Legislator Case Law & Legislation
847/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for procedural defects and cites procedural law violations.

Case Number 847/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the City of Acharnes' appeal against the Athens Court of Appeal's final judgment. The appellant argued the lower court failed to order expert evidence regarding land ownership, while the appellees contended the appeal was procedurally flawed. The court ruled the appeal inadmissible because the appellant failed to appear at the hearing and because the grounds cited violated procedural law principles.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(10)(b) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to appear at the hearing and if the grounds cited violate procedural law rather than substantive law.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal failure to appear procedural law violation expert evidence order substantive vs procedural

Cited Legislation

AI generated
Article 559(10)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 368 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 847 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 847/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: Δήμου Αχαρνών Αττικής, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Δήμαρχο Αχαρνών Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Αποστολίδου-Ανδρικοπούλου, Των αναιρεσιβλήτων-καλούντων:1) X1 2) X2 Των αναιρεσιβλήτων: 3) Ψ1 4) Ψ2, 5) Ψ3 6) Ψ4 Οι 1η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τσούτσουρα και ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και όλοι οι λοιποί δεν παραστάθηκαν στον ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2001 αγωγή των ήδη δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 3881/2001 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η από 21-9-2001 έφεση των ήδη τεσσάρων τελευταίων αναιρεσιβλήτων και η από 17-4-2002 κυρία παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε τις 5314/2003 μη οριστική και 3326/2004 οριστική αποφάσεις του. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 26-7-2004 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 640/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από30-6-2006 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος ανέγνωσε την από την από 16-1-2006 έκθεσή της κωλυομένης να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά της 3326/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς όλους τους αναιρεσιβλήτους. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες 11088, 11089, 11090 και 11091/9-10-2006 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών .....με επιμέλεια των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων Χ1 και Χ2, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους λοιπούς τέσσερες αναιρεσιβλήτους επικυρωμένο αντίγραφο της από 30-6-2006 κλήσης των πρώτων με την υφιστάμενη παρά πόδας αυτής πράξη ορισμού δικασίμου και κλήσης για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Επομένως, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι 3ος, 4η, 5η και 6ος δεν εμφανίστηκαν κατά την άνω δικάσιμο κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτών.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 76 και 558 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αναίρεση απευθύνεται κατ΄ εκείνων που ο αναιρεσείων έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης, εκτός εάν συντρέχει περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, οπότε πρέπει η αναίρεση ν΄ απευθύνεται κατά πάντων των αναγκαίων ομοδίκων.

Εξάλλου, με την άσκησή της, κατά το άρθρο 79 του ΚΠολΔ, κυρίας παρέμβασης, με την οποία ο παρεμβαίνων αντιποιείται εν όλω ή εν μέρει το αντικείμενο της μεταξύ άλλων εκκρεμούς δίκης, ναι μεν ο παρεμβαίνων καθίσταται αντίδικος των αρχικών διαδίκων, πλην όμως δε δημιουργείται και σχέση ομοδικίας μεταξύ αυτού και των αρχικών διαδίκων.

Στην προκείμενη υπόθεση οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι Χ1 και Χ2 άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή αποβολής από τη νομή ακινήτου κατά των λοιπών τεσσάρων αναιρεσιβλήτων Ψ1, Ψ2, Ψ3 και Ψ4. Το Πρωτοδικείο με την 3881/2001 οριστική απόφασή του δέχθηκε την αγωγή ως προς το αναγνωριστικό της αίτημα.

Εναντίον της απόφασης αυτής οι ανωτέρω εναγόμενοι άσκησαν έφεση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Ενώπιον του ίδιου Εφετείου ο αναιρεσείων Δήμος Αχαρνών Αττικής άσκησε κύρια παρέμβαση. Το Εφετείο, συνεκδικάζοντας την έφεση κατά της προαναφερόμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου και την κύρια παρέμβαση του Δήμου Αχαρνών, επικύρωσε την απόφαση του Πρωτοδικείου, απορρίπτοντας κατ΄ ουσίαν τόσο την έφεση όσο και την κύρια παρέμβαση την 3326/2004 τελεσίδικη απόφασή του.

Εναντίον της εφετειακής απόφασης ο παρεμβάς Δήμος Αχαρνών άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, την οποία απευθύνει τόσο εναντίον των εναγόντων Χ1 και Χ2, οι οποίοι νίκησαν στη δίκη, όσο και εναντίον των εναγομένων Ψ1 κ.λ.π., οι οποίοι ηττήθηκαν στη δίκη. Με βάση τα περιστατικά αυτά σε συνδυασμό και με όσα στην αρχή της παρούσας σκέψης εκθέτονται και αφού ληφθεί υπόψη ότι στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνεται λόγος αναίρεσης που αφορά τους εναγόμενους, πρέπει η αίτηση, καθόσον στρέφεται κατά των τεσσάρων τελευταίων αναιρεσιβλήτων - εναγομένων ν΄ απορριφθεί ως απαράδεκτη, για έλλειψη έννομου συμφέροντος.

Επειδή το άρθρο 368 ΚΠολΔ ορίζει ότι "Το δικαστήριο μπορεί να διορίσει ένα ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" (παρ. 1). "Το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" (παρ. 2).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση, κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης όπως αναφέρεται στο μεταγλωτισμένο στη δημοτική κείμενο του άνω άρθρου 368 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά "ιδιάζουσες" τέτοιες γνώσεις, όπως αναφέρεται στο υπερισχύον, κατά το άρθρο 36 παρ. 3 εδάφιο τελευταίο του ν. 1406/1983, κείμενο της καθαρεύουσας της εν λόγω διάταξης, οπότε οφείλει, στην περίπτωση αυτή, να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.

Επομένως εάν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας παραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού δε δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ.

Τα ανωτέρω και δη ότι η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, εναπόκειται, κατά κανόνα, στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας ισχύουν και επί υποθέσεων στις οποίες διάδικοι είναι οι Ο.Τ.Α., διότι η διάταξη του άρθρου 5 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας δημοσίων κτημάτων", της οποίας η ισχύς διατηρήθηκε με το άρθρο 53 του Εισ.Ν.Α.Κ.

και επεκτάθηκε για την προστασία των κτημάτων των Ο.Τ.Α., κατά το άρθρο 1 του ν.δ. 31/1968, δεν οδηγεί σε διαφορετικό συμπέρασμα. Ειδικότερα το ανωτέρω άρθρο 5 του α.ν. 1539/38 ορίζει ότι "εις τας έναντι του Δημοσίου επί ακινήτων δίκας τα δικαστήρια έχουσι δικαίωμα και υποχρέωσιν να διατάσσωσσιν, οίκοθεν και διεξαγάγωσιν αποδείξεις προς ανεύρεσιν της απολύτου αληθείας μη δεσμευόμενα ως προς τούτο εξ ακυροτήτων ή απαραδέκτων".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα δικαστήρια της ουσίας είναι υποχρεωμένα να διατάσσουν αποδείξεις με οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, χωρίς να δεσμεύονται από απαράδεκτα ή ακυρότητες, με σκοπό την ανεύρεση της αλήθειας, σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου ακινήτου και υπό την προϋπόθεση ότι διάδικος είναι το Δημόσιο ή Ο.Τ.Α., εφόσον όμως κρίνουν και πάλι κυριαρχικώς ότι είναι αναγκαίες τέτοιες αποδείξεις.

Εξάλλου ο αναιρετικός λόγος του εδαφίου 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε πριν από την τροποποίησή της από το ν. 2195/2001, άρθρο 17 παρ. 2, και εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση, και κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, ή δεν διέταξε απόδειξη γι΄ αυτά, ιδρύεται μόνο, όσον αφορά την δεύτερη περίπτωση (που ήδη έχει καταργηθεί) όταν το δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να εκδώσει παρεμπίπτουσα απόφαση για διεξαγωγή αποδείξεων, υποχρέωση όμως η οποία δεν υφίσταται κατά την ενώπιον των μονομελών πρωτοδικείων διαδικασία κατά το άρθρο 270 παρ. 4, η οποία (διαδικασία) εφαρμόζεται και κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο, κατά το άρθρο 524 παρ. 1 εδ.

β΄, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε μετά την ισχύ του ν. 2207/1994, (άρθρο 3 περ. 20). Στην προκείμενη υπόθεση ο αναιρεσείων Δήμος Αχαρνών, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης (κατά την αρίθμηση που γίνεται από το Δικαστήριο τούτο) από το εδάφιο 10 β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατά το πρώτο σκέλος αυτού μέμφεται το Εφετείο ότι απέρριψε την κύρια παρέμβασή του, που το πρώτο άσκησε ενώπιον αυτού, χωρίς να διατάξει γι΄ αυτήν αποδείξεις και κυρίως χωρίς να διατάξεις πραγματογνωμοσύνη , προς απόδειξη ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί μέρος του από 2.600 στρέμματα αγροδασοκτήματός του με το όνομα ".......".

Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση, το Εφετείο, εφαρμόζοντας την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου διαδικασία (αφού απόφαση τέτοιου δικαστηρίου εφεσιβλήθηκε) αποφάνθηκε αμέσως με εκτίμηση των στοιχείων της δικογραφίας και δεν είχε υποχρέωση να εκδώσει παρεμπίπτοντα απόφαση που να διατάσσει αποδείξεις.

΄Οσον αφορά ειδικότερα τη σιωπηρά απόρριψη του αιτήματος για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ο λόγος από το εδάφιο 10 β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν ιδρύεται, διότι, αφού το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, η διενέργειά της ανήκε στην μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κυριαρχική εξουσία του.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει ν΄ απορριφθεί ως απαράδεκτος. Περαιτέρω ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος από την πρώτη περίπτωση του εδαφίου 10 του άνω άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων Δήμος μέμφεται το Εφετείο ότι απέρριψε την παρέμβασή του χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε όλα τ΄ αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε με επίκληση ενώπιόν του ο αναιρεσείων (δηλαδή έγγραφα), χωρίς να είναι ανάγκη να εξειδικεύει τα έγγραφα αυτά ούτε ν΄ αξιολογεί το καθένα έγγραφο.

Επειδή ο από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο όταν η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης αναφέρεται στην εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού δικαίου, που καθορίζει τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης και ειδικότερα διότι δεν διέλαβε αιτιολογίες σχετικά με την απόρριψη του αιτήματος προς διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν (τον λόγο) γίνεται επίκληση παραβίασης του άρθρου 368 ΚΠολΔ, που είναι κανόνας δικονομικού δικαίου.

Επειδή οι λόγοι από τα εδάφια 11 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι πέρα από τους αριθμούς τους δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά που να τους συγκροτούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-7-2004 αίτηση του Δήμου Αχαρνών Αττικής για αναίρεση της 3326/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των δύο πρώτων παρόντων αναιρεσιβλήτων που ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ