Legislator Case Law & Legislation
846/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to death of appellant before filing the appeal request.

Case Number 846/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by nineteen individuals against a labor dispute decision. The appellants argued that the lower court failed to consider evidence regarding forced laborers protected by specific legislation. However, the court ruled that the appeal was inadmissible because one of the appellants had died before the request was formally filed.

Legislator headnote

AI generated

Art. 62(a) and Art. 35A of the Civil Procedure Code; The capacity to be a party ceases upon death, and an appeal filed by a deceased person is inadmissible for lack of procedural standing.

Keywords

AI generated
procedural standing death of party inadmissible appeal civil procedure code procedural capacity

Cited Legislation

AI generated
Art. 62(a) of the Civil Procedure Code
Art. 35A of the Civil Procedure Code
Art. 495(1) of the Civil Procedure Code
Art. 176 of the Civil Procedure Code
Art. 183 of the Civil Procedure Code
Art. 191(2) of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 846 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 846/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Σ. του Α., κατοίκου ... 2) Α. Σ. Τ. του Κ. κατοίκου ... 3) Κ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 4) Κ. Χ. του Γ., κατοίκου ... 5) Μ. Κ. του Σ., κατοίκου ... 6) Π. Ι. του Π., κατοίκου ..., 7) Σ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 8) Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ... 9) Κ. Φ. του Γ., κατοίκου ... 10) Κ. Μ. του Α., κατοίκου ... 11) Κ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 12) Μ. Σ. του Γ., κατοίκου ... 13) Π. Ν. Η., κατοίκου ... 14) Σ. Ν. του Φ., κατοίκου ... 15) Β. Α. του Γ., κατοίκου ..., 16) Δ. Σ. του Κ., κατοίκου ... ,17) Κ. Ρ. του Χ., κατοίκου ..., 18) Κ. Ε. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και 19) Ν. Χ. του Ι., κατοίκου .... που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευαγγελίας-Κωνσταντίνας Αποστολοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Αντωνίου Βάγια, Χρήστου Θεοδώρου και Αλεξίου Παπασταύρου, οι οποίοι κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-1-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας.

Εκδόθηκαν η 14/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 220/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-2-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 62 εδ.α ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρο 35ΑΚ). Αν, κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης (κατάθεσης, κατ` άρθρο 495 παρ. 1ΚΠολΔ) ο αναιρεσείων έχει αποβιώσει, η αίτηση που φέρεται ότι ασκήθηκε από αυτόν απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη, για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλ του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 1446/2019,729/2019,45/2018)..

Εν προκειμένω, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη με αριθ πρωτ ...-2019 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Διρφύων - Μεσσαπίων Εύβοιας, προκύπτει ότι ο 18ος αναιρεσείων, Κ. Ε., απεβίωσε στις 22-3-2014, πριν δηλ την άσκηση της κρινόμενης από 14-2-2018 αίτηση αναίρεσης.

Συνεπώς, ως προς αυτόν η αίτηση αναίρεσης κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη. 2. Η από 14-2-2018 αίτηση αναίρεσης κατά της 220/2017 απόφασης του Moνoμελούς Εφετείου Ευβοίας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από την εναγομένη έφεσης κατά της 14/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 24-1-2014 (με αριθμό κατάθεσης 5/2014) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3). 3. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 24-1-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 5/2014 αγωγή τους, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι προσλήφθηκαν από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθούνε στο εργοστάσιο της τελευταίας στην Χαλκίδα.

Ότι στις 26/3/2013 η αναιρεσίβλητη εντελώς αιφνιδιαστικά, κατόπιν προηγηθείσας απόφασης του Διοικητικού της Συμβουλίου της 25ης/3/2013, τους γνωστοποίησε ότι διακόπτει τη λειτουργία του ανωτέρω εργοστασίου και έκτοτε δεν τους απασχολεί. Ότι στο πλαίσιο υλοποίησης της απόφασής της περί απόλυσης διακοσίων είκοσι εννέα εργαζομένων του ανωτέρω εργοστασίου, κατήγγειλε τις ατομικές συμβάσεις εργασίας των επτά ( 7) πρώτων εναγόντων την 1-11-2013, στις 2-12-2013 τις ατομικές συμβάσεις εργασίας των επόμενων επτά (7) εναγόντων και στις 3-1-2014 τις ατομικές συμβάσεις εργασίας των τελευταίων πέντε (5) εναγόντων.

Ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους είναι άκυρη, διότι έλαβε χώρα: α) κατά παράβαση του Ν. 1387/1983 περί ομαδικών απολύσεων, β) κατά παράβαση των υποχρεώσεων έγκαιρης ενημέρωσης και διαβούλευσης που απορρέουν από το ΠΔ 240/2006, αλλά και από συναφείς συμφωνίες που έχουν καταρτισθεί μεταξύ της Διοίκησης της αναιρεσίβλητης και των εκπροσώπων των εργαζομένων, γεγονός που καθιστά άκυρες τις καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 174 ΑΚ, άλλως του άρθρου 281 ΑΚ, άλλως γ) κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, διότι η αναιρεσίβλητη, επιδεικνύοντας φανερά αντιφατική συμπεριφορά, προέβη σε αιφνίδια και αδικαιολόγητη, δεδομένης της οικονομικής ευρωστίας και βιωσιμότητας αυτής, διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου της και καταγγελία των συμβάσεων εργασίας του συνόλου των εργαζομένων, προσβάλλοντας δυσανάλογα τα έννομα αγαθά των εναγόντων, παρά το γεγονός ότι η επιχειρηματική της δράση επέτρεπε ηπιότερες λύσεις και εξυπηρετείτο από αυτές και δ) κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 λόγω μη προσφοράς και μη καταβολής της προσήκουσας αποζημίωσης.

Με βάση τα προαναφερόμενα, ζήτησαν : α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους , β) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να αποδέχεται τις νομίμως προσφερόμενες υπηρεσίες τους με την απειλή χρηματικής ποινής, ποσού 300 ευρώ για κάθε ημέρα παραβίασης της εκδοθησόμενης απόφασης, γ) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να τους καταβάλει μισθούς υπερημερίας από την επομένη της άκυρης καταγγελίας της ατομικής σύμβασης εργασίας κάθε ενάγοντος μέχρι τις 31/10/2013, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής άλλως από το τέλος έκαστου μηνός, οπότε ο κάθε μισθός κατέστη απαιτητός έως την πλήρη εξόφληση, επικουρικώς δε, για την περίπτωση της απόρριψης του κυρίου αιτήματος περί αναγνώρισης της ακυρότητας των καταγγελιών τους, τη διαφορά της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκάστου ενάγοντος, άλλως από την επίδοση της αγωγής έως την πλήρη εξόφληση, όπως τα ποσά αυτά προσδιορίζονται λεπτομερώς στο αγωγικό δικόγραφο.

4. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας) με την υπ' αριθμόν 14/2015 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη κατά την κύρια βάση αυτής. Εναντίον της απόφασης αυτής η αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας την από 3-3-2015 και με αρ. κατ. δικ. 56/2015 έφεση. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την με αριθμό 220/2017 απόφασή του, αφού έκρινε κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης της αναιρεσίβλητης ότι η εκκληθείσα έσφαλε ως προς την ερμηνεία του άρθρου 4 του ΠΔ 240/2006, δέχθηκε την έφεσή της, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση ,απέρριψε το κύριο αίτημα της αγωγής για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας των εναγόντων και επιδίκαση μισθών υπερημερίας. Ακολούθως απέρριψε και το επικουρικό αίτημα περί συμπλήρωσης της αποζημίωσης. Ωστόσο, όσον αφορά τον 4° ενάγοντα-αναιρεσείοντα Χ. Κ., δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του λόγω μη προσήκουσας καταβολής αποζημίωσης και υποχρέωσε την εναγομένη να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας από την επομένη της καταγγελίας έως 31.3.2014, ήτοι μισθούς υπερημερίας πέντε μηνών και συνολικά το ποσό των 2.328,87€ X 5 = 11.644,35 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι η αναιρεσίβλητη δεν άσκησε αίτηση αναίρεσης κατά του διαδίκου αυτού.

5. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2, 2, 3 παρ. 1 και 6 παρ. 1 του Ν. 1387/1983, με τον οποίο έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 75/129 του Συμβουλίου της 17ης Δεκεμβρίου 1975 "περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών - μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις", όπως η παράγραφος 2 του άρθρου 1 έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 74 παρ. 1 Ν. 3863/2010, ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: "Ομαδικές απολύσεις θεωρούνται όσες γίνονται από επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν περισσότερους από είκοσι εργαζόμενους για λόγους, που δεν αφορούν το πρόσωπο των απολυομένων και υπερβαίνουν κάθε ημερολογιακό μήνα τα όρια της επόμενης παραγράφου", "Τα όρια, πέρα από τα οποία οι απολύσεις θεωρούνται ομαδικές, καθορίζονται από τον αριθμό του προσωπικού που απασχολείται στην αρχή του μήνα και είναι τα εξής:

α) Μέχρι έξι (6) εργαζόμενους για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν είκοσι (20) έως εκατόν πενήντα (150) εργαζόμενους, β) Ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) του προσωπικού και μέχρι τριάντα (30) εργαζόμενους για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, που απασχολούν πάνω από εκατόν πενήντα (150) εργαζόμενους. Το ποσοστό αυτό καθορίζεται για κάθε ημερολογιακό εξάμηνο και ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς εργασίας με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η οποία εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται στο προσωπικό που απασχολείται με σχέση εργασίας σε όλες τις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις του ιδιωτικού τομέα καθώς και του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, που ασκούνται σύμφωνα με τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας.

Ως σχέση εργασίας νοείται εκείνη που δημιουργείται από την πραγματική απασχόληση του εργαζόμενου, ανεξάρτητα από το κύρος της σύμβασης εργασίας. Ο εργοδότης, πριν προχωρήσει σε ομαδικές απολύσεις, οφείλει να προέλθει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων με σκοπό να ερευνηθεί η δυνατότητα αποφυγής ή μείωσης των απολύσεων και των δυσμενών συνεπειών τους και ομαδικές απολύσεις, που γίνονται κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου αυτού είναι άκυρες".

Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Ν. 1387/1983 συνάγεται ότι κρίσιμο χρονικό σημείο, βάσει του οποίου καθορίζεται το ως άνω όριο, καθ` υπέρβαση του οποίου οι απολύσεις των επί σχέσει εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εργαζομένων, τις οποίες επιχειρεί ο εργοδότης στα πλαίσια οικονομοτεχνικών μεταβολών, κατά την άσκηση της επιχειρηματικής του δραστηριότητος, θεωρούνται ομαδικές, είναι η αρχή του μηνός, κατά τον οποίον ο εργοδότης εξωτερικεύει την πρόθεσή του να προβεί σε απολύσεις και όχι του μηνός, κατά τον οποίον θα υλοποιηθούν τελικώς οι απολύσεις και θα λυθούν οι καταγγελθείσες συμβάσεις εργασίας.

Η εξωτερίκευση της βουλήσεως του εργοδότη γίνεται είτε όταν προέλθει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων σχετικώς με τις σχεδιαζόμενες απολύσεις, είτε, εάν δεν προέλθει προηγουμένως σε διαπραγματεύσεις, όταν περιέλθουν στους εργαζομένους τα καταγγελτήρια των συμβάσεών τους εργασίας, τούτο δε ισχύει και εάν οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας γίνονται υπό προειδοποίηση συμφώνως προς την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 1 εδ.

α` Ν. 2112/1920, αφού η κοινοποίηση στον εργαζόμενο της καταγγελίας της συμβάσεώς του εργασίας αποτελεί την έκφραση της αποφάσεως περί διακοπής της σχέσεως εργασίας, η δε εν τοις πράγμασι λήξη της εν λόγω σχέσεως μετά την παρέλευση της προθεσμίας προειδοποιήσεως, συνιστά απλώς και μόνον το αποτέλεσμα της εν λόγω αποφάσεως.

Η ανωτέρω ερμηνεία προκύπτει σαφώς και από την αιτιολογική έκθεση του Ν. 1387/1983, στην οποία, κεφ. Β` αρ. 4, διαλαμβάνονται τα εξής: "τα όρια πέρα από τα οποία οι απολύσεις χαρακτηρίζονται ομαδικές προσδιορίζονται κάθε φορά σε σχέση με τον αριθμό του προσωπικού που απασχολείται στην αρχή του μήνα, κατά τον οποίον ο εργοδότης εκδηλώνει τη βούλησή του να πραγματοποιήσει ομαδικές απολύσεις", και από την γραμματική διατύπωση της ως άνω διατάξεως του άρθρου 3 παρ. 1 Ν. 1387/1983 "Ο εργοδότης πριν προχωρήσει σε ομαδικές απολύσεις, οφείλει να προέλθει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων ..." θεσπίζουσα υποχρέωση του εργοδότη να προέλθει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, προτού προβεί σε καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας, είναι δε συμβατή και προς την Οδηγία 98/59, με την οποία έχουν κωδικοποιηθεί οι διατάξεις της προαναφερομένης Οδηγίας 75/129 ως και της μεταγενεστέρως εκδοθείσης Οδηγίας 92/56, όπως προκύπτει από την απόφαση ΔΕΕ C-188/03, με την οποία έγινε δεκτό "ότι τα άρθρα 2 και 4 της Οδηγίας έχουν την έννοια ότι το γεγονός, το οποίο συνιστά απόλυση έγκειται στη δήλωση βουλήσεως περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας".

6. Σύμφωνα με τις διατάξεις του προεδρικού διατάγματος 240/2006 (ΦΕΚ Α' 252/16.11.2006) "Περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων", το οποίο εκδόθηκε προκειμένου να προσαρμοσθεί η ελληνική νομοθεσία προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2002/14/ΕΚ της 11.3.2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (E.E.L 80/23.3.2002), ορίζονται τα ακόλουθα : 1) Στο άρθρο 2 αυτού υπό τον τίτλο "Σκοπός και Αρxές", ότι "1.

Σκοπός του παρόντος προεδρικού διατάγματος είναι η προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2002/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2002 "περί Θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα" (EEL 80 της 23.3.2002), με στόχο τη θέσπιση ενός γενικού πλαισίου που καθορίζει τις ελάχιστες απαιτήσεις, όσον αφορά το δικαίωμα για ενημέρωση και διαβούλευση των εργαζομένων στις επιχειρήσεις ή εγκαταστάσεις στην Ελληνική επικράτεια. 2.

Οι πρακτικές λεπτομέρειες ενημέρωσης και διαβούλευσης καθορίζονται και εφαρμόζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας και τις εργασιακές πρακτικές, ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματικότητά τους. 3. Κατά τον καθορισμό ή την εφαρμογή των πρακτικών λεπτομερειών ενημέρωσης και διαβούλευσης, ο εργοδότης και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων εργάζονται με πνεύμα συνεργασίας, σεβόμενοι αμοιβαία τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις και λαμβάνοντας υπόψη τους τόσο τα συμφέροντα της επιχείρησης ή της εγκατάστασης, όσο και εκείνα των εργαζομένων", 4.

Οι διατάξεις του παρόντος δεν έχουν εφαρμογή στα πληρώματα των ποντοπόρων πλοίων". 2) Στο άρθρο 3 αυτού, υπό τον τίτλο "Πεδίο εφαρμογής", ότι "Το παρόν Προεδρικό Διάταγμα εφαρμόζεται: α) στις επιχειρήσεις που απασχολούν τουλάχιστον 50 εργαζόμενους και β) στις εγκαταστάσεις που απασχολούν τουλάχιστον 20 εργαζόμενους.

Τα κατώτατα όρια των απασχολουμένων εργαζομένων στην επιχείρηση ή εγκατάσταση καθορίζονται σύμφωνα με τον αριθμό των εργαζομένων στην αρχή του ημερολογιακού μήνα, κατά τον οποίο τίθεται θέμα εφαρμογής του παρόντος, ανεξάρτητα από τις τυχόν μεταγενέστερες μεταβολές του αριθμού των απασχολουμένων κατά το διάστημα του μήνα.". 3) Στο άρθρο 4, υπό τον τίτλο "Πρακτικές λεπτομέρειες ενημέρωσης και διαβούλευσης" , ότι : "1.

Σύμφωνα με τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 1 και με την επιφύλαξη των τυχόν υφιστάμενων ευνοϊκότερων για τους εργαζόμενους διατάξεων ή πρακτικών, οι πρακτικές λεπτομέρειες άσκησης του δικαιώματος ενημέρωσης και διαβούλευσης στο ανάλογο επίπεδο, καθορίζονται ως ακολούθως: 2. Η ενημέρωση και διαβούλευση καλύπτουν:

α) την ενημέρωση σχετικά με την πρόσφατη και την πιθανή εξέλιξη των δραστηριοτήτων και της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης ή της εγκατάστασης, β) την ενημέρωση και τη διαβούλευση σχετικά με την κατάσταση, τη διάρθρωση και την πιθανή εξέλιξη της απασχόλησης μέσα στην επιχείρηση ή εγκατάσταση, καθώς και τα μέτρα πρόληψης που ενδεχομένως προβλέπονται σε περίπτωση ιδίως που η απασχόληση απειλείται, γ) την ενημέρωση και τη διαβούλευση σχετικά με αποφάσεις που μπορούν να επιφέρουν ουσιαστικές μεταβολές στην οργάνωση της εργασίας ή στις συμβάσεις εργασίας, συμπεριλαμβανομένων όσων καλύπτονται από τις ισχύουσες διατάξεις του ν. 1387/1983 "Έλεγχος ομαδικών απολύσεων και άλλες διατάξεις" [ΦΕΚ110 Α') και του π.δ. 178/2002 "Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων, ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου" (ΦΕΚ 162 Α'), 3.

Η ενημέρωση πραγματοποιείται κατά τον κατάλληλο χρόνο, τρόπο και περιεχόμενο, ώστε να μπορούν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να προβαίνουν στη δέουσα εξέταση και να προετοιμάζονται ενδεχομένως για διαβουλεύσεις, 4. Η διαβούλευση πραγματοποιείται: α) κατά τον κατάλληλο χρόνο, τρόπο και περιεχόμενο, β) στο ενδεδειγμένο επίπεδο διεύθυνσης και εκπροσώπησης ανάλογα με το θέμα που συζητείται, γ) βάσει των σχετικών πληροφοριών που παρέχει ο εργοδότης, σύμφωνα με το άρθρο 2 σημείο στ' και της γνώμης που έχουν δικαίωμα να διατυπώσουν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, δ) κατά τρόπον ώστε οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να μπορούν να συναντήσουν τον εργοδότη και να λαμβάνουν αιτιολογημένη απάντηση στη γνώμη, που ενδεχομένως διατύπωσαν, ε) προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία όσον αφορά τις αποφάσεις που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του εργοδότη, οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο γ' του άρθρου αυτού.", 4) Στο άρθρο 5, υπό τον τίτλο "Ενημέρωση και διαβούλευση βάσει συμφωνίας", ότι "Οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν, στο κατάλληλο επίπεδο, συμπεριλαμβανομένου του επιπέδου της επιχείρησης ή της εγκατάστασης, να καθορίζουν ελεύθερα και οποτεδήποτε, μέσω συμφωνίας, τις πρακτικές λεπτομέρειες ενημέρωσης και διαβούλευσης των εργαζομένων.

Οι συμφωνίες αυτές και οι συμφωνίες, που υφίστανται κατά την 23.3.2005, καθώς και οποιεσδήποτε μεταγενέστερες ανανεώσεις αυτών, μπορούν να προβλέπουν, τηρουμένων των αρχών που αναφέρονται στο άρθρο 1 του παρόντος διατάγματος και υπό τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς της ισχύουσας νομοθεσίας, διατάξεις διαφορετικές από αυτές του άρθρου 4.". 5) Στο άρθρο 6, υπό τον τίτλο "Εμπιστευτικές πληροφορίες", ότι "1.

Υπό τις προϋποθέσεις και εντός των ορίων που θέτει η ισχύουσα νομοθεσία, οι εκπρόσωποι των εργαζομένων και οι εμπειρογνώμονες που ενδεχομένως τους επικουρούν δεν επιτρέπεται να αποκαλύπτουν στους εργαζόμενους ή σε τρίτους πληροφορίες που τους ανακοινώθηκαν ρητά ως εμπιστευτικές χάριν προστασίας των νομίμων συμφερόντων της επιχείρησης ή της εγκατάστασης.

Η υποχρέωση αυτή εξακολουθεί να υφίσταται οπουδήποτε και αν ευρίσκονται, ακόμη και μετά τη λήξη της θητείας τους. 2. Σε ειδικές περιπτώσεις και υπό τους όρους της ισχύουσας νομοθεσίας, ο εργοδότης δεν υποχρεούται να ανακοινώσει πληροφορίες ή να προβεί σε διαβουλεύσεις, όταν η φύση τους είναι τέτοια που, αντικειμενικώς, θα εμπόδιζαν σοβαρά τη λειτουργία της επιχείρησης ή της εγκατάστασης, ή θα έθιγαν αυτή.3.

Με την επιφύλαξη των υφισταμένων διοικητικών ή δικαστικών διαδικασιών, σε περίπτωση που ο εργοδότης απαιτεί εμπιστευτικότητα ή δεν παρέχει πληροφορίες σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να προσφύγουν με σχετική αίτησή τους στο Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης, το οποίο κρίνει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

Το δικαστήριο με την απόφασή του μπορεί να λάβει το κατά την κρίση του προσήκον μέτρο, είτε για την παροχή των πληροφοριών, είτε για τη διασφάλιση και την προστασία της εμπιστευτικότητάς τους.". 6) Στο άρθρο 7, υπό τον τίτλο "Προστασία των εκπροσώπων των εργαζομένων", ότι "1. Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων απολαύουν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, της προβλεπόμενης από τις ισχύουσες διατάξεις προστασίας και των προβλεπόμενων εγγυήσεων και διευκολύνσεων, ώστε να μπορούν να επιτελούν απερίσπαστοι τα καθήκοντα, που τους έχουν ανατεθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 5, 9 και 10 και του άρθρου 15 του ν. 1264/1982 "Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων" (ΦΕΚ 79 A ) και του άρθρου 9 παρ. 1 και 3 του ν. 1767/1988 "Συμβούλια εργαζομένων και άλλες εργατικές διατάξεις - Κύρωση της 135 διεθνούς σύμβασης εργασίας" ,ΦΕΚ 63 A2).

Επίσης, στους εκπροσώπους των εργαζομένων χορηγείται άδεια με αποδοχές για το χρόνο που απαιτείται να εκπληρώνουν τα καθήκοντα, που απορρέουν από το παρόν Προεδρικό Διάταγμα. 3. Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων οφείλουν να ασκούν τα καθήκοντά τους με τρόπο που να μην εμποδίζεται η ομαλή λειτουργία της επιχείρησης και ο εργοδότης υποχρεούται να παρέχει σ' αυτούς κάθε δυνατή διευκόλυνση για την άσκηση των καθηκόντων τους.". 7) Τέλος, στο άρθρο 8, υπό τον τίτλο "Προστασία των δικαιωμάτων", ότι "1.

Απαγορεύεται στους εργοδότες ή σε πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό τους ή σε οποιοδήποτε τρίτο να προβαίνουν σε πράξεις ή παραλείψεις με σκοπό να παρακωλύουν την άσκηση των δικαιωμάτων των εκπροσώπων των εργαζομένων που απορρέουν από το παρόν διάταγμα. 2. α) Η μη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 6 του παρόντος διατάγματος συνεπάγεται την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 16 του ν. 2639/1998 "Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ 205 Α'), όπως ισχύει.

Η παράβαση των διατάξεων του άρθρου 7 και της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, συνεπάγεται την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 16 του ν. 2639/1998, όπως ισχύει.. Περαιτέρω, στο άρθρο 8 της παραπάνω Οδηγίας, για την ενσωμάτωση της οποίας στο εθνικό δίκαιο εκδόθηκε το ανωτέρω ΠΔ, υπό τον τίτλο "Προστασία των δικαιωμάτων", ορίζεται ότι "1.

Τα κράτη μέλη προβλέπουν τα δέοντα μέτρα για τις περιπτώσεις μη τήρησης της παρούσας οδηγίας από τον εργοδότη ή από τους εκπροσώπους των εργαζομένων. Ιδιαίτερα, φροντίζουν να υπάρχουν κατάλληλες διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες που να επιβάλλουν την εκπλήρωση των εκ της παρούσας οδηγίας υποχρεώσεων. 2.

Τα κράτη μέλη προβλέπουν τις κατάλληλες επιβλητέες κυρώσεις, όταν ο εργοδότης ή οι εκπρόσωποι των εργαζομένων παραβαίνουν την παρούσα οδηγία. Οι κυρώσεις αυτές πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές.". Οι λοιπές διατάξεις της Οδηγίας συνιστούν ακριβή διατύπωση των παραπάνω διατάξεων του ΠΔ 240/2006 γι' αυτό και δεν επαναλαμβάνονται εν προκειμένω.

Aκολούθως, στο άρθρο 174 ΑΚ ορίζεται ότι "η δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δε συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη", ενώ στο άρθρο 180 ΑΚ ορίζεται ότι << Η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε. >> Από την ερμηνεία των προαναφερθεισών διατάξεων προκύπτει ότι η επιβολή προστίμου ως κύρωση για την μη τήρηση των διατάξεων του π.δ. 240/2006 είναι σύμφωνη με την διάταξη τού άρθρου 8 τής οδηγίας 2002/14/ΕΚ, η οποία υποχρεώνει τα κράτη-μέλη να επιβάλουν την εφαρμογή της οδηγίας καθιερώνοντας διαζευκτικώς και κατ' επιλογήν της νομοθετικής εξουσίας είτε διοικητικές είτε δικαστικές κυρώσεις.

Επομένως, η διαβούλευση δεν έχει ταχθεί ως όρος του κύρους των εργοδοτικών αποφάσεων, όπως προκύπτει από την διατύπωση τού συνόλου των διατάξεων του π.δ. 260/2006, γι' αυτό και δεν εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση οι διατάξεις των άρθρων 174 και 180 Α.Κ. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι όποτε ο νομοθέτης θέλησε να επέλθει ακυρότητα απολύσεως λόγω παραβιάσεως διατάξεως νόμου, το προέβλεψε ρητώς (π.χ.

άρθρο 3, 6 §1 ν. 1387/83). Aκολούθως, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ( ΟλΑΠ 1/2016).

7. Eν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 4 και 8 του Π.Δ. 240/2006, 174 ΚΑΙ 180 ΑΚ κύρια βάση της αγωγής, παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.

Επ'αυτού με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: Ότι , η ως άνω βάση της αγωγής των εναγόντων, επί της οποίας οι τελευταίοι στηρίζουν την αξίωσή τους για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας των εργασιακών συμβάσεών τους, που επήλθε ως συνέπεια της απόφασης της εναγομένης να διακόψει οριστικά την λειτουργία του εργοστασίου της στη Χαλκίδα, για το λόγο ότι η τελευταία παρέλειψε και δεν τήρησε την υποχρέωσή της να τους ενημερώσει προηγουμένως σχετικά και να διαβουλευθεί μαζί τους, ισχυριζόμενοι ότι η κύρωση αυτή (ακυρότητα) πρέπει να επιβληθεί ως αναγκαίο και αποτελεσματικό μέτρο, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ, για την επίτευξη του σκοπού της διάταξης του άρθρου 4 του ΠΔ 240/2006, όπως αυτή ερμηνεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις της Οδηγίας 2002/14/ΕΚ, είναι νόμω αβάσιμη.

Τούτο διότι, η επικαλούμενη συμπεριφορά της εναγομένης και αληθής υποτιθέμενη δεν συνεπάγεται, κατά το νόμο, την ανωτέρω κύρωση, καθόσον η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 περιπτ. α' του ΠΔ 240/2006 προβλέπει ότι, επί μη συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την, ενδιαφέρουσα εν προκειμένω και επικαλούμενη από τους ενάγοντες, διάταξη του άρθρου 4 αυτού, επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις σύμφωνα με το άρθρο 16 του ν. 2639/1998 "Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ 205 Α'), όπως αυτό ισχύει και ήδη ενόψει της κατάργησης του παραπάνω άρθρου με το άρθρο 33 παρ. 14 του νόμου 3996/2011, άρθρα 22 και 23 του νόμου 3996/2011.

Ότι, ενόψει της σαφούς και μονοσήμαντης γραμματικής διατύπωσης της διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 2 περιπτ. Α' του ΠΔ 240/2006, το οποίο συμφωνεί απολύτως με το αντίστοιχο αρθρο 8 της Οδηγίας 2002/14/ΕΚ, δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση σύγκρουσης εθνικού και κοινοτικού δικαίου και συνακόλουθα, ερμηνείας του πρώτου σύμφωνης με το περιεχόμενο και τους σκοπούς του δεύτερου.

Ότι, ειδικότερα, δεν διαπιστώνεται αντίθεση μεταξύ των παραπάνω διατάξεων, αφού η επιλογή του εθνικού νομοθέτη για επιβολή διοικητικών κυρώσεων από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας είναι εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας, την οποία το άρθρο 8 της Οδηγίας καταλείπει στα κράτη μέλη, στα οποία επιβάλει την υποχρέωση να φροντίζουν, ώστε να υπάρχουν οι κατάλληλες διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες που να επιβάλλουν την εκπλήρωση των εκ της οδηγίας υποχρεώσεων (παρ. 1) και να προβλέπουν τις κατάλληλες επιβλητέες κυρώσεις, όταν ο εργοδότης ή οι εκπρόσωποι των εργαζομένων παραβαίνουν αυτή, οι οποίες πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές (παρ. 2).

Ότι, επομένως, κατά την κοινοτική νομοθεσία η επιβολή διοικητικής κύρωσης, μέσω διοικητικής διαδικασίας, θεωρείται το ίδιο αποτελεσματική, ανάλογη και αποτρεπτική με οποιαδήποτε δικαστική κύρωση και διαδικασία, γι' αυτό και στο κείμενο του άρθρου 8 της παραπάνω Οδηγίας τα δύο αυτά είδη κυρώσεων και διαδικασιών προβλέπονται διαζευκτικά.

Επομένως, υφίσταται συμφωνία της παραπάνω εθνικής και κοινοτικής διάταξης. Ακολούθως, το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την ως άνω κύρια βάση της αγωγής. Έτσι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, το Εφετείο με την ως άνω κρίση του ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και συνακόλουθα ο 1ος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

8. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του Ν 2112/1920 και 1 και 5 του Ν 3198/1955 , η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου αποτελεί δικαίωμα που ασκείται με μονομερή, απευθυντέα δήλωση, η οποία, εφ` όσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο, είναι αναιτιώδης. Εν τούτοις, η άσκηση της καταγγελίας υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ , που απαγορεύει, ως καταχρηστική, την άσκηση κάθε δικαιώματος, όταν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστή ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό αυτού.

Υπέρβαση των ορίων αυτών ενέχει η καταγγελία που υπαγορεύθηκε από εμπάθεια ή διάθεση εκδίκησης προς το πρόσωπο του μισθωτού εξ αιτίας συμπεριφοράς αυτού μη αρεστής στον εργοδότη ή, όταν αυτός είναι νομικό πρόσωπο, στο νόμιμο εκπρόσωπο ή στα μέλη της διοίκησής του και, γενικά, από λόγο που ανάγεται στο πρόσωπο του εργοδότη και δεν συνδέεται με το καλώς εννοούμενο (αντικειμενικό) συμφέρον της επιχείρησής του.

Τέτοιος λόγος υπάρχει και όταν ο μισθωτός προσέφυγε στην επιθεώρηση εργασίας ή στο δικαστήριο για να διεκδικήσει τα νόμιμα δικαιώματά του, έστω και αν η ασκηθείσα προσφυγή ή αγωγή ελέγχθηκε, τελικώς, αβάσιμη ή όταν ο μισθωτός ανέπτυξε συνδικαλιστική δράση, εφ` όσον από αυτή δεν επηρεάζεται η προσήκουσα παροχή της εργασίας ή η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης.

Δεν είναι, όμως, καταχρηστική η καταγγελία, όταν επιβάλλεται από την ανάγκη οργανωτικών ή διαρθρωτικών αλλαγών στην επιχείρηση, αφού, με το καθεστώς της ελεύθερης οικονομίας που αποτελεί θεμελιώδη αρχή της ισχύουσας συνταγματικής τάξης, η επιλογή των κατάλληλων μέσων ή τρόπων για την επιδίωξη του οικονομικού σκοπού της επιχείρησης ανήκει στην ελεύθερη εκτίμηση του εργοδότη και δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο ( ΑΠ 1162/2019,606/2017, 31/2013).

Ελέγχεται, μόνο, το αν η επιλογή αυτή έγινε βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων του άρθρου 281 ΑΚ. Πιο συγκεκριμένα, για την επιλογή του απολυτέου, μεταξύ αυτών που απασχολούνται στην επιχείρηση και ανήκουν στην ίδια επαγγελματική κατηγορία ή ειδικότητα, θα πρέπει να ληφθούν υπ` όψη, ιδίως, η απόδοση, η αρχαιότητα, η ηλικία, τα οικογενειακά βάρη ή η οικονομική κατάσταση του κάθε εργαζόμενου και η δυνατότητα εξεύρεσης νέας απασχόλησης.

Ωστόσο, η καταγγελία θα πρέπει, πράγματι, να αποτελεί το τελευταίο μέσο στο οποίο προσφεύγει ο εργοδότης, για να εξυπηρετήσει τα δικαιολογημένα συμφέροντά του και γι` αυτό επιβάλλεται να επιλέξει, μεταξύ περισσότερων και εξ ίσου αποτελεσματικών μέσων, το λιγότερο επαχθές για τον εργαζόμενο. Ο απολυθείς μισθωτός δύναται να προσβάλει το κύρος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, ως γενομένης καταχρηστικά.

Αν δεν αποδειχθούν τα πραγματικά περιστατικά, που προβλήθηκαν από τον απολυθέντα προς θεμελίωση του καταχρηστικού χαρακτήρα της απόλυσής του, όπως το ότι αυτή έγινε για λόγους εκδικήσεως ή εξ αιτίας συμπεριφοράς αυτού μη αρεστής στον εργοδότη, τότε ο ισχυρισμός περί ακυρότητας της καταγγελίας απορρίπτεται κατ` ουσία, χωρίς να χρειάζεται να καθορισθούν ή να ερευνηθούν τα πραγματικά αίτια αυτής (ΑΠ 1169/2019, 606/2017,31/2013, 581/2011 ). 9.

Με τον 2ο από τους λόγους αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 παρ. 2, 281 και 288 ΑΚ και 17 παρ. 1 και 106 παρ. 2, 22 παρ. 2 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, κρίνοντας ότι τα επικαλούμενα από αυτούς περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης να προβεί στις ένδικες καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, ήτοι αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., πλημμέλεια.

Σχετικά με τον λόγο αυτό οι παραδοχές της προσβαλλομένης έχουν ως εξής: Ότι οι ενάγοντες, επιχειρούν να στηρίξουν τις ένδικες αξιώσεις τους για αναγνώριση της ακυρότητας των επίδικων καταγγελιών των εργασιακών συμβάσεων τους, καθώς και για την συνεπεία αυτής της ακυρότητας, καταβολή των αιτούμενων μισθών υπερημερίας, επικαλούμενοι ότι αυτές είναι καταχρηστικές, ως συνέπεια της απόφασης της εναγόμενης να διακόψει οριστικά την λειτουργία του εργοστασίου της στη Χαλκίδα για λόγους οικονομοτεχνικούς, τους οποίους η ίδια (εναγόμενη) με υπαιτιότητά της προκάλεσε, χωρίς μάλιστα προηγουμένως είτε να ενημερώσει σχετικά τους εκπροσώπους των εργαζομένων και να διαβουλευθεί με αυτούς, είτε να ερευνήσει την λήψη άλλων -πλην της ανωτέρω απόφασης για παύση της λειτουργίας του συγκεκριμένου εργοστασίου- προσφορότερων και ηπιότερων μέσων.

Ειδικότερα, οι ενάγοντες, με την, ως άνω, 2η αγωγική βάση, ισχυρίζονται α) ότι η εναγόμενη εταιρεία αποφάσισε να διακόψει οριστικά την λειτουργία του εργοστασίου της στη Χαλκίδα, επικαλούμενη την πτώση των αριθμών της παραγωγής και των πελατών, κατάσταση που η ίδια δημιούργησε και μεθόδευσε, αφενός μεν διά της κατάργησης της εναλλασσόμενης βάρδιας, καίτοι επρόκειτο για εργοστάσιο συνεχούς λειτουργίας επί 24ώρου βάσεως και της μεταφοράς της παραγωγής του στα άλλα δύο εργοστάσιά της, που λειτουργούν στο Βόλο και στο ..., αφετέρου με το να επιβάλει σύστημα εκ περιτροπής εργασίας, παρά το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι στα άλλα δύο προαναφερόμενα εργοστάσιά της εργάζονταν καθ' υπέρβαση του νόμιμου ωραρίου τους μη λαμβάνοντας ρεπό, β) ότι τούτο έπραξε η εναγόμενη προκειμένου να καταστεί δυνατή, διά της επικλήσεώς της ανωτέρω κατάστασης, η υλοποίηση της πιο πάνω απόφασής της και η συνεπεία αυτής απόλυση όλων των εργαζομένων του εργοστασίου, παρά το γεγονός ότι η πραγματικότητα ήταν πως το εργοστάσιο στη Χαλκίδα αποτελούσε οικονομικά βιώσιμη, σύγχρονη, άκρως ανταγωνιστική και κερδοφόρα επιχείρηση, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην αγωγή και γ) ότι η εναγόμενη, επικαλούμενη τη μείωση της παραγωγής και της ζήτησης αναφορικά με το συγκεκριμένο εργοστάσιο, αποφάσισε να το κλείσει, χωρίς προηγουμένως, να μετέλθει άλλων ηπιότερων αποφάσεων και συγκεκριμένα, να διατηρήσει την έστω χαμηλή παραγωγή του παραπάνω εργοστασίου και ταυτόχρονα να κατανείμει ισομερώς τις εργασίες του συνόλου της επιχείρησής της και στα τρία εργοστάσιά της, αναμένοντας την επανεκκίνηση των έργων υποδομής και την ανάκαμψη της εθνικής οικονομίας ή να μεταβιβάσει το εργοστάσιο της Χαλκίδας σε άλλον ιδιοκτήτη.

Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η σχετική αγωγική βάση, ως προς τα παραπάνω τμήματά της, κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη. Τούτο, διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί των εναγόντων και αληθείς υποτιθέμενοι, δεν μπορούν, να επιστηρίξουν την αιτούμενη αξίωση τους για ακυρότητα των επίδικων καταγγελιών των εργασιακών συμβάσεών τους λόγω καταχρηστικής ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος της εναγόμενης, καθόσον κατατείνουν, άμεσα και έμμεσα, αφενός μεν στον ουσιαστικό έλεγχο της σκοπιμότητας και της αναγκαιότητας της επιχειρηματικής απόφασης της τελευταίας να παύσει οριστικά τη λειτουργία του εργοστασίου της στην Χαλκίδα, προκειμένου να αντιμετωπίσει τους οικονομοτεχνικούς λόγους που επικαλέστηκε, για να δικαιολογήσει την απόφασή της αυτή (πτώση παραγωγής και μειωμένη ζήτηση), συνεπεία των οποίων προέβη στις επίμαχες καταγγελίες, αφετέρου δε στην έρευνα του πως δημιουργήθηκαν οι οικονομοτεχνικές συνθήκες, που οδήγησαν στις επίμαχες καταγγελίες.

Ωστόσο, ένας τέτοιος έλεγχος εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, το οποίο μπορεί να ελέγξει τυχόν καταχρηστικότητα στην άσκηση του δικαιώματος της εναγόμενης να καταγγείλει τις εργασιακές συμβάσεις των εναγόντων ως συνέπεια της παραπάνω εργοδοτικής - επιχειρηματικής απόφασής της, στα κατωτέρω τρία στάδια και δη α) της ύπαρξης οικονομοτεχνικού λόγου και οικονομικού σκοπού, β) της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της επιχειρηματικής απόφασης της εναγομένης να διακόψει οριστικά τη λειτουργία του εργοστασίου της στην Χαλκίδα και της καταγγελίας των εργασιακών συμβάσεων των εναγόντων και γ) της ορθής επιλογής των εναγόντων ως απολυομένων.

Ότι στην προκειμένη περίπτωση, όμως, η κατ' ουσίαν έρευνα στα ανωτέρω στάδια δεν είναι δυνατή καθόσον 1ον) οι ενάγοντες δεν επικαλούνται στην αγωγή, πέραν των ανωτέρω, πρόσθετα περιστατικά που να συνιστούν μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία της εναγομένης ως προς αυτούς, οπότε υπό προϋποθέσεις και εφόσον αποδεικνύονταν, θα καθιστούσαν καταχρηστική την επιλογή της αυτή.

Ειδικότερα, οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ότι η εναγόμενη, καίτοι διέκοψε την λειτουργία του εργοστασίου της στη Χαλκίδα επικαλούμενη πτώση της παραγωγής του, λόγω μειωμένης ζήτησης και κατήγγειλε τις εργασιακές συμβάσεις τους συνεπεία της παραπάνω απόφασής της, εντούτοις συνέχισε την λειτουργία του εργοστασίου της ακριβώς με τον ίδιο τρόπο και προσέλαβε άλλους στη θέση τους με μικρότερους μισθούς και με μειωμένα ή καθόλου επιδόματα, αποσκοπώντας όχι πραγματικά στην αντιμετώπιση οικονομοτεχνικών προβλημάτων, αλλά στην μείωση του κόστους εργασίας, ή ότι προσχηματικά επικαλέστηκε τους ανωτέρω λόγους και προσχηματικά έκλεισε το εργοστάσιό της στη Χαλκίδα, προκειμένου να μπορέσει να "απαλλαγεί" από τους ενάγοντες, απολύοντάς τους, επειδή ήταν ανεπιθύμητοι στην διοίκησή της λόγω της συνδικαλιστικής δράσης τους, των πολιτικών πεποιθήσεών τους ή για άλλους λόγους.

Αντιθέτως, οι ίδιοι οι ενάγοντες εκθέτουν στην αγωγή τους ότι, κατά τον ίδιο τρόπο, η εναγόμενη εταιρεία προέβη στην καταγγελία των εργασιακών συμβάσεων σχεδόν του συνόλου των εργαζομένων (229 άτομα) στο εργοστάσιο της στην Χαλκίδα, 2ον ) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ανωτέρω απόφασης της εναγομένης και των απολύσεων των εναγόντων είναι αυταπόδεικτος, ενόψει και του προαναφερόμενου ισχυρισμού των τελευταίων περί καταγγελίας των εργασιακών συμβάσεων σχεδόν του συνόλου των εργαζομένων σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από τις επίδικες.

Άλλωστε, η πρώτη κύρια βάση της αγωγής, στηρίζεται στον ισχυρισμό των εναγόντων περί ακυρότητας των επίμαχων καταγγελιών, κατά παράβαση των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας περί ομαδικών απολύσεων, μετά την απόφαση της διοίκησης και δη του Υπουργού Εργασίας να μην εγκρίνει τις αιτούμενες από την εναγόμενη απολύσεις 229 εργαζομένων στο εργοστάσιο της Χαλκίδας, μετά την οριστική διακοπή της λειτουργίας αυτού, κι όχι μόνο αυτές των εναγόντων και 3ον) οι ενάγοντες δεν ισχυρίζονται καί δεν εκθέτουν στην αγωγή τους περιστατικά που να υποδηλώνουν ότι η εναγόμενη εργοδότρια επέλεξε να απολύσει ειδικά αυτούς, προκειμένου να ανταπεξέλθει στα επικαλούμενα οικονομικά προβλήματα του εργοστασίου της στην Χαλκίδα, χωρίς να τηρήσει αντικειμενικά, υπηρεσιακά και κοινωνικά, κριτήρια σε σύγκριση με άλλους συναδέλφους τους, που έπρεπε να απολυθούν και δεν απολύθηκαν και συγκεκριμένα, δεν εκθέτουν τις ανάγκες, την αρχαιότητα, την ηλικία, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των ίδιων και άλλων απολυτέων συναδέλφων τους.

Αντιθέτως, οι ενάγοντες βάλλουν κατά της επιχειρηματικής απόφασης της εναγομένης να παύσει την λειτουργία του εργοστασίου της στην Χαλκίδα και ζητούν να ελεγχθεί η απόφαση αυτή υπό το πρίσμα και πνεύμα της καταχρηστικότητας βάσει του άρθρου 281 ΑΚ, έλεγχος, ο οποίος δεν είναι επιτρεπτός. Ότι, περαιτέρω, οι ενάγοντες επικαλούνται ότι οι επίμαχες καταγγελίες των εργασιακών συμβάσεών τους, ως γενόμενες συνεπεία της ανωτέρω απόφασης της εναγομένης για διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου της στη Χαλκίδα, η οποία (απόφαση) λήφθηκε άνευ προηγούμενης ειδοποίησης και διαβούλευσης μεταξύ των εκπροσώπων της εργοδότριας και των εργαζομένων και κατά παράβαση της έως τότε επιχειρησιακής πρακτικής, είναι άκυρες ως ασκούμενες κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος της εναγομένης , καθόσον μάλιστα είχε δημιουργηθεί στους ενάγοντες η πεποίθηση ότι δεν κινδυνεύουν οι θέσεις εργασίας τους.

Ότι τα ανωτέρω επικαλούμενα περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν μπορούν να θεμελιώσουν κατά νόμο την επικαλούμενη καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της εναγόμενης να καταγγείλει τις εργασιακές συμβάσεις των εναγόντων. Τούτο διότι, με τους ανωτέρω αγωγικούς ισχυρισμούς, που συνίστανται στο ότι λόγω του αιφνιδιαστικού χαρακτήρα της ανωτέρω επιχειρηματικής απόφασης περί οριστικής διακοπής του παραπάνω εργοστασίου, συνεπεία της οποίας έλαβαν χώρα οι επίμαχες καταγγελίες, αυτές ασκήθηκαν κατά κατάχρηση του σχετικού εργοδοτικού δικαιώματος, επιχειρείται, κατ' έμμεσο τρόπο, ο ουσιαστικός δικαστικός έλεγχος της οικονομικής σκοπιμότητας και αναγκαιότητας της παραπάνω επιχειρηματικής απόφασης της εναγόμενης εργοδότριας, ο οποίος δεν είναι δυνατός.

Ότι , επί καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης για λόγους οικονομοτεχνικούς ο δικαστικός έλεγχος της καταχρηστικής ασκήσεως του σχετικού εργοδοτικού δικαιώματος διέρχεται των προαναφερόμενών τριών σταδίων.

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει σε κατ' ουσίαν έρευνα των σταδίων αυτών. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, οι ενάγοντες δεν εκθέτουν στην αγωγή τους ποια ήταν η προγενέστερη εκείνη συμπεριφορά της εναγόμενης που τους δημιούργησε εύλογα και δικαιολογημένα την πεποίθηση ότι το εργοστάσιο της Χαλκίδας θα συνεχίσει να λειτουργεί, ενόψει και των διαλαμβανόμενων στην αγωγή (αντιφατικών) ισχυρισμών των ίδιων, ότι η εναγόμενη στο άμεσο παρελθόν και δη τον Δεκέμβριο του 2012 είχε επιχειρήσει την εφαρμογή στο παραπάνω εργοστάσιο του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας, το οποίο τελικά δεν εφαρμόστηκε, λόγω αποτυχίας των σχετικών διαβουλεύσεων ανάμεσα στους εκπροσώπους της εργοδότριας και των εργαζομένων.

Ακολούθως, και οι παραπάνω αγωγικές βάσεις κρίνονται απορριπτέες ως νόμω αβάσιμες. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές, που συμπυκνώνονται στο ότι η επιχειρηματική συμπεριφορά της εργοδότριας να διακόψει τη λειτουργία του εργοστασίου της στη Χαλκίδα για οικονομοτεχνικούς λόγους, όταν εκδηλώνεται στα ως άνω πλαίσια, δεν ελέγχεται ως καταχρηστική, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και συνακόλουθα ο 2ος λόγος αναίρεσης και κατά τα δύο σκέλη του είναι αβάσιμος. 10.

Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων κλπ., ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αποτελούν οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 3/1997), και όχι και οι μη νόμιμοι, επουσιώδεις και αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν` απαντήσει, ούτε η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν στοιχειοθετείται, όμως, σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό, απορρίπτει δηλ.

αυτόν "εκ των πραγμάτων" κατ` ουσίαν. ( ΟλΑΠ 25/2003 ).

11. Mε τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από το αρθ 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη του, κατά την απόρριψη ως μη νόμιμου του ως άνω ισχυρισμού των εναγόντων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της εναγομένης να καταγγείλει τις ένδικες συμβάσεις εργασίας τους εξής πραγματικούς ισχυρισμούς : 1) Ότι η αναιρεσίβλητη με την καταγγελία των ως άνω συμβάσεων εργασίας, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους, παραβίασε σχετική ενοχική υποχρέωση που είχε αναλάβει με ενοχικές συλλογικές συμφωνίες. 2) Ότι η αναιρεσίβλητη επτά μήνες πριν το κλείσιμο του εργοστασίου μείωσε το μετοχικό της κεφάλαιο κατά 70 εκατ.

ευρώ, με σκοπό την επιστροφή του ποσού αυτού στους μετόχους, ενώ ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής διαβεβαίωνε ότι, μετά τη μείωση αυτή θα διασφαλιζόταν η απρόσκοπτη λειτουργία της εταιρίας. 3) Ότι η αναιρεσίβλητη τρεις μήνες, πριν το κλείσιμο του εργοστασίου, επέβαλε σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης με την μορφή της μίας μόνο ημέρας λιγότερης ανά εβδομάδα, διαβεβαιώνοντας τους αναιρεσείοντες ότι με το μέτρο αυτό διασφαλίζεται η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του εργοστασίου, ενώ την ίδια περίοδο απασχολούσε υπερεντατικά τους εργαζομένους της στα άλλα δύο εργοστάσιά της.

Οι ισχυρισμοί αυτοί, όμως, δεν αποτελούν "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων κλπ., ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αλλά επιχειρήματα των εναγόντων υπέρ των απόψεών τους περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας, που δεν μπορούν να στηρίξουν αυτοτελώς την ως άνω ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και ως εκ τούτου ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

12. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο με την κρίση του ότι η ερειδόμενη στο άρθρο 281 ΑΚ βάση της αγωγής, σύμφωνα με την οποία οι επίδικες καταγγελίες έγιναν επί σκοπώ παραβίασης του νόμου περί ομαδικών απολύσεων και συνεπώς είναι άκυρες ως καταχρηστικές, υπό την έννοια ότι η αναιρεσίβλητη κατένειμε σκοπίμως τον αριθμό των απολύσεών τους σε διαδοχικές περιόδους αναφοράς κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να αποφύγει την εφαρμογή των δυσμενών για τα συμφέροντά της αναγκαστικών κανόνων του ν. 1387/1983 και ιδίως την υποχρέωση ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εκπροσώπους των εναγομένων , είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι 1ον) οι επίδικες απολύσεις είναι κάτω του νόμιμου ορίου των ομαδικών απολύσεων και 2ον) δεν επικαλούνται οι ενάγοντες ότι η εναγομένη προέβη σε αυτές αφενός μεν από μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία προς το πρόσωπό τους, αφετέρου δε χωρίς να τηρήσει αντικειμενικά κριτήρια επιλογής των απολυτέων εργαζομένων, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1, 5 και 6 της Οδηγίας 98/59/ΕΚ, 1, 3, 4, 5 και 6 του ν. 1387/1983 καθώς και την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

13. Σχετικά με τον λόγο αυτό το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: Ότι στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες, με την πρώτη βάση της κρινόμενης αγωγής τους, επιχειρούν να επιστηρίξουν την αξίωσή τους για αναγνώριση της ακυρότητας των καταγγελιών των εργασιακών συμβάσεών τους και την συνεπεία αυτής, αξίωση για καταβολή των αιτούμενων μισθών υπερημερίας, ισχυριζόμενοι ότι : 1) η εναγόμενη εργοδότρια παραβίασε τις διατάξεις του Ν. 1387/1983 περί ομαδικών απολύσεων, διότι δεν διαβουλεύθηκε και δεν ενημέρωσε τους εκπροσώπους των εργαζομένων καθόσον, κατά τα διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο: 1ον) έλαβε την απόφαση να παύσει οριστικά την λειτουργία του εργοστασίου της στη Χαλκίδα, στις 25.3.2013, χωρίς, προηγουμένως, να καλέσει τους εκπροσώπους των εργαζομένων για διαβούλευση και ενημέρωση, πράττοντας τούτο (κλήση προς διαβούλευση και ενημέρωση) την ίδια ημέρα που ανακοίνωσε την απόφασή της αυτή και συγκεκριμένα, στις 26.3.2013, δια επιστολής που απέστειλε στο σωματείο των εργαζομένων, καλώντας τους ταυτόχρονα για ενημέρωση, σχετικά με τους λόγους της ειλημμένης αυτής απόφασης και διαβούλευση για εφαρμογή του νόμου περί ομαδικών απολύσεων και συγκεκριμένα, σύμφωνα με την επιστολή αυτή, προκειμένου να τους ανακοινώσει τους λόγους των απολύσεων, τον αριθμό και τις κατηγορίες του προσωπικού που ασχολείται στο εργοστάσιο της Χαλκίδας, τον αριθμό των εργαζομένων που θα απολυθούν και το χρονικό διάστημα κατά το οποίο πρόκειται να συμβεί αυτό, 20ν) κατά το χρονικό διάστημα από 26.3.2013 έως και 29.3.2013, η εναγόμενη αφενός μεν αρνήθηκε να αποδέχεται την εργασία των εργαζομένων στο εργοστάσιο της Χαλκίδας, διατεινόμενη ότι η διακοπή της λειτουργίας αυτού είναι οριστική και άμεση και ως εκ τούτου, από την ανακοίνωση της σχετικής απόφασης, δεν υφίσταται οποιαδήποτε βιομηχανική, εμπορική ή άλλη δραστηριότητα στο εργοστάσιο, αφετέρου δε επέδωσε στο σωματείο των εργαζομένων έγγραφο, με τίτλο "Στοιχεία του άρθρου 3 του Νόμου 1387/1983", με το οποίο ενημέρωνε εγγράφως τους εκπροσώπους των εργαζομένων ότι το σχέδιο απολύσεων οφείλεται στην απόφαση οριστικής διακοπής λειτουργίας του εργοστασίου παραγωγής τσιμέντου της Χαλκίδας και ότι αφορά διακόσιους είκοσι εννέα (229) εργαζομένους, πλην επτά (7) ατόμων της διοίκησης, των οποίων η διατήρηση της εργασιακής θέσης τους ήταν αναγκαία για την διεκπεραίωση εργασιών συναρτώμενων με την οριστική διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου, 3ον) συνέχισε να αρνείται την προσφερόμενη εργασία των εργαζομένων παρά την προσφυγή αυτών στην Επιθεώρηση Εργασίας, κατά τη συμφιλιωτική διαδικασία του Ν. 1876/1990, 4ον) στις 16.4.2013 η εναγόμενη αιτήθηκε την έγκριση του Υπουργού Εργασίας για σχέδιο απολύσεων διακοσίων είκοσι εννέα (229) εργαζόμενων, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, 5ον) στις 29.4.2013, 9.5.2013, 3.6.2013, 1.7.2013, 1.8.2013, 2.9.2013, 1.10.2013 η εναγόμενη επέδωσε με δικαστικό επιμελητή, σε 11, 11, 10, 10, 4, 9 και 8 συναδέλφους τους, αντίστοιχα, και στις 1.11.2013 στους 8 πρώτους εκ των εναγόντων, στις 2.12.2013 στους επόμενους 7 εκ των εναγόντων και στις 3.1.2014 στους πέντε τελευταίους εκ των εναγόντων, ατομικά κείμενα καταγγελίας των εργασιακών συμβάσεων τους, παρά το γεγονός ότι είχε προηγηθεί η αρνητική απόφαση του Υπουργού Εργασίας επί του αιτήματος της εναγόμενης για έγκριση σχεδίου ομαδικών απολύσεων, η οποία λήφθηκε στις 26.4.2013, μετά την σύμφωνη γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, το οποίο συγκλήθηκε και συνεδρίασε κατ' αίτηση του παραπάνω Υπουργού, παρουσία των εκπροσώπων της εργοδότριας και των εργαζομένων, στις 24.4.2013 και 6ον) οι ως άνω απολύσεις των εναγόντων χαρακτηρίζονται ως "ομαδικές", σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 1387/1983 και της κοινοτικής οδηγίας 75/129/ΕΚ, καθόσον ο αριθμός τους υπερέβαινε, κατά τα ανωτέρω, στις προηγούμενες των δικών τους απολύσεων το ποσοστό που ορίζει ο .

νόμος, εντός περιόδου αναφοράς τριάντα (30) ημερών ενός ημερολογιακού μήνα, (5% X 236 = 11 άτομα/μήνα) και II) η εναγόμενη εργοδότρια παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Ειδικότερα, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι, ακόμη και εάν ήθελε κριθεί ότι οι ως άνω γενόμενες απολύσεις τους δεν χαρακτηρίζονται ως "ομαδικές", καθόσον τελικώς κατένειμε τον αριθμό των απολυμένων εναγόντων κατά τρόπο, ώστε ανά περίοδο αναφοράς να μην υπερβαίνουν το ποσοστό 5% που τίθεται ως ποσοτικό κριτήριο από το νόμο, πάντως οι απολύσεις αυτές έχουν γίνει κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος της εναγομένης και δη επί σκοπώ αποφυγής της δέσμευσής της από την προαναφερόμενη απόφαση της διοίκησης να μην εγκρίνει τις αιτούμενες απολύσεις 229 εργαζομένων στο εργοστάσιο της Χαλκίδας και να αποφύγει τις διαβουλεύσεις, που απαιτούνται κατά τον ανωτέρω νόμο.

Ότι, υπό τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα η προαναφερθείσα αγωγική βάση κρίνεται μη νόμιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα. Τούτο διότι οι προβαλλόμενοι προς επιστήριξή της ισχυρισμοί των εναγόντων εδράζονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης. Συγκεκριμένα, η διαδικασία που θεσπίζει ο ν. 1387/1983 (διαβούλευση - ενημέρωση εκπροσώπων εργοδότη και εργαζομένων, επί συμφωνίας αυτών απολύσεις σύμφωνα με αυτή, επί μη επίτευξης παρέμβαση της διοίκησης και απόφαση αυτής, που δεσμεύει τον εργοδότη, μη δυνατότητα διενέργειας των απολύσεων, πριν την παρέλευση των ανώτατων χρονικών ορίων του νόμου για ολοκλήρωση των πιο πάνω διαδικασιών), η τήρηση της οποίας είναι αναγκαία, προκειμένου να θεωρούνται νόμιμες και έγκυρες οι ομαδικές απολύσεις, αφορά αυτές τις τελευταίες και όχι την επιχειρηματική απόφαση του εργοδότη συνεπεία της οποίας αυτές σχεδιάζονται, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι ενάγοντες.

Ότι, επομένως, η θεσπιζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 3, 4 και 5 ν. 1387/1983 διαδικασία δεν αφορά και δεν απαιτείται να τηρηθεί στο προγενέστερο των απολύσεων χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο εργοδότης λαμβάνει την επιχειρηματική απόφαση, συνεπεία της οποίας παρίσταται ανάγκη να διενεργήσει ομαδικές απολύσεις, αλλά η τήρησή της απαιτείται πριν από την διενέργεια των απολύσεων αυτών και συγκεκριμένα κατά το χρονικό διάστημα μετά τη λήψη της επιχειρηματικής απόφασης του εργοδότη και πριν τη διενέργεια των απολύσεων.

Σύμφωνα δε με τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στην κρινόμενη αγωγή στην ένδικη υπόθεση τηρήθηκαν οι παραπάνω διατάξεις του ν. 1387/1983, καθόσον η εναγομένη αφενός μεν την ίδια ημέρα (26-3-2013), που ανακοίνωσε στους εργαζομένους στο εργοστάσιό της στην Χαλκίδα, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, την από 25-3-2013 επιχειρηματική απόφασή της για οριστική παύση της λειτουργίας αυτού, κάλεσε και τους εκπροσώπους τους για ενημέρωση και διαβούλευση σχετικά με τους λόγους της απόφασης αυτής και τις σχεδιαζόμενες απολύσεις διακοσίων είκοσι εννέα (229) εργαζομένων επί συνόλου διακοσίων τριάντα έξι (236), αφετέρου δε μετά την παρέλευση, στις 15- 4-2013, του νόμιμου χρονικού διαστήματος των διαβουλεύσεων (20ήμερο) υπέβαλε αίτημα στον Υπουργό Εργασίας για έγκριση ομαδικών απολύσεων διακοσίων είκοσι εννέα (229) εργαζομένων.

Ότι, περαιτέρω, κατά το σαφές νοηματικό περιεχόμενο του άρθρου 1 §1 του Ν. 1387/1983, το χρονικό διάστημα, βάσει του οποίου υπολογίζονται τα όρια των απολύσεων (κατά αριθμητική μονάδα και ποσοστά, ανάλογα με το σύνολο του δυναμικού των εργαζομένων) που δεν θεωρούνται ομαδικές είναι ο ημερολογιακός μήνας, δηλαδή το χρονικό διάστημα από την 1η ημέρα κάθε μήνα μέχρι την τελευταία ημέρα αυτού.

Αντίθετη ερμηνεία δεν είναι δυνατή, καθόσον, πέραν της ανωτέρω σαφούς γραμματικής διατυπώσεως της παραπάνω διατάξεως, εάν ο νομοθέτης ήθελε να ορίσει διαφορετική χρονική μονάδα αναφοράς και δη αυτήν των τριάντα ημερών θα είχε χρησιμοποιήσει ακριβώς αυτήν την φράση, ενόψει και του ότι υπάρχουν μήνες με τριάντα μία ημέρες καθώς και ο Φεβρουάριος με είκοσι οκτώ ή είκοσι εννέα ημέρες.

Ότι, επιχείρημα που συνηγορεί προς την ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου, αντλείται και από σαφή γραμματική διατύπωση της διάταξης της δεύτερης παραγράφου του παραπάνω άρθρου, η οποία θέτει ως αφετηριακό χρονικό υπολογισμού του απασχολούμενου προσωπικού, με βάση το οποίο θα υπολογιστούν και τα όρια των απολύσεων, την πρώτη ημέρα κάθε ημερολογιακού μήνα.

Πρόσθετο επιχείρημα υπέρ της ανωτέρω κρίσης του Δικαστηρίου αντλείται από την υπ' αριθ. 32865/2.9.1983 Εγκύκλιο του Υπουργείου Εργασίας, στην οποία στο κεφάλαιο "Έννοια ομαδικών απολύσεων" αναφέρεται ότι "με τις διατάξεις του άρθρου αυτού (1) κρίθηκε σκόπιμο να διατηρηθεί η μέθοδος που ισχύει μέχρι σήμερα, σύμφωνα με την οποία τα όρια πέρα από τα οποία οι απολύσεις χαρακτηρίζονται ομαδικές, προσδιορίζονται κάθε φορά σε σχέση με τον αριθμό του προσωπικού που απασχολείται στην αρχή του κάθε μήνα, κατά τον οποίο ο εργοδότης εκδηλώνει την βούλησή του να πραγματοποιήσει ομαδικές απολύσεις .

Ότι, ζήτημα δε ερμηνείας του άρθρου 1 του Ν. 1387/1983 σύμφωνης με τα διαλαμβανόμενα στην κοινοτική οδηγία 98/59/ΕΚ, στην οποία γίνεται λόγος για απολύσεις, που πραγματοποιούνται εντός περιόδου τριάντα ημερών, χωρίς να τίθεται κάποιο συγκεκριμένο, χρονικό σημείο έναρξης της 30θήμερης προθεσμίας, θεωρούμενης ως τέτοιας την αντίστοιχη ημέρα που πραγματοποιούνται οι απολύσεις, δεν συντρέχει, ενόψει του ορίου που θέτει σε μία τέτοια ερμηνεία το σαφές νοηματικό περιεχόμενο της παραπάνω εθνικής διάταξης, όπως προκύπτει από τη γραμματική διατύπωσή της.

Ότι, κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η προαναφερόμενη πρώτη κύρια αγωγική βάση (ακυρότητα των επίδικων καταγγελιών λόγω παράβασης του Ν. 1387/1983 περί ομαδικών απολύσεων) παρίσταται ως μη νόμιμη και για το λόγο ότι ο αριθμός των απολυομένων εναγόντων ανά ημερολογιακό μήνα δεν υπερβαίνει το ποσοστό που ορίζει ο νόμος, βάσει του συνόλου των εργαζομένων (236) την 1/3/2013 (μήνας κατά τον οποίο η εναγόμενη εκδήλωσε την πρόθεσή της για ομαδικές απολύσεις) στο εργοστάσιο της εναγόμενης στη Χαλκίδα και δη τα 11 άτομα άνευ στρογγυλοποίησης του προκύψαντος κλάσματος στην αμέσως επόμενη ακέραιη μονάδα χάριν εύνοιας προς τους εργαζόμενους (5% X 236 = 11,8 ) ή τα 12 άτομα με στρογγυλοποίηση του προκύψαντος κλάσματος στην αμέσως επόμενη ακέραιη μονάδα λόγω του εξαιρετικού καθεστώτος που εισάγει ο Ν. 1387/1983 Τούτο διότι, όσον αφορά τις πρώτες απολύσεις που επικαλούνται οι ενάγοντες, άλλων συναδέλφων τους, την 29.4.2013 (δηλ.

εντός του χρονικού διαστήματος από 1η έως 30η Απριλίου) καταγγέλθηκαν οι εργασιακές συμβάσεις 11 εργαζομένων και την 9.5.2013 (δηλ. εντός του χρονικού διαστήματος από 1η έως 31η Μαϊου) καταγγέλθηκαν οι εργασιακές συμβάσεις άλλων 11 συναδέλφων τους, ενώ όσον αφορά τις απολύσεις των εναγόντων δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα, αφού αυτές κατά τα επικαλούμενα στην αγωγή έλαβαν χώρα την 1.11.2013 (8 απολύσεις), στις 2.12.2013 (7 απολύσεις) και στις 3.1.2014 (5 απολύσεις), συνεπώς οι απολύσεις των εναγόντων δεν υπερέβαιναν το ποσοστό του νόμου και η κάθε περίοδος αναφοράς ήταν ένας ημερολογιακός μήνας, πέραν του ότι απείχε από την επόμενη κατά ένα ημερολογιακό μήνα, ώστε να μην τίθεται θέμα προσδιορισμού της περιόδου αναφοράς ως ημερολογιακού μήνα ή όχι στην προκειμένη περίπτωση.

Οτι περαιτέρω, η προαναφερόμενη επικουρική βάση της αγωγής περί ακυρότητας των επίδικων καταγγελιών των εργασιακών συμβάσεων των εναγόντων, που έλαβαν χώρα μετά την από 26.4.2013 απόφαση του Υπουργού Εργασίας να μην εγκρίνει το αίτημα της εναγόμενης για ομαδικές απολύσεις διακοσίων είκοσι εννέα (229) εργαζομένων, επί σκοπώ παραβίασης της απόφασης αυτής, παρίσταται ως μη νόμιμη διότι, 1ον) η εναγόμενη εργοδότρια νόμιμα προέβη στις επίδικες απολύσεις, οι οποίες είναι κάτω του νόμιμου ορίου των ομαδικών απολύσεων, παρά την ολική απόρριψη του συνόλου των ομαδικών απολύσεων από την διοίκηση, καθόσον οι επίδικες απολύσεις των εναγόντων δεν υπερβαίνουν το όριο που θέτει η διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 1387/1983, πάνω από το οποίο οι γενόμενες απολύσεις θεωρούνται ομαδικές, επιπλέον δε δεν συμπίπτουν με τον αριθμό των απολύσεων (229) που δεν ενέκρινε ο Υπουργός Εργασίας και 2ον) οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ότι η εναγόμενη προέβη στις συγκεκριμένες καταγγελίες των εργασιακών συμβάσεων τους αφενός μεν από μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία προς το πρόσωπό τους, αφετέρου δε χωρίς να τηρήσει αντικειμενικά κριτήρια (κοινωνικά και υπηρεσιακά) επιλογής αυτών προς απόλυση, καθόσον μάλιστα, όπως αναλυτικά έχει προεκτεθεί, οι ίδιοι αναφέρουν στην αγωγή ότι η εναγόμενη σχεδίασε και επιχείρησε την απόλυση συνολικά 229 εργαζομένων, μετά δε την απορριπτική απόφαση της διοίκησης, προέβη σταδιακά σε απολύσεις, που ανά μήνα δεν υπερβαίνουν τον παραπάνω αριθμό, αλλά και το όριο που θέτει ο νόμος περί ομαδικών απολύσεων.>> Έτσι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και συνακόλουθα ο 4ος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

14. Με τον 5° λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη το προς θεμελίωση της κύριας και επικουρικής βάσης της αγωγής (ακυρότητα καταγγελίας λόγω μη καταβολής της προσήκουσας αποζημίωσης και συμπλήρωση της οφειλόμενης αποζημίωσης αντίστοιχα), ότι το ύψος των μηνιαίων αποδοχών των εναγόντων επί των οποίων έπρεπε να υπολογιστεί η οφειλόμενη σ'αυτούς αποζημίωση λόγω καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους είναι υπέρτερο του εμφαινομένου στις αποδείξεις μισθοδοσίας τους, επί του οποίου η αναιρεσίβλητη υπολόγισε τις αποζημιώσεις τους, διότι η εναγομένη τους κατέβαλε αντισυμβατικά μέχρι τον κρίσιμο χρόνο της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους μειωμένες αποδοχές σε σχέση με τις συμφωνημένες. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί αφορά την εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων και η κρίση αυτή είναι, κατ'αρθ 561 παρ 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη.

15. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο "δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην απόφαση. Για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν, νομίμως, στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραβλεφθεί.

Εν όψει, όμως, του ότι μόνο ένα ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης, η παράβαση της ως άνω υποχρεώσεως ιδρύει τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος ως προκύπτον από το αποδεικτικό μέσο, που κατά την άποψή του δεν αξιολογήθηκε, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2016, 2/2008, 42/2002). 16.

Με τον 6° λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη τα εξής αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία νομότυπα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ήτοι: την με αριθμό 739/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, την με αριθμό 255/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας (Τμήμα Εφέσεων), τις με αριθμούς 427/2015, 428/2015, 429/2015 και 436/2015 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας και τις με αριθμούς 143/2017 και 144/2017 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας (Τμήμα Εφέσεων), οι οποίες συνιστούν, ως διαδικαστικά έγγραφα άλλης δίκης, αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη πραγματικών γεγονότων στα οποία στηρίζεται η αγωγή (εν προκειμένω του ύψους των αποδοχών των εναγόντων), τα οποία μάλιστα έχουν δεσμευτική αποδεικτική δύναμη (άρθρα 312 και 440 ΚΠολΔ).

Εξαιτίας δε του ανωτέρω σφάλματος, το Δικαστήριο της ουσίας, κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα και διατακτικό απορρίπτοντας την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ η αποδοχή της αγωγής ως προς τον 4ο ενάγοντα και η επιδίκαση σ'αυτόν των αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδοχών υπερημερίας υπολογίστηκαν εσφαλμένα, ενώ αν λαμβάνονταν υπόψιν τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα θα επιδικάζονταν μεγαλύτερα ποσά Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο στο Δικαστήριο, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται αναλυτικά στις σελ 43, 44 και 45 της προσβαλλόμενης, χωρίς κανένα να παραβλεφθεί, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης. 17.

Με τον 7° λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, διότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η εναγομένη αδυνατεί να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του 4ου ενάγοντος, με αποτέλεσμα να απορρίψει το αίτημά του να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ο 4ος ενάγων παραδεκτά προσκόμισε και επικαλέστηκε στο Δικαστήριο προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι, παρά την επικαλούμενη από την εναγομένη διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου, στην προκειμένη περίπτωση, ήταν απολύτως δυνατή η αποδοχή της εργασίας του εκ μέρους της.

Ειδικότερα τα έγγραφα αυτά είναι τα εξής: 1) Το με Αρ. Πρωτ. ...-5-2013 έγγραφο του Λιμενικού Ταμείου Χαλκίδας, 2) Το με Αρ. Πρωτ. ...-9-2013 έγγραφο του Οργανισμού Λιμένων Ν. Εύβοιας, 3) Το με Αρ. Πρωτ. ...-1-2014 έγγραφο του ΟΛΝΕ, 4) Το από 3/1/2014 διπλότυπο είσπραξης ποσού 28.739,42€ για δικαιώματα χρήσης χερσαίας ζώνης λιμένος από την αναιρεσίβλητη εταιρία, 5) Το με Αρ.

Πρωτ. ....14/664/09-05- έγγραφο της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας (Διεύθυνση Ανάπτυξης, Περιφερειακή Ενότητα Εύβοιας, Τμήμα Α'Αδειών), 6) Την με Αρ. Πρ. 50682/1417/12-9-2013 απόφαση Υπουργού Περιβάλλοντος περί έγκρισης περιβαλλοντικών όρων για την εκμετάλλευση λατομείου αργιλικού σχιστόλιθου, έκτασης 284735,746 τ.μ., 7) Την από 30/12/2013 Επιστολή της εναγομένης προς την Περιφέρεια Στ.

Ελλάδας, 8) Την με Αρ. Πρωτ. 412/Φ30/Α/67/3-2-2014 Διαπιστωτική Πράξη της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, με την οποία παρατάθηκε η άδεια εκμετάλλευσης του λατομείου αδρανών υλικών της αναιρεσίβλητης μέχρι 31/12/2015 και 9) Το με Αρ. Πρωτ. ...569/756/4-3-2014 έγγραφο του Υπουργείου Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής. 10) Τον κατατεθειμένο στην Επιθεώρηση Εργασίας με ΑΡ.

Πρωτ. ...381/27-10-2015 Πίνακα Προσωπικού της αναιρεσίβλητης.

12) Tις με ημερομηνία 30 Ιουνίου 2015 επιστολές της αναιρεσίβλητης προς την κα Π. και προς τον κ. Γ., καθώς και την μετ' επικλήσεως ποοσκομισθείσα με αριθμό …2016 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χαλκίδας, η οποία δόθηκε μετά από προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης και 13) Τις από 22-9-2016 προτάσεις της εναγομένης στο Μον Πρωτ.

Χαλκίδας ( στο πλαίσιο άλλης δίκης) , στις οποίες περιέχεται ομολογία της εναγομένης ότι έχει διατηρήσει και απασχολεί στο εργοστάσιο όσους τοποθετήθηκαν αναγκαστικά με τον ν. 2643/1998 , οι οποίοι προστατεύονται από τις απολύσεις με τις διατάξεις του νόμου αυτού. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο στο Δικαστήριο, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται αναλυτικά στις σελ 43, 44 και 45 της προσβαλλόμενης, χωρίς κανένα να παραβλεφθεί, ούτε και τα προαναφερθέντα, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ειδικά δε για την υπό στοιχ 12 προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση γίνεται μνεία αυτής στην σελ 44 της προσβαλλόμενης απόφασης .

18. Αναφορικά με το αίτημα των αναιρεσειόντων περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου και συγκεκριμένα των Οδηγιών 98/59 και 2002/14 και, αντίστοιχα, των διατάξεων του Ν. 1387/1983 και του ΠΔ 240/2006 που ενσωματώνουν τις διατάξεις της προαναφερθείσας Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη, αυτό κρίνεται απορριπτέο ως αβάσιμο εφόσον το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι ανακύπτει ζήτημα ερμηνείας του πρωτογενούς, ή δευτερογενούς δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή των Οδηγιών 98/59 και 2002/2014 καθώς και ερμηνείας του εσωτερικού δικαίου (Ν.1387/83 και Π.Δ.240/2006 κατά το μέρος που ενσωματώνουν όμοιες ρυθμίσεις της Ένωσης.

19. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως απαράδεκτη την αίτηση ως προς τον αναιρεσείοντα Κ. Ε. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-2-2018 και με αριθμό κατάθεσης 78/2018 αίτηση περί αναιρέσεως της 220/2017 αποφάσεως του Εφετείου Ευβοίας.

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οχτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ