Supreme Court dismisses appeal against bank judgment for failure to consider evidence regarding fraud claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's judgment in a credit title dispute. The appellant argued the lower court failed to consider evidence proving the bank acted with intent to harm, but the court found this argument inadmissible as it contradicted the appellate court's explicit findings based on sworn testimonies. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the costs of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(g) and 559(1)(10) of the Code of Civil Procedure; The court must consider all evidence presented by parties to form a judicial conviction, and an appeal based on the failure to consider such evidence is inadmissible if the lower court explicitly addressed and evaluated the evidence in its reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 846 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 846/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος Π. Ν. του Θ., κατοίκου ... Ιωαννίνων, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Παπαδηλέρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." ως ειδικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Λίζα Μικέλλη - Γαλλή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/6/2012 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6710/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2283/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/2/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 5-2-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους υπ' αριθ. 2283/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού δέχθηκε τυπικά την από 1-7-2013 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 6710/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, απέρριψε αυτή κατ' ουσίαν. Με την τελευταία απόφαση είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν η από 7-6-2012 ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", ειδική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η ήδη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ", για την ακύρωση της υπ' αριθ. ... διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τον αριθ. 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 1614/2017).
Διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη. Ανάγκη επίκλησης υπάρχει και για το αποδεικτικό μέσο της δικαστικής ομολογίας, δηλαδή εκείνης, που γίνεται προφορικώς ή εγγράφως στο δικαστήριο που δικάζει ή σε εντεταλμένο δικαστή, με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, έστω και αν αυτή λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως.
Η δικαστική ομολογία, που, κατ' άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ, αποτελεί πλήρη απόδειξη σε βάρος εκείνου που ομολογεί, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη (ΑΠ 1711/2008), ήτοι να περιέχει συγκεκριμένη παραδοχή κρισίμων γεγονότων που αποτελούν βάση καταλυτικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος (ΑΠ 469/2009, ΑΠ 1338/2008), να αναφέρεται δηλαδή αμέσως στο αντικείμενο της δίκης και όχι να αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για τα αποδεικτέα περιστατικά (ΑΠ 115/2007) και να προκύπτει από το συσχετισμό αποδείξεων Εξάλλου, η ομολογία που γίνεται ενώπιον άλλου δικαστηρίου αποτελεί εξώδικη ομολογία και σύμφωνα με το άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστή.
Ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και επί μη λήψης υπόψη της εξώδικης ομολογίας, η οποία πρέπει ομοίως να είναι σαφής και συγκεκριμένη (ΑΠ 1538/2001). Για να δημιουργηθεί ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη της δικαστικής ή εξώδικης ομολογίας, πρέπει ο αναιρεσείων να επικαλέστηκε την ομολογία αυτή στο δικαστήριο της ουσίας και να αποδεικνύει τον ισχυρισμό του, προσκομίζοντας και τις προτάσεις του αντιδίκου του, αν σ` αυτές περιέχεται η ομολογία (ΑΠ 845/2012), για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι έγινε επίκλησή της στο δικαστήριο της ουσίας και ότι είχε προσκομισθεί το έγγραφο, στο οποίο αυτή περιεχόταν (ΑΠ 1989/2007).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η αναιρεσίβλητη ομολόγησε τόσο με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, ότι γνώριζε την ύπαρξη των επίδικων επιταγών (σημ. βάσει των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής), αφού, παρά το γεγονός ότι στο από 19-5-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό δεν αναγραφόταν ο όρος "επιταγές", προχώρησε επί της ουσίας σε επόμενο επίπεδο ερμηνείας του λόγου έκδοσης αυτών, ως εκδοθεισών χάριν καταβολής της εργολαβικής αμοιβής και όχι ως αιτία εξασφάλισης αυτής, όσο και με το από 2-1-2012 σημείωμά της, που κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά την εκδίκαση της υπ' αριθ.
κατ. 44978/2011 αίτησής του ασφαλιστικών μέτρων, όπου αυτή άσκησε κύρια παρέμβαση και παρόλα αυτά το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του, η οποία επέδρασε στο απορριπτικό διατακτικό της απόφασής του, σε σχέση με τον ισχυρισμό του, ότι η αντίδικός του, κατά την κτήση των επίδικων επιταγών, γνώριζε, ότι αυτές είχαν δοθεί από αυτόν στην εργολάβο εταιρεία ως εγγύηση, χωρίς να λάβει υπόψη του το αποδεικτικό μέσο αυτής της ομολογίας, δικαστικής και εξώδικης.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι, κατά τα προεκτιθέμενα, απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον από τα επικαλούμενα ως άνω περιστατικά δεν συνάγεται, με την έννοια που προαναφέρθηκε, ήτοι κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, δικαστική ή εξώδικη ομολογία της αντιδίκου του αναιρεσείοντος πραγματικών περιστατικών που να συγκροτούν τον προταθέντα από αυτόν ως άνω ισχυρισμό, σε κάθε δε περίπτωση ο αναιρεσείων δεν εκθέτει στην αίτηση αναίρεσης και ότι επικαλέσθηκε νομότυπα με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου τις επικαλούμενες εκ μέρους του ομολογίες της αναιρεσίβλητης (δικαστική και εξώδικη).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής" τα πρόσωπα, που ενάγονται από την επιταγή, μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή τις ενστάσεις, οι οποίες στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις μεταξύ αυτών και του εκδότη ή των προηγούμενων κομιστών της επιταγής, μόνο εάν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του οφειλέτη.
Η με τη διάταξη αυτή, από την οποία, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1 του νόμου 5960/1933, απορρέει ο αναιτιώδης χαρακτήρας της ενοχής από την επιταγή, καθιερούμενη αρχή του απροβλήτου των ουσιαστικών ενστάσεων, κατά την οποία τα πρόσωπα, που ευθύνονται από την επιταγή δεν μπορούν να προτείνουν κατά του νόμιμου κομιστή αυτής ενστάσεις, που στηρίζονται στις προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή με τους προηγούμενους κομιστές, κάμπτεται μόνον εφόσον εκείνος, προς τον οποίο μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση η επιταγή, τελούσε κατά την κτήση της σε γνώση της ύπαρξης των ενστάσεων αυτών και με την αποδοχή της μεταβίβασης σε αυτόν της επιταγής ενεργούσε με πρόθεση βλάβης του οφειλέτη.
Τέτοια ενέργεια λαμβάνει χώρα, όταν αυτός γνωρίζει κατά την απόκτηση του τίτλου, ότι με τη μεταβίβαση προς αυτόν είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των προαναφερόμενων ενστάσεων και ότι με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η πληρωμή, η οποία χωρίς τη μεταβίβαση αυτή δεν θα πραγματοποιείτο. Η γνώση του κομιστή είναι απαραίτητο να υφίσταται κατά το χρόνο της οπισθογράφησης σε αυτόν της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση, επιπλέον δε πρέπει να επιβεβαιώνεται θετικά και να προκύπτει από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και να μη συνάγεται απλώς συμπερασματικά.
Σε περίπτωση, που ο ενεχόμενος από την επιταγή ασκήσει ανακοπή κατά της εκδοθείσας σε βάρος του διαταγής πληρωμής, πρέπει να εκθέτει στο σχετικό δικόγραφο, ακολούθως δε πρέπει και να αποδεικνύει, τα περιστατικά αυτά, γιατί η καλή πίστη του κομιστή τεκμαίρεται. Συνακόλουθα, ο οφειλέτης από την επιταγή, εκτός από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της σχετικής ένστασής του, πρέπει στην ανακοπή του να περιλαμβάνει και τον ισχυρισμό, ότι ο κομιστής της επιταγής, κατά το χρόνο της κτήσης αυτής, γνώριζε την ένσταση και επιπλέον αυτός είχε συνείδηση, ότι με την απόκτηση του τίτλου ήταν ενδεχόμενο να υποστεί βλάβη ο οφειλέτης με τη πληρωμή της επιταγής.
Συνήθης στην πράξη είναι η έκδοση καταπιστευτικών αξιογράφων, συναλλαγματικής ή επιταγής, που εκδίδονται χάριν εγγύησης. Με τον όρο αυτό νοούνται οι περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες προσπορίζεται μεν η νομική θέση δικαιούχου του τίτλου, συγχρόνως όμως συμφωνείται - ως ένα είδος pactum fiduciale - ότι ο δικαιούχος αυτού κατά ορισμένο μόνο τρόπο και υπό ορισμένες προϋποθέσεις θα είναι δυνατό να ενασκήσει το δικαίωμά του από τον τίτλο της επιταγής.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις παρέχεται στον οφειλέτη ένσταση αναβλητική ή ανατρεπτική, κατά τις περιστάσεις, βασιζόμενη στην αιτιώδη (υποκείμενη) σχέση, την οποία αυτός ως ενιστάμενος οφείλει να αποκαλύψει και να αποδείξει. Η ένσταση είναι προσωπική και υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 22 του Ν. 5960/1933.
Στην κατηγορία των ενστάσεων αυτών υπάγονται, εκτός άλλων, και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες συμφωνείται μεταξύ των ενδιαφερομένων, ότι ο αντισυμβαλλόμενος θα δικαιούται να εισπράξει τον τίτλο υπό την προϋπόθεση, ότι εκπληρώθηκαν ορισμένοι όροι από την αιτιώδη σχέση ή θα έχει πληρωθεί κάποια άλλη αίρεση ή ακόμη, όταν η επιταγή επέχει θέση εγγυοδοσίας και εκδίδεται για ασφάλεια μελλοντικής απαίτησης του κομιστή, ο οποίος δεσμεύεται να μην προβεί σε πρόωρη χρήση αυτής (ΑΠ 1758/2017, ΑΠ 353/2015).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1251 του ΑΚ, που προβλέπει την ενεχυρίαση τίτλου σε διαταγή και 38 του ΝΔ 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", το οποίο εξακολουθεί να ισχύει κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει, ότι μεταξύ των τίτλων σε διαταγή, που ενεχυριάζονται με οπισθογράφηση, χωρίς άλλη διατύπωση, κατά την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1251 ΑΚ, είναι και η επιταγή.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε κατά το μέρος, που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία, τα ακόλουθα: "Μεταξύ του ανακόπτοντος και της μη εν προκειμένω διαδίκου ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "...
Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "... Α. Ε.", η οποία δραστηριοποιούνταν και στον τομέα της ενέργειας, έχοντας ως σκοπό την εμπορία, εγκατάσταση και εκμετάλλευση ενεργειακού εξοπλισμού, καθώς και τη διαχείριση, παραγωγή και εκμετάλλευση ενέργειας πάσης φύσεως, αναλαμβάνοντας στα πλαίσια των άνω δραστηριοτήτων της τη μελέτη, επίβλεψη και κατασκευή σταθμών παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, καταρτίσθηκε, δυνάμει του από 19-5-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, σύμβαση έργου, βάσει της οποίας ο ανακόπτων, ως εργοδότης, έδωσε στην άνω εταιρία, ως εργολάβο, εντολή για τη μελέτη, προμήθεια εξοπλισμών και εγκατάσταση μονάδας παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος με φωτοβολταϊκά στοιχεία, εγκατεστημένη ισχύος 39,6 ΚWp, σε αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας του, που βρίσκεται στη ...
Ιωαννίνων. Η αμοιβή της εργολάβου εταιρίας για την εκτέλεση του έργου καθορίστηκε στο ποσό των 165.000 ευρώ, μη συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 23%. Το ποσό αυτό συμφωνήθηκε να καταβληθεί με προκαταβολή ποσού 55.000 ευρώ με κατάθεση στο λογαριασμό όψεως της εργολάβου και το υπολειπόμενο ποσό των 110.000 να καλυφθεί από δάνειο της Τράπεζας Κύπρου με τη σύνδεση του έργου με τη ΔΕΗ.
Την ίδια ημέρα ο ανακόπτων κατέβαλε την προκαταβολή στην εργολάβο εταιρία με την κατάθεση σε λογαριασμό όψεως που διατηρούσε αυτή στην καθ' ης η ανακοπή του ποσού των 55.000 ευρώ. Οι εργασίες κατασκευής του έργου συμφωνήθηκε να αρχίσουν 8 εργάσιμες ημέρες μετά την υπογραφή του συμφωνητικού και να διαρκέσουν 60 εργάσιμες ημέρες, εκτός αν υπάρξουν λόγοι ανωτέρας βίας, συμπεριλαμβανομένων και των δυσμενών καιρικών συνθηκών που επιβάλλουν παράταση του χρονοδιαγράμματος.
Στις εργασίες αυτές δεν συμπεριλαμβάνονται οι εργασίες της ΔΕΗ για τη σύνδεση με το δίκτυο καθώς επίσης και η σύνδεση με το δίκτυο της ΔΕΗ. Πριν από την υπογραφή του άνω συμφωνητικού και δη την προηγούμενη ημέρα (18-5-2011) υπογράφηκε μεταξύ του ανακόπτοντος και της καθ' ης σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, βάσει της οποίας η καθ' ης ανέλαβε να χορηγήσει στον ανακόπτοντα ποσό 110.000 ευρώ με σκοπό την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών άνω των 20 ΚW.
Ακολούθως, με την από 20-5-2011 πρόσθετη πράξη μεταξύ του ανακόπτοντος και της άνω εργολάβου εταιρίας προστέθηκε στο από 19-11-2011 συμφωνητικό μία επιπλέον παράγραφος στο άρθρο 8, σύμφωνα με την οποία "Για το ποσό των 110.000 ευρώ που θα καταβληθεί από τράπεζα, θα προσκομιστούν από τον εργοδότη στον εργολάβο ως εγγύηση με σκοπό την αγορά του απαιτούμενου εξοπλισμού αξιόγραφα (μεταχρονολογημένες επιταγές), των οποίων η λήξη θα ανταποκρίνεται σε 90 ημέρες μετά την τιμολόγηση του έργου που προβλέπεται να είναι στις 20-10-2011.
Η εγγύηση θα επιστραφεί στον εργοδότη υπό την προϋπόθεση ότι τα αντίστοιχα τιμολόγια θα έχουν εξοφληθεί από την τράπεζα". Πράγματι ο ανακόπτων εξέδωσε αυθημερόν σε διαταγή της άνω εργολάβου εταιρίας τις υπ' αριθ. 00100001-2 και 00100002-1 μεταχρονολογημένες δίγραμμες επιταγές της καθ' ης η ανακοπή Τράπεζας Κύπρου (υποκατάστημα Ιωαννίνων), ποσού 55.000 ευρώ η κάθε μία, με φερομένη ημερομηνία εκδόσεώς τους την 20-1-2012 και τις παρέδωσε στην εργολάβο εταιρία.
Η τελευταία αμέσως μετά τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην καθ' ης η ανακοπή Τράπεζα, με τη θέση της σχετικής ρήτρας "αξία λόγω ενεχύρου", η οποία και τις καταχώρησε στο αντίστοιχο πινάκιο μεταχρονολογημένων επιταγών σε ενέχυρο. Σημειωτέον, ότι την ίδια ημέρα μεταξύ της καθ' ης και της εργολάβου εταιρίας, στην οποία η καθ' ής είχε χορηγήσει, δυνάμει της από 23-2-1999 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, πίστωση ποσού 7.336.757,15 ευρώ, υπογράφηκε το από 20-5-2011 πρόσθετο σύμφωνο παροχής ενεχύρου επί επιταγών προς εξασφάλιση χρηματοδότησης, με το οποίο η εργολάβος εταιρία για πρόσθετη ασφάλεια κάθε απαίτησης της δανείστριας Τράπεζας εναντίον της ενεχύρασε τις επιταγές που αναφέρονται λεπτομερώς στο ίδιο έγγραφο, μεταξύ των οποίων και οι πιο πάνω δύο δίγραμμες επιταγές.
Η συμβατική σχέση μεταξύ του ανακόπτοντος και της άνω εργολάβου εταιρίας δεν εξελίχθη ομαλά, καθόσον η τελευταία δεν παρέδωσε το έργο μέχρι τις 7-10-2011, χρόνο συμβατικής παρατάσεως της προθεσμίας παραδόσεως και γι' αυτό ο ανακόπτων με την από 10-11-2011 εξώδικη πρόσκληση-δήλωση-διαμαρτυρία, που επιδόθηκε αυθημερόν στην άνω εταιρία, κατήγγειλε την μεταξύ τους από 19-5-2011 σύμβαση και κάλεσε την εργολάβο να του επιστρέψει το ποσό της προκαταβολής και να εξοφλήσει το σύνολο των Π.Π.Ε.
που το ΙΚΑ είχε καταλογίσει εις βάρος του. Ταυτόχρονα με την ίδια εξώδικο ανακάλεσε τις πιο πάνω επιταγές και κάλεσε την εργολάβο να τις παραδώσει στον ίδιο ή την πληρεξούσια δικηγόρο του εντός της άνω προθεσμίας. Την ίδια αυτή ημέρα ο ανακόπτων ενημέρωσε με φαξ την καθ' ης η ανακοπή Τράπεζα (υποκατάστημα Ιωαννίνων), ότι εξαιτίας της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εργολάβου εταιρίας κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση, αποστέλλοντας συνημμένα την άνω εξώδικη δήλωση, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι ανακαλεί την προς αυτήν δοθείσα εντολή για πληρωμή των άνω μεταχρονολογημένων δίγραμμων επιταγών και καλώντας την να προβεί σε κάθε νόμιμη προς τούτο ενέργεια.
Στη συνέχεια, ο ανακόπτων άσκησε κατά της άνω εργολάβου εταιρίας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκη την από 21-11-2011 και με αριθ. καταθέσεως 44978/21-11-2011 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητούσε να διαταχθεί η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας της εργολάβου και η επιστροφή σ' αυτόν των άνω επιταγών που εξέδωσε σε διαταγή της.
Ταυτόχρονα ζητούσε και την έκδοση προσωρινής διαταγής με την οποία να απαγορευθεί κάθε μεταβολή της νομικής ή πραγματικής κατάστασης της κινητής και ακίνητης περιουσίας της εργολάβου και να διαταχθεί η μεσεγγύηση των άνω επιταγών. Την 24-11-2011 εκδόθηκε προσωρινή διαταγή με την οποία α) απαγορεύθηκε προσωρινά μέχρι τη συζήτηση της αίτησης, που ορίσθηκε εν συνεχεία για την 27-12-2011, κάθε μεταβολή της νομικής ή πραγματικής κατάστασης της κινητής και ακίνητης περιουσίας της εργολάβου και β) διατάχθηκε η μεσεγγύηση των άνω δίγραμμων επιταγών που βρίσκονταν στο κατάστημα της καθ'ης η ανακοπή Τράπεζας, οδός Αίαντος-Καλαμαριά, κατατεθειμένες από την εργολάβο εταιρία, διορίσθηκε δε ως μεσεγγυούχος διευθύντρια του άνω υποκαταστήματος.
Κατά τη συζήτηση της άνω αίτησης ασφαλιστικών μέτρων (27-12-2011) η καθ' ης εργολάβος εταιρία δεν παραστάθηκε, ενώ η καθ' ης η ανακοπή με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου άσκησε κύρια παρέμβαση, ζητώντας να αναγνωρισθεί δικαιούχος των εν λόγω δύο επιταγών, καθόσον τυγχάνει νόμιμη και καλόπιστη κομίστριά τους, από οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου.
Με την με αριθ. 9958/2012 απόφαση του άνω Δικαστηρίου έγινε δεκτή η αίτηση του ανακόπτοντος ως προς το αίτημα της συντηρητικής κατάσχεσης και απορρίφθηκε κατά τα λοιπά, δεκτής γενομένης της κύριας παρέμβασης της ήδη καθ'ης Τράπεζας, αφού έγινε δεκτό ότι η τελευταία από την 20-5-2011 είναι νόμιμη κομίστριά των επίδικων επιταγών, μετά από οπισθογράφηση από την άνω εταιρία, λόγω ενεχύρου.
Με δεδομένο ότι, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 32 του Ν. 5960/1933, η ανάκληση της επιταγής ενόσω διαρκεί η προς εμφάνισή της για πληρωμή προθεσμία είναι ανίσχυρη έναντι του κομιστή..., η καθ'ης η ανακοπή Τράπεζα εμφάνισε, ως είχε δικαίωμα, νομίμως τις ένδικες επιταγές προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα στις 23-1-2012, πλην όμως δεν πληρώθηκαν αυτές λόγω ανάκλησης και με μη επαρκές υπόλοιπο.
Μετά ταύτα, κατόπιν της από 10-4-2012 αιτήσεως της καθ' ης κατά της άνω εργολάβου εταιρίας και του ανακόπτοντος, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκαν οι καθ' ων να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσόν του κεφαλαίου για το οποίο εκδόθηκε η κάθε επιταγή, ήτοι αυτό των (55.000 + 55.000) 110.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.
Ακολούθως, η διάδικος Τράπεζα επέδωσε στον ανακόπτοντα την 22-5-2012 ακριβές αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της ως άνω διαταγής πληρωμής, με επιταγή προς πληρωμή του συνολικού ποσού των 114.836,34 ευρώ. Κατά της άνω διαταγής πληρωμής άσκησε ο ανακόπτων νόμιμα και εμπρόθεσμα την ένδικη από 7-6-2012 και με αριθμ.
καταθέσεως 18770/8-6-2012 ανακοπή... με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής του ο ανακόπτων ζήτησε την ακύρωση της άνω διαταγής πληρωμής λόγω εφαρμογής του άρθρου 22 του Ν. 5960/1933, ισχυριζόμενος ότι, κατά την κτήση των ένδικων επιταγών, η αντίδικός του Τράπεζα γνώριζε, δια των αρμοδίων οργάνων της - στελεχών της, ότι οι επίδικες επιταγές είχαν εκδοθεί από αυτόν σε διαταγή της εργολάβου εταιρίας ως εγγύηση για την καταβολή του εργολαβικού ανταλλάγματος, εφόσον η εργολάβος αποπεράτωνε το έργο, αποδέχθηκε δε την προς αυτήν οπισθογράφηση των επιταγών, γνωρίζοντας κατά την κτήση τους ότι ήταν δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή της ενστάσεως περί του εγγυοδοτικού χαρακτήρα των επιταγών από αυτόν προς την εργολάβο εταιρία και της συμφωνίας περί μη εμφάνισης αυτών προς πληρωμή και ενεργώντας με σκοπό τη βλάβη του.
Ο ισχυρισμός του όμως αυτός, νομίμως προβαλλόμενος, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού δεν αποδεικνύεται από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και την προπαρατεθείσα διαδρομή των κρίσιμων, εν προκειμένω, γεγονότων. Ειδικότερα, με την από 19-5-2011 σύμβαση, που καταρτίστηκε μεταξύ του ανακόπτοντος και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...
Α.Ε.", η οποία και περιήλθε στην κατοχή της καθ' ης η ανακοπή συμφωνήθηκε ότι η αμοιβή της εργολάβου εταιρίας θα καταβληθεί με προκαταβολή ποσού 55.000 ευρώ με κατάθεση στο λογαριασμό όψεως της εργολάβου και το υπολειπόμενο ποσό των 110.000 θα καλυφθεί από δάνειο της Τράπεζας Κύπρου με τη σύνδεση του έργου με τη ΔΕΗ.
Καμία αναφορά δεν γίνεται στην άνω σύμβαση για έκδοση επιταγών από τον ανακόπτοντα σε διαταγή της εργολάβου εταιρίας. Αναφορά στην έκδοση επιταγών από τον ανακόπτοντα γίνεται μόνο στην από 20-5-2011 πρόσθετη πράξη, με την οποία προστέθηκε στο από 19-11-2011 συμφωνητικό μία επιπλέον παράγραφος στο άρθρο 8, σύμφωνα με την οποία "Για το ποσό των 110.000 ευρώ που θα καταβληθεί από τράπεζα, θα προσκομιστούν από τον εργοδότη στον εργολάβο ως εγγύηση με σκοπό την αγορά του απαιτούμενου εξοπλισμού αξιόγραφα (μεταχρονολογημένες επιταγές) των οποίων η λήξη θα ανταποκρίνεται σε 90 ημέρες μετά την τιμολόγηση του έργου που προβλέπεται να είναι στις 20-10-2011.
Η εγγύηση θα επιστραφεί στον εργοδότη υπό την προϋπόθεση ότι τα αντίστοιχα τιμολόγια θα έχουν εξοφληθεί από την τράπεζα", παρατίθεται δε ακολούθως και σχετικός πίνακας επιταγών, στον οποίο αναφέρονται οι αριθμοί των εν λόγω δύο επιταγών, η λήξη τους και το ποσό της κάθε μίας. Η πρόσθετη όμως αυτή πράξη δεν περιήλθε στην κατοχή της καθ' ης η ανακοπή, ώστε να μπορεί να γίνει δεκτό, ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοί της γνώριζαν κατά την οπισθογράφηση των εν λόγω επιταγών από τη λήπτρια εργολάβο εταιρία προς την καθ' ης η ανακοπή ότι οι επιταγές αυτές είχαν δοθεί από τον ανακόπτοντα στην εργολάβο εταιρία ως εγγύηση με σκοπό την αγορά του απαιτούμενου εξοπλισμού και ότι θα επιστρέφονταν στον ανακόπτοντα, υπό την προϋπόθεση ότι τα αντίστοιχα τιμολόγια θα έχουν εξοφληθεί από την τράπεζα.
Το ότι η πρόσθετη αυτή πράξη δεν κατατέθηκε στην καθ' ης εμμέσως πλην σαφώς συνάγεται και από όσα ιστορεί σχετικά ο ανακόπτων στην ανακοπή του. Συγκεκριμένα ο ανακόπτων ρητά αναφέρει ότι την ίδια ημέρα που υπογράφηκε η σύμβαση έργου, δηλαδή την 19-5-2011, μετέβη με τον υπάλληλο της εργολάβου εταιρίας Σ. Μ. στο υποκατάστημα της καθ' ης στα Ιωάννινα, όπου παρέδωσε τη σύμβαση στην καθ' ης, κατέβαλε την προκαταβολή των 55.000 ευρώ στην εργολάβο εταιρία με μεταφορά χρημάτων του από προθεσμιακή κατάθεση σε δικό της λογαριασμό και ότι την επομένη της υπογραφής της σύμβασης, δηλαδή την 20-5-2011, κλήθηκε ξανά από τον άνω υπάλληλο της εργολάβου εταιρίας Σ.
Μ., προκειμένου να υπογράψει την από 20-5-2011 πρόσθετη πράξη, την οποία και υπέγραψε, την ίδια δε ημέρα εξέδωσε και τις πιο πάνω δίγραμμες επιταγές, τις οποίες παρέδωσε στον Σ. Μ., συμπληρώθηκαν οι αριθμοί τους στο πρόσθετο σύμφωνο και κατόπιν αποχαιρετίστηκαν. Ο ίδιος δηλαδή ο ανακόπτων συνομολογεί ότι αυτός παρέδωσε στην καθ' ης μόνο την από 19-5-2011 σύμβαση, όχι δε και την πρόσθετη πράξη.
Βέβαια στη συνέχεια και κατά την ανάλυση του δεύτερου λόγου της ανακοπής του ισχυρίζεται ότι την ημέρα οπισθογράφησης στην καθ' ης των επιταγών, δηλαδή την 20-5-2011, αυτή έλαβε από την εργολάβο εταιρία τόσο την από 19-5-2011 σύμβαση μεταξύ αυτού και της εργολάβου εταιρίας όσο και το από 20-5-2011 πρόσθετο σύμφωνο, το οποίο αφού το υπέγραψε αυτός και το παρέδωσε στον Σ.
Μ., υπάλληλο της εργολάβου εταιρίας, ο οποίος θα το βεβαιώσει ενόρκως, τα προσκόμισε (σύμβαση και πρόσθετο σύμφωνο) στην καθ' ης μαζί με τις επιταγές. Πράγματι ο τότε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εργολάβου εταιρίας Γ. Κ. στην προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωσή του αναφέρει ότι υπάλληλοι (μη κατονομαζόμενοι) της εργολάβου εταιρίας παρέδωσαν τα άνω συμφωνητικά και τις επιταγές στο επιχειρησιακό κέντρο της καθ' ης στην Καλαμαριά.
Η κατάθεση αυτή του άνω μάρτυρα δεν κρίνεται αξιόπιστη, αφού ο ίδιος ο ανακόπτων αναφέρει στην ανακοπή του ότι αυτός παρέδωσε την από 19-5-2011 σύμβαση έργου αυθημερόν στην καθ' ης. Άλλωστε δεν υπήρχε και λόγος να παραδοθεί στην καθ' ης και η πρόσθετη πράξη, αφού αυτή αφορούσε τη μεταξύ των συμβαλλόμενων σχέση, πέραν του ότι δεν ήταν βέβαιο ότι η καθ' ης θα αποδέχονταν τις άνω επιταγές έχουσα γνώση του περιεχομένου της άνω πρόσθετης πράξης.
Και βέβαια ο άνω μάρτυρας του ανακόπτοντος δεν αναφέρει καθόλου γιατί έσπευσε να μεταβιβάσει αυθημερόν τις επιταγές στην καθ' ης, χωρίς να ενημερώσει καν τον ανακόπτοντα, του οποίου τώρα εμφανίζεται ως υποστηρικτής. Σημειωτέον, βέβαια ότι και από την άνω πρόσθετη πράξη δεν προκύπτει συμφωνία των συμβαλλομένων για μη περαιτέρω μεταβίβαση των επιταγών, ενώ τέτοια ρήτρα δεν τέθηκε ούτε στο σώμα των επιταγών.
Κατά συνέπεια η καθ' ης η ανακοπή καλόπιστα αποδέχθηκε τις ένδικες επιταγές, τις οποίες, όπως και άλλες επιταγές τρίτων, τις μεταβίβασε σ' αυτήν με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου η εργολάβος εταιρία, στα πλαίσια της μεταξύ τους υφιστάμενης σύμβασης πίστωσης με αλληλόχρεο ανοικτό λογαριασμό. Κατά τον χρόνο δε που η καθ' ης η ανακοπή Τράπεζα απέκτησε τις ένδικες επιταγές, δηλαδή την 20-5-2011, δεν είχαν εκδηλωθεί οι περιστάσεις, στις οποίες ο ανακόπτων αναφέρεται και, προεχόντως, τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα της αντισυμβαλλομένης του εταιρίας και τα συνακόλουθα προβλήματα στη χρηματοδότησή της από τις πιστοδότριές της τράπεζες, τα οποία εμφανίσθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο, έτσι ώστε να μη μπορεί να γίνει λόγος για κακόπιστη, από της απόψεως αυτής, συμπεριφορά της καθ' ης η ανακοπή Τράπεζας.
Πράγματι, κατά τον επίδικο χρόνο η εργολάβος εταιρία λειτουργούσε κανονικά, παρέδιδε έργα, κατήρτιζε νέες συμφωνίες και χρηματοδοτούνταν από πολλές τράπεζες, σε τρόπο ώστε να μη μπορεί να γίνει λόγος για δόλια προαίρεση των αρμόδιων υπαλλήλων - στελεχών της καθ' ης η ανακοπή κατά την κτήση των ένδικων επιταγών και δη ότι αυτοί γνώριζαν κατά το συγκεκριμένο χρόνο (20-5-2011) ότι οι επίδικες επιταγές είχαν εκδοθεί από τον ανακόπτοντα σε διαταγή της εργολάβου εταιρίας ως εγγύηση για την καταβολή του εργολαβικού ανταλλάγματος, εφόσον η εργολάβος αποπεράτωνε το έργο, αποδέχθηκαν δε την προς την καθ' ης οπισθογράφηση των επιταγών, γνωρίζοντας κατά την κτήση τους ότι η εργολάβος εταιρία ήταν ήδη αφερέγγυα και ότι ήταν δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή της ενστάσεως περί του εγγυοδοτικού χαρακτήρα των επιταγών από τον ανακόπτοντα προς την εργολάβο εταιρία και της συμφωνίας περί μη εμφάνισης αυτών προς πληρωμή και ενεργώντας με σκοπό τη βλάβη του ανακόπτοντος".
Το Εφετείο με βάση τις παραδοχές αυτές, αφού αντικατέστησε τις αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε απορρίψει τον δεύτερο λόγο της ανακοπής του αναιρεσείοντος ως αβάσιμο και είχε επικυρώσει την εκδοθείσα σε βάρος του με αίτηση της αντιδίκου του υπ' αριθ. ... διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο της έφεσής του με τον οποίο παραπονιόταν για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων σε σχέση με τον παραπάνω λόγο της ανακοπής και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 22 του Ν. 5960/1933 περί επιταγής, αφού στο αποδεικτικό του πόρισμα, σύμφωνα με το οποίο απέρριψε το δεύτερο λόγο της ανακοπής ως αβάσιμο, υπάρχει ρητή παραδοχή, ότι η αναιρεσίβλητη, κατά τον κρίσιμο χρόνο κτήσης των ένδικων δύο επιταγών, στις 20-5-2011, δεν είχε θετική γνώση της προσωπικής ένστασης του ανακόπτοντος κατά της λήπτριας των επιταγών εργολάβου εταιρείας, που περιλαμβανόταν στο από 20-5-2011 πρόσθετο ιδιωτικό συμφωνητικό, που είχε υπογραφεί μεταξύ τους, ούτε ενήργησε με σκοπό βλάβης του τελευταίου με ματαίωση προβολής της ως άνω προσωπικής του ένστασης, δεχόμενο, ειδικότερα, ότι αυτό το ιδιωτικό συμφωνητικό δεν προσκομίστηκε στην καθής η ανακοπή Τράπεζα Κύπρου και ότι έτσι αυτή, κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, δεν γνώριζε την ύπαρξη του, ούτε, με άλλο τρόπο γνώριζε, ότι οι ένδικες επιταγές ήσαν καταπιστευτικές.
Από την αναφορά δε και μόνο στο από 19-5-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, που είχε υπογραφεί μεταξύ του αναιρεσείοντος και της εργολάβου εταιρείας και κατατέθηκε στην αναιρεσίβλητη τράπεζα, ότι "το ποσό των 110.000 ευρώ της αμοιβής της θα καλυπτόταν από δάνειο της αντιδίκου, με τη σύνδεση του έργου με τη ΔΕΗ", δεν μπορούσε να συναχθεί αντίθετη κρίση, ότι, δηλαδή, η αναιρεσίβλητη, κατά την κτήση των ένδικων επιταγών γνώριζε την ύπαρξη της προαναφερόμενης προσωπικής ένστασης του αναιρεσείοντος, εκδότου της επιταγής, κατά της λήπτριας και ενήργησε προς βλάβη του, δεδομένου, ότι, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η γνώση θα πρέπει να επιβεβαιώνεται θετικά και να προκύπτει από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, ώστε να μη συνάγεται απλώς συμπερασματικά, αφού η καλή πίστη της κομίστριας της επιταγής τεκμαίρεται.
Επομένως, ο δεύτερος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 22 του Ν. 5960/1933 είναι αβάσιμος. Η αξίωση απέναντι στην Τράπεζα ή σε οποιοδήποτε άλλον κομιστή της επιταγής για την προσκόμιση σ' αυτούς στοιχείων, που να πιστοποιούν προηγούμενες συναλλακτικές σχέσεις των ενεχόμενων από την επιταγή προσώπων μεταξύ τους (εκδότη και λήπτη, λήπτη και πρώτου οπισθογράφου, κλπ μέχρι τον τελευταίο κομιστή), στο πλαίσιο των οποίων έχει λάβει χώρα η έκδοση ή καθεμία από τις οπισθογραφήσεις της επιταγής, δεν επιβάλλεται από καμία διάταξη νόμου, ούτε και συνιστά στοιχείο της επιμέλειας, που απαιτείται στις συναλλαγές κατά τον κανόνα του άρθρου 330 εδ.
β του ΑΚ (ΑΠ 1122/2019, ΑΠ 353/2015) και άρα η μη ανταπόκριση της Τράπεζας, ως τελευταίας κομίστριας της επιταγής, στο μέτρο αυτό της μη αναγκαίας επιμέλειας, δεν καθιστά καταχρηστική, υπό την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, την άσκηση της αξίωσης του ουσιαστικού δικαίου από το αξιόγραφο, με την εμφάνισή του για πληρωμή, τη βεβαίωση για τη μη πληρωμή κ.τ.λ., από τη δικαιούχο της αξίωσης αυτής τελευταία κομίστρια της επιταγής (ΑΠ 1346/2017).
Επιπροσθέτως, οι εσωτερικές σχέσεις και ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ του εκδότη και της λήπτριας της επιταγής σχετικά με το αξιόγραφο και την άσκηση των αξιώσεων από αυτό, πρέπει να αποδεικνύονται από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, ότι εμπίπτουν στο πεδίο της γνώσης της τράπεζας ή άλλης τελευταίας κομίστριας, δεδομένου, ότι τούτο προϋποθέτει, ότι η αμέσως με αυτή συναλλασσόμενη, λήπτρια της επιταγής, θα αποκάλυπτε σε αυτή τις εν λόγω συμφωνίες, κάτι που πρέπει να αποδεικνύεται, ότι συνέβη.
Η υιοθέτηση αντίθετης άποψης θα οδηγούσε στην πλήρη ανατροπή της αρχής του αναιτιώδους χαρακτήρα της ενοχής από την επιταγή και θα καθιστούσε την αιτία (causa), τόσο της έκδοσης αυτής, όσο και των οπισθογραφήσεών της, "εν τοις πράγμασι", σε στοιχείο του αξιογράφου, κάτι που θα οδηγούσε στην αντιστροφή του συστήματος, που καθιερώνεται με το Ν. 5960/1933, δεδομένου, ότι, από τις διατάξεις του νόμου αυτού, συνάγεται, ότι η ενοχή από την επιταγή είναι αναιτιώδης, ότι η αιτία έκδοσης και οπισθογράφησής της δεν αποτελεί στοιχείο της επιταγής και ότι αποκαλύπτεται η αιτία μόνο με την προβολή σχετικής ένστασης, πως η αιτία εξέλιπε (έληξε ή δεν επακολούθησε), ή ήταν εξαρχής ανύπαρκτη, παράνομη, ανήθικη, ελαττωματική κ.τ.λ., από τον οφειλέτη, που καλείται για την πληρωμή της, είτε με την άσκηση αγωγής εναντίον του, είτε με την έκδοση σε βάρος του διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1347/2018, ΑΠ 1317/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 32 παρ. 1 Ν. 5960/1933, η ανάκληση της επιταγής ισχύει μόνο μετά την εκπνοή της προθεσμίας εμφάνισης. Από τη διάταξη αυτή, που περιέχει κανόνα δημοσίας τάξης και καθιερώνει το σύστημα της σχετικής αδυναμίας ανάκλησης της επιταγής, συνάγεται ότι η ανάκληση της επιταγής από τον εκδότη μπορεί να γίνει και πριν από τη λήξη της προθεσμίας για την εμφάνισή της προς πληρωμή (αφετηρία της οποίας, κατά το άρθρο 29 παρ. 4 του ίδιου νόμου, είναι η χρονολογία έκδοσης που αναγράφεται στην επιταγή), ισχύει, όμως, μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας αυτής.
Επομένως, αν επακολουθήσει εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής στον πληρωτή, η ανάκληση αποβαίνει ανίσχυρη και ο κομιστής, εφόσον δεν γίνει πληρωμή, μπορεί όχι μόνο να ασκήσει το εκ της αναγωγής δικαίωμά του, αλλά και να απαιτήσει αποζημίωση από τον εκδότη ( ΑΠ 788/2019). Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 2/2019). Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση, ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του.
Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου (ΟλΑΠ 62/90), το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΑΠ 1346/2017, ΑΠ 42/2015, ΑΠ 1558/2014).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ανακοπής του αναιρεσείοντος για την ακύρωση της διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε σε βάρος του και ειδικότερα του τρίτου λόγου αυτής, στον οποίο έχει ενσωματώσει και το περιεχόμενο της από 9-4-2012 αγωγής που άσκησε κατά της καθής η ανακοπή (ήδη αναιρεσίβλητης) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ζητώντας να αναγνωρισθεί ότι αυτή δεν έγινε ποτέ καλόπιστη και νόμιμη κομίστρια των επίμαχων επιταγών και να υποχρεωθεί να του παραδώσει τα σώματα αυτών, προκύπτει, ότι αυτός (αναιρεσείων) εξέθετε, ότι η καθ' ης η ανακοπή τράπεζα, με την οποία συνδεόταν με σχέση εντολής, αφού είχε καταρτισθεί μεταξύ τους η από 18-5-2011 σύμβαση δανείου, ποσού 110.000 ευρώ, για τη δανειοδότηση του έργου της εγκατάστασης του φωτοβολταϊκού πάρκου και είχε χορηγήσει σ' αυτόν μπλόκ επιταγών, από το οποίο ο ίδιος εξέδωσε και παρέδωσε στην εργολάβο εταιρεία τις επίδικες μεταχρονολογημένες δίγραμμες επιταγές, ισόποσες προς το συναφθέν δάνειο, ουδέποτε την ενημέρωσε, ως όφειλε, λόγω της παραπάνω σχέσης, για την οπισθογράφηση σ' αυτή, "λόγω ενεχύρου", των επίδικων επιταγών από τη λήπτρια αυτών εργολάβο εταιρεία, ότι κατά την κτήση των επιταγών ουδένα ουσιαστικό έλεγχο διενήργησε για να εξακριβώσει την αιτία έκδοσης των επιταγών αυτών, ότι ενόψει από το από 19-5-2011 συμφωνητικό, που είχε καταρτισθεί μεταξύ αυτού και της εργολάβου εταιρείας, λήπτριας των επιταγών και είχε κατατεθεί σ' αυτή (καθής η ανακοπή), γνώριζε ότι η αμοιβή της τελευταίας θα καλυπτόταν από την εκταμίευση του χορηγηθέντος από αυτή δανείου, με τη σύνδεση του έργου από τη ΔΕΗ, δεν έπρεπε να δεχθεί την οπισθογράφηση αυτών, ότι επειδή αυτός στις 10-10-2011 ενημέρωσε την καθής η ανακοπή τράπεζα με σχετική ηλεκτρονική επιστολή του, κοινοποιώντας συγχρόνως και το σχετικό έγγραφο της καταγγελίας της σύμβασης μεταξύ αυτού και της εργολάβου εταιρείας, την αιτία έκδοσης των επίδικων επιταγών και την ανάκλησή τους, λόγω μη εκτέλεσης του έργου εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας, όφειλε αυτή να μην εμφανίσει τις επιταγές προς πληρωμή, κατά την αναφερόμενη σ' αυτές ημερομηνία έκδοσής τους (20-1-2012), δεδομένης της ανάκλησής τους εκ μέρους του και επιπλέον, λόγω της θέσης αυτών υπό δικαστική μεσεγγύηση, που είχε διαταχθεί με την από 24-11-2011 προσωρινή διαταγή του Προέδρου Υπηρεσίας, κατόπιν της υπ' αριθ. 44978/2011 αίτησής του περί λήψης ασφαλιστικών μέτρων κατά της εργολάβου εταιρείας, λήπτριας των επιταγών, την οποία είχε γνωστοποιήσει και σ' αυτή και η οποία ήταν σε ισχύ μέχρι τον Απρίλιο 2012, ότι περαιτέρω η καθής η ανακοπή αγνόησε όλα τα παραπάνω και εμφάνισε τις ένδικες τραπεζικές επιταγές προς πληρωμή στις 23-1-2012 και στη συνέχεια, εξαιτίας της μη πληρωμής τους, λόγω της ανάκλησής τους, αλλά και μη ύπαρξης υπολοίπου, εξέδωσε σε βάρος του την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και ότι κατόπιν όλων των ανωτέρω, αλλά και του γεγονότος ότι από την οπισθογράφηση των ένδικων επιταγών στην καθ' ης η ανακοπή μέχρι και την εμφάνιση τους προς πληρωμή η εργολάβος εταιρεία είχε ήδη δηλώσει παύση πληρωμών, είχε ήδη παύσει να λειτουργεί και ήδη την 20-10-2011 είχε καταθέσει την υπ' αριθ.
κατ. 40699/2011 αίτηση εξυγίανσης του Πτωχευτικού Κώδικα, η οποία απερρίφθη, η άσκηση του δικαιώματος της καθ' ης η ανακοπή με την έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής είναι καταχρηστική, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Οι άνω ισχυρισμοί του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος και εντεύθεν ο περιέχων αυτούς τρίτος λόγος της ανακοπής του, είναι μη νόμιμος, αφού, και αληθή υποτιθέμενα τα επικαλούμενα από μέρους του, ως άνω περιστατικά, δεν αρκούν να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος της καθ' ης η ανακοπή Τράπεζας.
Και τούτο διότι α) η επιδίωξη είσπραξης των ένδικων επιταγών εκ μέρους της ενεχυρούχου δανείστριας Τράπεζας κατά την ημέρα λήξης αυτών, η βεβαίωση της μη πληρωμής τους και η έκδοση της διαταγής πληρωμής υπήρξε θεμιτή, ανεξάρτητα από την ελαττωματικότητα της υποκείμενης σχέσης μεταξύ της ενεχυράστριας της επιταγής εργολάβου εταιρείας και του οφειλέτου αυτής αναιρεσείοντος, εφόσον το ελάττωμα της υποκείμενης αυτής σχέσης ήταν άγνωστο στην Τράπεζα κατά την κτήση των επιταγών με οπισθογράφηση "λόγω ενεχύρου" από την λήπτρια αυτών, εργολάβο εταιρεία, αφού δεν μπορεί να συναχθεί και μάλιστα κατά θετικό τρόπο, γνώση αυτής από μόνο το επικαλούμενο εκ μέρους του αναιρεσείοντος από 19-5-2011 συμφωνητικό, μεταξύ αυτού και της λήπτριας των επιταγών, εργολάβου εταιρείας, που γνωστοποιήθηκε στην αναιρεσίβλητη τράπεζα και στο οποίο αναφερόταν, ότι η αμοιβή της εργολάβου εταιρείας θα καλυπτόταν από την εκταμίευση του χορηγηθέντος από αυτή δανείου, με τη σύνδεση του έργου από τη ΔΕΗ, β) η γνώση από την αναιρεσίβλητη της προσωπικής ένστασης του αναιρεσείοντος σε σχέση με τους όρους αποπληρωμής των επίδικων επιταγών έναντι της ενεχυράστριας αυτών, εργολάβου εταιρείας, το πρώτον στις 10-11-2011, οπότε ο αναιρεσείων την ενημέρωσε σχετικώς με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, επισυνάπτοντας και την καταγγελία της σύμβασης έργου με την εργολάβο, καθώς και η εμφάνιση σοβαρών οικονομικών προβλημάτων της ενεχυράστριας των επιταγών, εργολάβου εταιρείας, η δήλωση εκ μέρους της παύσης πληρωμών και η κατάθεση στις 20-10-2011 αίτησης εξυγίανσης ομοίως σε μεταγενέστερο χρόνο της κτήσης αυτών από την αναιρεσίβλητη, δεν ασκούν επιρροή, γ) δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη νόμου, ούτε συνιστά στοιχείο της απαιτούμενης στις συναλλαγές επιμέλειας, κατά τον κανόνα του άρθρου 330 εδ.
β του ΑΚ, ο προηγούμενος έλεγχος του τελευταίου κομιστή της επιταγής της αιτίας έκδοσης της και συνεπώς η μη ανταπόκριση της αναιρεσίβλητης τράπεζας, ως τελευταίας κομίστριας αυτών, κατά την οπισθογράφηση των επίδικων επιταγών σ' αυτή, στον παραπάνω έλεγχο, με επικοινωνία ακόμη και με τον αναιρεσείοντα, προκειμένου να ελέγξει τους ισχυρισμούς του σε σχέση με αυτές, δεν εντάσσεται στην επιβαλλόμενη επιμέλεια και δεν καθιστά καταχρηστική, υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, την άσκηση εκ μέρους της του ουσιαστικού δικαίου από τις επιταγές, δ) ο αποκλεισμός της είσπραξης των επιταγών με επίκληση του άρθρου 281 ΑΚ, στην περίπτωση της προβαλλόμενης ελαττωματικότητας της υποκείμενης σχέσης μεταξύ του αναιρεσείοντος ως εκδότη των επιταγών και της ενεχυράστριας αυτών, εργολάβου εταιρείας, ως λήπτριας αυτών ή της παράλειψης της αναιρεσίβλητης να προβεί στον έλεγχο της αιτίας έκδοσης αυτών τελεί σε αντίθεση με τον αναιτιώδη χαρακτήρα των επιταγών και τον οικονομικό σκοπό του εξ αυτών δικαιώματος, ο οποίος κατατείνει στην ασφάλεια των σχετικών συναλλαγών και στην κυκλοφοριακή αξία των επιταγών και δεν πρέπει να γίνεται δεκτός παρά μόνον, αν συντρέχουν όλως εξαιρετικές περιστάσεις κακοπιστίας, που δεν υφίστανται στην προκείμενη περίπτωση υπό τα ιστορούμενα και ε) η εμφάνιση των ενδίκων επιταγών προς πληρωμή κ.λ.π., παρά την ανάκλησή τους από τον εκδότη αναιρεσείοντα πριν από τη λήξη της προθεσμίας για την εμφάνισή τους προς πληρωμή και η ύπαρξη, κατά το χρόνο της εμφάνισής τους, της δικαστικής μεσεγγύησης αυτών, που είχε διαταχθεί με προσωρινή διαταγή, η ισχύς της οποίας καταλάμβανε τους αντιδίκους της συγκεκριμένης δίκης, ήτοι την ενεχυράστρια αυτών, εργολάβο εταιρεία και τον αναιρεσείοντα και όχι και την αναιρεσίβλητη, δεν ήταν αντίθετη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, το μεν διότι η ανάκληση αυτή είναι ανίσχυρη, το δε διότι οι ένδικες επιταγές είχαν μεταβιβασθεί προς την αναιρεσίβλητη με οπισθογράφηση, "λόγω ενεχύρου", πριν από την έκδοση της προσωρινής διαταγής και αυτή, όπως έχει προαναφερθεί, κατά το χρόνο της κτήσης, δεν γνώριζε την ύπαρξη της προσωπικής ένστασης του αναιρεσείοντος κατά της ενεχυράστριας και δεν ενήργησε προς βλάβη του, αλλά και διότι η ύπαρξη προσωρινής διαταγής δεν αποστερεί άνευ ετέρου τον κομιστή από το δικαίωμά του να στραφεί κατά των εξ αναγωγής υποχρέων από την επιταγή, ενόψει του χαρακτήρα της επιταγής ως μέσου πληρωμής και κυκλοφορίας της ενσωματωμένης σ' αυτή απαίτησης.
Συνακόλουθα, η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, που προηγήθηκε της άσκησης της αξίωσής της από τις επιταγές, όπως επίσης και η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε από την ενεχυρική οπισθογράφηση των επιταγών μέχρι και την άσκηση της αξίωσης αυτής, αλλά και οι περιστάσεις που κράτησαν και εκτίθενται ειδικότερα παραπάνω στον τρίτο λόγο της ανακοπής, δεν καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση της αξίωσης της αναιρεσίβλητης κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική.
Επομένως, το Εφετείο, που κατ' αποτέλεσμα δέχθηκε τα ίδια και ειδικότερα, ότι ο τρίτος λόγος της ανακοπής, σύμφωνα με τον οποίο η αναιρεσίβλητη άσκησε την αξίωσή της από τις ένδικες τραπεζικές επιταγές καταχρηστικά, ήταν μη νόμιμος και εντεύθεν απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοδικείου, που είχε δεχθεί τα ίδια, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και ο τρίτος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά ( ΑΠ 865/2017).
Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 237/2016, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 1935/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 273/1011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007), ενώ δεν αποτελούν πράγματα, υπό την προαναφερόμενη έννοια, οι ισχυρισμοί, που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 1202/2000).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, με την επίκληση ότι το Εφετείο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα, σε σχέση με τον ουσιώδη ισχυρισμό του περί της κακοπιστίας της αντιδίκου του κατά την κτήση των επίδικων επιταγών, τον οποίο απέρριψε, δέχτηκε ότι "...κατά τον επίδικο χρόνο η εργολάβος εταιρία λειτουργούσε κανονικά, παρέδιδε έργα, κατήρτιζε νέες συμφωνίες και χρηματοδοτούνταν από πολλές τράπεζες, σε τρόπο ώστε να μη μπορεί να γίνει λόγος για δόλια προαίρεση των αρμόδιων υπαλλήλων - στελεχών της καθ' ης η ανακοπή κατά την κτήση των ένδικων επιταγών και δη ότι αυτοί γνώριζαν κατά το συγκεκριμένο χρόνο (20-5-2011) ότι οι επίδικες επιταγές είχαν εκδοθεί από τον ανακόπτοντα σε διαταγή της εργολάβου εταιρίας ως εγγύηση για την καταβολή του εργολαβικού ανταλλάγματος, εφόσον η εργολάβος αποπεράτωνε το έργο, αποδέχθηκαν δε την προς την καθ'ης η οπισθογράφηση των επιταγών, γνωρίζοντας κατά την κτήση τους ότι η εργολάβος εταιρία ήταν ήδη αφερέγγυα και ότι ήταν δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή της ενστάσεως περί του εγγυοδοτικού χαρακτήρα των επιταγών από τον ανακόπτοντα προς την εργολάβο εταιρία και της συμφωνίας περί μη εμφάνισης αυτών προς πληρωμή και ενεργώντας με σκοπό τη βλάβη του ανακόπτοντος", χωρίς όμως κάποιος διάδικος να προσκομίσει αποδεικτικά έγγραφα αναφορικά με τις δήθεν παραδόσεις έργων, στις οποίες κατά την προσβαλλόμενη προέβαινε η αντίδικος του, ουδείς διάδικος προσκόμισε νέες συμφωνίες της εργολάβου με τρίτους και ουδείς διάδικος προσκόμισε συμβάσεις χρηματοδότησης από πολλές μάλιστα τράπεζες.
Ενόψει όμως των εκτεθέντων και των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, που αναφέρονται, κατά την εξέταση του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης, τα παραπάνω δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την διαλαμβανόμενη στην αμέσως προηγούμενη μείζονα σκέψη της παρούσας έννοια, αλλά αναφέρονται στην άρνηση της αναιρεσίβλητης του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, ότι αυτή, κατά την κτήση των ένδικων επιταγών, τελούσε σε γνώση της ύπαρξης των ενστάσεων του κατά της λήπτριας αυτών, εργολάβου εταιρείας και ενεργούσε με πρόθεση βλάβης του.
Επομένως, ο προαναφερόμενος από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση δε, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, σε σχέση με τον άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, με βάση τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις και ειδικότερα, κατά τη διαλαμβανόμενη σε αυτήν ρητή βεβαίωση "...την ανωμοτί κατάθεση του ανακόπτοντος και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της καθ' ης η ανακοπή, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεώς του, από την υπ' αριθ. 2544/7-1-2013 ένορκη ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευδοκίας Στρογγύλη βεβαίωση του μάρτυρα του ανακόπτοντος Γ.
Κ., που λήφθηκε ύστερα από νομότυπη προ 24 ωρών κλήτευση της καθ' ης η ανακοπή, όπως προκύπτει από τη νομίμως προσκομιζόμενη και επικαλούμενη υπ' αριθ. 8054β'/2-1-2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Κ. Κ., και όλα, γενικώς, τα έγγραφα που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια...".
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, σύμφωνα με το άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, ( άρθρ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-2-2018 αίτηση του αναιρεσείοντος Π. Ν. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2283/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης παραβόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπογράφει η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ως Προϊσταμένη του καθόσον ο διευθύνων τη συζήτηση και όλα τα μέλη του Δικαστηρίου που αναφέρονται στην αρχή της παρούσης έπαψαν να είναι τοποθετημένα στο Δικαστήριο τούτο λόγω συνταξιοδότησης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ