Supreme Court allows appeal against lower court ruling on land ownership status under Ottoman law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece accepted the appeal filed by the State against a First Instance Court decision regarding land ownership. The State argued that the lower court erred in classifying the property as private 'mulk' land rather than public domain, violating specific Ottoman laws and the Treaty of Paris. The Court agreed, finding the lower court's reasoning insufficient regarding the land's physical characteristics and historical usage, thus ruling the appeal admissible and remanding the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 2, 3, 4, 5, 6, 78, 103 of the Ottoman Law on Lands of 7th Ramazan 1274; Articles 1, 2, 3, 4 and 65 of the Cadastral Regulations; Articles 4(1) and 2 of AN 1539/1938; Article 9 of Annex XIV of the 1947 Peace Treaty: If a court fails to examine the precise geographical morphology and specific acts of possession and control by private parties prior to state acquisition, it violates substantive law rules and constitutes a ground for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 846 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 846/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ- Εισηγήτρια, Χριστίνα-Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Χ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γιασεμώ Καραγιάννη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 408/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 222/2021 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-2-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η από 28-02-2022 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 222/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία έγινε δεκτή η, από 28-09-2020, έφεση του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 408/2020, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η, από 25-06-2018, αγωγή του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και έκανε δεκτή αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Η παραπάνω αίτηση ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
II. [1] Με το άρθρο 15 της από 23-6-1923 Συνθήκης της Λωζάνης, επικυρωθείσα με το Βασιλικό Διάταγμα 423/1947, ορίστηκε ότι η η Τουρκία παραιτείται υπέρ της Ιταλίας παντός δικαιώματος και τίτλου επί των κάτωθι απαριθμουμένων νήσων, τουτέστι της Αστυπάλαιας, Ρόδου, Χάλκης, Καρπάθου, Κάσου, Τήλου, Νισύρου, Καλύμνου, Λέρου, Πάτμου, Λειψών, ...
και Κω, των κατεχομένων νυν υπό της Ιταλίας και των εξ αυτών εξαρτομένων, ως και της νήσου Καστελόριζου. Κατά το άρθρο 60 της ίδιας Συνθήκης ορίστηκε ότι τα κράτη υπέρ ων απεσπάσθη ή αποσπάται έδαφος εκ της οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είτε συνεπεία των Βαλκανικών πολέμων, είτε δυνάμει της παρούσης Συνθήκης, θα αποκτήσωσι άνευ ανταλλάγματος, πάσαν ιδιοκτησίαν της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κείμενη εν των εδάφει τούτο.
Επίσης, με το άρθρο 1 του παραρτήματος XIV της από 10.02.1947 παραπάνω συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων, ορίστηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε όλη την ακίνητη περιουσία του Ιταλικού κράτους στη Δωδεκάνησο. Περαιτέρω, με το άρθρ. 2 §1 στοιχείο α' του ν. 510/1947, που ίσχυσε από τη δημοσίευση του στην Ε.τ.Κ. (30.12.1947), σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, εισήχθησαν στη Δωδεκάνησο ο ΑΚ, ο ΕισΝΑΚ και το ν.δ. 7/10.5.1945.
Με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι η κτήση της κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος που επήλθε πριν την εισαγωγή αυτού, κρίνεται κατά το δίκαιο, το οποίο ίσχυε, καθ' ον χρόνον έλαβαν χώρα τα προς κτήση αυτού πραγματικά γεγονότα. Η ακίνητη περιουσία στη Δωδεκάνησο ρυθμιζόταν από το Οθωμανικό δίκαιο, πριν την εισαγωγή του Ιταλικού ΑΚ/1865 στη Δωδεκάνησο, η οποία έλαβε χώρα από 1.1.1932, με το υπ' αριθμ. 200/31-10-1931 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη.
Με το άρθρο 1 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 17ης Ραμαζάν 1274 (1856), σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2-5, 91-102 και 103-105 του ίδιου νόμου, η ακίνητη ιδιοκτησία διακρίνεται σε: α) ιδιόκτητες γαίες (μούλκ), στις οποίες έχουν πλήρες και απόλυτο δικαίωμα κυριότητας αυτοί που τις εξουσιάζουν, β) δημόσιες γαίες (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί), γ) γαίες αφιερωμένες σ' ευαγή σκοπό (μεβκουφέ), δ) γαίες προοριζόμενες για την κοινή και δημόσια χρήση (μετρουκέ), οι οποίες είναι δημόσιες και ε) νεκρές γαίες (μεβάτ), οι οποίες δεν ανήκουν στην κυριότητα ιδιωτών, ούτε είναι δυνατή από τη φύση τους η καλλιέργεια τους και δεν κατέχονται ούτε εξουσιάζονται από κανένα, όπως είναι οι πετρώδεις εκτάσεις, τα βράχια κλπ, οι οποίες είναι επίσης δημόσιες.
Στην κατηγορία των δημοσίων-γαιών (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί) ανήκουν οι αγροτικές εκτάσεις και συγκεκριμένα οι καλλιεργήσιμοι αγροί, οι χειμερινές και θερινές βοσκές, οι λειμώνες (τσαΐρια), τα δάση, οι εκτάσεις που έχουν φυτευθεί με δένδρα, που δεν καλλιεργεί κανένας (ΑΠ 1954/2022, ΑΠ 120/2018, ΑΠ 477/2016, ΑΠ 227/2017, ΑΠ 2194/2013).
Στην κατηγορία "μουλκ", ανήκουν εξ αντιδιαστολής, μόνο τα αστικά ακίνητα, ήτοι τα οικόπεδα, ως άνω, έστω και αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και οπωροφόρα δένδρα, αυλές, κήποι, οικίες και, γενικότερα, οικοδομήματα, εργαστήρια, καθώς και τα καρποφόρα δένδρα που βρίσκονται στις πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά (ΑΠ 120/2018, ΑΠ 222/2017).
Οι ως άνω δημόσιες εκτάσεις μπορούσαν να παραχωρηθούν από το Οθωμανικό δημόσιο σε ιδιώτες με την καταβολή δικαιώματος (ταπίου) και ετήσιας δόσης, με την έκδοση σχετικού τίτλου (ταπίου). Με την έκδοση, όμως, του τίτλου αυτού, οι ιδιώτες δεν αποκτούσαν πλήρες δικαίωμα κυριότητας επί της παραχωρηθείσας δημόσιας έκτασης, αλλά δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης ή "ωφέλιμης κυριότητας" (τεσσαρούφ), ενώ το δικαίωμα ψιλής κυριότητος (ρεκαμπέ) διατηρούσε το Οθωμανικό Δημόσιο, ειδικά δε επί καλλιεργήσιμων αγρών, δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούσε να αποκτήσει και ο σφετεριστής, ο οποίος καταλάμβανε, εξούσιαζε και καλλιεργούσε δημόσιες γαίες επί δεκαετία, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, και χωρίς να απαιτείται και η έκδοση "ταπίου" στο όνομα του, το οποίο άλλωστε ήταν αποδεικτικό και όχι συστατικό του δικαιώματος "τεσσαρούφ".
Προϋπόθεση, όμως, για την κτήση του ως άνω δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από τον σφετεριστή είναι όχι μόνον η χωρίς δικαστική αμφισβήτηση κατοχή του αγρού επί μία δεκαετία, αλλά και η καλλιέργεια αυτού. Επομένως, δεν είναι δυνατή από τον σφετεριστή, κατά τον ανωτέρω τρόπο, απόκτηση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί δασών, χορτολιβαδικών εκτάσεων, βοσκοτόπων, αφού μάλιστα από τις διατάξεις των άρθρων 3,9,19,30,68 και 71 του ως άνω νόμου περί γαιών, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 και 3 των οδηγιών της 13 Μωχαρέμ 1927 "περί εξελέγξεως τίτλων δασών", προκύπτει ότι δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί δασών μπορούσε ν' αποκτηθεί μόνο δια ταπίου (ΑΠ 192/2019, ΑΠ 120/2018, ΑΠ 477/2016).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 1248 Οθωμανικού ΑΚ, όπου αναφέρονται οι διάφοροι τρόποι κτήσης της κυριότητας, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται η χρησικτησία, και εκείνης της διάταξης του άρθρου 1660 του Οθωμανικού ΑΚ, που προβλέπει την δεκαπενταετή αποσβεστική παραγραφή υπέρ του κατόχου, χωρίς συγχρόνως να αναγνωρίζει την κτητική παραγραφή (χρησικτησία), προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία υπό το κράτος του Οθωμανικού δικαίου και, μάλιστα τόσο επί των ακινήτων ελευθέρας κυριότητας (μουλκ), όσο και επί των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί), με την επιφύλαξη των προαναφερθέντων για την κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από τον σφετεριστή που καλλιέργησε δημόσια γη επί δεκαετία, κατά το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του Κτηματολογικού Κανονισμού, που κυρώθηκε με το με αριθμ. 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη στη Δωδεκάνησο και διατηρήθηκε σε ισχύ, ως τοπικό δίκαιο, και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, δυνάμει του άρθρου 8 παρ. 2 του από 30-12-1947 ισχύοντος νόμου 510/1947, διατηρείται κατ' αρχήν η διάκριση των γαιών, όπως οριζόταν από το προϊσχύσαν στη Δωδεκάνησο οθωμανικό δίκαιο (άρθρο 1 του οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) σε συνδυασμό με τα άρθρα 2, 3, 4, 5, 91- 102 και 103-105) (ΑΠ 693/2018, ΑΠ 822/2013).
Ειδικότερα, στο άρθρο 1 ορίζεται ότι του Κτηματολογικού Κανονισμού ορίζεται ότι "τα ακίνητα εν τη Κτήσει διακρίνονται εις δημόσιας (μιρί εραζί εμιριέ μετρουκέ μεβάτ) ελευθέρας κυριότητος (μούλκ) βακουφικά", στο άρθρο 2 αυτού προβλέπεται ότι: Τα δημόσια κτήματα ανήκουσιν εις την Κυβέρνησιν της Κτήσεως και υποδιαιρούνται εις κτήματα κοινής χρήσεως και εις κτήματα περιουσιακά (ιδιόκτητα του Δημοσίου).
Μάλιστα οι διατάξεις 1-8 του Κτηματολογικού Κανονισμού, ως αφορώσες τις διακρίσεις των ακινήτων και το περιεχόμενο των επ' αυτών δικαιωμάτων, έχουν εφαρμογή σε όλες τις νήσους της Δωδεκανήσου και, επομένως, και στη νήσο Σύμη, αφού η εφαρμογή τους δεν έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη και λειτουργία των Κτηματολογικών γραφείων (ΑΠ 120/2018, ΑΠ 477/2016, ΑΠ 1814/2012).
Ο θεσμός της χρησικτησίας εισήχθη το πρώτον στην Δωδεκάνησο, μετά την εισαγωγή σ' αυτήν του ΙταλΑΚ/1865, με το με αριθ. 200/31 Οκτωβρίου 1931 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη, από 1.1.1932. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 685, 686, 2105, 2106 και 2135 του ΙταλΑΚ/1865, προκύπτει ότι ο έχων στη συνεχή, όχι διακεκομμένη, δημόσια, ειρηνική, αναμφίβολη νομή αυτού ακίνητο με διάνοια κυρίου, αποκτά επ' αυτού εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας μετά την πάροδο τριάντα ετών (κτητική παραγραφή).
Η κτητική αυτή παραγραφή εφαρμόζεται και στα ακίνητα που ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του κράτους κατά το αρθρ. 2114 Ιταλ.ΑΚ/1865. Η παραπάνω διάταξη του Κτηματολογικού Κανονισμού όμως, ως εκ της θέσης της στο άρθρο 63 αυτού, που προβλέπει την δεκαπενταετή κτητική παραγραφή "από της γενομένης καταγραφής" δεν εφαρμόζεται στη νήσο Σύμη (όπως και οι λοιπές του Κτηματολογίου Κανονισμού, πλην των άρθρων 1-8 αυτού), αφού ουδέποτε καταρτίσθηκε εκεί κτηματολόγιο (ΑΠ 192/2019, ΑΠ 693/2018, ΑΠ 477/2016).
Ακόμη, ως προς το ζήτημα της χρησικτησίας, μετά την εφαρμογή του ΙταλΑΚ/1942 από 21.4.1942 με το με αριθ. 170/1942 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1140 και 1158 ΙταλΑΚ/1942, από τις οποίες προκύπτει ότι είναι δυνατή η κτήση κυριότητας επί πράγματος, μετά την πάροδο εικοσαετίας στη φυσική εξουσία του από τον νομέα αυτού, ο οποίος ασκεί σ' αυτό διανοία κυρίου δραστηριότητες που ανταποκρίνονται προς την ενάσκηση της επ' αυτού κυριότητας.
Εξάλλου, μετά την έναρξη της ισχύος του Ελληνικού ΑΚ στη Δωδεκάνησο από 30-12-1947 (άρθρο 2 παρ.1 στοιχ. α' ν. 510/1947), εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1045 1051 και 974 ΑΚ, από τις οποίες προκύπτει ότι αυτός που έχει τη φυσική εξουσία επί του πράγματος διανοία κυρίου (νομή) και έχει ασκήσει αυτήν για χρονικό διάστημα είκοσι ετών καθίσταται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή, με καθολική ή ειδική διαδοχή, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της νομής του δικαιοπαρόχου του.
Ενόψει, όμως, του ότι το Οθωμανικό δίκαιο δεν αναγνωρίζει τον θεσμό της χρησικτησίας, χρόνος νομής που διανύθηκε, όταν ίσχυε το Οθωμανικό δίκαιο, ήτοι πριν την 1.1.1932, δεν υπολογίζεται για την συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας στην Δωδεκάνησο. Επομένως, εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσια γη οποτεδήποτε πριν την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, δεν είναι δυνατή απ' αυτόν η κτήση κυριότητας του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΙταλΑΚ 1865, ΙταλΑΚ 1942 και Ελληνικού ΑΚ, διότι από 1.1.1932, οπότε αρχίζει να τρέχει ο χρόνος χρησικτησίας μέχρι 10.1.1949, οπότε εισάγεται το πρώτον στη Δωδεκάνησο, με το από 31 Δεκεμβρίου 1948/10 Ιανουάριου 1949 β.δ/γμα, ο α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", ο οποίος απαγορεύει την παραγραφή κάθε δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτων, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 και 2 αυτού, δεν συμπληρώνονται, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 64 και 65 ΕισΝΑΚ, ο αναγκαίος χρόνος στη νομή του πράγματος.
Είναι, όμως, δυνατή η απ' αυτόν κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), εφ' όσον αυτός συμπλήρωσε δεκαετία στην καλλιέργεια της δημόσιας γης μέχρι την 10-01-1949, αφού μετά την ως άνω ημερομηνία τυγχάνει, επίσης, εφαρμογής το άρθρ. 4 παρ 2 αν. 1539/1938 και αποκλείεται η συμπλήρωση της τυχόν μη εισέτι συμπληρωθείσας δεκαετίας στην καλλιέργεια του ακινήτου, για την κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης.
Περαιτέρω, με το άρθρ. 9 παρ. 1 εδ. α' ν. 2100/1952 που ισχύει από 26-04-1952, ορίστηκε ότι το δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου επί κτημάτων στην Δωδεκάνησο, που υπάγονται στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ) αποσβέννυται, και οι έχοντες δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί των ανωτέρων κτημάτων αποκτούν την πλήρη κυριότητα επ' αυτών αυτοδικαίως, δυνάμει της ως άνω διάταξης και χωρίς καμία άλλη διατύπωση.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι καλλιεργούντες δημοσίας γαίας στις νήσους Σύμη, Πάτμος, Κάρπαθος κλπ (εκτός της περιφέρειας Κτηματολογίου Ρόδου και Κω) για μια δεκαετία πριν την έναρξη εφαρμογής του α.ν. 1539/1938, ήτοι πριν την 10-01-1949, έχουν καταστεί κύριοι των ακινήτων αυτών, διότι το κτηθέν απ' αυτούς, με βάση το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών, δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) έχει τραπεί σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας αυτών, με το άρθρο 9 παρ.1 εδάφ.
α' του ν.2100/1952, μετά την απόσβεση του δικαιώματος ψιλής κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, απέκτησε όλη την ακίνητη περιουσία του Ιταλικού Κράτους στη Δωδεκάνησο με το άρθρο 1 του παραρτήματος XIV της από 20-2-1947 Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων, μεταξύ των συνασπισμένων συμμαχικών δυνάμεων και της Ιταλίας, που κυρώθηκε με το ν.δ. 423/1947 (ΑΠ 1410/2023, ΑΠ 1954/2022, ΑΠ 192/2019, ΑΠ 477/2016).
Εξάλλου, οι γαίες τις οποίες κατείχαν, εξουσίαζαν και ενέμοντο οι κάτοικοι των νήσων της Δωδεκανήσου, οι οποίες δεν ήσαν δορυάλωτες, δηλαδή δεν είχαν κατακτηθεί με όπλα από τον Τούρκο Σουλτάνο Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή (1522 μχ) (πλην της Ρόδου και της Κω) ανήκαν στις ιδιοκτησίες τους, ως γαίες "μουλκ", αφού ο παραπάνω Σουλτάνος όχι μόνο δεν δήμευσε τη γη, αλλά παραχώρησε δικαιώματα, με αποτέλεσμα όλα τα κτήματα που κατείχαν, νέμονταν και εξουσίαζαν οι κάτοικοι των νησιών αυτών να ανήκουν στις ιδιοκτησίες τους.
Ειδικότερα, οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίστηκαν από τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές και ανήκαν στην παραπάνω κατηγορία των μουλκίων, ήτοι των ακινήτων καθαράς ιδιοκτησίας, τα οποία εξακολούθησαν να εξουσιάζονται από τους μέχρι τότε κυρίους τους και μάλιστα κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο βέβαια της καταβολής εγγείου φόρου.
Τούτο, όμως, δεν αφορούσε αδιακρίτως όλες τις γαίες μιας περιοχής ή μιας νήσου αλλά μόνον εκείνες που οι κάτοικοί τους είχαν τη δυνατότητα να τις κατέχουν, νέμονται και να τις εξουσιάζουν. Επομένως, δεν επρόκειτο για εκτάσεις που αφορούσαν σε δάση, αιγιαλούς, κοινόχρηστα και εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, οι οποίες παρέμειναν προσδιορισμένες υπό την απόλυτη εξουσία του Οθωμανικού Κράτους, περιήλθαν δε μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου με τη Συνθήκη της Λωζάνης στο Ιταλικό Κράτος και στη συνέχεια στο Ελληνικό Κράτος με τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων.
Έτσι, και τα ακίνητα της νήσου ... δεν ήσαν όλα ανεξαιρέτως καθαράς ιδιοκτησίας (μούλκια) με τις πιο πάνω αναφερόμενες συνέπειες, αλλά μόνο αυτά που κατά το χρόνο της ως άνω περιέλευσής τους στο Οθωμανικό Κράτος κατείχαν, νέμονταν και εξουσίαζαν οι κάτοικοί τους, ενώ τα λοιπά ως άνω ακίνητα και της νήσου αυτής (δάση, αιγιαλοί, κοινόχρηστα, και εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανέναν) δεν αποτελούν κτήματα καθαράς ιδιοκτησίας και έχει εφαρμογή επ' αυτών ο περί γαιών νόμος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, με αποτέλεσμα να είναι δυνατόν αυτά να θεωρηθούν ως δημόσιες γαίες και, συνεπώς, να περιέλθουν, κατά τα ως άνω τελικά, στο Ελληνικό Δημόσιο.
Άλλωστε στην ύπαρξη δημόσιων γαιών και στα μη δορυάλωτα νησιά της Δωδεκανήσου συνηγορεί και η διάταξη του άρθρου 2 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου (κ.δ. 132/1929), που αναφέρεται στα δημόσια κτήματα ως ανήκοντα στην "Κυβέρνησιν της Κτήσεως" και στις διακρίσεις αυτών, καθώς και του άρθρου 9 παρ. 1 εδ.
α' του ν. 2100/1952, με το οποίο σκοπήθηκε η μετατροπή του αποκτηθέντος επί δημοσίων γαιών δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, αλλά και τα άρθρα 5 παρ. 1 και 3 του ν. 719/1977 και 17 παρ. 1 του ν. 2443/1996 δια των οποίων ρυθμίζονται θέματα περιέλευσης της κυριότητας δημοσίων γαιών στα μη δορυάλωτα νησιά της Δωδεκανήσου Αγαθονήσιο, Αρκιοί, Μαράνθη, Μεγίστη, Ψέριμο και Σαρία σε κατοικούντες (αυθαιρέτους κατόχους) σε αυτές, υπό τις προβλεπόμενες στους ως άνω νόμους προϋποθέσεις (ΟλΑΠ 1/2013, ΑΠ 1954/2022). [2] Κατά το άρθρο 559 αρ. 1α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 10/2022, ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 941/2023).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 941/2023). [3] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1491/2023).
ΙΙ. [1] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής : "Επίδικο είναι ένα ακίνητο - αγροτεμάχιο, επιφανείας 1007 τ.μ., στη θέση ... της νήσου ..., εκτός οικισμού, που συνορεύει βόρεια με αγροτικό δρόμο, νότια με ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., ανατολικά με ακίνητα με ΚΑΕΚ ...
και ... και δυτικά με αγροτικό δρόμο και με ακίνητο με ΚΑΕΚ .... Το επίδικο κατά την κτηματογράφηση της ... έλαβε ΚΑΕΚ ... και καταχωρήθηκε ως αγνώστου ιδιοκτήτη, μολονότι ο ενάγων υπέβαλε σχετική δήλωση, επειδή κατά την υπ' αριθμ ...-1997 απάντηση του ΟΚΧΕ "με τα στοιχεία που προσκομίσατε δεν κατέστη δυνατός ο προσδιορισμός της θέσης του ακινήτου σας".
Το ακίνητο αυτό δεν αποτελούσε δημόσια γαία (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί), όπως ισχυρίζεται το εναγόμενο, διότι στα νησιά της Δωδεκανήσου που δεν ήταν "δορυάλωτα", δηλ. δεν είχαν κατακτηθεί με τα όπλα, όπως η Σύμη - εκτός της Ρόδου και Κω που είχαν κυριευθεί με "τη σπάθη και το δόρυ" - ο τούρκος κατακτητής, από την εποχή Σουλτάνου Σουλεϊμάν (1522 μΧ) όχι μόνο δεν δήμευσε τη γη, αλλά παραχώρησε δικαιώματα, με αποτέλεσμα όλα ανεξαιρέτως τα κτήματα που κατείχαν, νέμονταν και εξούσιαζαν από τότε οι κάτοικοι των νησιών αυτών ανήκουν στην ιδιοκτησία τους ως "γαίες μουλκ".
Έτσι στα νησιά αυτά, ως "μη δορυάλωτα", γαίες φύσης "εραζί - εμιρζέ ή αρζί - μιρί" δηλαδή δημόσιες γαίες ήταν οι εκτάσεις που δεν εξουσίαζαν οι κάτοικοι των νησιών, ήτοι πετρώδεις και βραχώδεις εκτάσεις, τα δάση, κλπ. Επομένως το επίδικο ακίνητο ως ιδιόκτητη γαία, νομικής φύσης μουλκ, αποτέλεσε αντικείμενο νομής και εξουσίασης.
Περαιτέρω, πρέπει να επισημανθεί ότι το επιχείρημα του ελληνικού δημοσίου, σύμφωνα με το οποίο εάν ήθελε γίνει δεκτή η ανωτέρω θέση για το ιδιοκτησιακό καθεστώς των νήσων της Δωδεκανήσου, τότε δεν θα είχε λόγο ύπαρξης ο Ν. 2100/1952, με τον άρθρο 9 του οποίου μετατράπηκε το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης επί δημοσίων γαιών (τεσσαρούφ) σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, δεν ευσταθεί, καθώς όπως σημειώθηκε η ανωτέρω θέση δεν αφορά σε όλα τα νησιά της Δωδεκανήσου, η δε προαναφερόμενη διάταξη έτυχε πλήρους εφαρμογής στα ακίνητα των μεγαλυτέρων νήσων του συμπλέγματος, ήτοι της Ρόδου και της Κω (...). 'Αλλωστε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, δεν επικαλέστηκε ούτε καθ' οποιονδήποτε τρόπο απέδειξε ότι το επίδικο ακίνητο έφερε το χαρακτήρα του αείποτε αδέσποτου ακινήτου και δεν εξουσιάστηκε ποτέ από τους κατοίκους του νησιού, ώστε να μην ανήκει στους ιδιώτες ως μουλκ, ούτε ότι αυτό κατέστη αδέσποτο σε κάποιο χρονικό σημείο με την εγκατάλειψη της νομής του από τους ιδιώτες, είτε ότι αποκτήθηκε από το ίδιο κατά άλλο νόμιμο τρόπο, ώστε να ανήκει σε αυτό.
Όπως αποδεικνύεται από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, το ακίνητο αυτό νεμόταν με διάνοια κυρίου από το 1990 ο ενάγων, ο οποίος το έλαβε άτυπα από τον πατέρα του. Όπως κατατέθηκε από τον μάρτυρα, στην υπ' αριθμ 5509/11-9-2018 ένορκη βεβαίωση, ο ενάγων έβαζε σε αυτό τα ζώα του (κατσίκια και πρόβατα) και το καλλιεργούσε με ζωοτροφές.
Ο μάρτυρας είναι γαμπρός του ενάγοντος (άντρας της αδερφής του) από το έτος 1980 και επομένως είναι σε θέση να γνωρίζει τις πράξεις νομής που αυτός έκανε. Ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος, πατέρας του (Ε. Χ.) νεμόταν το επίδικο τουλάχιστον από το έτος 1988, οπότε και, όπως κατατέθηκε, το περιέφραξε με σιδερένιους πασσάλους και πλέγμα, ύψους 1,5 μέτρου, και έβαζε στα κτίσματα, που χρησιμοποιούσε ως στάβλους τα ζώα του, καθώς ήταν επαγγελματίας κτηνοτρόφος.
Συνεπώς, ενόψει του ότι το επίδικο ήταν γαία ελεύθερης ιδιοκτησίας ("μουλκ"), το οποίο κατεχόταν από τον ενάγοντα από το 1990 και, συνυπολογίζοντας και τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, από το 1988, έκτοτε δε το νεμόταν και ασκούσε σε αυτό εμφανείς πράξεις νομής και διακατοχής καλή τη πίστει, δημόσια, με διάνοια κυρίου, ειρηνικά και αδιατάρακτα, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί ή να αμφισβητηθεί το δικαίωμά του από κανέναν, με την πάροδο εικοσαετίας (το 2008) έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Όπως εκτέθηκε στη παραπάνω, στα νησιά της Δωδεκανήσου, πλην της Ρόδου και της Κω, τα οποία δεν ήταν "δορυάλωτα" δηλαδή δεν είχαν κατακτηθεί με τα όπλα, το Οθωμανικό Κράτος όχι μόνο δεν δήμευσε τη γη, αλλά παραχώρησε δικαιώματα, με αποτέλεσμα όλα ανεξαιρέτως τα κτήματα που κατείχαν, νέμονταν και εξουσίαζαν από τότε οι κάτοικοι των νησιών αυτών να ανήκουν στην ιδιοκτησία τους ως "γαίες μουλκ" και συνεπώς δεν υφίσταται εν προκειμένω τεκμήριο ιδιοκτησίας υπέρ του ελληνικού δημοσίου, ώστε να μην υποχρεούται αυτό να επικαλεστεί και αποδείξει τον επικαλούμενο δημόσιο χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου, οι δε ισχυρισμοί του τελευταίου θέτουν ως δεδομένο ότι η επίδικη έκταση υπήρξε πάντοτε δημόσια γαία, κάτι όμως που ούτε δεδομένο είναι, αλλά ούτε και αποδείχθηκε (...).
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η καταχώρηση του ακινήτου αυτού, κατά την κτηματογράφηση της νήσου ..., ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" είναι ανακριβής και προσβάλλεται το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντας. Επομένως η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη..". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και έκανε δεκτή αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνώρισε την κυριότητα του αναιρεσιβλήτου στο επίδικο ακίνητο και διέταξε τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο, του οικείου κτηματολογικού βιβλίου, του Κτηματολογικού Γραφείου ....
Ειδικότερα, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκρινε :1) Ότι το επίδικο ακίνητο - αγροτεμάχιο, επιφανείας 1007 τ.μ., στη θέση "..." της νήσου ..., εκτός οικισμού, το οποίο, κατά την οικεία κτηματογράφηση, έλαβε ΚΑΕΚ ..., περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας του Α.Κ., με άσκηση επ' αυτού από τον αναιρεσίβλητο εμφανών πράξεων νομής διανοία κυρίου (έβαζε στα κτίσματα που υπήρχαν στο επίδικο τα ζώα του), για χρόνο περισσότερο της εικοσαετίας μέχρι την, από 19-11-2007, έναρξη λειτουργίας του Κτηματολογικού Γραφείου ..., από το έτος 1990, προσμετρώντας και τη νομή του δικαιοπαρόχου πατέρα του, Ε.
Χ., από το έτος 1987, ο οποίος ως κτηνοτρόφος, το περιέφραξε με σιδερένιους πασσάλους και πλέγμα, ύψους 1,5 μ. και έβαζε στα κτίσματα που χρησιμοποιούσε ως στάβλους τα ζώα του. 2) Ότι το παραπάνω ακίνητο είχε την ιδιότητα γαίας ελεύθερης ιδιοκτησίας (μουλκ), κατά την περιέλευση της νήσου στο Οθωμανικό Κράτος. 3) Ότι στο νήσι Σύμη, ως "μη δορυάλωτο", γαίες φύσης "εραζί - εμιρζέ ή αρζί - μιρί", δηλαδή, δημόσιες γαίες ήταν οι εκτάσεις που δεν εξουσίαζαν οι κάτοικοι των νησιών, ήτοι πετρώδεις και βραχώδεις εκτάσεις, τα δάση, κλπ.
και ότι το άρθρο 9 του ν. 2100/1952 δεν εφαρμόζεται στο ανωτέρω νησί της Δωδεκανήσου, παρά μόνο στις νήσους Ρόδο και Κω του ανωτέρω συμπλέγματος, και, συνεπώς δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαδοχής από το Οθωμανικό Δημόσιο στο Ιταλικό και από το τελευταίο στο Ελληνικό, και, έτσι, το παραπάνω ακίνητο δεν περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσείοντος - εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, διότι δεν ήταν δημόσια γαία ούτε ανέκαθεν αδέσποτο.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης κυριότητας από τον αναιρεσίβλητο του επίδικου, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας του ΑΚ και της μη κτήσης κυριότητας από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 78 και 103 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (χριστιανικού έτους 1856), των άρθρων 1, 2, 3 και 4 εδ.
α' και 65 του Κτηματολογικού Κανονισμού, των άρθρων 4 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 1539/1938 του 1 του Παραρτήματος XIV της από 10-2-1947 Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων, η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 423/1947, 9 του ν. 2100/1952, 1045, 974 ΑΚ, διότι στήριξε την απορριπτική του κρίση ότι το επίδικο δεν είναι δημόσιο κτήμα, αλλά καθαρά ιδιοκτησία "γαία μουλκ", ανήκουσα κατά κυριότητα σε ιδιώτες, και, επομένως, δεν απετέλεσε αντικείμενο διαδοχής από το Οθωμανικό Δημόσιο στο Ιταλικό και από το τελευταίο στο Ελληνικό, χωρίς να διαλαμβάνει παραδοχές για την ακριβή γεωμορφολογία του και για τις συγκεκριμένες πράξεις νομής, κατοχής και εξουσίασης, ως προσιδιάζουσες στη φύση του, από ιδιώτες στο επίδικο ακίνητο πριν την περιέλευσή του στο Οθωμανικό Δημόσιο.
Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς τα αυτά παραπάνω ουσιώδη ζητήματα, παραβίασε εκ πλαγίου τους αυτούς παραπάνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, και, τούτο, διότι αν και αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το επίδικο ακίνητο ήταν μη αστικό ακίνητο, αλλά γαία καθαρής ιδιοκτησίας, δεν διαλαμβάνεται η ακριβής γεωμορφολογία του εδάφους του, και οι προσιδιάζουσες στη φύση και το χαρακτήρα του πράξεις νομής, κατοχής και εξουσίασης, που ασκούσαν στο επίδικο οι ιδιώτες, κατά την περιέλευση της νήσου στο Οθωμαντικό Κράτος με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Επομένως, οι από τους αριθμ. 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στον μοναδικό λόγο αναίρεσης είναι βάσιμες και συνακόλουθα είναι βάσιμος ο λόγος αυτός.
ΙV. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, το οποίο δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν του αιτήματός του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 222/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης