Legislator Case Law & Legislation
846/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to inadmissible evidence citation and procedural acceleration by appellant.

Case Number 846/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Second Instance Court's decision. The appellant argued that the lower court improperly relied on evidence contained in first-instance statements which were incorporated into second-instance submissions without proper citation. The court found the appellant had legally accelerated the hearing and that the evidence was validly cited within the unified second-instance submissions signed by the counsel. Consequently, the cassation appeal was rejected as unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; The court may examine of its own motion which party accelerated the hearing, and if the absent party accelerated it lawfully, the case proceeds as if all parties were present, otherwise the appeal is inadmissible. Furthermore, citing evidence contained in incorporated first-instance statements within unified second-instance submissions, signed by counsel, is not improper.

Keywords

AI generated
cassation appeal acceleration of hearing inadmissible evidence incorporated statements unified submissions procedural acceleration code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 100/2019
Supreme Court Case 764/2017
Supreme Court Case 696/2017
Supreme Court Case 946/2015
Supreme Court Case 1509/2014
Supreme Court Case 982/2013
Supreme Court Case 476/2011
Supreme Court Case 865/2009
Supreme Court Case 258/2019
Supreme Court Case 9/2000
Supreme Court Case 23/2008
Supreme Court Case 14/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 846 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 846/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Δ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ανδριανή Ζαχαρίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Α. του Δ., 2) Σ. Α. του Ν., 3) Ε. Α. του Γ., 4) Π. Α. του Θ., 5) Γ. Α. του Π., 6) Κ. Μ. του Δ., 7) Α. Δ. του Α., κατοίκων …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 21/2/2013 απρεμπίπτουσα αγωγή - αναγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3946/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 151/2018 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31/7/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (AΠ 100/2019, ΑΠ 764/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. 4607, 4608, 4609, 4610, 4611, 4612 και 4613/11-11-2020 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Πειραιώς Ζ. Θ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αναιρέσεως με την κάτω απ'αυτή πράξη του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, ο οποίος δια της πληρεξουσίου δικηγόρου του Ανδριάνας Ζαχαρίου επισπεύδει τη συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως επιδόθηκε στους αναιρεσιβλήτους, στη διεύθυνση της κατοικίας τους με παράδοση του δικογράφου στους ενηλίκους συνοίκους των πρώτου, δεύτερης, τρίτης και έκτου των αναιρεσιβλήτων, στους ίδιους τους τέταρτο και έβδομη και με θυροκόλληση στον πέμπτο των αναιρεσιβλήτων, παρουσία της μάρτυρα Α.

Θ., καθόσον αυτός, αν και αναζητήθηκε στην διεύθυνσή του, δεν βρέθηκε ο ίδιος ούτε άλλο από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 128 παρ.1 ΚΠολΔ και την εν συνεχεία παράδοση την ίδια ημέρα αντιγράφου της αναιρέσεως στον αξιωματικό υπηρεσίας του ΑΤ Δημοτικού Θεάτρου, όπως βεβαιώνεται στην έκθεση εγχειρίσεως θυροκολληθέντος εγγράφου και αποστολή με το ταχυδρομείο της ειδοποιήσεως για το έγγραφο που επιδόθηκε, όπως βεβαιώνεται από την ως άνω δικαστική επιμελήτρια.

Όμως οι αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 151/2018 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αρθμ. 3946/2015 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να τους καταβάλει τα αναφερόμενα σ' αυτήν χρηματικά ποσά ως αποζημίωση λόγω της μειώσεως της αξίας των διαμερισμάτων τους και ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής τους βλάβης από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρθμ. 3 ΚΠολΔ).

Από τα άρθρα 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας που έλαβε χώρα με πράξη ή παράλειψη άπαξ τελεσθείσα, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός (πράξη ή παράλειψη), γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη θετική και αποθετική ζημία, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει για όλες τις ζημίες ενιαίως από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση (ΟλΑΠ 24/2003).

Διαφορετικά όμως έχουν τα πράγματα όταν η γενεσιουργός της ζημίας παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του υπόχρεου δεν έλαβε χώρα άπαξ, αλλά συνεχίζεται, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που ο δράστης υπαιτίως παραλείπει να άρει δημιουργηθείσα από αυτόν επιζήμια κατάσταση, από τη διατήρηση της οποίας προκαλείται ζημία σε άλλον.

Στην περίπτωση αυτή η ζημία που προκαλείται σε άλλον από την υπαίτια παράλειψη του δράστη να άρει τη γενεσιουργό της ζημίας κατάσταση δεν είναι άμεση συνέπεια της άπαξ τελεσθείσης και ολοκληρωθείσης πράξεως του δράστη, με την οποία δημιουργήθηκε η κατάσταση, αλλά της διατηρήσεως και μη άρσεως της ζημιογόνου αυτής καταστάσεως, γεννάται δε όσο χρόνο διαρκεί η κατάσταση αυτή και όχι άπαξ με την τέλεση της πράξεως με την οποία η κατάσταση αυτή δημιουργήθηκε.

Επομένως, η κατά το άρθρο 937 ΑΚ πενταετής ως άνω παραγραφή της αξιώσεως του ζημιωθέντος προς αποζημίωση για τη ζημία που υφίσταται από την διατήρηση της καταστάσεως αυτής και την παράλειψη του δράστη να ενεργήσει προς άρση της, δεν αρχίζει από τον χρόνο που αυτός έλαβε γνώση της αρχικής ζημιογόνου συμπεριφοράς του δράστη με την οποία δημιουργήθηκε η ζημιογόνος κατάσταση αλλά από τα μεταγενέστερα χρονικά σημεία που εξακολουθεί να υφίσταται η κατάσταση αυτή και να προκαλεί ζημία σε άλλον (ΑΠ 1954/2014, ΑΠ 1604/2014, ΑΠ 1367/2012, ΑΠ 1730/2010, ΑΠ 832/2008).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο ερεύνησε κατ'ουσίαν την υπόθεση, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που (ανελέγκτως) δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται [Ολ ΑΠ 7/2006, ΑΠ 1708/2008].

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρθμ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμον αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ ΑΠ 15/2006 και 1/1999).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου περί παραγραφής διατάξεις των άρθρων 937 παρ. 1, 247, 251ΑΚ και στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως δεχόμενο ότι η αγωγική αξίωση των αναιρεσιβλήτων δεν έχει παραγραφεί.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αρθμ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Με επιμέλεια του πρώτου εναγομένου εκδόθηκε η υπ' αριθμ. …/…-6-2005 άδεια ανέγερσης εξαώροφης οικοδομής με υπόγειο, πυλωτή και δώμα, ακολούθως δε το καλοκαίρι του έτους 2005 κατεδαφίστηκε η παλαιά διώροφη οικία και έγινε εκσκαφή υπό την επίβλεψη του δευτέρου εναγομένου και ήδη δευτέρου εκκαλούντος, ο οποίος είναι πολιτικός μηχανικός προστηθείς από τον πρώτο εναγόμενο εργολάβο οικοδομών, στο κοινό όριο με την πολυκατοικία επί της οδού ….

Η εκσκαφή έγινε στο σύνολο της πρόσοψης του οικοπέδου (8,75 μ.) και σε πλάτος 9 μ. δηλ. στο σύνολο σχεδόν του κοινού ορίου με την οικοδομή της οδού … φθάνοντας σε βάθος τεσσάρων περίπου μέτρων δηλ. σε βάθος 1-1,5 μέτρων κάτω από τη στάθμη θεμελίωσης της όμορης πολυκατοικίας (…), χωρίς να ληφθούν από τους εναγόμενους και ήδη εκκαλούντες τα ενδεδειγμένα μέτρα αντιστήριξης των παρειών της εκσκαφής.

Ειδικότερα η εκσκαφή έγινε χωρίς αντιστήριξη των πρανών σε όλο τους το μήκος με την τεχνική της τμηματικής εκσκαφής ("ντουλάπια"), λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι πριν από την εν λόγω εκσκαφή, δεν είχαν εκπονήσει την απαιτούμενη από το νόμο και τις ειδικές περιστάσεις (κατάσταση του εδάφους, σεισμική ιστορία όμορων κτιρίων κλπ) γεωτεχνική μελέτη, η οποία έγινε μόνο εκ των υστέρων, στις 26-7-2005, ήτοι μετά την εκδήλωση του κατωτέρω περιγραφομένου φαινομένου.

Επιπλέον, η εκσκαφή δεν πραγματοποιήθηκε, όπως επιβαλλόταν από τις περιστάσεις τμηματικά με τρυπάνι αλλά καθολικά σε όλο το οικόπεδο με τσάπα, κοντά και σε σημαντικό βάθος (1-1,5 μ.) κάτω από τα θεμέλια της όμορης οικοδομής (...) και μάλιστα χωρίς προηγούμενη αντιστήριξη της με πασσάλους σε όλο το μήκος της μεσοτοιχίας, παρά τη σαθρότητα του εδάφους, που εξ αρχής ήταν εμφανής και δη σε έμπειρους περί τo αντικείμενο, όπως οι εναγόμενοι, οι οποίοι όφειλαν και ήταν σε θέση να τη διαγνώσουν εγκαίρως.

Το μόνο προστατευτικό μέτρο, που έλαβαν οι εναγόμενοι πριν από την ανωτέρω εκσκαφή για την προστασία της όμορης πολυκατοικίας επί της οδού ..., ήταν η σκυροδέτηση ενός τοιχίου από οπλισμένο σκυρόδεμα (εύρους 2 μ. περίπου) στη μέση του μεσαίου υποστυλώματος (Κ4) της πολυκατοικίας αυτής ενώ αντίστοιχο τοιχίο σκυροδετήθηκε και στο απέναντι όριο της εκσκαφής (προς το κτίσμα επί της οδού ...) με προφανή σκοπό τη σύνδεση των δύο τοιχίων με εγκάρσια δοκό ώστε να αντιστηριχθεί η πολυκατοικία της οδού ...

στην απέναντι παρειά (κτίριο ...) μέχρι να ολοκληρωθεί το υπόγειο της οικοδομής επί της οδού .... Το ως άνω τοιχίο, όμως, στη μέση (και μόνο) του μεσαίου υποστυλώματος Κ4 της όμορης οικοδομής (...) αποδείχθηκε ότι δεν επαρκούσε για την αντιστήριξη της όμορης πολυκατοικίας (...), καθόσον λίγο μετά τη σκυροδέτησή του, στις 10-7-2005, αστόχησε και περιστράφηκε σημαντικά ως προς τη βάση του λόγω αστοχίας του αντιστηριζομένου εδάφους κάτω από την πλάκα κοιτόστρωσης της πολυκατοικίας επί της οδού ... (τμήμα προς την εκσκαφή), με αποτέλεσμα την καθίζηση του τμήματος της πολυκατοικίας, που βρίσκεται προς την εκσκαφή, ενώ το υπόλοιπο τμήμα της πολυκατοικίας δεν μετακινήθηκε.

Λόγω της ισχυρής και άκαμπτης θεμελίωσης της πολυκατοικίας επί της οδού ... η ως άνω διαφορική καθίζηση δεν προκάλεσε ρηγμάτωση των φερόντων στοιχείων της πολυκατοικίας, αλλά στροφή αυτής ως στερεού σώματος προς την εκσκαφή. Η στροφή αυτή είναι εμφανής στο κοινό όριο της πολυκατοικίας προς την οδό ..., όπου προκλήθηκε αποκόλληση της πολυκατοικίας από το παρακείμενο τριώροφο κτίσμα.

Η αποκόλληση λόγω της στροφής είναι τριχοειδής (εύρος λίγα χιλιοστά) στη στάθμη του ισογείου και αυξάνει καθ' ύψος μέχρι οριζόντια μετακίνηση 6 περίπου εκατοστά περίπου στη στάθμη της ταράτσας του τριώροφου. Σε ανώτερες στάθμες της πολυκατοικίας η οριζόντια μετακίνηση είναι προφανώς μεγαλύτερη λόγω της στροφής της πολυκατοικίας αλλά δεν κατέστη εφικτή η μέτρησή της, αφού δεν υπάρχει παρακείμενο κτίριο.

Εκτός της αποκόλλησης ρηγματώθηκε και ο τοίχος στη μεσοτοιχία με το κτίσμα της οδού ... λόγω και πάλι της σχετικής μετακίνησης των δύο κτισμάτων, που προκλήθηκε από τη στροφή της πολυκατοικίας, η οποία (στροφή) είναι εμφανής και από τις σημαντικές αλλαγές των ρύσεων των δαπέδων και των μπαλκονιών (τα όμβρια ύδατα κυλούν με ισχυρή κλίση προς τη διεύθυνση της εκσκαφής) καθώς και από το γεγονός ότι αρκετές πόρτες περιστρεφόμενες κινούνται επίσης προς τη διεύθυνση της εκσκαφής.

Αμέσως μετά το ανωτέρω συμβάν οι εναγόμενοι προέβησαν σε επανεπίχωση του σκάμματος μέχρι περίπου τη στάθμη του φυσικού εδάφους, ωστόσο η στροφή της όμορης οικοδομής (...) συνεχίστηκε και τις επόμενες ημέρες και ουσιαστικά το φαινόμενο της διαφορικής καθίζησης σταμάτησε, όταν σκυροδετήθηκε και η πλάκα της οροφής του υπογείου της οικοδομής επί της οδού ...

περί τα τέλη του έτους 2006. Μέχρι τότε το φαινόμενο της διαφορικής καθίζησης ήταν σε εξέλιξη, με αποτέλεσμα να συνεχίζεται και η πρόκληση ζημιών στην πολυκατοικία επί της οδού ......Με τα δεδομένα αυτά καθίσταται σαφές ότι η στροφή της πολυκατοικίας επί της οδού ... οφείλεται στην ανωτέρω περιγραφείσα αμελή συμπεριφορά των εναγομένων, οι οποίοι υπό τις ως άνω ιδιότητές τους, λόγω έλλειψης της προσοχής, που όφειλαν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 ν. 1396/1993 και μπορούσαν να καταβάλουν, προέβησαν στην εκσκαφή του οικοπέδου επί της οδού ...

σε βάθος μεγαλύτερο (1-1,5 μ.) από το βάθος θεμελίωσης της πολυκατοικίας επί της οδού ..., χωρίς να λάβουν τα ενδεδειγμένα μέτρα αντιστήριξης των παρειών της εκσκαφής, με αποτέλεσμα η πολυκατοικία επί της οδού ... να καταστεί επικίνδυνη από δομική άποψη και να υποστεί λειτουργικές βλάβες. Εξάλλου, η παράλειψη των εναγομένων να προβούν άμεσα στη λήψη των κατάλληλων μέτρων για να σταματήσει το εξελισσόμενο φαινόμενο της στροφής της πολυκατοικίας επί της οδού ..., είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση νέων βλαβών, όπως την εμφάνιση νέας ρωγμής στην επαφή της πολυκατοικίας με την οροφή του δώματος του παρακείμενου τριώροφου επί της οδού ... (βλ.

προσκ. την από 9-3-2006 έκθεση αυτοψίας και τεχνική γνωμάτευση του πολιτικού μηχανικού Χ. Κ.). Κατά συνέπεια, εφόσον η γενεσιουργός των ζημιών των εναγόντων παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων δεν έλαβε χώρα μία φορά, το μήνα Ιούλιο του έτους 2005, αλλά συνεχίστηκε για όσο χρονικό διάστημα αυτοί υπαιτίως παρέλειψαν να άρουν τη δημιουργηθείσα από αυτούς επιζήμια κατάσταση, από τη διατήρηση της οποίας μέχρι τα τέλη του έτους 2006 προκλήθηκαν νέες ζημίες στους ενάγοντες, η κατά το άρθρο 937 ΑΚ πενταετής παραγραφή των αξιώσεων των εναγόντων αποζημίωσης για τις ζημίες, που υφίστανται από τη διατήρηση της κατάστασης αυτής και την παράλειψη των εναγομένων να ενεργήσουν προς άρση της, δεν αρχίζει από το χρόνο, που αυτοί έλαβαν γνώση της αρχικής ζημιογόνου συμπεριφοράς των εναγομένων, με την οποία δημιουργήθηκε η ζημιογόνος κατάσταση αλλά από τα μεταγενέστερα χρονικά σημεία (εντός του έτους 2006), που εξακολουθεί να υφίσταται η κατάσταση αυτή και να προκαλεί ζημία στους ενάγοντες".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και με αυτά που δέχθηκε δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 937 παρ. 1, 247, 251 ΑΚ. Ειδικότερα δέχθηκε ότι πρόκειται περί εξακολουθητικής ζημίας των αναιρεσιβλήτων, οφειλομένης όχι στην άπαξ τελεσθείσα αδικοπραξία του αναιρεσείοντος με την εκσκαφή του όμορου οικοπέδου το καλοκαίρι του 2005, χωρίς αντιστήριξη των πρανών σε όλο το μήκος τους με την τεχνική της τμηματικής εκσκαφής, με τη χρήση τσάπας κοντά και σε σημαντικό βάθος κάτω από τα θεμέλια της όμορης οικοδομής των αναιρεσιβλήτων χωρίς προηγούμενη αντιστήριξή της με πασσάλους σε όλο το μήκος της μεσοτοιχίας, με αποτέλεσμα την καθίζηση του τμήματος της οικοδομής των αναιρεσιβλήτων που βρίσκεται προς την εκσκαφή, αλλά στη συνεχιζόμενη υπαίτια παράλειψη του αναιρεσείοντος να προβεί σε άρση της ζημιογόνου καταστάσεως, την οποία δημιούργησε υπαιτίως και συγκεκριμένα στην παράλειψή του να προβεί άμεσα στη λήψη των κατάλληλων μέτρων για να σταματήσει το εξελισσόμενο φαινόμενο της στροφής της οικοδομής των αναιρεσιβλήτων, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση νέων βλαβών, όπως την εμφάνιση νέας ρωγμής στην επαφή της οικοδομής με την οροφή του δώματος του παρακείμενου ακινήτου και συνεπώς, εφόσον η γενεσιουργός των ζημιών των αναιρεσιβλήτων παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσείοντος δεν έλαβε χώρα μια φορά, τον μήνα Ιούλιο του 2005, αλλά συνεχίστηκε για όσο χρονικό διάστημα αυτός παρέλειψε υπαίτια να άρει τη δημιουργηθείσα απ'αυτόν επιζήμια κατάσταση, από τη διατήρηση της οποίας μέχρι τα τέλη του 2006 προκλήθηκαν νέες ζημίες στους αναιρεσιβλήτους, η κατά το άρθρο 937 ΑΚ πενταετής παραγραφή των αξιώσεων των τελευταίων αποζημιώσεως για τις ζημίες που υφίστανται από τη διατήρηση της καταστάσεως αυτής και την παράλειψη του αναιρεσείοντος να προβεί στην άρση της, δεν αρχίζει από το χρόνο που αυτοί έλαβαν γνώση της αρχικής ζημιογόνου συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, με την οποία δημιουργήθηκε η ζημιογόνος κατάσταση, αλλά από τα μεταγενέστερα χρονικά σημεία εντός του έτους 2006 που εξακολουθούσε να υφίσταται η κατάσταση αυτή και να προκαλεί ζημία στους αναιρεσιβλήτους.

Στη συνέχεια το Εφετείο έκρινε ότι από το έτος 2006 (1-1-2006 έως 31-12-2006) μέχρι τις 29-12-2010 που ασκήθηκε η ένδικη αγωγή δεν παρήλθε χρονικό διάστημα μείζον της πενταετίας και απέρριψε κατ'ουσίαν την ένσταση του αναιρεσείοντος περί παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη, εφόσον κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας συνεχιζόταν η παράνομη παράλειψη του αναιρεσείοντος προς άρση της ζημιογόνου καταστάσεως που δημιούργησε, η αδικοπραξία αυτού δεν μπορούσε να θεωρηθεί αποπερατωθείσα τον Ιούλιο του 2005 και συνεπώς η παραγραφή των ένδικων αξιώσεων δεν άρχιζε από το χρόνο που οι αναιρεσίβλητοι ζημιωθέντες έλαβαν γνώση της αρχικής ζημιογόνου συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, με την οποία δημιουργήθηκε η ζημιογόνος κατάσταση, αλλά από τα μεταγενέστερα χρονικά σημεία που εξακολουθούσε να υφίσταται η κατάσταση αυτή και να τους προκαλεί ζημίες.

Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της γνώσεως των αναιρεσιβλήτων περί της επελεύσεως της ζημίας τους, αφού μετά την διαφορική καθίζηση της οικοδομής τους, τον Ιούλιο του 2005 αυτοί προσέφυγαν στην Πολεοδομία Πειραιώς και στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος και διαπίστωσαν την επέλευση της ζημίας τους, εντούτοις άσκησαν την ένδικη αγωγή μετά την πάροδο πενταετίας, είναι απαράδεκτος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η παραγραφή των ένδικων αξιώσεων δεν άρχιζε από τον χρόνο που οι αναιρεσίβλητοι ζημιωθέντες έλαβαν γνώση της αρχικής ζημιογόνου συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος (Ιούλιος 2005), αλλά από τα μεταγενέστερα χρονικά σημεία που εξακολουθούσε να υφίσταται αυτή η κατάσταση και να τους προκαλεί ζημίες, δηλ.

μέχρι και τα τέλη του 2006. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως από τους αρθμ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 352 και 335 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνον εκείνη που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς, ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει την υπόθεση. Η παραπάνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.

Δεν αποτελεί δε απόδειξη κάθε ομολογία, αλλά μόνον αυτή που έγινε με σκοπό την αποδοχή του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι' αυτόν που ομολογεί γεγονότος (ΑΠ 350/2020, ΑΠ 188/2017, ΑΠ 596/2001, ΑΠ 692/1988, ΑΠ 304/1984 ). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τη δικαστική ομολογία των αναιρεσιβλήτων, που περιέχεται στην από 27-12-2010 αγωγή τους , ότι έλαβαν γνώση της επελεύσεως της ζημίας τους και των υπαιτίων αυτής στις 19-7-2005 και συνίσταται στο ότι " ...

την 19-7-2005 αστόχησε το έδαφος κάτω από την πλάκα κοιτόστρωσης της όμορης οικοδομής μας, με αποτέλεσμα την καθίζηση του τμήματος της πολυκατοικίας που βρίσκεται προς την εκσκαφή..., να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να μας καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον τα εξής ποσά..., νομιμοτόκως από την επομένη της προξενήσεως της ζημίας 19-7-2005...".

Η αναφορά στην αγωγή των αναιρεσιβλήτων ότι λόγω της εκσκαφής του οικοπέδου από τον αναιρεσείοντα, χωρίς να κατασκευασθούν προηγουμένως τα ενδεδειγμένα έργα αντιστηρίξεως της όμορης οικοδομής τους, στις 19-7-2005 αστόχησε το έδαφος κάτω από την πλάκα κοιτόστρωσης της όμορης οικοδομής τους, με αποτέλεσμα την καθίζηση του τμήματος της οικοδομής που βρίσκεται προς την εκσκαφή, δεν συνιστούν ομολογία, κατά την έννοια του άρθρου 352 ΚΠολΔ, των περιστατικών της ενστάσεως παραγραφής των αξιώσεών τους , καθόσον, όταν εκτέθηκαν στην αγωγή των αναιρεσιβλήτων τα περιστατικά αυτά, δεν έγιναν με πρόθεση ομολογίας των επιβλαβών γι' αυτούς περιστατικών της άνω ενστάσεως, αλλά η αναφορά τους έγινε ιστορικά και μόνο για τη στήριξη της αγωγής τους.

Επομένως, ο ως άνω τρίτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 240 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν. Οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.

Η διάταξη αυτή αναφέρεται σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που υποβάλλονται στο δικαστήριο με τις προτάσεις (ενστάσεις, αντενστάσεις) και όχι στους αγωγικούς ισχυρισμούς (ΑΠ 729/2006, ΑΠ 433/1998). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία για την ταυτότητα του νομικού λόγου εφαρμόζεται και ως προς την επίκληση των αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΠ 9/2000, ΟλΑΠ 23/2008), η επαναφορά με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών ή η επίκληση αποδεικτικών μέσων με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις ή με ενσωμάτωση του κειμένου αυτών σε φωτοτυπικό αντίγραφο στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη (ΟλΑΠ 9/2000, ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν πρόκειται, όμως, για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της κατ` έφεση δίκης εμπεριέχεται, αυτούσιο ή μη, και το κείμενο των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, το οποίο καλύπτεται, ως ενιαίο κείμενο προτάσεων, από την υπογραφή του συντάκτη τους ως πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (ενώπιον δηλαδή του Εφετείου) καθίστανται ενιαίες (ΑΠ 696/2017, ΑΠ 946/2015, ΑΠ 1509/2014, ΑΠ 982/2013, ΑΠ 476/2011, ΑΠ 865/2009).

Ωσαύτως δεν συντρέχει περίπτωση ανεπίτρεπτης επίκλησης αποδεικτικών μέσων που πράγματι διαλαμβάνονται σε ενσωματωθείσες σε φωτοτυπικό αντίγραφο προτάσεις προηγουμένης συζήτησης, εάν λάβει χώρα εκ νέου επίκληση των ιδίων αποδεικτικών μέσων και με τις προτάσεις της συζήτησης ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, σε άλλο σημείο των τελευταίων - προτάσεων (ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 258/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά έγγραφα των αναιρεσιβλήτων που περιέχονται στις πρωτόδικες προτάσεις τους, οι οποίες ενσωματώθηκαν, σε φωτοτυπικό αντίγραφο, στις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, χωρίς όμως να έχει γίνει νόμιμη επίκληση αυτών των εγγράφων.

Από την κατ'άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση της κατ' αυτών εφέσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, προκύπτει ότι, πέραν της επικλήσεως των αποδεικτικών εγγράφων των αναιρεσιβλήτων στις ενσωματωθείσες σ'αυτές, σε φωτοτυπικό αντίγραφο, προτάσεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, γίνεται εκ νέου επίκληση των ιδίων αποδεικτικών εγγράφων και στο κείμενο των προτάσεων ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (βλ.

σελ. 3 αυτών ), οι οποίες (προτάσεις) αποτελούν ένα ενιαίο κείμενο που καλύπτεται από την υπογραφή του συντάκτη τους, Τρύφωνα Βασίλαινα, ως πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων κατά την δευτεροβάθμια δίκη. Επομένως, ο ως άνω τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 αρθμ.3 ΚΠολΔ). Τέλος, δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται ελλείψει σχετικού αιτήματος των απόντων αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της υπ' αρθμ.151/2018 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και τούτης αποχωρήσασας από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης)