Supreme Court dismisses appeal for failure to specify evidence content and rejection of legally baseless arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by four appellants against a final judgment of the Thessaloniki Court of Appeal. The appellants argued that the lower court failed to consider specific evidence and rejected a claim regarding unjust enrichment, but the court found these grounds inadmissible or baseless. The court ruled that the appeal was invalid because the appellants did not specify the content of the evidence in their petition and because the lower court had already rejected the underlying claim as legally unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 226 § 4, 575, 576 § 2, 535 § 1, 559 nos. 9 γ' and 19 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellant fails to specify the content of the evidence and the substantive claim it supports, and an appeal based on a claim previously rejected as legally baseless is unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 847 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 847/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α'1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη - Εισηγητή, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειόντων : 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4, , τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Χρήστος Γρόλλιος.
Του αναιρεσιβλήτου : ....., ο οποίος δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις υπ' αριθμ. 47/ΤΠ/6/1997 και 48/ΤΠ/6/1997 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 64/ΤΠ/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2366/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22 Σεπτεμβρίου 2003 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, ανέγνωσε την από 24 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του τότε Αρεοπαγίτη Ιωάννη Παπανικολάου, ήδη προαχθέντος στο βαθμό του αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος όμως, όπως προκύπτει από την ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βέροιας......., είχε κλητευθεί με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, νομοτύπως και εμπροθέσμως, για να παραστεί στη συζήτηση της υποθέσεως κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 7-11-2005, κατά την οποία, παραστάντος αυτού μέσω πληρεξουσίου δικηγόρου του, ανεβλήθη η συζήτηση, με σημείωση στο πινάκιο, για τις 20-11-2006, οπότε, παραστάντος και πάλι μέσω του ίδιου πληρεξουσίου δικηγόρου του, ανεβλήθη η συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο (19-11-2007). Επομένως, πρέπει παρά την απουσία του να προχωρήσει η συζήτηση (άρθρα 226 § 4 εδ. γ', 575 και 576 § 2 ΚΠολΔ).
II. Ως "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 8 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, νοούνται και οι λόγοι εφέσεως (κύριοι ή πρόσθετοι), εφόσον όμως έχουν αυτοτέλεια και η αποδοχή τους συνεπάγεται την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως (άρθρο 535 § 1 ΚΠολΔ). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 9 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αίτηση αδίκαστη, όταν δηλαδή, καίτοι υποχρεούτο, παρέλειψε να αποφανθεί επί αιτήματος συνιστώντος αυτοτελές αντικείμενο δικαστικής προστασίας και δημιουργούντος εκκρεμοδικία. Στην έννοια της αδίκαστης "αιτήσεως" δεν περιλαμβάνονται οι ενστάσεις ή αντενστάσεις και οι λόγοι εφέσεως, η μη λήψη υπόψη των οποίων ελέγχεται μέσω του προβλεπόμενου στο άρθρο 559 αρ. 8 β' ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως.
Εν προκειμένω, με πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο εφετείο, κατ' εκτίμηση, η πλημμέλεια της παραλείψεώς του να λάβει υπόψη τους ενώπιον του πρωτοδικείου προβληθένετες και στην έκκλητη δίκη με σχετικούς λόγους εφέσεως επαναφερθέντες ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων :
α) ότι οι φερόμενοι ως καταβληθέντες από την ομόρρυθμη εταιρία "...... Ο.Ε." στον πρώτο των αναιρεσειόντων υπέρμετροι (καθ' υπέρβαση του ανωτάτου επιτρεπτού επιτοκίου) τόκοι εκ δραχμών 22.200.667, την επιστροφή των οποίων, ως καταβληθέντων για παράνομη αιτία, αξίωνε με την αγωγή του ο εκδοχέας της σχετικής απαιτήσεως αναιρεσίβλητος, έπρεπε να καταλογισθούν στα εισέτι οφειλόμενα από την άνω εκχωρήτρια εταιρία ποσά του κεφαλαίου (δανείσματος) και των νόμιμων τόκων εκ δραχμών 17.500.000 και 9.323.333 αντιστοίχως και β) ότι με το υπογεγραμμένο εκ μέρους του πρώτου των αναιρεσειόντων και του νομίμου εκπροσώπου της άνω ομόρρυθμης εταιρίας από ......
ιδιωτικό συμφωνητικό καταρτίσθηκε μεταξύ αυτών σύμβαση συμβιβασμού, δυνάμει της οποίας ο μεν πρώτος περιόρισε την κατά της τελευταίας εκ δραχμών 15.909.546 (για κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα από διαταγές πληρωμής) απαίτησή του στο ποσό των 11.065.000 δραχμών (9.000.000 για κεφάλαιο και 2.065.000 για νόμιμους τόκους), η δε τελευταία ανεγνώρισε την εν λόγω οφειλή της και παραιτήθηκε από οποιαδήποτε απαίτησή της κατά του πρώτου, ενώ εξάλλου για την αναγνωρισθείσα οφειλή της απεδέχθη 22 συναλλαγματικές, εκ των οποίων οι 19 απετέλεσαν τη βάση της εκδόσεως διαταγής πληρωμής, έχουσας αποκτήσει δύναμη δεδικασμένου.
Όπως προκύπτει όμως από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε ως αβάσιμους τους ανωτέρω λόγους εφέσεως, δεχθέν, όπως και το πρωτοδικείο, ότι η εκχωρήτρια εταιρία είχε καταβάλει σταδιακώς στον πρώτο των αναιρεσειόντων όχι μόνο τους τόκους (νόμιμους και αθέμιτους) αλλά και το σύνολο των δανεισθέντων ποσών, καθώς και ότι η ειρημένη συμφωνία περί αναγνωρίσεως του χρέους από την εκχωρήτρια και περί παραιτήσεώς της από κάθε απαίτησή της είναι άκυρη, ως αντικείμενη στη δημόσιας τάξεως διάταξη του άρθρου 294 ΑΚ.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Ως εκ τούτου, αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος, αφού με αυτόν, εμπίπτοντα στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του αριθμού 9 του ίδιου άρθρου, μέμφονται το εφετείο ότι άφησε αδίκαστους τους αναφερομένους πιο πάνω λόγους εφέσεως.
III. Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 17 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έκρινε ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς ως βασίμους δίχως να διατάξει απόδειξη για τα θεμελιούντα αυτούς πραγματικά γεγονότα. Για τη διαδικαστική πληρότητα αυτού του λόγου πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η σχετική πλημμέλεια του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είχε προταθεί στο εφετείο.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, ψέγεται το εφετείο ότι, σε σχέση με την αγωγή του αναιρεσίβλητου περί διαρρήξεως της εκ μέρους του πρώτου προς τους λοιπούς των αναιρεσειόντων γενομένης καταδολιευτικής απαλλοτριώσεως των αναφερόμενων σ' αυτήν (αγωγή) ακινήτων, δέχθηκε ως αληθή τη διαλαμβανόμενη στην αγωγή και αμφισβητούμενη από τους αναιρεσείοντες αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, χωρίς με την προδικαστική απόφαση του πρωτοδικείου να έχει διαταχθεί απόδειξη για την αξία αυτή.
Δεν αναφέρεται όμως στο αναιρετήριο ότι η άνω πλημμέλεια του πρωτοδικείου είχε προταθεί από τους αναιρεσείοντες, με σχετικό λόγο (κύριο ή πρόσθετο) εφέσεως, στο εφετείο. Ο λόγος, συνεπώς, αυτός ενέχει αοριστία και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτος. IV. Ο καθιερούμενος με το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο τα ουσίας, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων θεμελιούντων αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Η ίδρυση αυτού του λόγου αποκλείεται όταν ο κρίσιμος ισχυρισμός, δεν εξετάσθηκε κατ' ουσίαν αλλά απερρίφθη ως απαράδεκτος ή νόμω αβάσιμος. Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, το περιεχόμενο του αγνοηθέντος αποδεικτικού μέσου και ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την υποστήριξη ή αντίκρουση του οποίου έγινε η επίκληση αυτού του μέσου.
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως καταλογίζεται στο εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη του τα νομοτύπως με επίκληση προσκομισθέντα από τους αναιρεσείοντες αποδεικτικά έγγραφα, ήτοι: α) το ..... προσύμφωνο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αλεξάνδρου Ιωαννίδη, β) την από .... τεχνική έκθεση των μηχανικών....
και ....., γ) την από 19-9-2001 εξώδικη δήλωση, δ) την .... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή ...., ε) την από .... ιδιωτικό συμφωνητικό και στ) τις 847/1991, 977/1991, 333/1992, 1027/1992, 1383/1992 και 3938/1994 διαταγές πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Ως προς τα τέσσερα πρώτα (υπό στοιχεία α', β' γ' και δ') έγγραφα, ο λόγος αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν προσδιορίζουν στο αναιρετήριο το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων ούτε τον σχετιζόμενο με αυτά ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό.
Ως προς τα υπόλοιπα έγγραφα, ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, διότι ο συνδεόμενος με τα έγγραφα αυτά ισχυρισμός, περί του ότι η ως άνω εκχωρήτρια εταιρία ανεγνώρισε το χρέος της προς τον πρώτο των αναιρεσειόντων και παραιτήθηκε από την εκχωρηθείσα επίδικη απαίτησή της, απερρίφθη από το εφετείο, όπως είχε απορριφθεί και από το πρωτοδικείο, ως νόμω αβάσιμος.
V. Με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ απορρέοντα πέμπτο λόγο αποδίδεται στο εφετείο η αιτίαση ότι η διαπίστωση (παραδοχή) αυτού, περί μη καταβολής από την εκχωρήτρια εταιρία ουδενός ποσού στον πρώτο των αναιρεσειόντων για το κεφάλαιο του δανείου, είναι αντιφατική, δηλαδή τελεί σε λογική ανακολουθία, προς την παραδοχή του, ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων οφείλει, λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού, στον αναιρεσίβλητο (εκδοχέα) το ποσό των 22.206.667 δραχμών για αθέμιτους τόκους, τους οποίους ο ίδιος (πρώτος των αναιρεσειόντων) είχε λάβει από την εκχωρήτρια.
Όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της, δεν διαλαμβάνεται η ανωτέρω (πρώτη) παραδοχή, αλλά ακριβώς η αντίθετη, δηλαδή ότι η εκχωρήτρια εταιρία είχε καταβάλει σταδιακώς στον πρώτο των αναιρεσειόντων όχι μόνο τους τόκους (νόμιμους και αθέμιτους) αλλά και το σύνολο του κεφαλαίου των δανείων.
Επομένως, ο λόγος αυτός στηρίζεται επί ανακριβούς προϋποθέσεως και είναι, ως εκ τούτου , αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-9-2003 αίτηση των Χ1 κλπ περί αναιρέσεως της 2366/2003 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27-3-2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ