί η απόδοση των παραβόλων στην αναιρεσείουσα και καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθ. 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 54/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Παραπέμπει την απόφαση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλο δικαστή προκειμένου να την ερευνήσει περαιτέρω.
Διατάσσει την απόδοση των παραβόλων στην αναιρεσείουσα. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ