Supreme Court allows appeal against lower court failure to consider evidence and insufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of First Instance's decision, ruling that the lower court failed to consider specific documentary evidence submitted by the appellants. The court found the lower judgment lacked sufficient reasoning regarding the validity of a security order and the termination of a lease agreement. Consequently, the appeal was granted, and the case was remanded for retrial before a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court allows an appeal when the lower court fails to consider evidence submitted by the parties or provides insufficient reasoning for its decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 847 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 847/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 28 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης, που φέρει την επωνυμία "ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΧΑΡΤΟΥ STANDARD ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", έχει έδρα στο Περιστέρι Αττικής, στεγάζεται προσωρινά στην Αρτέμιδα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Κ. Ι. Α., 3Ά. Κ. Α. και 4. Β. συζ. Κ. Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Κωστόπουλο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΛΗΖΙΝΓΚ Ανώνυμη Εταιρεία Χρηματοδοτικών Μισθώσεων", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Μπουγιούκο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Ιουνίου 2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6432/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5752/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3 Ιουλίου 2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 18 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να την παραδοχή των πρώτου, δεύτερου, τρίτου και τετάρτου λόγων της αναιρέσεως, την απόρριψη δε των λοιπών λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσείοντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Ο εκ του αριθ.14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πέμπτος λόγος αναιρέσεως της μη κηρύξεως ως απαραδέκτου της αιτήσεως, με βάση την οποία εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναγράφεται επακριβώς στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η αοριστία της αιτήσεως.
ΙΙ). Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, όπως είναι, σύμφωνα με το άρθρο 339 ίδιου Κώδικα, και τα έγγραφα που προσκομίζονται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Κατά την έννοια του παραπάνω εδαφίου του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: " ... Στον τρίτο λόγο της ανακοπής εκτίθεται ότι, η καθ' ης κατά κατάχρηση δικαιώματος υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ και 25 του Συν/τος, άσκησε την ένδικη απαίτησή της, διότι αυτή δεν μερίμνησε να ασφαλίσει τα μισθωθέντα μηχανήματα, εκτελώντας σχετική εντολή της πρώτης ανακόπτουσας περί ασφαλίσεως αυτών και κατά του κινδύνου του σεισμού, με αποτέλεσμα στον σεισμό της 7/9/1999 τα μηχανήματα να καταστραφούν λόγω πτώσεως του εργοστασίου που ήσαν τοποθετημένα και να αδυνατούν έτσι οι ανακόπτοντες να πληρώσουν τα οφειλόμενα μισθώματα λόγω μη λειτουργίας του εργοστασίου. ......Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 της από 16/6/1995 χρηματοδοτικής σύμβασης, ο μισθωτής, δηλαδή η ανακόπτουσα, είχε την υποχρέωση να ασφαλίσει τα μηχανήματα έναντι κάθε κινδύνου.
Δεν απεδείχθη δε ότι αυτή είχε δώσει εντολή στην καθ' ής να ασφαλίσει τα μίσθια μηχανήματα και έναντι του κινδύνου του σεισμού, ως αβασίμως ισχυρίζεται. Περαιτέρω απεδείχθη ότι η πρώτη ανακόπτουσα, δεν είχε καταβάλει προ του σεισμού τα μισθώματα οκτώ περίπου μηνών (από 1/1/1999). Το δε έτος 2000 άσκησε την από 13/6/2000 αγωγή κατά της καθ' ης, ζητώντας αποζημίωση από αυτή, λόγω καταστροφής των μηχανημάτων, ισχυριζόμενη, ότι εξ υπαιτιότητας αυτής, δεν ασφαλίσθησαν και έναντι του κινδύνου του σεισμού.
Η αγωγή αυτή απερρίφθη τελεσιδίκως με την υπ' αριθ. 95/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου ως μη νόμιμη, η δε καθ' ης κατέθεσε την αγωγή της κατά των ανακοπτόντων, εκ των υστέρων, στις 8/2/2001 και η οποία ως προεξετέθη, απερρίφθη με την ίδια απόφαση του Δικαστηρίου τούτου ως αόριστη. Με βάση τα περιστατικά αυτά κρίνεται ότι, η επίδικη απαίτηση δεν ασκείται από την καθ' ης κατά κατάχρηση δικαιώματος, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, ενόψει του ότι η άσκηση αυτού δεν υπερβαίνει και δη προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Συνεπώς και ο τρίτος λόγος της ανακοπής είναι ουσία αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.....". Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την ανακοπή. Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται, κατ' εκτίμηση, η από τον αριθ. 11 περ. γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια. Συγκεκριμένα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε, κατά τα προεκτεθέντα, ως απορριπτέους τους ως άνω λόγους της ανακοπής, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα προσεκόμισαν και επικαλέσθηκαν, και συγκεκριμένα την από 16.6.1995 πρόταση χρηματοδοτικής μισθώσεως, κυρίως δε τον όρο 13 αυτής, από την οποία, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, προκύπτουν οι ισχυρισμοί αυτών σχετικά με το ότι η καθ' ής η ανακοπή, παρά την εντολή της πρώτης αναιρεσείουσας, παρέλειψε υπαιτίως να ασφαλίσει τον εξοπλισμό, για τη μίσθωση του οποίου είχε καταρτισθεί μεταξύ των διαδίκων η από 16.6.1995 χρηματοδοτική μίσθωση, και για την περίπτωση σεισμού.
Το Εφετείο βεβαιώνει μεν στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς το κατ' ουσίαν βάσιμο της ένδικης από 23.7.2004 ανακοπής των αναιρεσειόντων έλαβε υπόψη και τα νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα. Όμως από μόνη τη βεβαίωση αυτήν του Εφετείου, το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεώς του και το σύνολο των ως άνω αιτιολογιών αυτής δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το πιο πάνω έγγραφο που αναφέρεται, στον ερευνώμενο λόγο της αναιρέσεως, δοθέντος ότι η απόφαση ενώ στηρίζεται στις καταθέσεις των μαρτύρων και σε όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκομίζουν οι διάδικοι, από τα οποία προκύπτει, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, ανυπαρξία χορηγήσεως εντολής για να ασφαλίσει η αναιρεσείουσα τον εξοπλισμό της επιχείρησης της πρώτης αναιρεσείουσας, δεν ασχολείται καθόλου με το έγγραφο αυτό το οποίο προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες στο Εφετείο και επικαλέστηκαν νόμιμα, όπως προκύπτει από τις προτάσεις τους, που προσκομίζονται σε νόμιμο αντίγραφο.
Και μπορούσε βέβαια το δικαστήριο που δίκασε, εκτιμώντας το έγγραφο, αυτό, να καταλήξει σε αντίθετο πόρισμα ως προς τον ουσιώδη αυτόν ισχυρισμό των αναιρεσειόντων επί του οποίου στηρίζεται η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να καταγγείλει τη χρηματοδοτική μίσθωση και να αξιώσει την καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων του επιδίκου χρονικού διαστήματος, ενόψει όμως της σοβαρότητας του αποδεικτικού αυτού στοιχείου έπρεπε να το αντικρούσει.
Αφού λοιπόν, δεν γίνεται αδίστακτα βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη το πιο πάνω αποδεικτικό στοιχείο πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, ως ουσιαστικά βάσιμος. Περαιτέρω από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι δεν έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί δεν καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, ούτε με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 του ΑΚ, τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Επομένως, τα όσα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους της αναιρέσεως, και κατ` εκτίμηση του περιεχομένου τους, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται βάσιμα και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Ειδικότερα η προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της χορηγήσεως εντολής από την πρώτη αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη για την ασφάλιση του εξοπλισμού της επιχειρήσεως της πρώτης εξ' αυτών, έναντι παντός κινδύνου, ως και το ζήτημα εάν εξαιρέθηκε από τους κινδύνους αυτούς και ο κίνδυνος σεισμών, επί πλέον δε η αναιρεσιβαλομένη δεν αναφέρει τους λόγους για τους οποίους η άσκηση της από 8.2.1001 αγωγή της αναιρεσίβλητης αναιρεί την καταχρηστικότητα της ασκήσεως του δικαιώματος αυτής για την καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων.
Κατ` ακολουθίαν πρέπει ν` αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την προσβαλλόμενη ως άνω 5752/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ