Legislator Case Law & Legislation
847/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision due to insufficient reasoning and error in evidence assessment.

Case Number 847/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeals filed by two dairy companies against the Athens Court of Appeal's judgment. The appellants argued the lower court failed to provide adequate reasoning regarding the negligence of employees and the specific circumstances of the sulfuric acid spill. The court ruled that the appeal was inadmissible because the cited grounds were vague and merely challenged the appellate court's discretionary evaluation of evidence rather than pointing to specific legal errors.

Legislator headnote

AI generated

Articles 558, 566, 62, 73, 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the grounds are vague, fail to specify missing reasoning, or merely challenge the appellate court's discretionary assessment of evidence without identifying specific legal violations.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal insufficient reasoning evidence assessment appellate review code of civil procedure legal error discretionary evaluation

Cited Legislation

AI generated
Articles 558 and 566 of the Code of Civil Procedure
Article 62 of the Code of Civil Procedure
Article 73 of the Code of Civil Procedure
Article 35 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 847 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 847/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΕΥΡΟΥ ΑΕ" και με διακριτικό τίτλο "ΕΒΓΑ ΑΒΕΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκρποσωπείται νόμιμα, ως ειδική διάδοχος λόγω απόσχισης και εισφοράς κλάδων της ανώνυμης εταιρείας "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΕΥΡΟΥ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκρποσωπείται νόμιμα και 2. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΒΓΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΕ" πρώην "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΕΥΡΟΥ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Δημήτριο Ρεκλό και Παναγιώτη Πετρόπουλο..

Της αναιρεσιβλήτου : Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΔΕΛΦΟΙ ΣΑΡΑΚΑΚΗ ΑΕΒΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληερξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Αλεξανδρή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-4-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3784/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 4306/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 20-9-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 10-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τα άρθρα 558 και 566 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον του αντίδικου του αναιρεσείοντος, που υπήρξε διάδικος στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αν δε αυτός έχει αποβιώσει ή προκειμένου για αντίδικο νομικό πρόσωπο αν αυτό έπαυσε να υπάρχει και το γεγονός αυτό ήταν σε γνώση του αναιρεσείοντος κατά την άσκηση της αναίρεσης, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων του αποβιώσαντος, διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτη αυτεπαγγέλτως.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 62 του ΚΠολΔ ικανός να είναι διάδικος είναι εκείνος που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (αρθρ. 73 ΚΠολΔ), παύει να υπάρχει με τον θάνατο του φυσικού προσώπου (αρθρ. 35 ΑΚ), προκειμένου δε για νομικό πρόσωπο, αφότου τούτο κατά νόμο έχει λυθεί.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν το νομικό πρόσωπο που ήταν διάδικος λύθηκε νομίμως, πράγμα που συμβαίνει και σε περίπτωση συγχωνεύσεως εταιρείας ή εταιρειών με απορρόφηση, κατά την οποία μία ή περισσότερες εταιρείες (απορροφούμενες), οι οποίες λύονται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση, μεταβιβάζουν σε άλλη υφιστάμενη εταιρία (απορροφούσα) το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της περιουσίας τους, η απορροφούσα εταιρία, υποκαθιστάμενη σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφουμένης εταιρείας και εξομοιούμενη εντεύθεν με καθολική διάδοχο αυτής, συνεχίζει αυτοδικαίως την εκκρεμή δίκη χωρίς καμιά ειδικότερη διατύπωση εκ μέρους της για τη συνέχιση και χωρίς να επέρχεται, λόγω της συγχωνεύσεως, διακοπή της δίκης, ούτε απαιτείται δήλωση για την επανάληψή της, με την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρώς λόγω μη ειδικής αμφισβήτησης, ιδιότητα της συνεχίζουσας τη δίκη ως καθολικής διαδόχου με απορρόφηση της αρχικής διαδίκου εταιρίας, η οποία ιδιότητα, αν αμφισβητείται προκειμένη από τον αντίδικο, εξετάζεται από το δικαστήριο παρεμπιπτόντως.

Στην περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την αγωγή της εναντίον των εναγομένων α) εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΕΥΡΟΥ ΑΕ" και β) εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΕΥΡΟΥ ΑΕ",ως ειδικής διαδόχου δι' αποσχίσεως κλάδου της πρώτης και εισφοράς αυτού στη δεύτερη, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, εις ολόκληρον η κάθε μία, να της καταβάλουν το αιτούμενο ποσό για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω περιουσιακής ζημίας και που υπέστη από την τελεσθείσα εις βάρος της αδικοπραξία, από την πρώτη εναγομένη.

Κατά της υπ' αριθμ. 3984/2006 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, η μεν ενάγουσα άσκησε την από 03.01.2007 έφεση, οι δε εναγόμενες, η πρώτη των οποίων μετονομάστηκε και έλαβε την επωνυμία "ΕΒΓΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΕ", άσκησαν την από 17.07.2006 έφεση. Οι αντίθετες αυτές εφέσεις συνεκδικάσθηκαν με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4306/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και απορρίφθηκαν ως αβάσιμες.

Η κρινόμενη από 20.09.2007 (αρ. κατ. 1060/07) αίτηση για αναίρεση της παραπάνω τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου ασκήθηκε από τις παραπάνω εναγόμενες. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, εμφανίστηκε νομίμως εκπροσωπούμενη και συνέχισε τη δίκη για την αναίρεση η άνω δεύτερη αναιρεσείουσα εταιρία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΕΥΡΟΥ" για τον εαυτό της και ως οιονεί καθολική διάδοχος της πρώτης, λόγω συγχωνεύσεως αυτής με απορρόφηση της από την εμφανισθείσα δεύτερη αναιρεσείουσα.

Εμφανίστηκε επίσης νομίμως εκπροσωπούμενη και συνέχισε τη δίκη στη θέση της αναιρεσίβλητης η εταιρία με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ΣΑΡΑΚΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" ως οιονεί καθολική διάδοχος της αναιρεσίβλητης, λόγω συγχωνεύσεως της τελευταίας με απορρόφηση. Οι συγχωνεύσεις αυτές συνομολογούνται από τους διαδίκους σιωπηρώς και επομένως η δίκη νομίμως συνεχίζεται μεταξύ των άνω εμφανισθεισών διαδίκων.

ΙΙ. Η ποσοτική και ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εξειδικεύονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση της εφαρμογής του κανόνα δικαίου ή μνημονεύονται απλώς τα στοιχεία του νόμου, χωρίς αναφορά των περιστατικών, ελέγχεται αναιρετικά με τους προβλεπόμενους στο άρθρο 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ λόγους όταν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη τέτοια περιστατικά μολονότι δεν περιλαμβάνονταν στο δικόγραφο αυτής και παρά το νόμο δεν εκήρυξε απαράδεκτη (αόριστη) την αγωγή.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενεργείας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, όπως είναι και η κυριότητα.

Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε -με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητας του- θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεως του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Από αυτά, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 216 πα.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο αγωγής, με την οποία ζητείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας του εναγομένου, αρκεί να εκτίθεται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο θεμελιώνουν την παράνομη ζημιογόνο συμπεριφορά του εναγομένου, ότι η συμπεριφορά αυτή είναι υπαίτια (δόλος ή αμέλεια), ότι εξ αυτής προκλήθηκε ζημία στο ενάγοντα που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του εναγομένου και να καθορίζεται το ποσό αυτής κατά αιτία, αν δε με την αγωγή γίνεται επίκληση της αόριστης νομικής έννοιας της αμέλειας, είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίηση αυτής με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και τη θεμελιώνουν, έστω και αν δεν συμπίπτουν πλήρως με τα επικαλούμενα στην αγωγή, χωρίς να επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως δέχτηκε και το Εφετείο, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) εκθέτει τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ότι κατά τον αναφερόμενο σ' αυτή τόπο και χρόνο, λόγω θραύσεως εξαρτήματος της δεξαμενής επεξεργασίας λυμάτων που διατηρεί η πρώτη εναγομένη στις εγκαταστάσεις της, διέρρευσε στην ατμόσφαιρα τοξική ουσία θειικού οξέως, η οποία διεσπάρει σε παρακείμενες των εγκαταστάσεων της πρώτης εναγομένης χώρους, όπως είναι και οι εγκαταστάσεις της ενάγουσας, η οποία εισάγει και μεταπωλεί σε τρίτους αυτοκίνητα οχήματα, με περαιτέρω συνέπεια η τοξική αυτή ουσία να επικαθήσει στις εξωτερικές επιφάνειες σαράντα καινουργών αυτοκινήτων της ενάγουσας, εργοστασίου κατασκευής VOLVO, τα οποία αυτή είχε σε προσωρινή τελωνειακή εναπόθεση, με σκοπό την προς τρίτους πώληση τους, με περαιτέρω συνέπεια τα αυτοκίνητα αυτά να υποστούν βλάβες κυρίως στον χρωματισμό τους και σε λοιπά μέρη της εξωτερική τους επιφάνειας, για την αποκατάσταση των οποίων η ενάγουσα δαπάνησε το αναφερόμενο στην αγωγή της ποσό, αναγκάστηκε δε, εξ αιτίας των βλαβών αυτών, να πωλήσει τα εν λόγω οχήματα σε τρίτους με μειωμένες τιμές, έναντι εκείνων που θα τα πωλούσε και αναφέρονταν στους σχετικούς τιμοκαταλόγους.

Περαιτέρω, εκθέτει ότι το άνω ζημιογόνο γεγονός προκλήθηκε από υπαιτιότητα (αμέλεια) των προστηθέντων τεχνικών υπαλλήλων της εναγομένης, που ήσαν αρμόδιοι για τη συντήρηση και παρακολούθηση της καλής και χωρίς να εγκυμονούνται κίνδυνοι σε τρίτους ή την περιουσία τους λειτουργίας της εγκατάστασης επεξεργασίας λυμάτων της εναγομένης, οι οποίοι δεν κατέβαλαν την επιμέλεια του μέσου συνετού ανθρώπου του κύκλου της δραστηριότητας τους και δεν προέβησαν σε ενδελεχή έλεγχο της καλής και ασφαλούς λειτουργίας της όλης εγκατάστασης και των εξαρτημάτων αυτής, δεδομένου ότι δι'αυτών διοχετεύονταν τοξικές ουσίας, προσέτι δε δεν τοποθέτησαν πάνω από τη δεξαμενή στέγαστρο, ώστε να εμποδίζεται η διασπορά των τοξικών ουσιών που τυχόν θα διέρρεαν λόγω βλάβης στα εξαρτήματα της εγκατάστασης.

Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, ζήτησε η ενάγουσα να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της καταβάλουν, εις ολόκληρον η κάθε μία, αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για τη ζημία και ηθική βλάβη που υπέστη από την άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά (αδικοπραξία). Με αυτό το ιστορικό και αίτημα, η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη αφού εκτίθενται σ' αυτή τα απαιτούμενα από τη διάταξη του άρθρου 914 πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν ευθύνη της εναγομένης από αδικοπραξία, ήτοι η παράνομη συμπεριφορά και η υπαιτιότητα (αμέλεια) των προστηθέντων υπαλλήλων της η επελθούσα από αυτή ζημία της ενάγουσας και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της επελθούσας ζημίας και, επομένως, πρώτος λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι, με το να απορρίψει τον επαναφερθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό των εναγομένων περί αοριστίας της αγωγής, παρά τον νόμο δεν εκήρυξε απαράδεκτο, είναι αβάσιμος.

III. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη δράση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά τη διάταξη αυτή νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής, ανταγωγής , ένστασης κλπ και για τον λόγο αυτό ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνητικοί ισχυρισμοί ή τα επιχειρήματα των διαδίκων και του δικαστηρίου που αντλούνται από την εκτίμηση και ανάλυση των αποδείξεων, ούτε τα αποδεικτικά μέσα. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν οι άνω ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμοί λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση έχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό, καθώς και όταν οι ισχυρισμοί απορρίφθηκαν για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Στην προκειμένη περίπτωση, αποδίδονται στο Εφετείο οι εξής αιτιάσεις: α)ότι, δεχόμενο αμέλεια των προστηθέντων από την πρώτη εναγομένη αρμοδίων υπαλλήλων της για τη συντήρηση των εγκαταστάσεων επεξεργασίας λυμάτων και της λήψεως μέτρων για την αποφυγή διασποράς των τοξικών ουσιών σε περίπτωση βλάβης των εγκαταστάσεων της, εκ του γεγονότος ότι δεν είχε τοποθετηθεί στέγαστρο, παρά τον νομό έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από την ενάγουσα με την αγωγή της για τη θεμελίωση της αμελούς συμπεριφοράς των προστηθέντων από την εναγομένη (3οςλόγος) και β) ότι, δεχόμενο πως κατά την εκδηλωθείσα διαρροή θειικού οξέως την 19.5.2002 η ενάγουσα είχε στον παρακείμενο χώρο προσωρινής τελωνειακής εναπόθεσης τα 40 αυτοκίνητα, παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν με την αγωγή της ενάγουσας (5ος λόγος).

Οι λόγοι αυτοί από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα στην αγωγή της εκθέτει ότι τα αυτοκίνητα ήσαν εναποθετημένα, κατά την εκδήλωση του ζημιογόνου γεγονότος, στον παρακείμενο τελωνειακό χώρο, καθώς και ότι η αμέλεια των προστηθέντων από την πρώτη εναγομένη συνίσταται και στη μη τοποθέτηση στεγάστρου, προς αποτροπή της διασποράς των τοξικών ουσιών.

IV.Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για άμεση ή έμμεση (δια δικαστικών τεκμηρίων) απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ.1 στοιχ. β', 453 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφαση του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.

Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, από τη βεβαίωση του Εφετείου, ότι έλαβε υπόψη και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό και με τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης, αναμφίβολα προκύπτει ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στην κρίση του πως το ζημιογόνο γεγονός της διαρροής θειικού οξέως από την εγκατάσταση επεξεργασίας λυμάτων της πρώτης εναγομένης, συνεπεία του οποίου προκλήθηκαν βλάβες στα αυτοκίνητα οχήματα της ενάγουσας που ήσαν εναποθετημένα σε παρακείμενο χώρο, προκλήθηκε από αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, την υπ' αριθμ. ...έγκριση μελέτης επεξεργασίας υγρών αποβλήτων της ΕΥΔΑΠ, καθώς και την υπ' αριθμ....

μελέτη επεξεργασίας υγρών αποβλήτων, τα οποία έγγραφα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι αναιρεσείουσες. Επομένως, ο τέταρτος λόγος κατά το οικείο μέρος του από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα άνω έγγραφα, είναι αβάσιμος.

V. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.ΠολΔ λόγος αναίρεσης, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διάταξης που εφαρμόστηκε η περί της μη συνδρομής τούτων που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση τους, το εκ των οποίων πόρισμα εκτίθεται σαφώς. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α)ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποίες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του και η σύνδεση του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και δ) οι κρίσιμες παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο λόγους, κατά τα οικεία μέρη τους, προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, α) με το να δεχθεί πως το ζημιογόνο γεγονός της διαρροής του θειικού οξέως προκλήθηκε από αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης "οι οποίοι παρέλειψεν να προβούν σε τακτικό και προσεκτικό έλεγχο των σωληνώσεων των βαλβίδων του συστήματος διοχέτευσης θειικού οξέως στο άνω μέρος της μεταλλικής δεξαμενής προς διαπίστωση φθορών από τη χρήση, παρά το γεγονός ότι εχρησιμοποιείτο πολύ επικίνδυνη χημική ουσία με ισχυρή οξειδωτική δράση και αφυδατική ικανότητα και μάλιστα σε χώρο που ευρίσκετο δίπλα στο γειτονικό ακίνητο (της ενάγουσας) που χρησίμευε ως χώρος προσωρινής εναπόθεσης καινουργών αυτοκινήτων" (2ος λόγος), β) με το να δεχθεί πως αν είχε τοποθετηθεί στέγαστρο στη δεξαμενή από τις σωληνώσεις της οποίες διέρρευσε το θειικό οξύ θα αποφεύγονταν η διασπορά του και η εν συνεχεία πτώση του στα αυτοκίνητα της ενάγουσας (4ος λόγος) και γ) με το να δεχθεί ότι τα αυτοκίνητα οχήματα της ενάγουσας ευρίσκοντο σταθμευμένα στον χώρο προσωρινής τελωνειακής εναπόθεσης το βράδυ της 19ης προς 2η Μαΐου 2002, οπότε συνέβη και η διαρροή θειικού οξέως, μολονότι η ενάγουσα με την αγωγή της δεν ισχυρίζετο ότι τα οχήματα αυτά ήσαν στον εν λόγω χώρο κατά τον άνω χρόνο (5ος λόγος).

Οι λόγοι αυτοί, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστοι, διότι οι αναιρεσείουσες δεν αναφέρουν ποιες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση του Εφετείου, κατά τα λοιπά δε, διότι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.09.2007 αίτηση α) της εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΕΥΡΟΥ ΑΕ" και β) της εταιρίας με την επωνυμία "ΕΒΓΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4.306/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ